Κοινωνία

Τράπεζα θεμάτων: η καταστροφή ως… ευκαιρία!

του Τάσου Χατζηαναστασίου

alphavita.gr

Η κριτική που ασκείται στο νέο σύστημα εξετάσεων, με βάση το οποίο το 50% των θεμάτων προκύπτει από κλήρωση μέσα από μία ηλεκτρονική τράπεζα, περιορίζεται συχνά στα προφανή αφήνοντας έξω ουσιαστικότερα ζητήματα.

 Τα προφανή είναι πρώτα πρώτα η συνήθης, σε κάθε εφαρμοζόμενη για πρώτη φορά «καινοτομία» στην Ελλάδα, έλλειψη οργάνωσης, το γνωστό ελληνικό μπάχαλο και η γενναία δόση ανευθυνότητας που το συνοδεύει: η Τράπεζα «άνοιξε» την τελευταία στιγμή, πολλά θέματα ήταν κακοδιατυπωμένα ή δυσεπίλυτα ενώ βρέθηκαν και κάποια που ήταν εκτός ύλης!

Προβλέψιμες ακόμη είναι και οι δυσκολίες υποστήριξης του συστήματος την επόμενη χρονιά όταν θα εφαρμοστεί και στη Β΄ Λυκείου καθώς η πολυπλοκότητα και κυρίως η εξάρτησή του από τη λειτουργία ηλεκτρονικών συστημάτων το καθιστά ευάλωτο με δεδομένο ότι οι χρήστες του είναι υποχρεωμένοι να βρίσκονται στο σχολείο από τις 6 το πρωί…

Προφανής είναι και η βεβαιότητα ότι θα υπάρξουν αδικίες, γεγονός απαράδεκτο για ένα ανταγωνιστικό σύστημα, καθώς είναι αναπόφευκτό κληρώνονται διαφορετικής δυσκολίας θέματα σε κάθε σχολείο.

Προφανής είναι επίσης ο ταξικός προσανατολισμός του νέου μέτρου, μέσω της αυστηρότερης επιλογής, να υπάρξει επιτέλους διαρροή μαθητών από το Γενικό Λύκειο προς την κατάρτιση στις τεχνικές και επαγγελματικές ειδικότητες, κάτι που καμία μεταρρύθμιση ως τώρα στην Ελλάδα δεν έχει επιτύχει.

Προφανής και προβλέψιμη, τέλος, είναι και η άμεση συνέπεια που θα έχει το νέο μέτρο για τον οικογενειακό προγραμματισμό και τις… ισορροπίες στο σπίτι: πολλαπλασιασμός του άγχους και της πίεσης σε γονείς και παιδιά και αύξηση της ανάγκης για φροντιστήρια και ιδιαίτερα σε περισσότερα μαθήματα και μάλιστα νωρίτερα, μια εξέλιξη με επίσης προφανέστατες τις ταξικές της διαστάσεις.

Και μόνον τα παραπάνω, τα προφανή και αυτονόητα, αποτελούν επαρκείς λόγους για να αγανακτήσουν γονείς και μαθητές και να επιβεβαιωθούν οι έγκαιρες προειδοποιήσεις και αντιδράσεις των καθηγητών που τώρα κουνάνε το κεφάλι με νόημα: «εμείς σας τα λέγαμε αλλά εσείς συνηγορούσατε στην κατασυκοφάντηση και συνεπακόλουθα στην επιστράτευσή μας την περασμένη χρονιά».

