Κινηματογράφος, Μόνιμες Στήλες, Ρήξη φ. 108

Στο σπίτι, η ταινία του Αθ. Καρανικόλα

athome

Του Κωνσταντίνου Μπλάθρα από τη Ρήξη φ. 108

Μια ζωή που «δεν υπάρχει» μοιάζει να ζουν οι ήρωες του Καρανικόλα στο σπίτι. Γι’ αυτούς η κρίση δεν είναι παρά μακρινός απόηχος, όπως και η πόλη. Σ’ ένα μοντέρνο, διάφανο σπίτι, χτισμένο ωστόσο με αδρό σκυρόδεμα, ψηλά σε μια ερημική πλαγιά, με απρόσκοπτη θέα στη θάλασσα, ζουν η μητέρα, η Εύη, ελαφρά (από χόμπι;) εργαζόμενη από τον υπολογιστή της, η δωδεκάχρονη καλοαναθρεμμένη τους κόρη Ίρις κι ο πατέρας, Στέφανος, εργαζόμενος σε κάποια προφανώς πολύ «κουλ» (δική του;) δουλειά, με πολύ καλές και σταθερές απολαβές
Ζουν μια ζωή χωρίς εντάσεις, δίχως κάτι να τους απειλεί, όλα τα συζητούν, οι σχέσεις τους μοιάζουν κι αυτές τέλειες, μια ζωή χωρίς ούτε ένα σύννεφο, σαν τον αχανή γαλάζιο ορίζοντα που καθημερινά βλέπουν από το καθιστικό τους. Είναι σαν να λέμε, «πολιτισμένοι άνθρωποι», που δεν τους λείπει τίποτα, είναι το «υποτεθείστο ότι…» της ταινίας. Δεν είναι όμως το κέντρο της.
Στο κέντρο του σπιτιού, όπως και στο κέντρο της αφήγησης, στέκεται η Νάντια, η Γεωργιανή οικιακή βοηθός, που ζει μαζί τους πολλά χρόνια, μιλάει άπταιστα ελληνικά κι έχει γίνει κι αυτή με τα χρόνια ένα κομμάτι αυτού του ραφιναρισμένου κόσμου. Μόνο ίσως το στήσιμο του κορμιού της, κάτι το αμήχανο στην κίνησή της και το περισσότερο βαρύ και σκαμμένο πρόσωπό της –είναι πράγματι απόλυτα ταιριαστή στον ρόλο η φιγούρα της Καλλιμάνη– προδίδουν ότι δεν ανήκει οργανικά σ’ αυτόν τον κόσμο. Κατά τ’ άλλα, φορά τα ίδια ρούχα με την κυρία της, οδηγούν το ίδιο αυτοκίνητο, «ζουν σαν αδελφές», όπως το λέει εκείνη. Αυτό όμως το «σαν» κρατάει αρκετή απόσταση έτσι ώστε, όταν διαγνωστεί ότι η Νάντια πάσχει από μια ανίατη ασθένεια…
Δεν θα σας πω την ιστορία, θα σας πω μόνο πως πάρα πολύ σπάνια ελληνική ταινία μας βάζει σε τόσο βαθιά νερά, χωρίς να αγγίζει καμιά ευκολία ή σχηματοποίηση. Όχι, η μετανάστρια δεν είναι μια εξαθλιωμένη καθαρίστρια, οι μεγαλοαστοί καθόλου λούμπεν, όλοι είναι «καλοί άνθρωποι», κατά το κοινότοπο σχήμα και ζουν μια ζωή δίχως εντάσεις, παράδοξο όντως σχήμα για τη σύγχρονη ελληνική συνθήκη. Αυτή η ήσυχη ζωή όμως ταράζεται από έναν υπόγειο, βαθύ σεισμό, που γκρεμίζει τις σχέσεις και φανερώνει το αληθινό πρόσωπο των ηρώων: Μόνο η άρρωστη Νάντια μοιάζει να στέκεται γερά στα πόδια της. Σηκώνει άλλωστε και το μεγαλύτερο φορτίο. Κρατάει μια στάση βαθιά ανθρώπινη, σχεδόν θεϊκή –«ντοστογιεφσκική» θα την ονομάσει εύστοχα ο σκηνοθέτης.
Δεν έχω λόγια να περιγράψω τον ενθουσιασμό μου, που μάλλον δεν κρύβεται, γι’ αυτή την ταινία. Θα περιοριστώ στα άχαρα της κριτικής. Ο Καρανικόλας, ο οποίος ζει και εργάζεται στη Γερμανία –κι ευτυχώς δεν μας ξεχνάει– δουλεύει με τους ηθοποιούς σύμφωνα με την τεχνική του Σάνφορντ Μάισνερ (Sanford Meisner), την οποία ο Αμερικανός ηθοποιός και δάσκαλος (1905-1997) ανέπτυξε ως καρπό της θητείας του στο «Γκρουπ Τεάτρ» (Group Theatre) και της συνεργασίας του με τον Λη Στράσμπεργκ (του «Άκτορς Στούντιο») και τη Στέλλα Άντλερ. Η τεχνική αυτή υποβάλλει σε ασκήσεις τους ηθοποιούς, δηλαδή επαναλαμβάνουν διαλογικά, σε ζευγάρια, μια απλή φράση, έως ότου ο λόγος τους βγει φυσικά, σαν να συνομιλούν, κι όχι παίζοντας τον ρόλο. Είναι τεχνική ασκήσεων ρεαλισμού, θα μπορούσαμε να πούμε απλά, που κατεβάζει τους ηθοποιούς από το σανίδι της θεατρικής απαγγελίας στους δρόμους της καθημερινότητας. Γι’ αυτό άλλωστε τέτοιου είδους υποκριτικές τεχνικές αναπτύχθηκαν κυρίως στο σινεμά.