Αγανακτισμένοι, Άρδην τ. 80-89, Άρδην τ.86

Αλλοτρίωση και Μολότοφ

Αναδημοσίευση απ’ το blog «Ορμή και Θύελλα»

Άρδην τ. 86 (Ιούνιος – Αύγουστος 2011)

Τώρα που φαίνονται τα πράγματα στην ελληνική κοινωνία να ζεσταίνονται περισσότερο, είναι χρήσιμο να κάνουμε μια προληπτική κουβέντα. Αλλά, νομίζουμε ότι αυτό το κείμενο δεν έχει ενδιαφέρον μόνο γι’ αυτό καθεαυτό που λέει ο τίτλος του. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι μεγαλύτερη σημασία έχει ο τρόπος συζήτησης του θέματος.

Ίσως εκείνο που πρόκειται να διακυβευθεί τον 21ο αιώνα να είναι ριζικά διαφορετικό απ’ αυτό που τελικά διακυβεύθηκε τους δύο προηγούμενους. Σ’ αυτή την περίπτωση, χρειαζόμαστε νέο πλαίσιο συζήτησης των θεμάτων και νέες έννοιες.
Στο κείμενο λοιπόν αυτό θα αναφερθούμε στις επιθετικές πρωτοβουλίες (μολότοφ, πετροπόλεμο, σιδερολοστούς κλπ.) ατόμων και ομάδων, που χρησιμοποιούν ως κάλυψή τους τις εκδηλώσεις κοινωνικής διαμαρτυρίας του πλήθους, όπως διαδηλώσεις, συγκεντρώσεις και πορείες, και έχουν ως στόχο τοποθεσίες, σύμβολα και πρόσωπα της εξουσίας.

Δεν θα αναφερθούμε εδώ αναλυτικά, παρά μόνο όσο είναι αναγκαίο για το θέμα μας, στις επιθετικές πρωτοβουλίες και κινήσεις του πλήθους. Δεν θα αναφερθούμε επίσης σε επιθετικές πρωτοβουλίες που γίνονται μεμονωμένα και ανεξάρτητα από τις εκδηλώσεις κοινωνικής διαμαρτυρίας του πλήθους. Είναι φανερό ότι κάποιοι πάντα θα πιστεύουν ότι οι καταδρομικές και στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον τοπικών σημείων, συμβόλων και ανθρώπων της εξουσίας, μπορούν να έχουν θετικά πολιτικά και κοινωνικά αποτελέσματα στη μάχη εναντίον του καπιταλισμού. Δεν θα εξετάσουμε εδώ αυτό το θέμα. Θα κάνουμε όμως μια σημαντική παρατήρηση: Η στρατιωτική και βίαιη νοοτροπία δημιουργεί τη δική της οντότητα και επιζητά τη συνεχή και μάλιστα διευρυνόμενη αναπαραγωγή της. Δεν είναι τυχαίο ότι, ενώ πολλές τρομοκρατικές οργανώσεις ξεκινούν με δημοφιλία από πλευράς κοινωνίας, πάντα η διευρυνόμενη ισχύς της στρατιωτικής και βίαιης νοοτροπίας είναι ένας σημαντικός λόγος που τις οδηγεί σε μονομερείς αναλύσεις και σημαντικά στρατηγικά σφάλματα, που τελικά καταστρέφουν αυτή τη δημοφιλία.

