Κινήματα, Ρήξη φ. 105

Ρυθμιστικό Σχέδιο Θεσσαλονίκης

854_DSC3004

Μνημόνιο καταστροφικής ανάπτυξης που θα μετατρέψει την Κεντρική Μακεδονία σε χώρο δράσης ξένων συμφερόντων

 Της νεανικής δημοτικής κίνησης Μένουμε Θεσσαλονίκη από τη Ρήξη φ. 105

Οι προβλέψεις και οι μέριμνες του νέου ΡΣΘ (Ρυθμιστικό Σχέδιο Θεσσαλονίκης), το οποίο έχει ήδη τεθεί προς συζήτηση στην ειδική επιτροπή της Βουλής, είναι ανατριχιαστικές: Επέκταση της πόλης προς τα δυτικά και τα ανατολικά, ουσιαστική κάλυψη όλου του κενού χώρου που παρεμβάλλεται μεταξύ Θεσσαλονίκης-Κιλκίς-Γιαννιτσών-Μουδανιών.
Όλη η περιοχή πέριξ του Αεροδρομίου Μακεδονίας προορίζεται για αξιοποίηση –κυρίως εμπορικά κέντρα μεγάλα ιατρικά κέντρα, και μια κυψέλη ιδιωτικών πανεπιστημίων  και δημόσιων σχολών, καθώς και μεγάλων επιχειρήσεων υψηλής τεχνολογίας. Αντίθετα, η Σίνδος και ολάκερο το δυτικό κομμάτι θα αναπτύξει δραστηριότητες που έχουν να κάνουν με τις διεθνείς μεταφορές (σε σιδηροδρομική σύνδεση με τον λιμένα της πόλης) και μια ελαφριά μεταποίηση, που θα αφορά σε μεγάλο βαθμό τα αγροτικά προϊόντα που παράγονται στην πεδιάδα του Λαγκαδά, στη Βέροια, το Κιλκίς κ.ο.κ. Το δε κέντρο παραδίδεται στο τουριστικό κεφάλαιο, όπως και οι παραλίες από τη Θεσσαλονίκη μέχρι τη Χαλκιδική: Εστίαση, Διασκέδαση, ξενοδοχεία και, βέβαια, η βαριά εξόρυξη χρυσού στα βορειοανατολικά. Σε αυτό το πλαίσιο, όλη η αστική και περιαστική φύση βαφτίζεται «πάρκα» (και έτσι θα επιτρέπεται εντός τους η κατασκευή οικισμών, η ήπια τουριστική αξιοποίηση, η εγκαθίδρυση λατομείων κ.ο.κ.). Και, βέβαια, υπάρχει και το φάντασμα της «ενεργειακής αξιοποίησης» δηλαδή η εγκαθίδρυση βιομηχανικών πάρκων ΑΠΕ, η καύση των απορριμμάτων κ.ο.κ.
Όλα τούτα, βέβαια, είναι γνωστά εδώ και χρόνια. Το πλάνο κολλούσε στη χαμηλή εκδήλωση ενδιαφέροντος από τους ξένους και τους ντόπιους επενδυτές, καθώς εκτιμούσαν ότι η ελληνική αγορά, ακόμα και στις στιγμές της υψηλότερής της ακμής, δεν μπορούσε να υποστηρίξει τόσο θεαματική επέκταση προσφοράς αγαθών, υπηρεσιών, γης, ενώ την ίδια στιγμή υπήρχαν και οι γνωστές δυσκολίες που αφορούσαν την ελληνική νομοθεσία, τους περιβαλλοντικούς και εργατικούς περιορισμούς κ.ο.κ.
Σήμερα, όμως, εγκαινιάζεται μια νέα προσπάθεια, ενισχυμένη από την τάση για «ανάπτυξη-ολετήρα» της Νέας Ελλάδας που οραματίζεται η Γερμανική Ευρώπη, η Τρόικα και οι… Βενιζέλος και Σαμαράς: Το όραμα για τη Θεσσαλονίκη ως «μεγάπολη» τροφοδοτείται κυρίως από τις μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις, που γυρεύουν να αρπάξουν φιλέτα της πόλης και της ευρύτερης περιοχής, αλλά και από τον δυναμισμό των μεγάλων περιφερειακών γεωπολιτικών παικτών (Γερμανία, Τουρκία). Οι πολίτες της Θεσσαλονίκης έχουν εξοικειωθεί με ορισμένους από τους εκφραστές αυτής της νέας τάσης: Σουέζ και Μερκορότ (για την ΕΥΑΘ), Κόσκοκαι Χάτσινσον (λιμάνι), Τουρκικές Αερογραμμές (που αξιώνουν να μετατρέψουν τον αερολιμένα σε υπο-κόμβο της Κωνσταντινούπολης), οι τουριστικές επενδύσεις της TUGIAD (Ένωση Νέων Επιχειρηματιών της Τουρκίας) που θέλουν να αγοράσουν ιστορικά κτήρια εντός της πόλης, και να τα μεταβάλουν σε εμπορικά κέντρα προώθησης των τουρκικών προϊόντων, και, βέβαια, η μεταβολή του λιμανιού σε διαμετακομιστικό κόμβο και πύλη των τουρκικών προϊόντων προς την Ευρώπη.
