Άρδην τ. 95, Διεθνή, Παγκοσμιοποίηση

Κίνα: Μετά το κόμμα, μια συνέντευξη με τον Βανγκ Χούι*

Από το Άρδην τ. 95

Modern China

* Ο θεωρητικός της αναδυόμενης κινέζικης «νέας αριστεράς» μιλάει στο OpenDemocracy σχετικά με τα διδάγματα των εργατικών κινητοποιήσεων, την πολιτιστική επανάσταση ως ταμπού, και την πολιτική μετά το κόμμα. Ως αριστερός και συγγραφέας που ζει στο Πεκίνο κατά τους τελευταίους τέσσερις μήνες, έχω εντυπωσιαστεί από τους τρόπους με τους οποίους το κεφάλαιο καταδιώκεται από τα μαοϊκά του φαντάσματα. Από τα διακοσμημένα με θέματα της πολιτιστικής επανάστασης εστιατόρια, μέχρι τις βραδιές επαναστατικής όπερας, η ανάμνηση της Επανάστασης έχει αλλοτριωθεί σε μια άκρως εμπορευματοποιημένη ποπ κουλτούρα, και μια απολίτικη νοσταλγία.
Και κάθε πρωί που ποδηλατώ προς το πανεπιστήμιο του Πεκίνου, το οποίο σφύζει από φοιτητές, περνώ από το «τρίγωνο» της πανεπιστημιούπολης, που κατακλύζονταν από διαδηλωτές κατά το κίνημα του 1989. Καθώς εκείνη η γενιά, ηγήθηκε της περιόδου των μεταρρυθμίσεων, αναρωτιέμαι ποια κληρονομιά αφήνει πίσω της.
Ο Βανγκ, ήταν εκεί το 1989. Γράφοντας με πίκρα, χρόνια μετά, θυμάται: «Καθώς εγκατέλειπα την πλατεία Τιεν Αν Μεν με την τελευταία ομάδα των συμφοιτητών μου, ένιωθα μόνο αγανάκτηση και απελπισία». Αλλά, αφού καταδικάστηκε σε ένα στρατόπεδο «επανεκπαίδευσης», στην επαρχία Ζανξί, ο Βανγκ πραγματοποίησε κάποιες εντυπωσιακές ανακαλύψεις καθώς άνοιξε τα μάτια του μπροστά στις αδικίες στις οποίες υποβαλλόταν η αγροτική Κίνα: «Ξαφνικά συνειδητοποίησα πόσο μακριά κινούνταν η ζωή μου στο Πεκίνο από τον υπόλοιπο κόσμο». Η φωνή του Βανγκ καθιερώθηκε ως μια από εκείνες των δεκάδων κριτικών στοχαστών που μπόρεσαν να σπάσουν τη συλλογική πολιτιστική αμνησία του έθνους, με τις σαρωτικές καταγγελίες τους ενάντια στο κοινωνικό και οικολογικό κόστος του κινέζικου θαύματος. Αυτή η τάση της αριστερής σκέψης ασκεί μια σφριγηλή αντιπολίτευση στους οπαδούς του φιλελεύθερου διαφωτισμού, που υποστηρίζουν τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις. Μιλώντας στον Βανγκ, που τώρα ειδικεύεται στην κινέζικη ιστορία των ιδεών, στο πανεπιστήμιο Τσίνχουα του Πεκίνου, αρχίζω και αισθάνομαι το πώς η επαναστατική παράδοση είναι στην πραγματικότητα αδιαχώριστη από τη πνευματική ζωή και τις εργατικές διαμάχες που διαμορφώνουν την σύγχρονη Κίνα.

Η Κίνα σε εξέγερση;

