Uncategorized, Οικονομία

Δεν παράγουμε, εισάγουμε

Δεν παράγουμε τίποτα, εισάγουμε σχεδόν τα πάντα - Media

Από το Ποντίκι 

Οι εμπορικές σχέσεις της Ελλάδας με τον Βορρά και η εξάρτηση που δημιουργείται για τη χώρα

Η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας από το 1990 και μετά, αλλά και η ενοποίησή της σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δημιουργεί ένα πλέγμα αλληλεξαρτήσεων που διαφοροποιεί σε μεγάλο βαθμό τη λειτουργία της σε σχέση ακόμα και με το πρόσφατο παρελθόν. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη σημασία οι διμερείς εμπορικές σχέσεις και, αναπόφευκτα, ο βαθμός εξάρτησης μεταξύ των χωρών. Με σαφή επιρροή τόσο στον κρατικό, όσο και στον ιδιωτικό τομέα.
Ένας από τους βασικούς εμπορικούς εταίρους της Ελλάδας είναι η Γερμανία, με τις σχέσεις των δύο κρατών να περνάνε μεγάλες φουρτούνες την τελευταία πενταετία, λόγω της κρίσης, αλλά και των αφόρητων πιέσεων που ασκούνται από την κυβέρνηση Μέρκελ.
Όπως είναι γνωστό, η εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από τις εισαγωγές παραμένει μεγάλη, παρά την ύφεση από το 2010, με τη Γερμανία να είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος προμηθευτής προϊόντων της Ελλάδας για το 2014 (εισαγωγές 4,65 δισ. ευρώ), πίσω μόνο από τη Ρωσία (4,84).
Το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου της Ελλάδας το 2014 κυμάνθηκε στο 19,8%, με συνολικό ύψος εισαγωγών στα 46,7 δισ., συμπεριλαμβανομένων και των πετρελαιοειδών. Τελευταία χρονιά, άλλωστε, που οι εισαγωγές ξεπέρασαν τα 50 δισ. ήταν το 2009 (51,2 δισ.). Σύμφωνα, εξάλλου, με τον Σύνδεσμο Ελλήνων Εξαγωγέων (ΠΣΕ), ακόμα και τα μνημονιακά χρόνια 2010-2014 η Ελλάδα ξόδεψε για εισαγωγές περίπου 240 δισ. ευρώ! Κι όλα αυτά με την οικονομία να μην μπορεί, τελικά, να ανταποκριθεί στην πρόκληση της αύξησης των εξαγωγών.
Έφυγαν χρήματα
Κι ενώ η κοινή αντίληψη είναι ότι η Ελλάδα από τη Γερμανία εισάγει κυρίως αυτοκίνητα, στην πραγματικότητα οι εμπορικές σχέσεις των δύο χωρών είναι πολυσήμαντες. Για παράδειγμα, για Ι.Χ. αυτοκίνητα πέρυσι έφυγαν «ελληνικά» χρήματα προς τη Γερμανία αξίας 296 εκατ. ευρώ, όταν μόνο για προϊόντα περιποίησης μαλλιών και μέικ απ το αντίστοιχο ποσό ξεπέρασε τα 65 εκατ.!
Συγκεκριμένα, το 2008 οι ελληνικές εισαγωγές από τη Γερμανία άγγιζαν τα 8 δισ. ευρώ. Σταδιακά άρχισε μια πτώση, όπως και συνολικά στα προϊόντα που καταφθάνουν από το εξωτερικό, για να κλείσει το 2014 λίγο παραπάνω από τα 4,65 δισ. Στο ίδιο διάστημα οι ελληνικές εξαγωγές προς τη Γερμανία παραμένουν καθηλωμένες περίπου στα 1,8 – 2 δισ., μάλιστα με ελαφρές πτωτικές τάσεις.
Με λίγα λόγια, μόλις το 0,43% των γερμανικών εξαγωγών πηγαίνει προς την Ελλάδα, ενώ οι ελληνικές εισαγωγές αποτελούν μόνο το 0,2% των συνολικών εισαγωγών της Γερμανίας. Είναι δε αξιοσημείωτο ή ακόμα κι αξιοπερίεργο ότι οι ελληνικές εισαγωγές από τη Γερμανία το 2014 κατέγραψαν αύξηση κατά περίπου 150 εκατ. σε σχέση με το 2013.