Δεν θα αναφερθούμε ακόμη σε αμυντικές στάσεις που μπορεί να υιοθετούνται στα πλαίσια εκδηλώσεων κοινωνικής διαμαρτυρίας, όταν αυτές δέχονται σοβαρή, εκτεταμένη και απρόκλητη επίθεση. Μια τέτοια περίπτωση αμυντικής στάσης θα μπορούσε να ήταν η περίπτωση της Κερατέας. Οι αμυντικές στάσεις θα μπορούσε να είναι συνολικά του πλήθους ή των πιο έμπειρων σ’ αυτές τις περιπτώσεις μάχης τμημάτων του. Όταν αναφερόμαστε σε αμυντικές στάσεις πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στο πώς τις ξεχωρίζουμε από τις επιθετικές πρωτοβουλίες. Αυτό σημαίνει να μη συγχέουμε και αποδεχόμαστε σαν αμυντική στάση μια ουσιαστικά επιθετική πρωτοβουλία ομάδας ή ομάδων, που προσποιείται ότι είναι αμυντική στάση ή ότι ξεκίνησε σαν αμυντική στάση. Είναι σαφές ότι δεν είναι ζήτημα μεθοδολογικό, είναι ζήτημα βαθύτατα πολιτικό.

Μια αντίρρηση στη βάση της συζήτησής μας θα μπορούσε να είναι η ακόλουθη: Κάποιος θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι δεν έχει πολύ νόημα να συζητήσουμε τις επιθετικές πρωτοβουλίες ατόμων και ομάδων και τις συνέπειές τους, από τη στιγμή που οι κατασταλτικές δυνάμεις, η κυβέρνηση, η εξουσία, ελαχιστότατη ή και καθόλου αφορμή θέλουν για να εξαπολύσουν βία. Για παράδειγμα, είναι προφανές ότι υπάρχει πολιτική απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να αποτρέπεται με διάφορους τρόπους η παρατεταμένη συγκέντρωση πολιτών στο Σύνταγμα, και γι’ αυτό (βοηθούντος και του μικρού όγκου των διαδηλωτών) έχει χρησιμοποιηθεί βία. Θα σημειώσουμε μόνο ότι η απρόκλητη επίθεση σε ειρηνικούς διαδηλωτές δημιουργεί κατάσταση ηθικής υπέρ τους υπεροχής, πράγμα σημαντικό σε επίπεδο κοινωνίας, αλλά δεν θα επιμείνουμε πιo πολύ, γιατί σκοπός μας εδώ είναι να αναλύσουμε μόνο αυτά που είναι περισσότερο στη δική μας ευθύνη και του χεριού μας, που είναι οι επιθετικές πρωτοβουλίες στα πλαίσια των κοινωνικών εκδηλώσεων διαμαρτυρίας.

Επιπλέον, δεν θα εξετάσουμε το ζήτημα από τη πλευρά των συγκυριακών πολιτικών επιπτώσεων που έχουν οι επιθετικές πρωτοβουλίες ατόμων και ομάδων, π.χ. τις επιπτώσεις σε μια διαδήλωση, αλλά περισσότερο μας ενδιαφέρει η βαθύτερη πολιτική σημασία της πράξης αυτής και οι βαθύτερες επιπτώσεις που έχει στη κοινωνία.

Οι σκοποί που εξυπηρετούν οι επιθετικές πρωτοβουλίες ατόμων και ομάδων, που χρησιμοποιούν ως κάλυψη τις κοινωνικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας του πλήθους, μπορεί να είναι οι εξής (εναλλακτικά ή σε κάποια μείξη):