Η πρώτη, άμεση, ενστικτώδης αντίδραση ενός μεγάλου αριθμού συναδέλφων, ήταν να θεωρήσουν εαυτούς υπεύθυνους για τις παραπάνω προφανείς συνέπειες της κυβερνητικής πολιτικής και να επιχειρήσουν να τις αμβλύνουν. Κι αφού αυτές αφορούν κυρίως την προαγωγή των μαθητών, η μεν χαριστική βαθμολογία, με την πληθωριστική παραγωγή αριστούχων, που αποτελούσε ως τώρα καθεστώς στη Γ΄ Λυκείου, ξεκινά τώρα από την Α΄ («αφού έτσι θα κάνουν τα διπλανά σχολεία και φυσικά τα ιδιωτικά»). Τα δε κρούσματα «υποβοήθησης» στις εξετάσεις, όπου κάποιοι όταν επιτηρούν ούτε βλέπουν ούτε ακούνε, αυξάνονται ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις η «βοήθεια» αυτή γίνεται πιο ενεργητική… λες και η υψηλότερη βαθμολογία θα μπορούσε ποτέ να άρει την ταξικότητα της εκπαίδευσης.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως η Τράπεζα Θεμάτων συνιστά έναν καταστροφικό θεσμό. Όχι όμως επειδή εφαρμόζεται με τη συνήθη προχειρότητα και ανευθυνότητα ούτε γιατί ο παράγοντας τύχη παίζει σημαντικό ρόλο, ούτε τέλος επειδή ενδέχεται να αποκαλύψει πως ο βασιλιάς, στην περίπτωσή μας η ελληνική εκπαίδευση, είναι γυμνός και παράγει στρατιές αμόρφωτων, ακαλλιέργητων, «χωρίς μαγκιά και ήθος». Μια τέτοια αποκάλυψη θα ήταν εξάλλου ευπρόσδεκτη αν δεν γινόταν με όρους «σφαγής των νηπίων». Υπάρχουν δυστυχώς πολύ πιο αρνητικές συνέπειες από την εφαρμογή του νέου θεσμού.

Πρώτα πρώτα, η λογική του νέου συστήματος επαναφέρει την απαίτηση για αποστήθιση απίστευτων λεπτομερειών από το σύνολο της διδακτέας ύλης χωρίς να υπάρχει καμία διάκριση μεταξύ των βασικών γνώσεων και των λιγότερο σημαντικών ή και εντελώς ασήμαντων πληροφοριών. Αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχει στη σκέψη των εμπνευστών του νέου συστήματος η ανάγκη διατύπωσης συγκεκριμένων γνώσεων που απαιτείται να κατέχει ο νέος πολίτης αυτής της χώρας. Δηλαδή, έχουμε ένα… σύγχρονο σύστημα ελέγχου μη προσδιορισμένων με σαφήνεια γνωστικών στόχων, κάτι σαν το γνωστό επιτραπέζιο παιχνίδι «γνώσεων» Trivial Pursuit δηλαδή!

Έπειτα, η χρησιμοθηρική προσέγγιση της «διδακτέας ύλης» γίνεται πλέον καθεστώς από την Α΄ Λυκείου. Οι μαθητές δηλαδή αντιμετωπίζουν τη γνώση όχι ως το προϊόν του εθνικού και παγκόσμιου πολιτισμού και ως εργαλείο κατανόησης και ερμηνείας του κόσμου, αλλά απλώς ως έναν αριθμό σελίδων, άσχετον με την πραγματική ζωή και τον πολιτισμό του δικού μας και άλλων λαών, χρήσιμο μόνο για την επιτυχία σε μία εξέταση. Έτσι, αυτό που γινόταν ως τώρα ήδη από τη Β, με τις κατευθύνσεις, και σε βαθμό κακουργήματος στη Γ΄ Λυκείου, τώρα γίνεται από την Α΄.

Ο δε συνυπολογισμός του βαθμού προαγωγής από την Α΄ στη Β΄ και από τη Β΄ στη Γ΄ στον τελικό βαθμό πρόσβασης στο Πανεπιστήμιο δίνει τη χαριστική βολή σε μία βαθμίδα που έχει χάσει προ πολλού το χαρακτήρα του σχολείου. Τίποτα δεν θα έχει αξία πια, όλα θα υπολογίζονται αποκλειστικά με βάση το πόσο συμβάλλουν στην επιτυχία στις τελικές εξετάσεις.