Αρνούμενη να αναζητήσει τη διέξοδο στη διχοτόμηση κράτους και αγοράς, η κριτική σκέψη του Βανγκ εδράζεται σε μια βαθιά εκτίμηση της δυνατότητας των εργατικών κινημάτων. Μια αξιοσημείωτη έκφραση αυτής της εκτίμησης είναι ο αγώνας που ο ίδιος πραγματοποίησε εναντίον της παράνομης ιδιωτικοποίησης ενός εργοστασίου υφασμάτων, στην πόλη απ’ όπου κατάγεται, το Γιανγκζού, όπου βοήθησε τους εργάτες να κερδίσουν μια δίκη εναντίον της τοπικής κυβέρνησης.
Η «προσωπική ιστορία» του Βανγκ, μου λέει καθώς συνομιλούμε πίνοντας τσάι στο πανεπιστημιακό του γραφείο, είναι ένας τρόπος για να κατανοήσει κανείς την «μακροσκοπική εικόνα της Κίνας, από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 μέχρι τα πρώτα χρόνια του παρόντος αιώνα, όπου οι ιδιωτικοποιήσεις κρατικών επιχειρήσεων και βιομηχανιών άφησαν πολλούς εργάτες άνεργους, δίχως επαρκείς αποζημιώσεις». Η καπιταλιστική στροφή της Κίνας ξεκίνησε από τα τέλη του 1970, υπό την ηγεσία του Ντενγκ Σιαο Πινγκ, και εισήγαγε μια διαδικασία ιδιωτικοποιήσεων, μέσα από την οποία κρατικοί και κομματικοί αξιωματούχοι απέσπασαν τεράστιες περιουσίες.
Η «θεσμική βάση της διαφθοράς», υποστηρίζει ο Βανγκ, προκύπτει απευθείας από αυτήν την ιδιωτικοποίηση επιχειρήσεων κρατικής ιδιοκτησίας. «Η διαφθορά δεν έχει μόνον ατομική διάσταση», υπενθυμίζει, «αλλά συνδέεται άρρηκτα με τη διαδικασία των ιδιωτικοποιήσεων, κατά την οποία εκείνοι που βρίσκονται στην εξουσία μπορούν να μεταφέρουν χρήματα από την κρατική ιδιοκτησία σε τσέπες ιδιωτών, για να απαλλαγούν από τις ευθύνες του κράτους προς την εργατική τάξη». Αυτές τις μέρες, η διάκριση μεταξύ ιδιωτικής και κρατικής ιδιοκτησίας δεν έχει νόημα στην Κίνα. Και στις δύο περιπτώσεις, κυριαρχεί η γραφειοκρατία, σύμφωνα με μια κοινά επικρατούσα λογική πολιτικής ειρήνευσης και οικονομικής ανάπτυξης αλλά και βάσει των στενών συμφερόντων μιας ιδιοκτήτριας τάξης. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, οι φιλελεύθεροι διατηρούσαν ελπίδες πως οι νέοι επιχειρηματίες της Κίνας θα συστήσουν μια δημοκρατική πρωτοπορία. Ξεχνούσαν, όμως, ότι η νέα επιχειρηματική ελίτ ήταν απολύτως δεμένη με το μονοκομματικό σύστημα και κυρίως με την εκμετάλλευση που ασκεί στις δυνάμεις της εργασίας.
