Οικολογία

«Σαν την Χαλκιδική δεν είχε»: Μπαλάντα για έναν λυπημένο τόπο

του Λ. Λογοθέτη

«Σαν την Χαλκιδική δεν έχει». Είναι ένα ιδιαίτερο συναίσθημα, κοινό σε όλους όσους διαμένουν στην Κεντρική Μακεδονία. Και αυτό δεν αφορά μόνον στην δαντελωτή ακτογραμμή. Έχει να κάνει με τα βουνά και τα δάση της, καθώς και στο πως αλληλεπίδρασαν αυτά με τον άνθρωπο και τον πολιτισμό του στο πέρασμα των αιώνων: Από την πατρίδα του Αριστοτέλη μέχρι το Άγιο Όρος και το κοινόν των Μαντεμοχωρίων κατά την Τουρκοκρατία, την διώρυγα του Ξέρξη ή τα καταφύγια των Σαρακηνών στην άλλοτε απομονωμένη Σιθωνία. Και πολλά, πολλά άλλα.

«Σαν την Χαλκιδική δεν είχε». Γιατί τα τελευταία σαράντα χρόνια, η Χαλκιδική έχει πέσει θύμα της απληστίας, που έχει πολλά πρόσωπα, αλλά την ίδια καταστροφική επίδραση: Η λεηλασία του περιβάλλοντος από την τουριστική βιομηχανία, η αντίστοιχη σε καταστροφικότητα λεηλασία των εξορυκτικών δραστηριοτήτων, το πόσο όλα αυτά έχουν επηρεάσει αρνητικότατα τους ανθρώπους της.

Και επίσης, ο εμφύλιος, στις μυριάδες του εκδοχές που τον ζήσαμε από το 1945 κι έπειτα, από τα μακελειά του 1945-1949, μέχρι την δικτατορία, και από εκεί στην… σύγκρουση των μεταλλωρύχων με τους υπόλοιπους κατοίκους, πάνω στην επέκταση της εξορυκτικής δραστηριότητας στην Βορειοανατολική Χαλκιδική.

Ένα ζήτημα, που βρίσκεται τα τελευταία χρόνια στο επίκεντρο της επικαιρότητας, και που διαπλέκεται στενά με το σύνολο της παρούσας ελληνικής παθογένειας –από το μνημόνιο και την κυριαρχία των ολιγαρχών τύπου Μπόμπολα, μέχρι τον τυφλό οπορτουνισμό των κυριότερων πολιτικών δυνάμεων που υπήρξαν αλληλέγγυες ως προς το αντιεξορυκτικό κίνημα, και που πλειοδότησαν πάνω σε αυτό επιδιώκοντας να αποσπάσουν ιδία πολιτική υπεραξία. Το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης όλων αυτών των παραγόντων που συνθέτουν αυτόν δικέφαλο τέρας της απληστίας και του εμφυλίου είναι ότι ο τόπος πλέον θυμίζει καταστάσεις και καθεστώτα τύπου… Βουλγαρίας, με μαφιόζικου τύπου παραεξουσίες να κυριαρχούν σ’ ένα τοπίο δυστυχίας και δραστικής περιβαλλοντικής υποβάθμισης.

Μέσα από μια απίστευτη πανουργία της ιστορίας, ο εφιάλτης φαίνεται ότι κλιμακώνεται από την κυβερνητική αλλαγή της 25ης Ιανουαρίου. Και η αντιπαράθεση εξαπλώνεται και φτάνει μέχρι την… Αθήνα.

Οι παράγοντες που παροξύνουν την ένταση

Από την μία, ο Μπόμπολας. Ο οποίος πιέζεται από την κυβερνητική αλλαγή και προσπαθεί να εκβιάσει από την νέα κυβέρνηση μια συνολική διευθέτηση των συμφερόντων (Κανάλια, Εξόρυξη στην Β/Α Χαλκιδική, Διόδια, Μετρό Θεσσαλονίκης). Υιοθετεί, λοιπόν, μια ‘στρατηγική της έντασης’ παίζοντας με την αγωνία των εργαζόμενων για δουλειά και επιβίωση. Από κοντά βέβαια, οι πολιτικές δυνάμεις της εθελοδουλίας, οι οποίες βρίσκουν τις υποδαυλιζόμενες από την εταιρεία κινητοποιήσεις των εργαζόμενων ως ευκαιρία για ένα «κατσαρολάτσο» στους δρόμους της Αθήνας, εναντίον της νέας κυβέρνησης.

