Λησμονησμένες Ιστορίες, Μόνιμες Στήλες, Ρήξη φ. 107

Το μονοπάτι

Οδοιπορικό στο μονοπάτι του Ασπρορέματος της πιο απομακρυσμένης κι εγκαταλειμμένης περιοχής

του Κωνσταντίνου Μαυρίδη από τη Ρήξη φ. 107 

Ο Χένρι Ντέιβιντ Θορώ είχε γράψει κάποτε ότι «υπήρχαν δύο δρόμοι που οδηγούσαν στο δάσος κι εγώ διάλεξα τον λιγότερο ταξιδεμένο. Αυτό έκανε όλη τη διαφορά…» Όταν ορειβατείς, έρχεσαι συχνά μπροστά σ’ αυτό το δίλημμα και η συμβουλή του Θορώ σε βάζει συχνά σε μπελάδες ή σε βγάζει σε ξεχασμένα μέρη, που λίγοι τυχεροί έχουν δει, ή και στα δύο. Αυτό είναι, όμως, που κάνει τη διαφορά ανάμεσα στον τουρίστα και στον ταξιδιώτη και κάπου εκεί αρχίζει η εξερεύνηση και η αληθινή περιπέτεια.
Το μονοπάτι του Ασπρορέματος, στα ορεινά δυτικά Άγραφα, της πιο απομακρυσμένης κι εγκαταλειμμένης περιοχής της χώρας μας, είναι ένα τέτοιο μονοπάτι. Ξεκινάει λίγο έξω από τα Επινιανά, ένα χωριουδάκι στα 1000 μ. υψόμετρο, για να ακολουθήσει βορειοδυτική κατεύθυνση μέσα από το φαράγγι του Ασπρορέματος και να βγει, τελικά, στον ομώνυμο οικισμό, στους πρόποδες του Ντελιδημιού (2163 μ.), της πιο επιβλητικής κορυφής των Αγράφων. Η είσοδός του είναι εμφανώς σημασμένη σε μια στροφή της δημοσιάς, αλλά τίποτε δεν σε προϊδεάζει γι’ αυτό που θα επακολουθήσει, καθώς, μπαίνοντας σ’ αυτό, γυρίζεις πίσω στο παρελθόν και συγκεκριμένα στα τέλη της 10ετίας του ’50, όταν το μονοπάτι Επινιανών-Ασπρορέματος ανοίχτηκε στη δυτική πλευρά του φαραγγιού.
Μόνο να απορήσει μπορεί κανείς για το πώς σκάφτηκε το συγκεκριμένο μονοπάτι στην πλαγιά του απότομου γκρεμού με τα πενιχρά μέσα της εποχής. Για περίπου τέσσερα χρόνια (από το ’56 ως το ’60) μια ομάδα πετράδων της περιοχής εργαζόταν χειμώνα-καλοκαίρι για τη διάνοιξή του. Οι εργάτες ήταν αναγκασμένοι να κρέμονται από σχοινιά (όχι ορειβατικά σχοινιά ασφαλείας με ελβετικά καθίσματα, αλλά τις τυπικές χωριάτικες τριχιές της εποχής) στη μέση του γκρεμού και να σπάνε τον βράχο ανοίγοντας πόντο-πόντο μια δίοδο που θα επέτρεπε σε ένα φορτωμένο άνθρωπο ή μουλάρι να περάσει. Παρά τις απίστευτες δυσκολίες του εγχειρήματος, δεν σκοτώθηκε κανείς κατά τη διάρκεια των εργασιών και το 1960 οι κάτοικοι του Ασπρορέματος έφταναν στα Επινιανά στεγνοί, καθότι, πριν ανοιχτεί το μονοπάτι, αναγκάζονταν να διασχίσουν τρεις φορές το ποτάμι με το παγωμένο νερό.
Από τότε, βέβαια, έχει περάσει πολύς καιρός και όλες οι ενδείξεις που είχαμε όταν διαβήκαμε εμείς το μονοπάτι (τον Αύγουστο του 2014) συνηγορούσαν στο ότι μάλλον έχει εγκαταλειφτεί στη μοίρα του και δεν χρησιμοποιείται πλέον. Η φύση έχει αρχίσει να επανακτά το χώρο της με αγκαθωτές κληματσίδες και κλαδιά να φράζουν τον δρόμο και να γραπώνουν τα σακίδια, ενώ κατολισθήσεις έχουν κόψει με κοτρώνες το μονοπάτι σε πολλά σημεία. Κατά τη διάσχιση δεν βρέθηκαν σπασμένα κλαδιά που να μαρτυρούν κάποια πρόσφατη διέλευση και τα αφιερώματα στα τρία εκκλησάκια της διαδρομής ήταν, αποκλειστικά, σε δραχμές. Παρ’ όλα αυτά, κάποιες πέτρες τοποθετημένες η μια πάνω στην άλλη σε συγκεκριμένα σημεία έδειχναν πως κάποιος είχε κάνει τον κόπο να σημάνει τον δρόμο προς τον οικισμό του Ασπρορέματος, ο οποίος θα αποδεικνυόταν μια ματιά σε μια Ελλάδα κάποιας άλλης εποχής, μια Ελλάδα που χάνεται για πάντα.