Υπό αυτό το νέο πρίσμα, τα ζητήματα που τίθενται από το Ρυθμιστικό Σχέδιο Θεσ/νίκης είναι πολλά και όλα τους εξίσου καίρια.
– Κατ’ αρχάς, το σχέδιο υπηρετεί μια «μεγανάπτυξη», η οποία μεσοπρόθεσμα αποτρέπει την οργανική και φυσιολογική ανάπτυξη της πόλης: Οι διαμετακομιστικές δραστηριότητες ενταφιάζουν την προοπτική μιας αυτοδύναμης παραγωγικής ανασυγκρότησης, ενώ την ίδια στιγμή οι μεγαεπενδύσεις στον τουρισμό, τη λιανική, την ψυχαγωγία και τις καταναλωτικές υπηρεσίες απειλεί με περιθωριοποίηση-εξαφάνιση τη συντριπτική μάζα των μικροϊδιοκτητών. Όσο για τους μισθωτούς, τους περιμένουν τα νέα εργασιακά ήθη της βαριάς τουριστικής βιομηχανίας (πενιχροί μισθοί, ελαστικό ωράριο, κυριαρχία της ανειδίκευτης εργασίας). Ακόμα και οι ανατολικοί κόμβοι των νέων Μέσων Μαζικής Μεταφοράς, έχουν σχεδιαστεί ώστε να καταλήγουν στα μεγάλα ιατρικά και εμπορικά κέντρα, τα καζίνο και τα ξενοδοχεία περίξ του Αεροδρομίου Μακεδονία.
– Δεύτερον, η πόλη που περιγράφει το σχέδιο είναι ασύμβατη ακόμα και με την υπάρχουσα αντιδημοκρατική δομή της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ποιοι δήμοι θα μπορούν να ελέγξουν και να παρέμβουν ουσιαστικά σε μια πραγματικότητα που αναδεικνύει οικονομικές, και κοινωνικές συνέργειες σε μια εκτεταμένη περιοχή μεταξύ Κατερίνης-Βέροιας-Κιλκίς-Γιαννιτσών-Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής; Γίνεται σαφές, ότι αυτό το μοντέλο της μεγα-πόλεως αναδεικνύει την περιφέρεια και τον περιφερειάρχη σε ρόλους συγκεντρωτικής εξουσίας –εικόνα και ομοίωση ενός μικρού κράτους. Υπό αυτές τις συνθήκες γίνεται προφανές ότι η ουσιαστική δημοκρατία, που άλλοτε ενθαρρυνόταν από τις ίδιες τις πραγματικότητες της ελληνικής τοπικής αυτοδιοίκησης, πάει περίπατο.
– Τρίτον και σημαντικότερο, αυτή η «μεγαανάπτυξη» επιβάλλεται σε μια ιδιότυπη συγκυρία για την ελληνική πραγματικότητα. Από τη μία έχουμε συρρίκνωση και εκπτώχευση του ελληνικού λαού, και από την άλλη έχουμε σχέδια για ανάπτυξη στηριγμένη σε εξωτερικούς πόρους. Η χώρα μετατρέπεται σε χώρο. Σε ό,τι αφορά στη Θεσσαλονίκη, και ολόκληρη τη Βόρειο Ελλάδα, η τάση αυτή εκδηλώνεται κύρια μέσω της επιθετικότητας των νεοθωμανικών συμφερόντων.
Ορισμένοι κλάδοι του τουρκικού κεφαλαίου (κατασκευές, τουριστικές επενδύσεις) είναι ιδιαιτέρως επιθετικοί. Στην πρώτη περίπτωση, γιατί η αγορά στο εσωτερικό της Τουρκίας για τις κατασκευαστικές βαίνει προς κορεσμό (κύκλος εργασιών 586 δισ.$ την περίοδο 2002-2012), οπότε τίθεται επιτακτική η ανάγκη της εξωστρέφειας. Στην περίπτωση του τουριστικού κεφαλαίου, γιατί, λόγω της γεωγραφικής φύσης του Αιγαίου (εγγύτητα των δύο πλευρών) και του συνεχούς Μακεδονίας-Ανατολικής Θράκης-Κωνσταντινούπολης, επί της ουσίας επενδύσεις και δραστηριότητες μπορούν να καταστούν ενιαίες και κερδοφόρες για τον ισχυρότερο. Υπό αυτή την έννοια, το Αιγαίο ή η Θράκη δεν «ενώνουν», αλλά αποτελούν δίαυλο υπαγωγής του πιο αδύναμο στον ισχυρό, ενώ βέβαια και οι Έλληνες ολιγάρχες θα κερδίσουν από αυτές τις συνεργασίες.