Ο Βανγκ επίμονα επικεντρώνει τις ιδέες του περί κοινωνικής δικαιοσύνης πάνω στην σημασία των κοινωνικών κινημάτων. Μια από τις μεγαλύτερες πνευματικές του συνεισφορές ήταν ότι απέδειξε πως το νεοφιλελεύθερο δυτικό αφήγημα για τις διαδηλώσεις του 1989 στην Τιεν Αν Μεν, το οποίο τις ερμήνευε μόνον ως ένα φοιτητικό κίνημα για τα δημοκρατικά δικαιώματα, απέτυχε να καταγράψει το πώς άλλα τμήματα της κοινωνίας διαμόρφωσαν το κοινωνικό-οικονομικό της πλαίσιο, συγκροτώντας μια εξέγερση εναντίον των ιδιωτικοποιήσεων, που αποτέλεσε και προπομπό των μετέπειτα κινημάτων ενάντια στην νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Η τελευταία φάση του κινήματος της Τιεν Αν Μεν ενισχύθηκε από το ισχυρό σοσιαλιστικό υπόβαθρο της πλατιάς συμμετοχής κομματιών της εργατικής τάξης, που κατέβηκαν προς υποστήριξη των φοιτητών, και είναι αυτή η προοπτική της γενικευμένης εργατικής κινητοποίησης που κατατρόμαξε την κομματική ελίτ, οδηγώντας την στο μακελειό της 4ης Ιουνίου 1989.
Αλλά εάν ο βαθμός της εργατικής συμμετοχής διαπότισε το 1989 με αξιοσημείωτες δυνατότητες, τότε τι συμβαίνει με το ευμετάβλητο κλίμα των εργατικών αγώνων που ξεσπούν ακανόνιστα σήμερα; «Η κινέζικη εργατική τάξη μάχεται», υποστηρίζει ο Έλι Φρήντμαν σ’ ένα πρόσφατο δοκίμιό του στη ριζοσπαστική επιθεώρηση Jacobin, «στο επίκεντρο της παγκόσμιας εργατικής αναταραχής». Αλλά το αντίκρισμα αυτής της αντίστασης κάθε άλλο παρά καθησυχάζει τον Βανγκ Χούι: «Η Κίνα μπορεί να διαθέτει τη μεγαλύτερη εργατική τάξη στον πλανήτη, αλλά όταν μιλάμε για την πολιτική της έκφραση πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Βέβαια, βλέπει κανείς να ξεσπούν κάθε μέρα διαδηλώσεις, αλλά τι συμβαίνει με την ταξική τους συνειδητοποίηση; Κυρίως, βλέπουμε διαμάχες που επικεντρώνονται στην άνοδο των εισοδημάτων, ή συγκεκριμένες κατακτήσεις κοινωνικής πρόνοιας. Πρόκειται για νόμιμους αγώνες που επικεντρώνονται περισσότερο στα ατομικά δικαιώματα παρά στην εργατική τάξη».
«Βέβαια, έχουμε και απεργίες, όπως εκείνη στο εργοστάσιο της Χόντα, μερικά χρόνια πριν», προσθέτει. «Τέτοιες απεργίες επαναφέρουν τη συλλογική πάλη, εναντίον του αφεντικού ή των τοπικών κυβερνήσεων, για την άδικη μεταχείριση των εργατών, ή για τη συγκρότηση ενός ξεχωριστού συνδικάτου – όπως συνέβη στην περίπτωση της απεργίας της Χόντα. Πρόκειται για πιο κλασικές εκδοχές του κινήματος της εργατικής τάξης, στην οργάνωσή του, αλλά υπάρχουν λίγες περιπτώσεις σαν κι αυτή». Η μετατόπιση του βιομηχανικού κεφαλαίου από τις ακτές προς την ενδοχώρα είναι μια νέα εξέλιξη που έχει