Πρώτον, το μίσος προς τον άνθρωπο, την ανθρώπινη κατάσταση, και η ηδονή της καταστροφής. Είναι προφανές ότι κανείς όταν γεννιέται δεν υπογράφει συμβόλαιο για τη βασική ηθική του και για το ότι θα αισθάνεται ευνοϊκά σε σχέση με την ύπαρξή του. Αντίθετα, έρχεται σε έναν κόσμο που θα αντιμετωπίσει περισσότερα ή λιγότερα βάσανα και στο τέλος οπωσδήποτε τον θάνατο, και θα είναι τυχερός αν αυτό (ο θάνατος) συμβεί με έναν αξιοπρεπή τρόπο. Επομένως, είναι φυσικό, αν νιώθει μια (μεγαλύτερη ή μικρότερη) έχθρα προς την ανθρώπινη κατάσταση και ενδεχομένως και προς την κοινωνία που επέτρεψε και επιδίωξε (λόγω του συμφέροντός της) να έρθει στη ζωή και που στη συνέχεια, όπως συνήθως γίνεται, του φέρθηκε και με αναλγησία, είναι φυσικό να θελήσει να τους βλάψει: και τους ανθρώπους και την κοινωνία. Οι πορείες και οι διαδηλώσεις, σαν εκδηλώσεις κοινωνικής διαμαρτυρίας, μπορούν τότε να γίνουν ένα κάλυμμα για την εκδήλωση της πιο ριζικής, ουσιαστικά υπαρξιακής, εναντίωσης. Είναι όμως σαφές ότι σ’ αυτή την περίπτωση ο υπαρξιακά εξεγερμένος, χρησιμοποιώντας ένα κάλυμμα για την πράξη του, τη διαστρέφει, μειώνοντάς την και υποβιβάζοντάς την δραστικά σε κάτι που είναι απλώς κοινωνική διαμαρτυρία. Τότε αυτός, ο νέος εωσφόρος, έχει υποβιβασθεί σε έναν αμφίβολο και τυχαίο κοινωνικά διαμαρτυρόμενο.

Είναι ακόμη όμως σαφές ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, οι κοινωνικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, στο βαθμό που αυτές δεν στρέφονται εναντίον της ανθρώπινης κατάστασης και της ύπαρξης κοινωνίας, αλλά επιζητούν τη βελτίωσή τους, όσο αυτό είναι δυνατό, μπορούν και πρέπει να αμυνθούν. ακόμη περισσότερο που ο ίδιος ο ριζικά εξεγερμένος διαστρεβλώνει το μεγάλο μήνυμά του. Είναι πραγματικά κρίμα που στο τέλος μόνο ελάχιστοι θα μπορέσουν να υποψιασθούν το πιθανό μεγαλείο, που σε άλλη περίπτωση θα μπορούσε να περιβάλλει τις πράξεις του, εκπεσόντος τώρα, ριζικά διαμαρτυρομένου. Παρόμοια ισχύουν και για την ηδονή της καταστροφής.

Δεύτερον, ο σκοπός της πρόκλησης και της καταγγελίας. Οι επιθετικές πρωτοβουλίες ομάδων ή ατόμων, που αναπτύσσονται στα πλαίσια των κοινωνικών εκδηλώσεων διαμαρτυρίας, συνήθως, στις μέρες που ζούμε, δεν έχουν καθόλου το στοιχείο της πρόκλησης, αφού τους λείπει η οποιαδήποτε πρωτοτυπία, που είναι το συστατικό στοιχείο της πρόκλησης. Αντίθετα, είναι πρακτικές απόλυτα προβλέψιμες και θανάσιμα (για το πνεύμα και τη φαντασία) επαναλαμβανόμενες. Απ’ αυτή την άποψη είναι πρακτικές, στην ουσία τους, βαθύτατα συντηρητικές, με το νόημα της καταγγελίας να χάνεται.

Τρίτον, ο σκοπός της εκδίκησης. Για παράδειγμα, το ξύλο και η ταπείνωση που υφίστανται πολλές φορές οι διαδηλωτές, όσο και οι συλλαμβανόμενοι από τις αστυνομικές δυνάμεις καταστολής, είναι φυσικό να δημιουργούν αισθήματα εκδίκησης. Άλλο παράδειγμα ανάπτυξης εκδικητικών αισθημάτων είναι αυτό του ανθρώπου που μπορεί να έχει ταπεινωθεί από τραπεζικές πρακτικές σαν δανειζόμενος –να έχει χάσει την επιχείρησή του ή το σπίτι του ή ακόμη και απλώς να παρενοχλείται έντονα από ταπεινωτικές πρακτικές υπενθύμισης των χρεών του. Ένας τέτοιος άνθρωπος, σαν διαδηλωτής έξω από μια τράπεζα, είναι φυσικό να σκέπτεται πράξεις εκδίκησης. Ωστόσο, και στο βαθμό που οι κοινωνικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας δεν έχουν σαν σκοπό τους την εκδίκηση, εδώ υπάρχει κάτι το αθέμιτο: η χρησιμοποίηση αυτών των εκδηλώσεων και των ανθρώπων που συμμετέχουν σ’ αυτές για σκοπούς ξένους μ’ αυτούς που (αυτές και αυτοί) έχουν αποφασίσει.

