Uncategorized, Βιβλίο - Εκδηλώσεις - Πολιτισμός, Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία

Δημήτρης Νόλλας: Αν ζούμε σήμερα σαν υποκριτές, αύριο θα ζήσουμε σαν θύματα

1F605B33ECD94DC1A26A51A496BCB16F
Ο συγγραφέας που απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος μιλάει στο «Βήμα» για το έργο και τα επόμενα βιβλία του, την πραγματικότητα της κοινωνίας και την ιδέα της πατρίδας, το ελληνικό πάθος για την ελευθερία αλλά και την εθνική μας «φαγωμάρα».
Από το Βήμα
Ο Δημήτρης Νόλλας μετράει τα λόγια του όπως μετράει τις λέξεις του. Τις προάλλες τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2014 για «Το ταξίδι στην Ελλάδα» που κυκλοφόρησε το 2013 από τον Ικαρο, ένα βιβλίο που η κριτική επιτροπή ενέταξε στην παράδοση της «ελληνογνωσίας».
Ευκαιρίας δοθείσης, λοιπόν, συναντήθηκε με «Το Βήμα» στην οδό Βουλής, στο βιβλιοπωλείο των ιστορικών εκδόσεων, κοντά στο Σύνταγμα, και μίλησε για τα σαράντα (και πλέον) χρόνια της λογοτεχνικής παρουσίας του λίγο προτού εγκαταλείψει την πρωτεύουσα για το ησυχαστήριό του.

«Η Γλώσσα Σκοπέλου είναι μια ήσυχη μικρή κοινότητα όπου περνώ μεγάλο μέρος του χρόνου μου, συχνά και τον χειμώνα. Συλλέγω καρπούς και σκαλίζω ένα μποστάνι, όπως κι ένα πάκο σελίδες Α4, αφιερώνοντας και στις τρεις αυτές ασχολίες τον λιγότερο δυνατό χρόνο»
εξήγησε ο 75χρονος δραμινός συγγραφέας.
Διακρίσεις έχει λάβει ουκ ολίγες στο παρελθόν τόσο για την πυκνή, υπαινικτική γραφή των διηγημάτων του – Το τρυφερό δέρμα (Καστανιώτης, 1982) απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος, ενώ Ο παλαιός εχθρός (Καστανιώτης, 2004) το Βραβείο του Ιδρύματος Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών – όσο και για το σύντομο βιβλίο Ο τύμβος κοντά στη θάλασσα (Καστανιώτης, 1992) που του χάρισε το πρώτο του Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (διαδραματίζεται στην Καβάλα της δεκαετίας του 1940 και θίγει τη «φαγωμάρα» στην Αντίσταση).

Το ταξίδι στην Ελλάδα
είναι, όπως αποκάλυψε, το πρώτο μέρος μιας μυθιστορηματικής τριλογίας «με τον γενικό τίτλο «Δύσκολοι καιροί» η οποία καλύπτει 70 χρόνια νεοελληνικής ιστορίας από το σημαδιακό 1943, έτος που αρχίζει η  εμφύλια ανθρωποφαγία, και συνεχίζεται με τα «Μάρμαρα στη μέση» (σ.σ.: εντός του 2015 από τον Ικαρο) στην καρδιά της φούσκας στα τέλη του περασμένου αιώνα. Το τρίτο μέρος θα φτάνει στις μέρες μας. Μερικοί από τους χαρακτήρες πηγαινοέρχονται από το ένα βιβλίο στο άλλο, όπως κάνουν όλοι οι άνθρωποι ενόσω είναι ακόμη ζωντανοί».
Το καλό δίηγημα και η γλώσσα
Τι σηματοδότησε όμως το πρόσφατο βραβείο; Κάτι σωρευτικό, ας πούμε, ή εξακολουθεί να βλέπει το καθένα ξεχωριστά; «»Σωρευτικά» ή «καθένα ξεχωριστά», κανένα βραβείο δεν έχει τη δύναμη να κάνει εκείνο το ακοίμητο και ανελέητο ανθρωπάκι, να κάνει τον ενοχλητικό μέσα εαυτό μας να το βουλώσει και να σταματήσει να αμφιβάλλει διαρκώς αν αξίζουν κάτι όλα αυτά που έχουμε δημιουργήσει στη ζωή μας, κάποια απ’ αυτά τουλάχιστον» αποκρίθηκε.
