Λησμονησμένες Ιστορίες, Μόνιμες Στήλες, Ρήξη φ. 100-109, Ρήξη φ. 107

Το αίνιγμα της Όλγας Τσέχοβα

index

Μία απίθανη ιστορία επιβίωσης στις πιο σκοτεινές δεκαετίες του 20ου αιώνα

Του Κωνσταντίνου Μαυρίδη από τη Ρήξη φ. 107

Το βράδυ της 30ης Απριλίου 1945 και ενώ οι μάχες ακόμη μαίνονταν στο κέντρο της πόλης, ένα ρωσικό μεταγωγικό αεροπλάνο απογειωνόταν από το κατεστραμμένο Βερολίνο με κατεύθυνση τη Μόσχα.
Στο αεροπλάνο επέβαινε μια ομάδα ανώτερων αξιωματικών της σοβιετικής υπηρεσίας αντικατασκοπίας (SMERSH), μαζί με μια καλοντυμένη 47χρονη ηθοποιό της κινηματογραφικής βιομηχανίας του Γ’ Ράιχ (UFA). Οι διαταγές υψηλής προτεραιότητας ανέφεραν ρητά πως έπρεπε η γυναίκα να παρουσιαστεί το συντομότερο δυνατόν ενώπιον του αρχηγού της SMERSH, υποστρατήγου Βίκτορα Αμπακούμοβ, για επείγουσα ανάκριση. Η μυστηριώδης γυναίκα, ο φάκελος της οποίας έφερε τη σημείωση να μην πειραχθεί, μιλούσε άπταιστα ρωσικά, ονομαζόταν Όλγα Τσέχοβα Κνίπερ και δεν ήταν άλλη από την ανιψιά του θεατρικού συγγραφέα Άντον Τσέχοβ. Η Τσέχοβα επέστρεφε σε μια Μόσχα την οποία είχε να δει είκοσι πέντε χρόνια και η συνάντηση με τον σεξουαλικά διεστραμμένο διοικητή της SMERSH θα αποτελούσε ένα ακόμη δραματικό επεισόδιο μιας απίστευτης ιστορίας συμβιβασμού και επιβίωσης μέσα από τη φωτιά της Οκτωβριανής Επανάστασης, του ρωσικού εμφυλίου, της ανόδου των ναζί στην εξουσία, της σταλινικής τρομοκρατίας και του Β’ΠΠ.
H Όλγα Κνίπερ γεννήθηκε την 26η Απριλίου 1897 στην Αλεξανδρούπολη του νοτίου Καυκάσου, αν και τα αρχεία της NKVD αναφέρουν ως τόπο γέννησής της το Τσάρκογιε Σέλο, γενέτειρα του Πούσκιν. Οι γονείς της ήταν και οι δύο Γερμανοί και ο μηχανικός πατέρας της κατείχε υψηλόβαθμη θέση στο τσαρικό υπουργείο Συγκοινωνιών, παρά την καταγωγή του. Η οικογένεια είχε τρία παιδιά και την οικονομική άνεση να διαθέτει υπηρετικό προσωπικό και να παραθερίζει στην Κριμαία κάθε καλοκαίρι. Η θεία της Όλγας, επίσης Γερμανίδα, Όλια Κνίπερ, ήταν ιδρυτικό μέλος του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας, όπου γνώρισε τον θεατρικό συγγραφέα Άντον Τσέχοβ, τον οποίο έμελλε να παντρευτεί το 1900. Ωστόσο, η Όλγα θα έπαιρνε το επίθετο Τσέχοβ μετά τον βραχύβιο γάμο της με τον χαρισματικό και, ταυτόχρονα, αυτοκαταστροφικό, ανιψιό του συγγραφέα, Μίσα Τσέχοβ, στα 1914, καρπός του οποίου υπήρξε μια κόρη, η Άντα. Ο γάμος της Όλγας πήρε γρήγορα τον κατήφορο και στα 1916 η οικογένειά της βρέθηκε αντιμέτωπη με στερήσεις σε βασικά είδη διατροφής και τον Μίσα να έχει υποστεί βαρύ νευρικό κλονισμό και να έχει στραφεί για παρηγοριά αποκλειστικά στη βότκα. Η Όλγα εγκατέλειψε, τελικά, τον σύζυγό της και μετακόμισε σε ένα μικροσκοπικό διαμερισματάκι όπου επέζησε του επαναστατικού χειμώνα του 1917-18 με τα λιγοστά χρήματα που της έστελνε η μητέρα της και πουλώντας πιόνια σκακιού που σκάλιζε σε καυσόξυλα.
Παρ’ όλα αυτά, μέσα στο χάος της περιόδου κατάφερε, ανάμεσα στις εξόδους προς αναζήτηση τροφής, να πάρει μέρος ως ηθοποιός σε δύο θεατρικά δρώμενα μιας ανεξάρτητης ομάδας ονόματι Σαρανταποδαρούσα και αποφάσισε να γίνει ηθοποιός, πράγμα που, κατά την ίδια, την κράτησε ζωντανή και με σώας τας φρένας, σε ένα περιβάλλον που τα πάντα γύρω της κατέρρεαν. Την άνοιξη του ’20 έκανε αίτηση για ταξίδι έξι εβδομάδων στη Γερμανία, έχοντας πάρει την απόφαση να μην επιστρέψει στη Ρωσία πριν εκπληρώσει το όνειρό της. Θα άφηνε πίσω την κόρη της, που θα την φρόντιζε η αδελφή της μέχρι να σταθεί στα πόδια της, με την προοπτική να τις φέρει κοντά της το συντομότερο δυνατόν. Παραδόξως, η αίτηση έγινε δεκτή και, ντυμένη σαν αγρότισσα, με τον εμφύλιο στο