επηρεάσει τους εργατικούς αγώνες. «Όταν κολοσσοί του παγκοσμίου κεφαλαίου όπως η Foxcon, μετακόμισαν προς τα ενδότερα, ειδικότερα έπειτα από την οικονομική κρίση του 2008, ξαφνικά βρέθηκαν μπροστά σε μια πραγματικότητα έλλειψης εργατικών χεριών. Αυτό εξανάγκασε τα εργοστάσια να βελτιώσουν τους όρους δουλειάς», εξηγεί ο Βανγκ. «Βέβαια, ακόμα», προσθέτει, «απέχουμε πολύ από την πλήρως διαμορφωμένη ταξική συνειδητοποίηση».
Πάνω από τετρακόσια εκατομμύρια εργάτες σε επιχειρήσεις κρατικής ιδιοκτησίας απολύθηκαν κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1990, και υποκαταστάθηκαν από μια νέα εργατική τάξη μεταναστών από την ύπαιθρο. Την ίδια στιγμή, το σύστημα «hukou», ο έλεγχος στους χώρους διαμονής των νοικοκυριών, κρατάει αυτούς τους εργάτες σε μια κατάσταση βίαιου απαρτχάιντ, επισημοποιώντας την άρνηση των δικαιωμάτων τους στην παιδεία και την πρόνοια, κρατώντας χαμηλά τους μισθούς και απαγορεύοντάς τους να ριζώσουν στις πόλεις. Αυτός ο χωροταξικός διαχωρισμός έχει σαν συνέπεια οι αγώνες των μεταναστών να παραμένουν διάσπαρτοι, απομονωμένοι, επιδεικνύοντας κατά συνέπεια χαμηλό επίπεδο ταξικής συνειδητοποίησης.
Η έλλειψη μιας αυξημένης συνειδητοποίησης, σε συνθήκες αριθμητικής διεύρυνσης της εργατικής τάξης, είναι φαινομενικά αντιφατική. Ωστόσο, ενθαρρύνθηκε συστηματικά από τις ιδιωτικοποιήσεις, που υπονόμευσαν την πολιτική της εργατικής τάξης, πετυχαίνοντας ένα θανάσιμο χτύπημα στους εργάτες του κρατικού τομέα. Το ηθικό αυτών που παραμένουν στον κρατικό τομέα είναι χαμηλό, ενώ οι εργάτες που έχουν μεταναστεύσει από την ύπαιθρο έχουν μικρές προσδοκίες για τη δυνατότητα διεύρυνσης των δικαιωμάτων τους. Και η κληρονομιά της Τιεν Αν Μεν έχει διαμορφώσει ένα κατασταλτικό μοντέλο αντιμετώπισης των εργατικών κινητοποιήσεων από την κυβέρνηση. Το 2002, κατά την διάρκεια των κινητοποιήσεων των εργατών εξόρυξης πετρελαίου στο Ντακίνκ, τα τανκς περικύκλωσαν την πόλη. «Κατά τον 20ο αιώνα, η εργατική τάξη αποτελούσε ένα μικρό μέρος του πληθυσμού – μόνον ένα εκατομμύριο, το 1949. Τώρα έχουμε εκατοντάδες εκατομμύρια εργάτες. Κατά τη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης, είδαμε διάφορες μορφές ενεργού ταξικής πολιτικής. Αλλά τώρα, με ακόμα μεγαλύτερη εργατική τάξη, δεν υφίσταται ανάλογη ταξική πολιτική», λέει ο Βανγκ, προσθέτοντας: «αυτό το γεγονός με έκανε να μιλώ για μια κρίση αποπολιτικοποίησης».