(*) Δουλεύοντας, λοιπόν, ο σκηνοθέτης, μ’ αυτόν τον τρόπο, καταφέρνει αφ’ ενός μεν να απογυμνώσει την αφήγησή του από τα έντονα μελοδραματικά στοιχεία –γιατί η ταινία, ως προς την πλοκή, είναι ένα μελόδραμα– κι αφ’ ετέρου δίνει στους ηθοποιούς του όπλα για ένα παίξιμο πιο κοντά στη φυσική αποτύπωση των ηρώων. Έτσι γίνονται εύστοχοι όλοι τους: η Μαρία Καλλιμάνη ως Νάντια –την είχαμε γνωρίσει στον Μαχαιροβγάλτη (2010)–, καταθέτει μια πρώτης γραμμής υποκριτική δουλειά, άξια για Όσκαρ. Η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, στο ρόλο της Εύης, στέκεται πολύ καλά δίπλα της, ο Αλέξανδρος Λογοθέτης, ο Στέφανος της ταινίας, με μια σιγουριά που δεν τον έχουμε ξαναδεί, ακόμα και η μικρή Ζωή Ασημάκη είναι πολύ καλή, σαν να έχει «κλέψει» ο σκηνοθέτης τα πλάνα της. Το καστ συμπληρώνουν ο Γιάννης Τσορτέκης (κι αυτός πρόσωπο του Οικονομίδη), ο Ιερώνυμος Καλετσάνος, η Αλεξία Καλτσίκη και ο Νίκος Γεωργάκης, όλοι τους καλοί και δοκιμασμένοι.
Την υποκριτική αυτή άποψη, ο σκηνοθέτης την επενδύει με ένα ντεκουπάζ αυστηρό. Όπως το περιγράφει ο ίδιος: «Συζητήσαμε (με την Μαρία Καλλιμάνη) το γεγονός ότι δεν θα τραβήξουμε ποτέ κοντινά πλάνα και ότι δεν θα επαναλάβουμε κανένα πλάνο σε άλλο μέγεθος πέρα από το γενικό και εκείνο του μεσαίου μεγέθους» (συνέντευξη στο flix.gr, στις 22/9). Εκτός από ελάχιστες –ίσως μία, δύο– πανοραμικές κινήσεις της μηχανής, τα πλάνα του είναι σταθερά, η μηχανή στέκεται στο ύψος των ηθοποιών, ακόμα κι όταν αυτοί είναι ξαπλωμένοι. Ιδιαίτερα η ανάπτυξη των ξαπλωμένων σωμάτων δίνει σ’ αυτά ένα βάρος που έρχεται σε αντίστιξη με τα πλάνα που οι ήρωες αγναντεύουν τον ανοιχτό ορίζοντα.
Την ίδια εύστοχη αυστηρότητα ακολουθεί και το σενάριο. Χωρίς μεγάλες εντάσεις, αφήνει τη δραματική ένταση να ξεπηδήσει από το παίξιμο των ηθοποιών, κάποτε και πίσω από τις τζαμένιες πόρτες. Το σκηνικό, του σπιτιού κυρίως, δημιουργεί κι αυτό ένα δραματικό κλίμα. Μπορεί ο Καρανικόλας να έχει χαμηλώσει την ένταση του μελοδράματος τόσο, ώστε το φλέγμα της ταινίας να μοιάζει καμιά φορά περισσότερο γερμανικό παρά ελληνικό, κερδίζει όμως σε βάθος στους ίδιους τους ήρωες. Χαμένοι μέσα σ’ ένα κενό οι ήρωές του, μοιάζουν κάποτε σαν ναυαγοί σ’ ερημονήσι, μόνοι τους απέναντι στις επιλογές τους. Μόνοι τους κι απέναντι στο θάνατο. Το ζητούμενο στο τέλος είναι η ανθρωπιά και η συγχώρεση. Όπως και να το κάνουμε, ένας Έλληνας μαθητής του Όζου δεν είναι καθόλου λίγο.
Η ταινία, που είναι μια συμπαραγωγή Ελλάδας και Γερμανίας, βραβεύτηκε στο φεστιβάλ του Βερολίνου, όπου προβλήθηκε στο «Forum», με το «Οικουμενικό βραβείο, των καθολικών και προτεσταντών κριτικών», που είναι ένα από τα σημαντικά βραβεία στα μεγάλα Φεστιβάλ. Μακάρι αυτό να δώσει διεθνή ώθηση στην ταινία. Αυτή η καθόλου θυμωμένη και περισσότερο στοχαστική επιστροφή του Καρανικόλα στην Ελλάδα το αξίζει.

(*) Δάσκαλος τέτοιων τεχνικών για τους ηθοποιούς, ομοίως στο «Γκρουπ Τεάτρ», υπήρξε και ο δικός μας Ηλίας Καζάν. Για όσους ενδιαφέρονται, η «Ταινιοθήκη της Ελλάδος» παίζει από την Πέμπτη (9/10) όλες του τις ταινίες σε ένα μεγάλο αφιέρωμα, «Αναφορά στον Ηλία Καζάν».

Περισσότερα στο:
kazan.tainiothiki.gr/

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*