Το εξοργιστικό είναι ότι τα προηγούμενα χρόνια δαπανήθηκαν εκατομμύρια ευρώ προκειμένου να πειστούν γονείς και μαθητές, αλλά και να «επιμορφωθούν» οι εκπαιδευτικοί με βάση την αντίληψη πως ο μόχθος για τη μάθηση είναι κάτι το… περιττό, αφού αυτό που προέχει είναι «ο μαθητής να μαθαίνει πώς να μαθαίνει» μέσω της ενίσχυσης της… «αυτενέργειάς» του. Πολυδιαφημισμένος στόχος του «Νέου Σχολείου»: «η τσάντα να μένει στο σχολείο»! Ακόμη και η λέξη: «γνώση» έχει τεθεί περίπου εκτός νόμου αφού με δυσκολία την εντοπίζει κανείς στα κείμενα που αφορούν την επιμόρφωση και την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών. Στη θέση της αναμασιούνται κακομεταφρασμένοι ξένοι όροι, όπως «γραμματισμός» και… «μεταγνώση», σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες δηλαδή, το ακριβές νόημα των οποίων ελάχιστοι κατανοούν πραγματικά. Μετά λοιπόν από τόση φροντίδα να απαξιωθούν συνολικά η μελέτη, η γνώση και η μάθηση, η Τράπεζα Θεμάτων έρχεται να ολοκληρώσει την καταστροφή καθιστώντας τη μελέτη και την άσκηση, βασανιστική απομνημόνευση και της παραμικρής λεπτομέρειας! Αυτό όμως είναι και το σημείο στο οποίο απαιτείται συγκεκριμένη και συστηματική παρέμβαση από το εκπαιδευτικό κίνημα και την κοινωνία γενικότερα.

Αντί δηλαδή οι εκπαιδευτικοί να εξαντλούν την ενεργητικότητά τους στο πώς θα αντιμετωπίσουν την αναμενόμενη αύξηση του ποσοστού απόρριψης μαθητών στο Λύκειο με… λαθροχειρίες (επιλογή πολλαπλώς επιζήμια παιδαγωγικά και κοινωνικά), είναι προς όφελος των παιδιών και της κοινωνίας να αναδείξουν μία διαφορετική λογική: αυτή που επανατοποθετηθεί τη γνώση σε υψηλή θέση στην κλίμακα αξιών της ελληνικής κοινωνίας («και όλοι να λένε: να ένας σοφός!»).

Ας αντιμετωπίσουμε λοιπόν την ολοκλήρωση της καταστροφής στη σχέση των εφήβων με τη γνώση που επιφέρει η Τράπεζα Θεμάτων ως ευκαιρία για να επαναπροσδιορίσουμε αυτή τη σχέση, όχι βέβαια με τις ανεύθυνες αρλούμπες της δήθεν αυτενέργειας και της… μεταγνώσης, αλλά με τον προσδιορισμό και τη διεκδίκηση εκπαιδευτικών στόχων στα μέτρα των νέων και σύμφωνης με τις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας. Στόχων που θα προσφέρουν στους νέους την ευκαιρία και τις δυνατότητες να κατανοούν και να μάθουν για τον κόσμο στον οποίο ζουν, να αναπτύσσουν ισότιμα τις γνωστικές, αισθητικές, καλλιτεχνικές και σωματικές τους ικανότητες, να γνωρίζουν και να αγαπούν τη γλώσσα, την ιστορία και τον πολιτισμό της πατρίδας μας χωρίς συμπλέγματα, αλλά με σεβασμό απέναντι στο «ξένο» και διαφορετικό και τέλος να διαπαιδαγωγηθούν σύμφωνα με τη δημοκρατική αγωνιστική παράδοση, το συλλογικό ήθος και τη θρησκευτική συνείδηση του λαού μας.

Τότε μόνον μπορούμε να μιλήσουμε και για ένα σύστημα ελέγχου εμπέδωσης αυτών των γνώσεων και δεξιοτήτων με δεδομένο όμως ότι το Λύκειο θα αποδεσμευτεί πλέον οριστικά από τη διαδικασία πρόσβασης στην ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση. Γιατί χωρίς να αποκτήσει επιτέλους την αυτοτέλειά του, ως βαθμίδα, το Λύκειο θα εξακολουθήσει να στοιβάζει βαριεστημένους μαθητές που θα προσμένουν το λυτρωτικό χτύπημα του κουδουνιού για να τρέξουν να προλάβουν το φροντιστήριο. Χωρίς να έχουμε καθορίσει τι θέλουμε από τα παιδιά μας να γνωρίζουν και να μπορούν να κάνουν, η συζήτηση για το εξεταστικό σύστημα, δεν έχει κανένα νόημα. Υπό τις παρούσες μάλιστα συνθήκες, το μόνο που μένει είναι η ολοκλήρωση της καταστροφής που συστηματικά συντελείται στον χώρο της παιδείας τα τελευταία χρόνια. Στο χέρι μας είναι να την αποτρέψουμε με τη διατύπωση και διεκδίκηση του δικού μας οράματος για την παιδεία και την κοινωνία.