image006

Το φάντασμα του Μάο

Το κινέζικο κίνημα, που αποκαλείται «Νέα Αριστερά», είναι εντελώς διαφορετικό από τη Νέα Αριστερά της Δύσης του 1960. Σήμερα, σηματοδοτεί μια αντίθεση που αναδύεται στους κόλπους της κινέζικης αριστεράς, ενάντια στην παγκοσμιοποίηση και τις ιδιωτικοποιήσεις και είναι διακριτή από τους παλαιούς σταλινικούς. Ο όρος προέρχεται από μια συκοφαντική ταμπέλα που στρεφόταν ενάντια σε συγκεκριμένους διανοούμενους, οι οποίοι κατηγορήθηκαν ότι επιθυμούν μια επιστροφή στην Πολιτιστική Επανάσταση.
Αφήνοντας κατά μέρος τις συκοφαντίες, δεν υπάρχει αμφιβολία πως κάποιοι στην κινεζική Νέα Αριστερά πιστεύουν ότι η επαναστατική παράδοση της Κίνας δεν έχει εξαντληθεί. «Μεγάλωσα κατά τη διάρκεια της πολιτιστικής επανάστασης, ως μαθητής στο δημοτικό και το γυμνάσιο. Η γενιά μας ήταν αρκετά εξοικειωμένη με τους εργάτες, τους αγρότες και τη βιομηχανική τεχνολογία. Κάθε εξάμηνο πηγαίναμε στα εργοστάσια και στην ύπαιθρο, για να δουλέψουμε μαζί με τους εργάτες και τους αγρότες. Τότε, οι μαθητές είχαν ευρύτερη κοινωνική εμπειρία», θυμάται ο Βανγκ. «Για τη γενιά μας, αυτή ήταν η εμπειρία της, και πιστεύω ότι υπήρχαν θετικά στοιχεία σε αυτήν».
Ο Βανγκ προειδοποιεί για τον κίνδυνο να γίνουν εύκολες απλουστεύσεις, υποβαθμίζοντας την Πολιτιστική Επανάσταση σε οχλοκρατία. Τέτοιες αναλύσεις συνήθως συνδυάζονται με μια φιλελεύθερη απόρριψη των εργατικών αγώνων, που εκφράζει φόβους ότι τέτοια εργατικά κινήματα θα υπερβούν τη διεκδίκηση δικαιωμάτων, απαιτώντας αναδιανομή του πλούτου και της εξουσίας. «Είναι η Πολιτιστική Επανάσταση μια ιστορική περίοδος, μια καμπάνια, ή ένα κίνημα με πολλαπλές αιτίες; Θα πρέπει να αναρωτηθούμε τι εννοούμε όταν μιλάμε για την Πολιτιστική Επανάσταση», υποστηρίζει ο Βανγκ. «Αν την ερμηνεύσεις ως μια μονολιθική περίοδο, τότε την κατηγορείς για τις τραγωδίες που συνέβησαν, δίχως να αναλυεις τις ευθύνες που κρύβονται πίσω από αυτές τις τραγωδίες, τα ιστορικά τους αίτια, και την πιθανότητα να υπάρχουν πιο ριζοσπαστικές, προοδευτικές αξίες μέσα σε αυτά τα γεγονότα. Η κουβέντα περί κακού και καλού δεν συνιστά ιστορική ανάλυση».
«Κανείς δεν μπορεί να υπερασπιστεί την Πολιτιστική Επανάσταση στην ολότητά της όπως επίσης δεν μπορείς να πεις ότι μια ολόκληρη ιστορική περίοδος υπήρξε εσφαλμένη», συνεχίζει ο Βανγκ. «Μιλούμε για την Πολιτιστική Επανάσταση κυρίως από την σκοπιά των ελίτ. Αλλά πολλοί λίγοι την συζητούν από τη σκοπιά των εργατών και των των αγροτών». Ένα αμφιλεγόμενο στοιχείο στη σκέψη του Βανγκ είναι ότι επικεντρώνει στην επεξεργασία μιας σοσιαλιστικής παράδοσης, για την οποία υποστηρίζει, στο Τέλος της Επανάστασης, ότι: «Λειτούργησε μέχρι ενός σημείου ως εσωτερικός φραγμός στις κρατικές μεταρρυθμίσεις» και παρέχει ακόμα «κάποια νομιμοποίηση στους εργάτες, τους αγρότες και άλλες κοινωνικές συλλογικότητες, να αμφισβητήσουν ή να διαπραγματευτούν τις διεφθαρμένες ή κοινωνικά άδικες διαδικασίες της αγοράς». Αυτή η αντίληψη περί μιας «ζώσας» σοσιαλιστικής παράδοσης, στο εσωτερικό του μονοκομματικού κράτους, ενέχει τον κίνδυνο της διολίσθησης προς μια υπεράσπιση του καταπιεστικού μονοκομματικού συστήματος. Αλλά γίνεται σαφές ότι η σκέψη του Βανγκ διαγράφει μια πορεία που απομακρύνεται από αυτόν τον κίνδυνο.