Πότε είναι καλό ένα διήγημα και μάλιστα ένα διήγημα γραμμένο στην ελληνική γλώσσα; Και τι πρέπει να έχει μια ιδέα ή μια ιστορία για να την «τραβήξει» ο ίδιος λίγο παραπάνω; «Δεν «τραβάω» τίποτα παραπάνω απ’ όσο θέλει το ίδιο να τραβηχτεί. Ούτε πράγματα ούτε ανθρώπους και καθόλου τα γραπτά. Καθένα από τα παραπάνω έχει τη δική του ζωή, τον δικό του χτύπο καρδιάς. Νομίζω πως, αν μπει κανείς στον πειρασμό να συμπεριφερθεί προκρούστεια σ’ ένα κείμενο για να το φέρει στα μέτρα του, εκείνο θα μπορούσε να τον εκδικηθεί συνεχίζοντας να κείται εκεί, νεκρό για πάντα. Τώρα για το πότε είναι καλό ένα διήγημα, τι να σας πω; Πιστεύετε πως υπάρχει οδηγός της αριστείας ενός διηγήματος; Εντάξει, και για να μη νομίσετε πως υπεκφεύγω, πιστεύω πως εγγύηση της καλοσύνης του είναι η γλώσσα του. Οταν η γλώσσα του λαμπυρίζει σαν τα άνθη της αμυγδαλιάς στο μαύρο της κλωνάρι, ε, ναι, τότε είναι καλό. Ετσι πιστεύω».
Αρχίσαμε τότε να λογαριαζόμαστε με Το ταξίδι στην Ελλάδα, όπου καταπιάνεται με τις αντιφάσεις αυτού που ο ίδιος αντιλαμβάνεται ως «ελληνική ιδιοπροσωπία». Συμφωνήσαμε ότι κάθε λαός είναι ιδιαίτερος ή ότι, εν πάση περιπτώσει, κάθε λαός έχει κάποια διακριτά χαρακτηριστικά που τον ακολουθούν και ενίοτε τον καθορίζουν. Σε τι συνίσταται αυτή η «ελληνική ιδιοπροσωπία» και πώς μπορούμε να την προσεγγίσουμε ακριβοδίκαια; Και γιατί λειτουργεί περισσότερο ως δύναμη καθήλωσης; Μήπως εν τέλει πρόκειται για την επίκληση ενός εξαιρετισμού που μάλλον μας προκαλεί περισσότερα προβλήματα (ταυτότητας λ.χ. αλλά και καθημερινής πρακτικής, στα «μεγάλα» αλλά και στα «μικρά») από όσα μας λύνει;
Η δύναμη της καθήλωσης
«Ας συμφωνήσουμε πως όταν γενικεύουμε και μετατρέπουμε τα μέλη μιας ομάδας σε σύνολο αδιαίρετο με κοινά χαρακτηριστικά, τις συνήθειες, τα πιστεύω και τις αντιδράσεις τους, ασφαλώς δημιουργούμε στρεβλή εικόνα για τον καθέναν εξ αυτών που συμμετέχει σε αυτό το σύνολο. Διευκολύνοντάς μας έτσι, με την πρώτη ευκαιρία, να εξωπετάξουμε εκείνον που θα είχε διαφορετική άποψη ή θα παρεξέκλινε από το πολιτικώς ορθό και από  τον κανόνα, από αυτό που όλοι είμαστε» ξεδίπλωσε τον συλλογισμό του ο Δημήτρης Νόλλας.
Και αφού σιώπησε για μια στιγμή συνέχισε με μια θλιβερή αφορμή που του έδωσε η επικαιρότητα: «Γιατί τι άλλο υπήρξε ο τραγικός Βαγγέλης Γιακουμάκης από άλλον έναν μάρτυρα της ατομικής ελευθερίας. Του ανθρώπου που αρνείται να γίνει σαν τους λυκάνθρωπους που τον περιβάλλουν. Αρνείται και πεθαίνει. Αυτό είναι κεντρικό σημείο της περιώνυμης ιδιοπροσωπίας μας, κύριε Μπέκο, για την οποία μιλάμε τόση ώρα. Ξέρετε πόσους νεομάρτυρες έχει η Εκκλησία μας γύρω απ’ αυτό το ζήτημα; Ξέρετε τι θα πει να αρνείσαι την ενσωμάτωσή σου στον κανόνα του ισχυροτέρου, είτε αυτός λέγεται Σουλεϊμάν ο Μεγαλοπρεπής είτε Αρμανσμπεργκ ο Χαμερπής; Και όλοι αυτοί οι μάρτυρες να είναι ανώνυμοι, κακοποιοί, δούλοι, πόρνες, φαντάροι, μικρομαγαζάτορες και περιβολάρηδες, μαύροι και λευκοί, που λένε όχι στην ευτυχία που τους προσφέρεται με αντάλλαγμα την ελευθερία τους; Δεν γνωρίζω άλλους, άλλων εθνών, να πέφτουν με τέτοια αυταπάρνηση πάνω στα υπερόπλα του δυνάστη τους για να υπερασπιστούν με το αίμα τους την ελευθερία και να προτιμούν να «τρώγωσι πέτρες» από το να τακιμιάζουν μαζί του. Η ανεξέλεγκτη και παράλογη λατρεία της προσωπικής ελευθερίας, να τι θεωρώ από τα βασικά στοιχεία της ελληνικής ιδιοπροσωπίας. Και αν είναι έτσι, ναι, δημιουργεί προβλήματα αυτή η ιδιοπροσωπία, ενοχλεί, σε έναν πλανήτη που μεταβάλλεται σιγά-σιγά σε «σάλα-τραπεζαρία ένα» και εξορίζει απ’ τη ζωή μας το Ιερό ανυψώνοντας στη θέση του το χρυσό μοσχάρι».