* Τάσος Χατζηαναστασίου, φιλόλογος στο ΕΠΑΛ Ναυπλίου, μέλος ΔΣ ΕΛΜΕ Αργολίδας

5 Σχόλια

  1. Χρίστος Δάλκος

    Εἶναι γεγονός ὅτι ἡ δικαιολογημένη καχυποψία ἀπέναντι στά κυβερνητικά μέτρα μᾶς ὠθεῖ συχνά σέ μιά ἰσοπεδωτικοῦ, κατεδαφιστικοῦ χαρακτῆρα κριτική. Γιά παράδειγμα, ὁ φίλος Τάσος ὑποστηρίζει μεταξύ ἄλλων, ὀρθῶν, ὅτι «Προφανής είναι και η βεβαιότητα ότι θα υπάρξουν αδικίες, γεγονός απαράδεκτο για ένα ανταγωνιστικό σύστημα, καθώς είναι αναπόφευκτο να κληρώνονται διαφορετικής δυσκολίας θέματα σε κάθε σχολείο.» Αὐτό ὅμως ἴσχυε, πολύ περισσότερο μάλιστα, γιά τήν ὥς τώρα ἀκολουθούμενη πρακτική τῆς κατά σχολική μονάδα ἐξέτασης.
    Δέν μπορῶ ἐπίσης νά καταλάβω γιατί » Προφανής είναι επίσης ο ταξικός προσανατολισμός του νέου μέτρου, μέσω της αυστηρότερης επιλογής, να υπάρξει επιτέλους διαρροή μαθητών από το Γενικό Λύκειο προς την κατάρτιση στις τεχνικές και επαγγελματικές ειδικότητες». Ἀπό μόνη της ἡ κατάρτιση στίς τεχνικές καί ἐπαγγελματικές εἰδικότητες δέν ἔχει τίποτα τό ταξικό, ἡ δέ ὑποβάθμισή τους εἶναι ἕνα εὐρύτερο χαρακτηριστικό τῆς κοινωνίας μας γιά τό ὁποῖο οἱ εὐθύνες πρέπει νά ἀναζητηθοῦν καί ἀλλοῦ.
    Νομίζω ὅτι ὁ κριτικός περί παιδείας λόγος πρέπει νά ἐγκαταλείψῃ ὡρισμένα ἀπό τά, ἰδιαίτερα ἀνθεκτικά, στερεότυπα τῆς μεταπολίτευσης, ἄν θέλῃ νά μετακομίσῃ ἀπό τήν σφαῖρα τοῦ συνδικαλισμοῦ σ’ αὐτήν τῆς πολιτικῆς.

  2. Γιώργος Ρακκάς

    Από την δική μου την σκοπιά, το ζήτημα τίθεται διαφορετικά.

    – Κατ’ αρχάς, ποιά η χρησιμότητα (και η σκοπιμότητα) της δημοσιοποίησης μιας «τράπεζας θεμάτων», που περιλαμβάνει γύρω στα 6.000 θέματα που αφορούν σε 12 μαθήματα, στις 26 Μαΐου 2014, ελάχιστες μέρες (δύο ή τρείς αν θυμάμαι καλά) πριν την έναρξη της 1ης μέρας των εξετάσεων; Πέρα από το παιδαγωγικά ζητήματα, και ευρύτερα εκπαιδευτικά, τίθεται και ζήτημα λειτουργικότητας της ίδιας της εξεταστικής διαδικασίας. Σε ποιού είδους διαγώνισμα αλλάζουν οι όροι διεξαγωγής μόλις τρείς μέρες πριν την έναρξη της διαδικασίας; Κι όλα αυτά, την ίδια στιγμή που ο υπουργός δήλωνε μέσα στον προηγούμενο χειμώνα ότι η τράπεζα θεμάτων υλοποιείται ώστε να «πιέσει» τους καθηγητές να παραμείνουν πιστοί στις σχετικές οδηγίες για την παράδοση της διδακτέας ύλης…. Και ανακοινώθηκε 26 Μαΐου…