«Το Κομμουνιστικό Κόμμα στηρίζεται στην επαναστατική του κληρονομιά για να αντλήσει νομιμοποίηση. Αυτό δίνει τη δυνατότητα σε ανθρώπους, εντός και εκτός του κόμματος, να χρησιμοποιήσουν αυτήν την κληρονομιά ώστε να διαπραγματευτούν τις πολιτικές τους. Όταν κοιτάξει κανείς τα εργατικά κινήματα, στις κινητοποιήσεις και τους αγώνες τους, θα δει ότι αντλούν απευθείας από αυτήν την παράδοση και τα συνθήματά της. Και επειδή αυτά τα συνθήματα παραμένουν νόμιμα, η κυβέρνηση τα αντιμετωπίζει αμήχανα», εξηγεί ο Βανγκ. «Από μια ειρωνεία της τύχης, συνταγματικά, η Κίνα παραμένει ένα σοσιαλιστικό κράτος που καθοδηγείται από την εργατική τάξη. Όταν χρησιμοποιείς ένα τέτοιο σύνθημα, η κυβέρνηση καλείται να αντιμετωπίσει αυτήν την πρόκληση. Αν αρνηθεί αυτήν την κληρονομιά, δίχως διαπραγμάτευση ή συμβιβασμούς, τότε χάνει τη νομιμοποίησή της».
Έτσι, για τις καταπιεσμένες κοινωνικές ομάδες, η επαναστατική κληρονομιά συνιστά μια ζωτική ιστορική πηγή που τροφοδοτεί τη ρητορική των αγώνων της εργατικής τάξης, καθώς αυτή διατυπώνει τα αιτήματά της εναντίον της αδικίας, σύμφωνα με το φαντασιακό των παλαιότερων ιδανικών. Αυτό είναι που ο κοινωνιολόγος Τσίνγκ Κβαν Λη εννοεί λέγοντας ότι «το φάντασμα του Μάο» καταδιώκει τους ταξικούς αγώνες της Κίνας.
Εξ ου και η σημασία της διαμάχης γύρω από ένα δοκίμιο του Βανγκ Χούι, που δημοσιεύθηκε, το 2012, στο London Review of Books: Η Μηχανή των Διαδόσεων, όπου εξέταζε την πτώση του πρώην επικεφαλής του κόμματος, Μπό Σιλάι, εν μέσω μιας θεαματικής σειράς θανάσιμων αποκαλύψεων σκανδάλων διαφθοράς. Η επιδίωξη του Μπο να θεσπίσει ένα σύνολο κοινωνικών-οικονομικών πολιτικών, στον Δήμο του, στο Τσονγκτσίνγκ, που στόχευαν στην ανακατεύθυνση κρατικών πόρων σε κοινωνικά προγράμματα, είχε προσλάβει μια νεο-μαοϊκή ρητορική. Η ερμηνεία του Βανγκ Χούι, προκάλεσε μια οργισμένη απάντηση από τον δημοσιογράφο Τζόναθαν Φένμπυ σε αυτό που θεωρούσε «προβλέψιμη θέση του Βανγκ Χούι για την πτώση του Μπο Σιλάι – ότι πρόκειται για μια νεοφιλελεύθερη συνομωσία». Αντίθετα, «ό,τι ο Βανγκ απορρίπτει ως νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις» υποστηρίζει ο Φένμπυ, «είναι απλώς αλλαγές που χρειάζεται η Κίνα προκειμένου να προοδεύσει».
Ο Βανγκ υποστηρίζει ότι ο Φένμπυ είναι ένοχος παρερμηνείας: «Τα επιχειρήματά μου δεν αφορούσαν στο εάν ο Μπο Σιλάι ήταν διεφθαρμένος ή όχι. Αντίθετα, εξέτασα το πώς ο πρώην πρόεδρος Γουέν Ζιαμπάο κατηγόρησε τον Μπο Σιλάι, και το πείραμα του Τσονγκτσίνγκ, ως απόπειρα επιστροφής στην Πολιτιστική Επανάσταση. Μέχρι σήμερα, η Πολιτιστική Επανάσταση αποτελεί θέμα ταμπού για την Κίνα, το οποίο δεν επιτρέπεται να μελετήσουμε. Αλλά αποδεικνύεται ότι κάποιοι χρησιμοποιούν αυτό το ταμπού για να επιτεθούν σε άλλους. Εάν συνδέσεις κάποιον με την Πολιτιστική Επανάσταση, μπορείς να τον απονομιμοποιήσεις», εξηγεί ο Βανγκ. «Είναι τόσο δύσκολο ζήτημα, και ο Γουέν Ζιαμπάο το χρησιμοποίησε τόσο φτηνά. Το Τσονγκτσίνγκ μπορεί να μην ήταν τόσο ριζοσπαστικό, μιας και διατηρούσε ακόμα στοιχεία οικονομίας της αγοράς, αλλά οι πιθανές εναλλακτικές πολιτικές που εισηγούνταν ανησύχησαν τις ομάδες συμφερόντων στο εσωτερικό του Κόμματος».
Αυτή η εργαλειοποίηση της ιστορίας, προειδοποιεί ο Βανγκ, ενέχει μεγάλους κινδύνους. «Οδηγούμαστε σε μια πολύ επικίνδυνη κατάσταση. Από τη μία πλευρά, η Πολιτιστική Επανάσταση αποτελεί σήμερα σε μεγάλο βαθμό ταμπού, αλλά, από την άλλη, επειδή ακριβώς είναι ταμπού, μπορείς να το χρησιμοποιήσεις ενάντια σε όποιον αντιπαθείς».

