Κινηματογράφος, Λησμονησμένες Ιστορίες, Ρήξη φ. 105

Τώρα Γκοντάρ / Maintenant Godard

Τώρα-Γκοντάρ-640x400

Του Κωνσταντίνου Μπλάθρα από τη Ρήξη φ. 105

Η αμφιθυμία του καλοκαιριού, που όλο έρχεται και δεν φτάνει, παρατείνοντας μια σκονισμένη άνοιξη, μας φέρνει ένα πολύ ενδιαφέρον αφιέρωμα σε ένα από τα τρομερά παιδιά του γαλικού κινηματογράφου, τον αειθαλή Ζαν Λυκ Γκοντάρ, «στον πιο μοντέρνο σκηνοθέτη που πέρασε ποτέ πίσω από την κάμερα», όπως ρητά με ενθουσιασμό αναγγέλλεται.

Αν και ο ενθουσιασμός αυτός στον αφορισμό-μότο του αφιερώματος, οφείλεται πιθανόν περισσότερο στην πολιτικοποίηση παρά στον μοντερνισμό. Γιατί πράγματι ο Γκοντάρ είναι ο κατ’ εξοχήν πολιτικοποιημένος σκηνοθέτης, του Αϊζεντάιν συμπεριλαμβανομένου, αφού η ιδεολογικοπολιτική του ταυτότητα δεν εκφράστηκε μόνο στη μορφή και στα θέματα των ταινιών του αλλά και με τον ακτιβισμό, ιδιαίτερα στο χώρο της έβδομης τέχνης. Έχει μείνει στην ιστορία η «απεργία» που επιβλήθηκε στις Κάννες, μετά την παρέμβαση του Φρανσουά Τρυφφώ, με ψυχή τον Γκοντάρ, στις 18 Μαΐου του 1968, στον ορυμαγδό των γεγονότων του γαλικού Μάη. Καθώς ο Τρυφφώ έφυγε νωρίς, ο Γκοντάρ ο ίδιος –μαζί και οι ταινίες του αποτελούν ζωντανό μνημείο της εποχής των ανατροπών που έφερε ο θνήσκων 20ός αιώνας, μετά το μακελειό δύο Παγκοσμίων πολέμων. Την ίδια στιγμή υπήρξε τω όντι ανατροπέας της γλώσσας του σινεμά, ένας μοντερνιστής-εκλαϊκευτής, που οι εφευρέσεις του στην κινούμενη και ομιλούσα εικόνα είναι σήμερα κοινός τόπος στην οπτικοακουστική βιομηχανία.
«Maintenant Godard», λοιπόν! Τώρα Γκοντάρ! Από τις 5 έως τις 18 Ιουνίου, η Ταινιοθήκη της Ελλάδος, σε συνεργασία με το Γαλλικό Ινστιτούτο και την Πρεσβεία της Ελβετίας, θα προβάλλει 52 ταινίες του, ανάμεσά τους ο Αποχαιρετισμός στη γλώσσα, ταινία που μόλις έκανε παγκόσμια πρεμιέρα την στις Κάννες, αποσπώντας (εξ’ ημισείας) το Βραβείο της Επιτροπής. Θα προβληθούν, σύμφωνα με το πρόγραμμα, 32 μεγάλου μήκους, 5 μεσαίου μήκους, 13 μικρού μήκους, μαζί με τα 266 λεπτά του Histoire(s) du cinéma, του ντοκυμανταίρ φόρο τιμής του Γκοντάρ στα εκατό χρόνια κινηματογράφου –το 1995. Το τελευταίο μάλιστα, που ο Γκοντάρ το ολοκλήρωσε σε μια δεκαετία (1988-1998), και που ο τίτλος του σημαίνει συνάμα «ιστορίες του σινεμά» και «Ιστορία του σινεμά», επιχειρεί να συναφηγηθεί την ιστορία του κινηματογράφου μαζί με την ιστορία του 20ού αιώνα, χρησιμοποιώντας για πρώτη φορά τεχνικές του βίντεο. Μπορεί μάλιστα να θεωρηθεί η κριτική επιτομή του ίδιου του σκηνοθέτη πάνω στην Ιστορία και τον κινηματογράφο. Γιατί ο Γκοντάρ δεν είναι μόνο ένας από τους ευρηματικότερους ως προς τη γλώσσα του σινεμά σκηνοθέτες. Ο Γκοντάρ είναι, ίσως κυρίως και πάνω απ’ όλα, κριτικός.