Η οικονομική διείσδυση, όμως, δεν έρχεται μόνη της –όπως πολύ έξυπνα προσπαθούν να μας πείσουν οι συναντήσεις μεταξύ των ελληνοτουρκικών επιμελητηρίων. Συνδυάζονται με μεθοδεύσεις για διεύρυνση της τουρκικής πολιτικής ισχύος εντός του ελληνικού εδάφους. Στη Θράκη, για παράδειγμα, η συνέργεια Προξενείου, του εξαρτώμενου από αυτό πολιτικού προσωπικού της μειονότητας, και της Φινανσμπανκ είναι προφανής και εκδηλώθηκε σε όλη της την έκταση στις ευρωεκλογές. Στη Θεσσαλονίκη, το προξενείο αξιώνει τον έλεγχο στο προς ίδρυση τμήμα ισλαμικών σπουδών της Θεολογικής του ΑΠΘ, ενώ καπελώνει και τη συζήτηση περί του τζαμιού στη Θεσσαλονίκη. Την ίδια στιγμή καναλιζάρει τις ροές του «ιστορικού τουρισμού» που προέρχονται από τη γειτονική χώρα και συντονίζει το τουρκικό τουριστικό κεφάλαιο ώστε να τις χρησιμοποιήσει ως δίαυλο επενδύσεων στο εσωτερικό της πόλης. Κι όλα αυτά, παρά τις αλλεπάλληλες διαβεβαιώσεις του Γιάννη Μπουτάρη ότι η ελληνοτουρκική οικονομική συνεργασία δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από αγνές και άδολες μπίζνες.
Συμπερασματικά, το νέο ρυθμιστικό Σχέδιο Θεσσαλονίκης θέτει το εξής ζήτημα: Ποια ανάπτυξη, τι είδους ανάπτυξη και, εν τέλει, ανάπτυξη για ποιους και γιατί. Κι όλα αυτά, ενώ ήδη το ζήτημα της ανάπτυξης στη συμπρωτεύουσα είναι λεπτό και ιδιαίτερα πολύπλοκο. Διότι, από τη μια η ολική αναβάθμιση της Θεσσαλονίκης αποτελεί αποφασιστική εξέλιξη για να γλυτώσουμε από τον παρασιτικό αθηνοκεντρισμό και τις τεράστιες περιφερειακές ανισότητες που κατατρώγουν τη χώρα. Από την άλλη είναι εξίσου κρίσιμη, γιατί μια ακμάζουσα Βόρεια Ελλάδα με κέντρο τη Θεσσαλονίκη παίζει ανασταλτικό ρόλο στα ευρύτερα σχέδια καντονοποίησης και κατακερματισμού των Βαλκανίων που προωθεί ο άξονας Ουάσιγκτον-Βερολίνου-Άγκυρας. Ωστόσο, το Ρυθμιστικό Σχέδιο Θεσσαλονίκης περιγράφει το «αντιδραστικό» και όχι το «ενάρετο» σενάριο της δήθεν αναβάθμισης. Τη Θεσσαλονίκη των ολιγαρχών και των νεόπτωχων, μια πόλη με μηδενική δημοκρατία, όπου θα ασκούνται ξένοι διπλωμάτες των σύγχρονων αυτοκρατορικών πόλων του 21ου αιώνα.

Ένα Σχόλιο

  1. Δημήτριος Δάβαρης

    Ανατριχιαστικό.
    Το επιχείρημα »η μετατροπή της χώρας σε χώρο» είναι γνωστής προέλευση,άνθρωπο που τον αγαπάω και καταγίνομαι με το έργο του.Νομίζω πως δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση,μετά απο αυτό.
    Η μακιαβελική ελληνική πολιτική σκηνή κινούμενη πέρα από το καλό και το κακό,την αλήθεια και το ψέμα,το σωστό και το λάθος,όχι μόνο πέτυχε έτσι να εξαπατήσει τον κόσμο αλλά και να περατώσει το μακράς πνοής έργο του σημιτισμού στην Ελλάδα,εκπονημένο περίπου από το 1992.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*