Πολιτική μετά το Κόμμα

Η απάντηση του Φένμπυ, επαναλαμβάνει μια κριτική που συνήθως απευθύνεται στη Νέα Αριστερά της Κίνας, ότι διατηρεί εμμονές με το μονοκομματικό κράτος και ότι πολλά από τα επιχειρήματά της έχουν μια έντονη κρατικιστική υφή. Όταν το λέω αυτό στον Βανγκ Χούι, απαντάει αρνούμενος την ιδέα ότι η φιλελεύθερη δημοκρατία και ο κοινοβουλευτισμός επαρκούν για τον αγώνα ενάντια στην μονοπώληση της εξουσίας από οποιαδήποτε κρατική γραφειοκρατία. «Πρώτον, θα πρέπει να εξηγήσουμε τι εννοούμε λέγοντας κόμματα. Η συζήτηση για ένα μονοκομματικό ή ένα πολυκομματικό σύστημα δεν αναφέρεται στην παρούσα κρίση, όταν μιλάμε για την Κίνα. Μπορείς, όπως στη Ρωσία, να έχεις πολλά πολιτικά κόμματα που μονοπωλούνται από τους πλούσιους και τους ισχυρούς. Στο Ιράν ο βαθμός συμμετοχής στις εκλογές είναι υψηλότερος από κάθε ευρωπαϊκή χώρα, αλλά ακόμα χαρακτηρίζεται θρησκευτικό ολοκληρωτικό καθεστώς. Πρόσφατα επέστρεψα από την Ινδία, όπου υπάρχει μεγάλη απογοήτευση από την κομματική πολιτική σκηνή. Εκεί υπάρχουν πολύ ισχυρά κοινωνικά κινήματα, που δεν έχουν παρά μικρή απήχηση στο Κοινοβούλιο. Και εύκολα θα διαπιστώσεις ότι, εάν ανακοινωθεί πως η Κίνα θα πραγματοποιήσει αύριο ελεύθερες εκλογές, στα πλαίσια ενός πολυκομματικού συστήματος, το Κοινοβούλιο θα καταληφθεί αμέσως από τους μεγάλους καπιταλιστές. Στο πολυκομματικό σύστημα, όλη η παράνομη φτώχεια θα καταστεί νόμιμη, κάτω από τον μανδύα του εκδημοκρατισμού».
Ο Βανγκ προεκτείνει την οπτική του σε αυτό που θεωρεί παγκόσμια παρακμή του πολιτικού κόμματος, με αποτέλεσμα τόσο η Κίνα όσο και οι δυτικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες να βιώνουν μια κατάσταση βαθιάς αποπολιτικοποίησης. Στις συνθήκες της, και σε κλίμα μακρο-οικονομικής συναίνεσης, το κοινοβούλιο αποτελεί πλέον ένα εργαλείο επιβολής πολιτικής σταθερότητας: «Υπάρχει μια τάση, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, μεταβολής των πολιτικών κομμάτων σε κρατικά κόμματα. Εδώ, το κινέζικο Κομμουνιστικό Κόμμα δεν είναι πλέον ένα Κομμουνιστικό Κόμμα με την έννοια του 20ου αιώνα. Είναι ένα κρατικό κόμμα. Έχει ενσωματωθεί πλήρως στο κρατικό πλαίσιο, και λειτουργεί ως κράτος, όχι ως πολιτική οργάνωση. Αυτό έχει συμβεί σε ολόκληρο τον κόσμο. Γινόμαστε μάρτυρες της αποσύνδεσης του πολιτικού συστήματος από την κοινωνική του μορφή».
Ο Βανγκ δεν παραιτείται από τα δημοκρατικά του ιδεώδη. «Θα πρέπει να σκεφτούμε μια διαφορετική εκδοχή πολιτικής. Η δημοκρατία είναι μια πολύ θετική αξία, και είναι για όλους. Με αυτήν την έννοια, δεν ταυτίζομαι ούτε με τους φιλελεύθερους δημοκράτες, ούτε με τους παραδοσιακούς σοσιαλιστές. Πολλοί μπορεί να πιστεύουν ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα διάκειται ευμενώς προς τον σοσιαλισμό, και πως μπορούμε να το επαναφέρουμε στις παλαιότερες παραδόσεις του. Αυτό είναι ανέφικτο, καθώς, αυτή τη στιγμή, υπάρχουν τόσο διαφορετικές ομάδες συμφερόντων στους κόλπους του». Στο όραμα του Βανγκ για μια κινέζικη συνταγματική μεταρρύθμιση, «αφού το Κόμμα τους εκπροσωπεί πλέον, χρειαζόμαστε αυτόνομες οργανώσεις εργατών, αγροτών αλλά