Αναλόγως με τις συνθήκες και με τη νοημοσύνη τους, τα πλήθη (που συμμετέχουν στις κοινωνικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας) αναμένεται ότι θα αντιδράσουν με κάποιο τρόπο ή ότι δεν θα αντιδράσουν.

Τέταρτον, ο σκοπός του να νιώσει κανείς την ισχύ. Στο καπιταλιστικό σύστημα, οι άνθρωποι δεν είναι παρά τα μέσα για την ανάπτυξη μεγάλων οντοτήτων (οικονομικών, πολιτικών κλπ.). Αν και όλοι είναι κατά κάποιο τρόπο γρανάζια συστημάτων, κάποιοι είναι περισσότερο από άλλους. Αυτοί οι τελευταίοι, που είναι οι πιο πολλοί, νιώθουν πολλές φορές να αποστερούνται την οποιαδήποτε ισχύ, ενώ αντίθετα η ισχύς των συστημάτων στέκεται μεγαλειώδης, αμείωτη (πιθανόν αυξανόμενη), πιεστική και απειλητική απέναντι στην ύπαρξή τους. Οι μεγάλες κοινωνικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας γίνονται τότε η ευκαιρία ώστε οι απόκληροι ισχύος, μέσα από την ισχύ του πλήθους, να νιώσουν πάλι ότι έχουν κάποια ισχύ. μερικές φορές να νιώσουν ακόμη και το στοιχειώδες, ότι έχουν ζωή και ζωτικότητα.

Από την άλλη μεριά, αυτοί οι οποίοι προβαίνουν σε επιθετικές πρωτοβουλίες, με σκοπό την ισχύ, υπερακοντίζουν τη διάθεση ισχύος του πλήθους, με σκοπό τη δική τους αυξημένη προσωπική ισχύ. Την ίδια στιγμή διακινδυνεύουν την ισχύ του πλήθους, το οποίο ταυτόχρονα χρησιμοποιούν αφού, χωρίς αυτό, η ισχύς τους θα ήταν ιδιαίτερα μειωμένη. Και διακινδυνεύουν την ισχύ του πλήθους, αφού εκείνο που διακινδυνεύεται είναι να συρθεί το πλήθος σε στρατιωτική επιχείρηση την οποία δεν επιθυμεί και για την οποία δεν είναι προετοιμασμένο. Ή, τις περισσότερες φορές, συνακόλουθη στρατιωτική ήττα του πλήθους, οδηγεί τα επιμέρους άτομα του πλήθους σε νέα αυξημένη μιζέρια προσωπικής ισχύος. Είναι πραγματικά θλιβερό να βλέπει κανείς τμήματα διαδηλώσεων να κινούνται με πίεση και άγχος, από τον φόβο συγκρούσεων που δεν επιθυμούν και δεν ελέγχουν, ακυρώνοντας έτσι την αναγεννητική αίσθηση που προκαλεί η ισχύς του πλήθους.

Ενδιαφέρον είναι εδώ να κάνουμε μια σημαντική σημείωση: η ισχύς του πλήθους και η διαχείρισή της είναι ένα σημαντικό ξεχωριστό κεφάλαιο. Η ισχύς του πλήθους εξαρτάται και από τη διαχείρισή της. Η διαχείριση της ισχύος του πλήθους εξαρτάται με τη σειρά της απ’ αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε νοημοσύνη του πλήθους. Για παράδειγμα, πανομοιότυπα επαναλαμβανόμενες κοινωνικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, που δεν έχουν αποτέλεσμα, μειώνουν την αίσθηση ισχύος που έχουν και απολαμβάνουν τα πλήθη και τα άτομα που τα απαρτίζουν.