Οι ταινίες που θα προβληθούν στο αφιέρωμα της Ταινιοθήκης καλύπτουν όλο το φάσμα της φιλμογραφίας του, ανάμεσά τους και συλλογικές ταινίες στις οποίες ο Γκοντάρ συμμετέχει με κάποιο επεισόδιο. Τις ταινίες προλογίζουν ενίοτε σκηνοθέτες, κριτικοί κινηματογράφου, διευθυντές φωτογραφίας, συγγραφείς, δημοσιογράφοι, αρχιτέκτονες, ακαδημαϊκοί κ.ά. Το αφιέρωμα περιλαμβάνει επίσης συζητήσεις στρογγυλής τραπέζης με θέμα «Ο Γκοντάρ ως ιστορικός του κινηματογράφου» και «Γκοντάρ: 2 ή 3 πράγματα που έμαθα απ’ αυτόν», με τη συμμετοχή του Ελβετού Fabrice Aragno, στενού συνεργάτη του Γκοντάρ την τελευταία δεκαετία. Όπως σημειώνει η καθηγήτρια και επικεφαλής της Ταινιοθήκης Μαρία Κομνηνού, δίνοντας το στίγμα των προθέσεων των διοργανωτών, «Καθώς στον 21ο αιώνα έχουμε πια μια ολοκληρωμένη εικόνα του κινηματογραφικού έργου, αλλά και της θεωρητικής παρέμβασης του Ζαν Λυκ Γκοντάρ πάνω στην Ιστορία του κινηματογράφου, (…) μια αναδρομή στο έργο του είναι επιβεβλημένη». Αναμφίβολα.
Η φιλμογραφία του σκηνοθέτη ξεκινά με το μικρού μήκους ντοκυμανταίρ Επιχείρηση μπετόν (1955), όπου ο Γκοντάρ κινηματογραφεί στιγμές από την κατασκευή του φράγματος Γκραντ Ντισάνς, στην Ελβετία, κατά τη διάρκεια της οποίας εργαζόταν εκεί ο ίδιος, σε ηλικία 22 ετών. Ο ογδοντάχρονος σήμερα σκηνοθέτης που γεννήθηκε και ζει στην Ελβετία, είναι παιδί του κινήματος των ciné-clubs, που ξεκίνησε στο Παρίσι στο τέλος του πολέμου, εμψυχωτής και ψυχή των οποίων υπήρξε ο Αντρέ Μπαζέν. Η καθημερινή φανατική θέαση ταινιών υπήρξε για τον Γκοντάρ και τη γενιά του η μεγάλη σχολή κινηματογράφου στην οποία σπούδασαν. Όπως το περιγράφει ο ίδιος, «Στη δεκαετία του 1950 το σινεμά ήταν τόσο σημαντικό όσο και το ψωμί. (…) Βλέπαμε τον κινηματογράφο να διεκδικεί για τον εαυτό του ένα ρόλο οργάνου γνώσης, ενός μικροσκόπιου, ενός τηλεσκόπιου. (…) Στην Ταινιοθήκη ανακάλυψα έναν κόσμο για το οποίο κανείς δεν μου είχε μιλήσει. Μας μιλούσαν για τον Γκαίτε αλλ’ όχι για τον Ντράγιερ. Παρακολουθούσαμε βουβές ταινίες στην εποχή του ομιλούντος. Ήμασταν σαν χριστιανοί στις κατακόμβες.»
Ο Γκοντάρ, όπως και οι σημαντικότεροι Γάλλοι σκηνοθέτες της γενιάς του, ξεκίνησε γράφοντας για ταινίες, πριν σκηνοθετήσει ταινίες. Με τον Ερίκ Ρομέρ και τον Ζακ Ριβέτ ίδρυσαν το 1950 το βραχύβιο περιοδικό «Gazette du cinéma», κι όταν την επόμενη χρονιά, με ψυχή τον Μπαζέν, κυκλοφόρησαν τα «Cahiers du cinéma», το πρώτο παγκόσμιο και μακροβιότερο περιοδικό κριτικής, ο Γκοντάρ ήταν ανάμεσα στους συνεργάτες από το πρώτο κιόλας