Τα γαβγίσματα από τα τσοπανόσκυλα που μας εντόπισαν από την πλαγιά που φαινόταν ο οικισμός στο χάρτη ήταν η πρώτη ένδειξη ότι υπήρχαν άνθρωποι εκεί παρά τα ερείπια σπιτιών και τις κατεστραμμένες πεζούλες που συναντούσαμε για ώρα. Λίγα λεπτά αργότερα, στην κορυφή μιας ορθοπλαγιάς φάνηκε καπνός κι ένα παράξενο σπιτάκι τυλιγμένο ολόκληρο με διαφανές νάιλον ενώ ταυτόχρονα ακούστηκαν παιδιά και μια γυναικεία φωνή να μας καλεί να σιμώσουμε. Αυτή θα ήταν η γνωριμία μας με την οικογένεια Ζαρκαδούλα, την τελευταία οικογένεια κτηνοτρόφων του οικισμού του Ασπρορέματος, που κάποτε αριθμούσε περί τα τριάντα πέντε σπιτικά. Η 2μερη παραμονή μας στο κονάκι τους, για την οποία προσκληθήκαμε με το καλημέρα, ήταν ένα πραγματικό ταξίδι στον χρόνο. Το σπίτι δεν είχε ηλεκτρικό και φωτιζόταν από μια λάμπα υγραερίου, η δε νάιλον επένδυση του σπιτιού αποτελούσε μια πρόχειρη μέθοδο μόνωσης από τις χαμηλές βραδινές θερμοκρασίες. Η ψυχή της οικογένειας είναι η 68χρονη Μαρία Ζαρκαδούλα, μια ακούραστη, μονίμως χαμογελαστή γυναίκα, η καλοσύνη της οποίας είναι αντιστρόφως ανάλογη με τις δυσμενείς συνθήκες υπό τις οποίες έζησε και ζει ολόκληρη τη ζωή της. Η κυρία Μαρία ζει, πλέον, στο Ασπρόρεμα τα καλοκαίρια (Μάιο-Οκτώβριο) μαζί με τους δύο της γιους, Κώστα και Βασίλη, και τις οικογένειές τους κι ένα κοπάδι από πεντακόσια γιδοπρόβατα, τους δε χειμώνες κατεβαίνουν στο χειμαδιό τους, στο Αγγελόκαστρο του Αγρινίου.
Κουβέντα στην κουβέντα, έγινε ξεκάθαρο ότι η πορεία της οικογένειας στον χρόνο και το μονοπάτι ήταν εντελώς συνυφασμένα. Στη ράχη πάνω από τον χαλιά (σάρα) ήταν που, ολομόναχη, η κυρία Μαρία ξεγέννησε τον πρώτο της γιο, κόβοντας τον ομφάλιο λώρο με μια κοφτερή πέτρα και στην κορυφογραμμή, εκεί που τώρα στέκει ένα από τα εκκλησάκια, έσβησε ο άντρας της, προφανώς από κάποια καρδιακή προσβολή. Οι δε Κώστας και Βασίλης έπαιρναν κάθε Δευτέρα το μονοπάτι για τα Επινιανά, για να παρακολουθήσουν το μονοθέσιο σχολείο, και έμεναν σε μια καλυβούλα ως την Παρασκευή που έπαιρναν τον δρόμο της επιστροφής, βρέξει, χιονίσει. Με το γυμνάσιο να βρίσκεται στο χωριό Άγραφα (στο απέναντι βουνό), δεν ήταν απορίας άξιο ότι και τα δύο παιδιά σταμάτησαν το σχολείο στην ΣΤ’ Δημοτικού.
Η κυρία Μαρία μας έμαθε να μαγειρεύουμε ορεινές πέστροφες σε φωτιά με κλαδιά, να διώχνουμε τις σκνίπες με τον καπνό απ’ τα ξερά φύλλα και άλλες τεχνικές επιβίωσης στο βουνό αλλά ακόμη κι ένας τόσο αισιόδοξος και καλοπροαίρετος άνθρωπος δεν μπόρεσε παρά να επιβεβαιώσει το οφθαλμοφανές. Τη 10ετία του ‘70 στο Ασπρόρεμα ζούσαν τριάντα πέντε οικογένειες όλο το χρόνο. Το ‘90 έπεσαν στις είκοσι και σήμερα ζουν εκεί μόνο οι Ζαρκαδούλες κι αυτοί μόνο τα καλοκαίρια. Το Ασπρόρεμα σβήνει και μαζί μ’ αυτό κλείνει και το μονοπάτι που το ενώνει με τον έξω κόσμο. Μόνη αχτίδα ελπίδας οι πέτρες του Κώστα, τοποθετημένες η μια πάνω στην άλλη, φάροι μέσα στο φαράγγι, να οδηγούν τους χαμένους πεζοπόρους στον δρόμο για το σπίτι.

2 Σχόλια

  1. Χαρά Θεού
    Το πιο ωραίο κομμάτι του καλοκαιριού

  2. Ευχαριστούμε κ. Μαυρίδη για ένα υπέροχο άρθρο τόσο αλλοιώτικο από τα άλλα. Να είσθε καλά!
    Αφιερωμένο στον Ελληνισμό και την αρχέγονη πατρίδα της Ελληνικής Χερσονήσου με τους Ελληνόφωνους, τους Βλάχους & τους Αρβανίτες της!

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*