Πέμπτον, ο καθαρός σκοπός του να χρησιμοποιηθούν οι κοινωνικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, προκειμένου να παρασυρθούν εκβιαστικά τα πλήθη σε συγκρούσεις και να αυξηθούν έτσι οι κοινωνικές εντάσεις. Ίσως πρόκειται για τον πλέον συνηθισμένο και κλασικό σκοπό αυτών που αναλαμβάνουν επιθετικές πρωτοβουλίες.

Εδώ πρέπει να πούμε ότι σε όλες τις προηγούμενες περιπτώσεις που αναλύσαμε (αλλά και σε άλλες που πιθανόν παραλείψαμε), υπάρχει η ίδια σταθερά: Ένα είδος χρησιμοποίησης (από μεριάς αυτών που αναλαμβάνουν επιθετικές πρωτοβουλίες) των κοινωνικών εκδηλώσεων διαμαρτυρίας, του πλήθους και των ατόμων που συμμετέχουν σ’ αυτό το πλήθος, για σκοπούς που (αυτές, αυτό και αυτά) δεν έχουν τα ίδια αποφασίσει. Στην τελευταία όμως περίπτωση, αυτή η χρησιμοποίηση παίρνει την πιο καθαρή και επομένως αποκρουστική μορφή της.

Η ουσία του καπιταλισμού δεν είναι ότι κάποια τάξη στη διανομή του προϊόντος παίρνει μεγαλύτερο μερίδιο, σε σύγκριση με κάποια άλλη. Δεν είναι δηλαδή ότι στον καπιταλισμό συμβαίνει απλώς κάποια άνιση διανομή του κοινωνικού προϊόντος και εισοδήματος. Η έννοια της υπεραξίας, που καταδεικνύει στη μαρξιστική κριτική την οικονομική εκμετάλλευση, προϋποθέτει τη χρήση της εργατικής δύναμης σαν εμπόρευμα. Αυτό ακριβώς, η εργατική δύναμη δηλ. σαν εμπόρευμα, υποδεικνύει την ουσία του καπιταλισμού και είναι η ειδική μορφή με την οποία παρουσιάζεται κάτι ριζικότερο, που αφορά κάθε εξουσία: τη χρησιμοποίηση δηλαδή του ανθρώπου σαν μέσο για τους εκάστοτε σκοπούς της εξουσίας. Αυτό δηλαδή που καταργεί την ανθρώπινη αυτονομία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ανά τους αιώνες, είναι ακριβώς η χρησιμοποίηση του ανθρώπου σαν μέσου και όχι σαν σκοπού. Σ’ αυτή την αποξένωση του ανθρώπου από την ουσία του, που, οντολογικά εξ ορισμού, είναι να είναι ο ίδιος σκοπός της ύπαρξής του, στηρίζεται η έννοια της αλλοτρίωσης.

Η αλλοτρίωση επομένως δεν συμβαίνει μόνο στις οικονομικές σχέσεις παραγωγής και μάλιστα τις καπιταλιστικές. Συμβαίνει σε όλες τις σχέσεις που ο άνθρωπος δεν θεωρείται σκοπός, αλλά απλώς μέσο. Επομένως και στις πολιτικές.
Άρα, εκείνοι που συνειδητά χρησιμοποιούν τις κοινωνικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, προκειμένου να πετύχουν τους δικούς τους σκοπούς, ουσιαστικά χρησιμοποιούν τα πλήθη και τα άτομα που απαρτίζουν τα πλήθη σαν μέσα και δεν τα σέβονται σαν σκοπούς. Προσχωρούν δηλαδή στη θεμελιώδη καπιταλιστική λογική και τη λογική της κάθε εξουσίας. Επιθυμούν δηλαδή τελικά να ανανεώσουν την αλλοτρίωση που υφίστανται τα άτομα που απαρτίζουν τα πλήθη, ακόμη και στις στιγμές εκείνες που ακριβώς τα άτομα επιζητούν να νιώσουν και να βιώσουν, μέσα από τη δύναμη και τη δυναμική της διαμαρτυρίας του πλήθους, ένα είδος απελευθέρωσης. Ανάμεσά τους, αυτοί που προσχωρούν περισσότερο στην αλλοτριωτική λογική, είναι εκείνοι που προσπαθούν εκβιαστικά να οδηγήσουν τα πλήθη σε συγκρούσεις, αγνοώντας και παραχαράσσοντας τη θέλησή τους.