 Το να μείνουμε σε όλα αυτά, βέβαια, θα ισοδυναμούσε με το να παραδεχόμασταν την μισή αλήθεια. Η άλλη μισή, αφορά τις ευθύνες των πολιτικών δυνάμεων που ανέλαβαν να πλαισιώνουν το αντιεξορυκτικό κίνημα προκρίνοντας στρατηγικές για την επίλυση του ζητήματος, και που όντας σήμερα στην κυβέρνηση φέρουν την μεγαλύτερη ευθύνη για το τωρινό πολιτικό αδιέξοδο. Ο ΣΥΡΙΖΑ, σε πρώτο λόγο, και οι Αν. Ελ. σε δεύτερο, που προώθησαν εντός του κινήματος την λογική της ανάθεσης, δίχως να διαθέτουν ουδεμία άποψη, σχέδιο, όραμα και πλάνο, για το πώς θα μπορούσαν να υπερβούν τις εξαρτήσεις που έχει εγκαθιδρύσει η εξορυκτική δραστηριότητα στην περιοχή. Το αποτέλεσμα είναι να επιβεβαιώνεται και σ’ αυτό το ζήτημα η ίδια (καταστροφική) ασάφεια που επιδεικνύεται σχεδόν σε όλους τους κυβερνητικούς τομείς. Με συνέπεια αυτήν την στιγμή στην Χαλκιδική να είναι όλοι εξοργισμένοι με την κυβέρνηση, ο καθένας βέβαια για τους δικούς τους λόγους –συνθήκη που προφανώς ενισχύει την διολίσθηση της κατάστασης σε μια καταστροφική σύγκρουση. Και από κοντά βέβαια, πριμοδοτείται και η παρασιτική-μηδενιστική βία που πλειοδοτεί στο αδιέξοδο γυρεύοντας αυτοτροφοδότηση, με το να εκτρέπει στις στιγμές της δίκαιης αυτοάμυνας των κατοίκων σε ανοιχτό και μόνιμο κοινωνικό πόλεμο.

Μέσα σε αυτήν την δίνη, κινδυνεύουμε να χάσουμε από το τοπίο το κεντρικό διακύβευμα και εν τέλει να πραγματοποιηθεί το χειρότερο δυνατό σενάριο: Ακριβώς επειδή κανείς δεν αντέχει έναν παρατεταμένο εμφύλιο, στο τέλος θα νικήσει η… εταιρεία, και η ληστρική επένδυση θα λειτουργήσει: Οι επιφανειακές εξορύξεις θα γίνουν, το κράτος δεν θα πάρει τίποτα από την λεόντειο σύμβαση, η καναδική πολυεθνική, κύριος της κοινοπραξίας θα σπεκουλάρει τα αποτελέσματα της επένδυσης στα χρηματιστήρια, και θα φύγει αφήνοντας πίσω της τους κατοίκους, εργαζόμενους στα μεταλλεία και μη, άνεργους, σ’ έναν κρανίου τόπο.

Υπάρχει εναλλακτική λύση; Φυσικά και ναι, μόνο που την αποτρέπει η τρισμέγιστη αθλιότητα όλου του πολιτικού συστήματος της χώρας, μνημονιακού και αντιμνημονιακού, κοινοβουλευτικού και εξωκοινοβουλευτικού.

«Χρυσάφι είναι ο τόπος μας» λέει η οριακή, αλλά καθαρή [1] πλειοψηφία των κατοίκων. Εδώ και τόσα χρόνια, οι πολιτικές δυνάμεις που δρουν στην περιοχή θα μπορούσαν να εκλογικεύσουν και να συστηματοποιήσουν αυτήν την θέση. Μεταξύ άλλων, και για να αποτρέψουν και τα τουριστικά συμφέροντα να δρέψουν καρπούς από το κίνημα, προκρίνοντας μια… εναλλακτική λεηλασία του τόπου ως προς την εξορυκτική δραστηριότητα.