Μία ακόμη όψη της εθνικής «ιδιοπροσωπίας» είναι και η ροπή προς τον διχασμό. Το ταξίδι στην Ελλάδα στοιχειώνεται από τον εμφύλιο πόλεμο. Υπάρχει ένας «μαύρος λοχαγός» του Εθνικού Στρατού ο οποίος, πλέκοντας ένα μακάβριο εγκώμιο του σπαραγμού, αποφαίνεται: «Οσο καλύτερος και να ‘ναι ο αυριανός τρόπος απ’ τον χτεσινό, η συνθήκη των προβάτων και του ποιμένα στην ουσία της δεν αλλάζει». Τι σημαίνει αυτό με δυο λόγια, υπό το φως μάλιστα της σημερινής συγκυρίας, της οικονομικής κρίσης, που επανέφερε την εμφυλιοπολεμική ορολογία στο προσκήνιο; «Αυτό που λέει ο μυθιστορηματικός χαρακτήρας σημαίνει πως οι τρελαμένοι με την εξουσία, ανεξαρτήτως των διαφορών που προβάλλουν, των ιδεών τους που ευαγγελίζονται τη ριζική αλλαγή της κοινωνίας και τα λοιπά και τα λοιπά, είναι όλοι τους συγγενείς και ανήκουν στην ίδια πατριά. Διαφορετικές συμμορίες, ίδιο σόι. Είναι κρίμα γιατί στους κόλπους τους συμπεριλαμβάνουν αρκετούς τίμιους και ικανούς, αλλά τους παρασέρνει το ρέμα των συνασπιζομένων βλακών και αθλίων. Για δε τον εμφυλιοπολεμικό λόγο που μας φέρνει πίσω νομίζω πως αυτό συμβαίνει επειδή η φονικότητα αυτών των λόγων έχει δοκιμαστεί στο παρελθόν και αποδείχτηκε ικανή να κρατάει ζωντανή τη φωτιά της «φαγωμάρας». Ασφαλής εγγύηση για να τον αναστήσουμε κι εμείς αυτόν τον λόγο με τη σειρά μας» εκτίμησε ο Δημήτρης Νόλλας.
Στη δίνη της κρίσης
Ο νεαρός Αρίστος Καραμπίνης, πρωταγωνιστής του μυθιστορήματός του, πραγματοποιεί ένα ταξίδι αυτογνωσίας στον γενέθλιο τόπο (στη Θεσσαλονίκη του 1963, μετά τη δολοφονία Λαμπράκη) προτού επιστρέψει στο Μόναχο, αφού «ένα λιθαράκι είχε μετατοπιστεί εντός του». Είναι όμως και η Χρυσάνθη που πήγε να δουλέψει στη Γερμανία το 1943, είναι και ο Πίζας, ο κουτσός τοκογλύφος εκ Καππαδοκίας, που κάνει μάθημα στον Αρίστο για το χρήμα, ένα κήρυγμα προτεσταντικής ηθικής… Είπαμε για τον διάχυτο αντιγερμανισμό (τον λαϊκισμό, όχι τη σοβαρή κριτική προς τη Γερμανία), είπαμε και για τη σημερινή ελληνική «διαρροή εγκεφάλων»προς το εξωτερικό, των νέων πρωτίστως.