Από αυτή την άποψη, αυτοί οι τελευταίοι είναι χειρότεροι και από τις ειδικές δυνάμεις καταστολής, για παράδειγμα τα ΜΑΤ. Διότι τα ΜΑΤ αντιμετωπίζουν τους διαδηλωτές (τους οποίους, ναι, δέρνουν, και ενδεχομένως δολοφονούν) σαν σκοπούς, ενώ οι ίδιοι (τα ΜΑΤ), την ίδια στιγμή, είναι απλώς μέσα της εξουσίας. Αυτό εξηγεί γιατί υπάρχει τόσος χλευασμός προς τα ΜΑΤ: Οι άνθρωποι των ΜΑΤ, θεωρούμενοι σαν μέσο από την εξουσία, έχοντας δηλαδή χαμένη την αξιοπρέπειά τους, επιτίθενται σε ανθρώπους που έχουν καταφέρει, στη συγκεκριμένη αγωνιστική στιγμή, να είναι σκοποί του εαυτού τους, να έχουν ανακτήσει δηλαδή, έστω στιγμιαία, την ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους. Την ίδια στιγμή, είναι τίτλος τιμής για τους αγωνιστές του πλήθους να τις έχουν φάει από τα ΜΑΤ: αυτό υπογραμμίζει ότι κατάφεραν να είναι σκοποί.

Αντίθετα, όταν τα πλήθη και τα άτομα που απαρτίζουν τα πλήθη χρησιμοποιούνται με εκβιαστικό τρόπο για αλλότριους σκοπούς, χάνουν τότε την αξιοπρέπειά τους και βιώνουν για μια ακόμη φορά την αλλοτρίωση, με έναν χειρότερο τρόπο, τη στιγμή δηλαδή που επιζητούσαν και ήλπιζαν να την καταργήσουν έστω και στιγμιαία. Αυτή η προδοσία δημιουργεί μεγάλες απογοητεύσεις στα πλήθη και στα άτομα που τα απαρτίζουν.

Όταν επομένως τα άτομα, μετά από μια τέτοια προδοσία, αρνούνται να συμμετάσχουν σε επόμενες κοινωνικές εκδηλώσεις διαμαρτυρίας, δεν είναι μόνο γιατί φοβούνται τις πιθανές συγκρούσεις που θα προκληθούν πάλι ερήμην τους. Είναι περισσότερο γιατί αρνούνται να υποστούν άλλη μια προδοσία της αξιοπρέπειάς τους, που βιώνεται χειρότερα από τη συνήθη αλλοτρίωση που υφίστανται στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος εξουσίας.

Αυτή η τελευταία διαπίστωση ανοίγει και ένα άλλο κεφάλαιο. Να γιατί τα άτομα πολλές φορές δεν ξεσηκώνονται, ακόμη και όταν η καπιταλιστική (αλλά και οποιαδήποτε) εξουσία δείχνει το πλέον απάνθρωπο πρόσωπο της: Γιατί πιστεύουν και νοιώθουν ότι οι δυνάμεις εκείνες οι οποίες παραδοσιακά και τυπικά είναι ταγμένες να αντιδρούν στον καπιταλισμό, θα τα χρησιμοποιήσουν (τα ανθρώπινα όντα) σαν μέσα και όχι σαν σκοπούς. Αυτή η αίσθηση και πεποίθηση αφορά τόσο τον αριστερό χώρο, όσο και τον αναρχικό χώρο.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*