ζενίθ του τον Αύγουστο του ’20, πήρε το τρένο για το Βερολίνο. Έφτασε εκεί σχεδόν λιπόθυμη από την πείνα και με όλα τα υπάρχοντά της τυλιγμένα σε ένα κομμάτι χαλί. Στον σταθμό την περίμενε μια συμμαθήτριά της από την Αγ. Πετρούπολη που, στην κυριολεξία, τρόμαξε να την αναγνωρίσει. Οι δύο φίλες μπήκαν σε ένα ζαχαροπλαστείο για καφέ και γλυκό ,αλλά το στομάχι της Τσέχοβα, αμάθητο στην πλούσια τροφή από τα χρόνια των στερήσεων στη Ρωσία, «επαναστάτησε» και η άτυχη γυναίκα αναγκάστηκε να μείνει κλινήρης επί μέρες. Στο Βερολίνο η Τσέχοβα αρχικά έκανε διάφορες δουλειές του ποδαριού και γνωρίστηκε με την παροικία των Ρώσων εμιγκρέδων. Μέσω αυτών των επαφών, γνώρισε τον παραγωγό Έριχ Πόμερ, ο οποίος θα γινόταν ο διευθυντής της UFA και έψαχνε για νέες, όμορφες κοπέλες, για τις ταινίες του. Η Τσέχοβα μπορεί να ήταν εκθαμβωτική στα είκοσι τρία της, αλλά τα γερμανικά της υπέφεραν. Ευτυχώς, η πρώτη της ταινία, σκηνοθετημένη από τον Φέλιξ Μούρναου, ήταν βουβή παραγωγή και πήρε πολύ καλές κριτικές. Ήταν η ευκαιρία που έψαχνε η Τσέχοβα και η εμφάνισή της, μαζί με το όνομά της, βοήθησαν στο να απογειωθεί γρήγορα η καριέρα της. Ταυτόχρονα, έπεσε με τα μούτρα στη μελέτη των γερμανικών και άρχισε τις εμφανίσεις στην κοσμική ζωή του Βερολίνου, όπου, διαφημίζοντας τον εαυτό της, ισχυριζόταν πως υπήρξε μέλος του Θεάτρου Τέχνης της Μόσχας (προφανώς, η συνωνυμία με τη θεία της αποδείχθηκε άκρως βολική). Από τα αρχεία της NKVD προκύπτει ότι, κάπου στα 1922, ο αδελφός της Όλγας, Λεβ Κνίπερ, αξιωματικός τότε της σοβιετικής αντικατασκοπίας, αν και 100% Γερμανός, επισκέφτηκε την αδελφή του στο Βερολίνο και τη στρατολόγησε, με την απλή υπόσχεση να επιτραπεί η μετανάστευση της αδελφής και της κόρης της στη Γερμανία. Φαίνεται πως, αν και η Όλγα δεν θεωρούνταν τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ή γενικότερα, αξιόλογος πράκτορας, θα παρέμενε «εν υπνώσει» στο γερμανικό έδαφος για μελλοντικές επιχειρήσεις. Με την άνοδο των ναζί στην εξουσία και την καθιέρωση της Τσέχοβα ως μεγάλης κυρίας του γερμανικού κινηματογράφου, οι Ρώσοι είχαν έναν άνθρωπο κοντά στα μεγάλα κεφάλια του Γ’ Ράιχ. Ο υπουργός Προπαγάνδας, Γκέμπελς, ήταν προσωπικός της φίλος και χρησιμοποιούσε το σπίτι της Τσέχοβα για τα παράνομα ραντεβού του με την Τσέχα ερωμένη του, Λίντα Μπαάροβα. Ο δε Χίτλερ υπήρξε μεγάλος θαυμαστής της και το ‘36 της απένειμε προσωπικά τον τίτλο της «ηθοποιού του κράτους». Η Τσέχοβα ήταν πάντα καλεσμένη στις δεξιώσεις των ναζί που καλύπτονταν από τα ΜΜΕ της εποχής, καθώς είχαν διαγνώσει τη σχέση εξουσίας και θεάματος, αλλά ποτέ δεν ανήκε στον στενό κύκλο των 20-30 ατόμων που επισκέπτονταν το εξοχικό του Χίτλερ στις Άλπεις ή την καγκελαρία. Έτσι, παρά την για πάνω από είκοσι πέντε χρόνια παρουσία της στη Γερμανία, το μόνο που μπορούσε να προσφέρει στην NKVD ήταν πιπεράτα κουτσομπολιά για τους ισχυρούς άνδρες του Ράιχ. Παραδόξως, αυτά ακριβώς ενδιέφεραν τους Ρώσους. Ο Στάλιν είχε παθολογική εμμονή με τις συνήθειες του Χίτλερ, του Χίμλερ και των υπολοίπων ναζί και απαιτούσε μηνιαίες λεπτομερείς αναφορές για τα τεκταινόμενα στον ηγετικό κύκλο του Ράιχ, πολλές φορές αντιγράφοντας μέχρι κεραίας τα παρανοϊκά μέτρα ασφαλείας και το modus operandi του αντιπάλου του.
Ίσως αυτός ήταν και ο λόγος που η Όλγα Τσέχοβα επιβίωσε τόσων περιπετειών, για να πεθάνει πλήρης ημερών το 1980 στο Μόναχο. Αποτελεί δε έναν άνθρωπο που όχι μόνο έζησε για να διηγηθεί την ιστορία του, αλλά φέρει τιμητικές διακρίσεις από το Γ’ Ράιχ, την ΕΣΣΔ και τη μεταπολεμική Δυτική Γερμανία.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*