Η ιστορία, οι παραγωγικές δυνατότητες του τόπου, και ένας ισχνότερος σήμερα, αλλά υπαρκτός ενάρετος κύκλος οικονομικών πρακτικών θα μπορούσαν να δώσουν λύση. Ένα ολοκληρωμένο οικονομικό σύστημα που να συνδυάζει την πολιτιστική και τουριστική αξιοποίηση του Αγίου Όρους και της Πατρίδας του Αριστοτέλη, να την συνδέει με την παραγωγή ποιοτικών αγροτικών προϊόντων στην περιοχή, τα οποία με την σειρά τους θα επιτρέψουν και στην ανάπτυξη ήπιας και οικολογικής μεταποίησης θα μπορούσαν να δώσουν την απάντηση. Και αυτά δεν είναι θεωρίες: Και τυροκομεία υπάρχουν στην περιοχή, και μέλι παράγει, και αειφορική δασοκομία συντελείται, και η αλιεία είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένη. Και το κάτω-κάτω της γραφής, κανείς δεν θα αρνούνταν μικρές και μεσαίες επενδύσεις ήπιας, και αειφορικής μεταλλευτικής δραστηριότητας –και βέβαια υπάρχει το κολοσσιαίο έργο της απορρύπανσης και της αποκατάστασης των καταστροφών που έχουν συντελεστεί μέχρι σήμερα. Αλλά στις πόρτες των κουφών «όσο θέλεις βρόντα».

Και βέβαια, αν θα μπορούσε να κάνει κάτι η κυβέρνηση είναι να εκπονήσει ένα σχέδιο μετάβασης από τον καταστροφικό εξορυκτισμό σε μια ολοκληρωμένη οικονομική και πολιτιστική ανασυγκρότηση της περιοχής. Όταν αποτρέπεις μια επένδυση, πρέπει να δώσεις αντικίνητρα και διέξοδο στους εργαζόμενους στην περιοχή. Όχι στα λόγια: Υπάρχει ένας σκασμός χρηματοδοτήσεων που υποστηρίζουν την αειφορική ανάπτυξη των περιφερειών της Ε.Ε., και που λειτουργούν τόσο σε επίπεδο εθνικών κρατών όσο και σε αυτό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.  Θα πει κανείς… Εδώ η κυβέρνηση έχει στεγνώσει και την τελευταία ρευστότητα για να υποστηρίξει την «δυναμική» της διαπραγμάτευση. Μα ακριβώς γι’ αυτό η στρατηγική της είναι λάθος: Όταν επιθυμείς να «ξηλώσεις» μια κατάσταση, την πιάνεις από τα σημεία της που είναι ευκολότερο και εφικτό να παράγεις άμεσα αποτελέσματα. Έτσι χτίζεις την ισχύ σου και στο κεντρικό μέτωπο. Ειδάλλως χάνεις σε όλα. Όχι μόνον εσύ, αλλά ο λαός.

Εξ άλλου, όλη η ιστορία των νικηφόρων λαϊκών αγώνων είναι εκείνη των επιτυχημένων εφαρμογών του δόγματος «περικυκλώστε τους περικυκλωτές». Και οι πιο τρομακτικές ήττες, παράγονται ως νέμεση στην ύβρη του οπορτουνισμού.

Σημειώσεις:

[1] Το σκηνικό της τρομακτικής πόλωσης μέσα στο οποίο συντελέστηκαν οι τοπικές εκλογές στον Δήμο Αριστοτέλη, προσδίδει δημοψηφισματικό χαρακτήρα στα αποτελέσματά τους. Ο Χ. Πάχτας, πρωτοστάτης και σύμβολο της πολιτικής διαπλοκής με την εταιρεία απέσπασε 46%, και ο Γ. Μίχος –μια ατυχής επιλογή του αντιεξορυκτικού κινήματος που έπρεπε να λειτουργήσει ως προειδοποίηση για το προς τα που εξελίσσεται η κατάσταση– έλαβε 51%. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό το 51% ψαλιδίζεται από τον πολιτικό αυτοχειριασμό που κυριαρχεί στον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται το ζήτημα η κυβέρνηση.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*