    – Δεύτερον, γιατί πολλά θέματα αναδείκνυαν πτυχές των γνωστικών αντικειμένων που κατέχουν δευτερεύουσα θέση στο πλαίσιο των σχολικών βιβλίων (και των αντίστοιχων οδηγιών που στέλνει προς τους καθηγητές το Υπουργείο κάθε χρόνο για την διδασκαλία της διδακτέας ύλης); ΓΙατί τα ίδια θέματα απηχούσαν πολύ περισσότερο στο κλίμα και την φιλοσοφία των βοηθημάτων, που διδάσκονται στα φροντιστήρια;

    – Τρίτον. ΝΑΙ στα ΕΠΑΛ, προφανώς, και ναι στην άκρως απαξιωμένη τεχνική εκπαίδευση –η ανυπαρξία της οποίας αποτελεί παράγοντα που κατευθύνει ακόμα περισσότερο τους νέους στον ‘μονόδρομο της γκαρσονικής’. Ωστόσο, σήμερα το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας, αντιμετωπίζει την τεχνική εκπαίδευση ως Κοντέινερ Σχολικής Αποτυχίας.

    Αυτά και άλλα πολλά….

    Και τώρα πίσω στον ευρύτερο εκπαιδευτικό σχεδιασμό που μάλλον υποκρύπτεται πίσω από τούτες τις κινήσεις: Μπορεί εντός των σχολείων και σε ό,τι αφορά στα μεταξύ των δασκάλων, των καθηγητών κ.ο.κ. το πολιτικό-ιδεολογικό κλίμα να έχει παραμείνει κολλημένο στην τελματωμένη συγκυρία της ύστερης μεταπολίτευσης. Ωστόσο, δεν θα μπορούσε να πεις ότι το ίδιο συμβαίνει και εντός του Υπουργείου. Εκεί υπάρχει η Τρόικα και συγκεκριμένες ‘ντιρεκτίβες’. Κυρίως σε ό,τι αυτές έχουν να κάνουν με την θεαματική συρρίκνωση της δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, και την ‘σαλαμοποίηση’ του ελληνικού πανεπιστημίου.

    Βέβαια θα πεί κανείς ότι βρίσκουν και τα κάνουν, καθώς η τριτοβάθμια εκπαίδευση βούλιαξε στην παρακμή κατά τα τελευταία χρόνια πριν την κρίση. Έτερον εκάτερον, διότι το επίδικο σήμερα δεν είναι τούτο –είναι το αν θα υπάρχει σε δέκα χρόνια Δημόσιο Ελληνικό Πανεπιστήμιο ή όχι. Η Τρόικα ανοιχτά, θέλει έναν ελάχιστο αριθμό «στέιτ γιουνιβέρσιτυ» (για να το πούμε και στη γλώσσα αυτών, και των δικών μας των κυβερνώντων) και τα λοιπά να εκχωρηθούν στην ιδιωτική παιδεία, που ούτως ή άλλως μεθοδικά μέσω της παραπαιδείας έχει ήδη στήσει ορισμένες υποδομές.

    Αυτός είναι ο μεσοπρόθεσμος στόχων των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων. ΓΙατί τα ξένα κέντρα θεωρούν ασυγχώρητα υψηλό το γενικό επίπεδο εκπαίδευσης στην ελληνική κοινωνία. Δεν συνάδει με το νέο μοντέλο των ισχνών μεσοστρωμάτων που θέλουν να εγκαθιδρύσουν στη χώρα μας.

    Θα συμφωνήσω πως κερκόπορτα σε αυτήν την διαδικασία –όπως και στην ευρύτερη αποδιάρθρωση της χώρας μας, άνοιξαν οι φαυλότητες και οι παθογένειες της τελευταίας εικοσαετίας. Συνεπώς, όντως, απαιτείται ο ριζικός μετασχηματισμός του συνδικαλιστικού λόγου των εκπαιδευτικών, κυρίως να πάψει να είναι συντεχνιακός και οικονομίστικος –να ανυψωθούν οι καθηγητές από παράγοντα διαμαρτυρίας σε φορέα έκφρασης ενός νέου οράματος για την ελληνική εκπαίδευση. Κάτι τέτοιο, εξ άλλου θα συνέβαλε και στο κίνημα των μαθητών –μήπως και γλυτώσει από τις παγίδες των ποικίλων μηδενισμών. Εν πάσει περιπτώσει, μάλλον ξέφυγα.