Η ανάγκη ωστόσο της δικής του ηρωίδας ήταν άλλης τάξεως. «Η Χρυσάνθη είναι αυτό που διαβάζετε, τίποτα περισσότερο. Ενα πρόσωπο που περιθωριοποιείται στη δίνη της κρίσης που έχει φέρει ο πόλεμος και η ναζιστική κατοχή. Αλλη μια «αγανακτισμένη», για τις συμφορές της οποίας έχουν ευθύνη οι άλλοι. Και η οποία, για να επιζήσει, στρέφεται προς τους «διώκτες» της στην καθημαγμένη Γερμανία. Και με τον καιρό αποκτά τη σοφία και την ησυχία μιας περιπλανώμενης ζητιάνας, ενός Πόρτσια. Είναι το περιθώριο. Γι’ αυτό και δεν τη χωράει ο τόπος. Γι’ αυτό και στο τέλος χάνεται (και ευτυχώς δεν τη βρίσκει κανείς). Ο άλλος χαρακτήρας που υμνεί το χρήμα σκανδαλίζει με αυτή τη χαοτική αντίθεση ανάμεσα στο επάγγελμά του και στον τόπο καταγωγής του. Ναι, συμβαίνει. Ενας τόπος δεν παράγει μόνον αγγέλους, δεν είναι εργοστάσιο παραγωγής οσίων και μαρτύρων. Είναι και μήτρα κοινών, κοινότατων και ποταπών υπάρξεων και αποτυχημένων. Ετσι είναι πλασμένος ο κόσμος μας και είναι όμορφος έτσι. Υπ’ αυτή την έννοια, παραδέχομαι πως «Το ταξίδι στην Ελλάδα» είναι ένα άλμπουμ ναυαγίων» υπογράμμισε.
«Ο ένας μόνος του, αυτάρκης και ασφαλής, είναι μια αυταπάτη»
Τόσο στη νουβέλα «Ναυαγίων πλάσματα» (Κέδρος, 2009) όσο και στη συλλογή διηγημάτων «Στον τόπο» (Iκαρος, 2012) ο Δημήτρης Νόλλας ασχολήθηκε με τη μοίρα των μεταναστών που φτάνουν στην Ελλάδα. «Δοξάζω τον Θεό που από μικρό με διαπαιδαγώγησαν, και το χρωστώ αυτό στους γονείς μου, πως η ζωή δεν είναι μια ομαλή ευθεία ούτε και δεδομένη. Eχει γυρίσματα, κι έτσι εκεί που είσαι εσύ, αύριο μπορεί να βρίσκομαι εγώ. Και μόνον αυτή η σκέψη κάνει τους ανθρώπους αλληλέγγυους. Δεν υπάρχει ο ένας χωρίς τον άλλον. Ο ένας μόνος του, αυτάρκης και ασφαλής, είναι μια αυταπάτη, είναι ένας νεκρός που δεν το ξέρει. Ομως ας μην υποδυόμαστε ρόλους κάθε τόσο και κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε. Οπως είπαμε πιο πάνω, εδώ, σήμερα, δίπλα μας, οδηγήσαμε ένα παιδί στον θάνατο επειδή δεν ήθελε να μας μοιάσει, τους δυστυχισμένους που ξεβράζει η θάλασσα θα λυπηθούμε; Ή μήπως νομίζετε πως κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που λέει η προηγούμενη πρόταση έγινε στα χωράφια της Μανωλάδας; Οσο δεν αναγνωρίζουμε το ανθρώπινο πρόσωπο στον άλλον, τον υποβιβάζουμε σε πράγμα. Γι’ αυτό και χρειάζεται να είμαστε πολύ επιφυλακτικοί με όσους βγάζουν πύρινους λόγους κατά της παρουσίας των ξένων στον τόπο μας, επειδή αυτό που θέλουν είναι να τους έχουν δούλους, μαντρωμένους σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας».
Αν κάτι μένει από «Το ταξίδι στην Ελλάδα» είναι μια φωτεινή ιδέα για την πατρίδα, για την πατρίδα που είναι συνύπαρξη, όσο δύσκολη κι αν είναι. Κύριε Νόλλα, τον ρωτήσαμε, τι είναι για εσάς η πατρίδα; «Πατρίδα είναι η γλώσσα μου, η ελληνική και η πίστη στον Χριστό. Ολα τα άλλα είναι «τα πούπουλα της κότας». Οσοι από μας αλληλολιβανίζονται με τις ταξικές διαφορές (ή τις εθνοφυλετικές) πατάνε στο αίμα και προετοιμάζουν την επιστροφή μας στη ζούγκλα. Δεν χρειάζονται πολλά λόγια για αυτό. Είμαστε όλοι μας μια κοινωνία κουτσών, στραβών, όμορφων και άσχημων, βλακών, ανίκανων να ζητήσουν μια συγγνώμη, αλλά και πνευματικών ανθρώπων, και αν είμαστε ανίκανοι να ζήσουμε όλοι μαζί και να λύνουμε τις διαφορές μας με αγάπη και διάλογο, είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε σήμερα σαν υποκριτές και αύριο σαν θύματα».

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*