τεύχος. Έτσι, όταν το 1960 σκηνοθετεί την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, Με κομμένη την ανάσα, ταινία που έκοψε πράγματι την ανάσα, ανατρέποντας πολλά από τα στοιχεία της γραμματικής του κλασικού κινηματογράφου, οι αναφορές του είναι εξίσου κοινωνικές-πολιτικές, όσο και κινηματογραφοφιλικές. Αναφορές στον ίδιο τον κινηματογράφο δηλαδή. Μαοϊκός και ακτιβιστής, όπως είπαμε, θα εμπλακεί με τις εικόνες του στον πόλεμο της Αλγερίας, με τον Μικρό στρατιώτη (1963) και μέχρι το μιμούμενο το είδος της επιστημονικής φαντασίας Άλφαβιλ (1965), τον Τρελλό Πιερό (1965), το 2 ή 3 πράγματα που ξέρω γι’ αυτήν (1966) και την Κινέζα (1967), που άνοιξε το αφιέρωμα στην Αθήνα, και που θα φέρει στην οθόνη το κλίμα που γέννησε τον Γαλλικό Μάη. Η επανάσταση από μόνη της δεν αρκεί, χρειάζονται κι οι ιστορίες του κινηματογράφου, χρειάζεται και η φαντασία. Η ανατροπή δεν έρχεται μόνο στις παραγωγικές σχέσεις αλλά και στις σεξουαλικές. Ο ίδιος ο παραδοσιακός τρόπος της ζωής ανατρέπεται από τον εκλαϊκευμένο μοντερνισμό. Η νεωτερικότητα δεν είναι πια ο κρυφός κώδικας ενός στενού κύκλου εγκυκλοπαιδιστών, γίνεται καθημερινότητα για τα εκατομμύρια των νεήλυδων (μικρο)αστών στις μεταπολεμικές μεγαλουπόλεις και όχι μόνο. Η κινούμενη και ομιλούσα εικόνα στον κινηματογράφο (λίγο μετά στην τηλεόραση και υστερότερα στο ίντερνετ) είναι η νέα δύναμη ανατροπής. Γιατί πράγματι, ο κινηματογράφος για πολλές γενιές του εικοστού αιώνα ήταν ένα νέο ευαγγέλιο. Κι ο Γκοντάρ, στη νεώτερη γενιά των κινηματογραφιστών, υπήρξε ένας από τους μεγαλοφωνώτατους προφήτες του.
Ο χώρος εδώ δεν είναι ο κατάλληλος για να αποτιμήσουμε ένα έργο που εκτείνεται από το 1995 έως και σήμερα. Ούτε καν για να το παρουσιάσουμε. Το αφιέρωμα της Ταινιοθήκης είναι μια μοναδική ευκαιρία για το σημερινό κοινό του κινηματογράφου να γευτεί την ένταση αυτής της ανατροπής. Ιδιαίτερα για όσους νεώτερους φιλοδοξούν να εμπλακούν στις εικόνες του. Ενδεχομένως εδώ να αποδειχθεί γόνιμη η συνεργασία της Σχολής Σταυράκου στο αφιέρωμα, με την συμμετοχή της μικρού μήκους ταινίας των τριτοετών σπουδαστών της, του Shoot it like Godard: «8 πράγματα που ξέρω γι’ αυτήν» (2014), που είναι εμπνευσμένη από το έργο του Ζαν Λικ Γκοντάρ. Το ελπιδοφόρο θα είναι αυτή η συμμετοχή να φέρει στη «Λαΐδα» ένα μέρος του νεαρότερου κοινού του κινηματογράφου, που προς στιγμήν φοιτούν στα πολυσινεμά ή στην κατά μόνας θέαση του ίντερνετ. Έτσι ο Γκοντάρ μπορεί να προοιωνίζεται μια ακόμα ανατροπή, στον ίδιο τον τρόπο που βλέπουμε, στον 21ο αιώνα πλέον, σινεμά.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*