    Ωστόσο θα επιμείνω στο αρχικό. Η τράπεζα θεμάτων στοχεύει στην απομαζικοποίηση της ελληνικής λυκειακής εκπαίδευσης –δηλαδή να επιστρέψουμε σ’ ένα καθεστώς όπου ούτε καν το Λύκειο δεν θα είναι για όλους. Και αυτό συνάδει με τους ευρύτερους σχεδιασμούς μεταβολής της χώρας μας σε παγκόσμιο πόλο εξάσκησης της ‘γκαρσονικής’ τέχνης 😛 .

  3. Χρίστος Δάλκος

    Συμφωνῶ ὅτι θά ἔπρεπε νά ὑπάρχῃ ἕνα μεγαλύτερο διάστημα προσαρμογῆς στό νέο εἶδος ἐξέτασης, ἄν καί οἱ ὅροι διεξαγωγῆς τῶν ἐξετάσεων δέν ἀλλάζουν θεαματικά. Ἐκεῖνο πού ὑπάρχει, καί πού δέν εἶναι ἀναγκαστικά ἀρνητικό, εἶναι ἡ πληθώρα θεμάτων (9.500 ἄν δέν ἀπατῶμαι), πρᾶγμα πού θά μποροῦσε ἐνδεχομένως νά ὁδηγήσῃ σέ ὑπονόμευση τῆς παπαγαλικῆς πρακτικῆς πού ἡ περιορισμένη «ὕλη» ἀναπαράγει. Δέν εἶχα βέβαια τήν εὐκαιρία καί τήν δυνατότητα νά πάρω μιά γεύση ἑνός ἀντιπροσωπευτικοῦ δείγματος θεμάτων, ὁπότε δέν μπορῶ νά ἐκφέρω γνώμη γιά τήν ποιότητά τους. Ἐδῶ εἴμαστε, πάντως, γιά νά δοῦμε ἄν ὄντως «Η τράπεζα θεμάτων στοχεύει στην απομαζικοποίηση της ελληνικής λυκειακής εκπαίδευσης».
    Χαίρω πού συμφωνοῦμε ὅτι ὁ προσανατολισμός στήν τεχνική / ἐπαγγελματική ἐκπαίδευση δέν ἀποτελεῖ ἀφ᾿ ἑαυτοῦ ταξική ἐπιλογή. Ἄλλο τό ὅτι ἡ τεχνική / ἐπαγγελματική ἐκπαίδευση πρέπει νά ἐμπλουτισθῇ περισσότερο μέ ἀνθρωπιστικά μαθήματα (γλῶσσα, ἱστορία κ.λπ.) καί ἐπίσης –καί κυρίως- νά ἀναδειχθῇ σέ φυτώριο τεχνολογικῆς ἀνάπτυξης, ἀνταποκρινόμενης στίς ἀνάγκες τῆς χώρας καί τῆς κοινωνίας.
    Ἐδῶ εἶναι τό κομβικό σημεῖο πού ἅπτεται καί μιᾶς τῷ ὄντι ταξικῆς ἀνάλυσης, καί πού οἱ «προοδευτικοί» συνδικαλιστές μονίμως ἀποφεύγουν νά τό ἀγγίξουν. Ἔχουν ξεχάσει ὅλοι αὐτοί ὅτι ἡ «αὐθεντική» ταξική ἀνάλυση συνδυαζόταν μέ τήν ἰδέα τῆς «ἀνάπτυξης τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων», κάτι πού ἀπουσιάζει παντελῶς ἀπό τήν στενή συνδικαλιστική λογική. Μιά ματιά στό τοπίο τῆς ἑλληνικῆς τεχνικῆς / ἐπαγγελματικῆς ἐκπαίδευσης δείχνει ὅτι, παρά τίς κάποιες ἐξαιρέσεις, σέ γενικές γραμμές τό κριτήριο τῶν ἑκάστοτε ἐπενεχθεισῶν διευθετήσεων δέν ἦταν οἱ ἀνάγκες καί τά συμφέροντα τοῦ συνόλου τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀλλά τά στενά συμφέροντα ὁμάδων πίεσης πού ἐπεδίωκαν –καί συνήθως πετύχαιναν- τόν περιπόθητο διορισμό στό δημόσιο. Δέν κλήθηκαν δηλαδή τά ἄτομα νά ὑπηρετήσουν τά συμφέροντα τῆς κοινωνίας ἀλλά ἡ κοινωνία νά ὑπηρετήσῃ τά συμφέροντα τῶν ἀτόμων, τά ὁποῖα, ὀργανωμένα σέ συντεχνίες πού κάνουν χρήση ἑνός ὑποκριτικά φιλολαϊκοῦ λόγου, τά καταφέρνουν νά παρουσιάζουν τά στενά συντεχνιακά, ἀκόμα καί προσωπικά, συμφέροντά τους ὡς συμφέροντα ὅλης τῆς κοινωνίας.