και άλλες κοινωνικές οργανώσεις οι οποίες να μιλήσουν για τη διαμόρφωση της πολιτικής στη δημόσια σφαίρα και χρειαζόμαστε επίσης όλες αυτές πολιτικές να εγκρίνονται όχι μόνον από το Κόμμα αλλά και από ένα Κογκρέσο». Το να υποβάλλεις τη γραφειοκρατία σε δημοκρατικό έλεγχο και να δημιουργήσεις ανοιχτό χώρο για δημοκρατική διαβούλευση συνιστά ασφαλώς ανάθεμα για το Κόμμα, το οποίο απλώς προτιμά να πραγματοποιεί σποραδικές οικονομικές υποχωρήσεις, από καιρό σε καιρό, υπό την απειλή κινητοποιήσεων.
Το όραμα του Βανγκ Χούι, που καθοδηγείται από μια σταθερή προσήλωση στα εργατικά κινήματα, αποτελεί μια σημαντική καθοδηγητική δύναμη στους κόλπους της εκκολαπτόμενης Νέας Αριστεράς της Κίνας. «Η σοσιαλιστική κληρονομιά της Κίνας συνίσταται σε μια αποτυχημένη προσπάθεια προκειμένου το σοσιαλιστικό κράτος να υπερβεί τις αντιφάσεις του. Γι’ αυτό πραγματοποιήθηκε και η Πολιτιστική Επανάσταση, προς αναζήτηση ενός ευέλικτου καταμερισμού της εργασίας», λέει ο Βανγκ. «Όσο για την αριστερά, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε και να σκεφτούμε σοβαρά το γεγονός ότι απέτυχε να απαλλαγεί από την κληρονομιά της ιεραρχίας και γραφειοκρατίας. Αλλά το να πούμε πως όλα τα πειράματα του σοσιαλισμού του 20ου αιώνα υπήρξαν ¨λανθασμένα¨, ή πως ο ιστορικός σοσιαλισμός δεν ήταν σοσιαλισμός, τότε είναι σα να τα παρατάμε», λέει. «Υπάρχει μια πολιτική ορθότητα που ισχυρίζεται ότι, όταν αναφέρεσαι σε αυτή την κληρονομιά, συνδέεσαι με τις καταστροφές της. Είναι ένας φτηνός τρόπος να κάνεις ιστορία».
Στην μακρόσυρτη ταινία του 2006, «Θερινό Παλάτι», ο σκηνοθέτης της «έκτης γενιάς», Λου Γε βυθίζεται στις αναμνήσεις, τα τραύματα και τη ματαίωση της γενιάς της Τιεν Αν Μεν. Σε μια συγκλονιστική σκηνή, πολλά χρόνια μετά την καταστολή του κινήματος, η Κινέζα φοιτήτρια Λου Τι περπατάει στους δρόμους του Βερολίνου, όπου συναντάει μια διαδήλωση αριστεριστών που φέρει το πορτραίτο του Μάο. Στη συνέχεια, η βίαιη αυτοκτονία της αποτυπώνει χαρακτηριστικά πως η αυθεντική αναζήτηση αυτής της γενιάς, για μια συμφιλίωση με τις αποτυχίες της μαοϊκής περιόδου, ενείχε θανάσιμους κινδύνους. Από την Αριστερά μέχρι τη Δεξιά, από την Κίνα μέχρι τη Δύση, ο αναστοχασμός της μαοϊκής περιόδου βρίθει από μισές αλήθειες, κατακυριαρχείται από ευφορία ή δαιμονοποίηση, αποτρέποντας την ανάδυση μιας πραγματικά ριζοσπαστικής εκδοχής της πολιτικής. «Ο Μάο διατηρεί μια τεράστια, συναισθηματική κληρονομιά. Ενθουσιάζει και ενοχλεί. Οι άνθρωποι τον οικειοποιούνται για διαφορετικούς σκοπούς. Οι εθνικιστές τον χρησιμοποιούν, και αυτό συχνά ανησυχεί το Κόμμα. Από τη μια πλευρά, είναι ένα σύμβολο που το Κόμμα δεν μπορεί εύκολα να αποφύγει, καθώς δεν μπορούν να τον αρνηθούν, αλλά από την άλλη, προτιμούν να τον μεταχειρίζονται αφηρημένα», συλλογίζεται ο Βανγκ. «Αλλά η κληρονομιά του παραμένει ζωντανή, τόσο μέσα όσο και έξω από το Κόμμα. Και παραμένει ζωντανή, μέσα από ποικίλες, και όλο και πιο χαοτικές διαδρομές».

Εντ Λιανκ Χονγκ
Opendemocracy.net
13 Ιανουαρίου 2014

Μετάφραση:
Γιώργος Ρακκάς

ardin-95

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*