    Γι᾿ αὐτό παράγουμε περισσότερους κομμωτές, γυμναστές ἤ ὀδοντοτεχνίτες ἀπ’ ὅσους μποροῦμε νά καταναλώσουμε• κάπως ἔτσι ἡ ἀνάπτυξη τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων μεταλλάχθηκε σέ ἀνάπτυξη τῶν παρασιτικῶν δυνάμεων, οἱ ὁποῖες δέν εἶναι ἁπλῶς «μή παραγωγικές», ἀλλά εὐθέως ἀντιπαραγωγικές.
    Σέ μιά σχετικά πρόσφατη ὁμιλία του ὁ Β. Πισίας ἐπεσήμανε καί τά ἀκόλουθα, ἀπολύτως καίρια καί σωστά, κατά τήν ἄποψή μου: «Ἐκεῖνο πού εἶναι σίγουρο εἶναι ὅτι ἡ παραγωγική ἀνασυγκρότηση τῆς χώρας εἶναι ἡ βάση γιά τήν ὕπαρξη αὐτῆς τῆς χώρας, καί χωρίς τήν ὕπαρξη αὐτῆς τῆς χώρας δέν ἔχεις ἔθνος, δέν ἔχεις πατρίδα, δέν ἔχεις τίποτα, ἔχεις ἕναν κόσμο διαλυμένο, ἕναν κόσμο ὁ ὁποῖος θά σηκώνεται καί θά φεύγῃ νά πάῃ νά βρῇ δουλειά ἀλλοῦ, ἔχεις ἕναν κόσμο ἡττημένο. Ἐάν σ᾿ αὐτό δέν κάτσουμε κάτω νά τά βάλουμε δυό τό λάδι, τρεῖς τό ξίδι, ἐάν δέν διευκρινίσουμε ποιοί εἶναι οἱ τομεῖς τῆς παραγωγῆς […] δέν ξέρω μέσα σέ ποιό διεθνῆ καταμερισμό ἐργασίας, δέν ξέρω μέσα σέ ποιούς διεθνεῖς οἰκονομικούς συσχετισμούς, δέν ξέρω μέ ποιές δυνατότητες, δέν ξέρω σέ ποιά βάση πρωταρχικῆς συσσώρευσης θά γίνουν ὅλ᾿ αὐτά… […] Ἐάν δέν ἀπαντήσουμε σ᾿ αὐτά, θά ὑπάρξῃ γιά πολύ καιρό ἀκόμα μιά πολιτική ἀντιπαράθεση σάν κι αὐτή πού τή ζοῦμε ὅλ᾿ αὐτό τόν καιρό, μιά ἀντιπαράθεση λόγων, ἡ ὁποία ὅμως δέν θά δημιουργῇ κοινωνία.
    Ἐάν δέν ξαναδῇ βιομηχανία αὐτή ἡ χώρα, ἐάν αὐτή ἡ χώρα δέν διακρίνῃ ποιοί τομεῖς τῆς παραγωγῆς τῆς ταιριάζουν […] ἐάν δέν δώσουμε δουλειά στίς νέες γενιές οἱ ὁποῖες θέλουν νά δουλέψουν […] ἐάν δέν τά καταφέρουμε αὐτά, ἔχω τήν ἐντύπωση ὅτι θά μείνουμε ἔξω ἀπό τήν κίνηση τῶν πραγμάτων, θά μείνουμε ἐξω ἀπ᾿ τή ζωή.»
    Τό καίριο ζήτημα, ἑπομένως, πού θά ᾿πρεπε νά μᾶς ἀπασχολῇ σήμερα, δέν εἶναι, ὅπως διατείνεται ὁ μικρόνους συνδικαλισμός, ἀποκλειστικά καί μόνο ἡ ἀναδιανομή τοῦ ὑπάρχοντος πλούτου, οὔτε ἡ ἀνακύκλωση παλαιῶν, ἐλάχιστα παραγωγικῶν, πρακτικῶν ἀλλά ἡ παραγωγή νέου πλούτου, ἑπομένως (καί) ἡ δημιουργία τῶν ἐκπαιδευτικῶν της προϋποθέσεων.
    Σ’ ἕναν κόσμο ὅπου ἀποδεικνύεται καθημερινά ὅτι ἡ πετρελαιάδικη λογική ἔχει εὐδιάκριτη ἡμερομηνία λήξης, ἕνας εὐλογημένος τόπος σάν τόν δικό μας θά ᾿πρεπε ἤδη νά ἔχῃ προσανατολίσει τήν ἐκπαίδευσή του πρός εὐφάνταστες οἰκολογικές (καί μέ τήν πολιτισμική / ἀνθρωπιστική ἔννοια τοῦ ὅρου) κατευθύνσεις.

  4. Προσωπικά αγαπητοί δε νομίζω να υπάρχει κάποιος σχεδιασμός, ακόμα και αρνητικός ή δόλιος όπως υποδεικνύει ο κ. Ρακκάς, όταν οι υπουργοί παιδείας αλλάζουν συνέχεια ο καθείς με το δικό του «στίγμα» και «πολιτική» και πάει λέγοντας….. Όχι ότι δεν υπάρχουν συμφέροντα και κλίκες που καθεμία διαγκωνίζεται με τις άλλες για να προωθήσει κάποια θέματα που τη συμφέρουν ή να αποτρέψει δυσμενείς εξελίξεις γι’αυτή. Π.χ. δεν είναι πλήρης η εικόνα αν παρουσιάζεται ο καθηγητής του δημοσίου σχολείου ως αντίπαλο δέος στην παραπαιδεία: οι περισσότεροι, η συντριπτική πλειονότητα δηλ., δουλεύουν στην παραπαιδεία και αντλούν ίδια ή και μεγαλύτερη αμοιβή από αυτήν είτε στα ιδιαίτερα είτε σε φροντιστήρια κλπ. Ούτε και το επιχείρημα ότι δεν τους φθάνει ο μισθός του δημοσίου καθηγητή ευσταθεί διότι δήθεν είναι φιλοδώρημα και επιμίσθιο. Αν ήταν έτσι, δηλ. η απασχόληση τους στο δημ. σχολείο ήταν δυσανάλογη με το μισθό που λαμβάνουν θα είχαν όλοι παραιτηθεί και θα δούλευαν στα «χρυσωρυχεία» της παραπαιδείας. Όμως μία απλή σύγκριση ανάμεσα στους δημόσιους καθηγητές και αυτούς που δεν είχαν την τύχη να διορισθούν στο δημόσιο κι αναγκάζονται να ζουν από την παραπαιδεία αρκεί για να δείξει ότι κι οι μισθοί στο δημόσιο μια χαρά είναι και μόχλευση δίνει η θέση τους για να εξασφαλίζουν τα «φιλέτα» στην παραπαιδεία.
    Περί μπάχαλου πρόκειται δηλ., χωρίς σχεδιασμό και πυξίδα, όπως οτιδήποτε στο οποίο έχει ανακατευθεί το ελλαδικό κράτος και το δημόσιο εν γένει. Και οι γονείς πληρώνουν πολύ περισσότερο τη «δωρεάν» παιδεία μέσω φόρων και φροντιστηρίων, και το κράτος μεροληπτεί εις βάρος κι αδικεί τους καθηγητές που δεν είχαν την τύχη ή τις διασυνδέσεις να διορισθούν και το επίπεδο της παιδείας ή ακόμα και της τεχνικής εκπαίδευσης είναι άθλιο. Και δυστυχώς μπάχαλο θα παραμείνει αν δε γίνει χειρότερο διότι οι έχοντες την εξουσία να το αλλάξουν από τα υψηλόβαθμα στελέχη του υπουργείου μέχρι τον τελευταίο δημόσιο καθηγητή στα σχολεία έχουν πολλά προνόμια να χάσουν και τίποτα να κερδίσουν από οποιαδήποτε απόπειρα αναβάθμσης και πραγματικής αλλαγής.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*