Όσον αφορά τη σύνθεση των ελληνικών εισαγωγών από τη Γερμανία κυριαρχούν τα φάρμακα, οι συσκευές – ηλεκτρολογικό υλικό (κυρίως κινητά τηλέφωνα, δίοδοι και μετασχηματιστές), ο μηχανολογικός εξοπλισμός (τουρμπίνες, μηχανήματα επεξεργασίας δεδομένων κ.ά.), τα οχήματα, τα γαλακτοκομικά προϊόντα (τυριά και γάλα), οι πλαστικές ύλες, τα ιατρικά μηχανήματα, τα κρέατα και τα αλλαντικά, τα χημικά προϊόντα, το χαρτί και τα καλλυντικά.
Ο βαθμός εξάρτησης, μάλιστα, που υπάρχει στις ελληνικές εισαγωγές από τη Γερμανία είναι τέτοιος, ώστε όχι μόνο ο ιδιωτικός τομέας, αλλά και ο κρατικός επηρεάζονται σε σημαντικό βαθμό.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που κοινοποίησε η ΕΛΣΤΑΤ τον Οκτώβριο του 2014 κι αφορούσαν το έτος 2013, οι εισαγωγές από τη Γερμανία περιλάμβαναν συνολικά 99 διαφορετικές κατηγορίες προϊόντων. Ας δούμε ποιες καταλαμβάνουν τις 10 πρώτες θέσεις:
1. Φαρμακευτικά προϊόντα: 756 εκατ. ευρώ.
2. Λέβητες, μηχανές, συσκευές και μηχανικές επινοήσεις, μέρη αυτών των μηχανών ή συσκευών, αντιδραστήρες: 462 εκατ. ευρώ.
3. Μηχανές, συσκευές και υλικά ηλεκτρικά, συσκευές εγγραφής ή αναπαραγωγής ήχου και εικόνας, μέρη κι εξαρτήματα αυτών: 462 εκατ. ευρώ.
4. Ι.Χ. αυτοκίνητα, ελκυστήρες, ποδήλατα, άλλα οχήματα για χερσαίες μεταφορές, τα μέρη κι εξαρτήματά τους: 401 εκατ. ευρώ.
5. Γάλα και προϊόντα γαλακτοκομίας, αυγά, μέλι φυσικό, προϊόντα βρώσιμα ζωικής προέλευσης: 276 εκατ. ευρώ.
6. Πλαστικές ύλες και προϊόντα απ’ αυτές τις ύλες: 218 εκατ. ευρώ.
7. Όργανα και συσκευές οπτικής, φωτογραφίας ή κινηματογραφίας, μέτρησης, ελέγχου ή ακριβείας, όργανα και συσκευές ιατροχειρουργικής, μέρη κι εξαρτήματα αυτών των οργάνων ή συσκευών: 169 εκατ. ευρώ.
8. Κρέατα και παραπροϊόντα σφαγίων, βρώσιμα: 132 εκατ. ευρώ.
9. Οργανικά χημικά προϊόντα: 117 εκατ. ευρώ.
10. Διάφορα προϊόντα των χημικών βιομηχανιών: 115 εκατ. ευρώ.
Με δεδομένο ότι ο βαθμός εξάρτησης της Ελλάδας από τη Γερμανία είναι ασφαλώς μεγαλύτερος από τον αντίστροφο συνδυασμό, μπορεί να βγει κι ένα άλλο συμπέρασμα κοιτώντας τους δείκτες. Ότι ακόμα κι αν η χώρα μας μπορούσε με αύξηση της αγροτικής και κτηνοτροφικής της παραγωγής να μειώσει τα προϊόντα που εισάγει από τη συγκεκριμένη χώρα, δεν θα μπορούσε να συμβεί κάτι αντίστοιχο με προϊόντα βαριάς βιομηχανίας και υψηλής τεχνολογίας, αλλά και φάρμακα, όπου η Γερμανία θεωρείται ο Νο1 «παίκτης» στην παγκόσμια αγορά.
Άλλοι νευραλγικοί τομείς εισαγωγών από τη Γερμανία, όσον αφορά τη λειτουργικότητα της ελληνικής οικονομίας, είναι:
  • Σπόροι και καρποί ελαιώδεις, βιομηχανικά και φαρμακευτικά φυτά κ.ά.: 3,8 εκατ. ευρώ.
  • Ασφαλτώδεις ύλες, κεριά ορυκτά, ορυκτά καύσιμα, ορυκτά λάδια και προϊόντα απόσταξης αυτών: 20 εκατ.
  • Καουτσούκ και τεχνουργήματα από καουτσούκ: 43 εκατ.
  • Χαρτί και τεχνουργήματα από κυτταρίνη: 105 εκατ.
  • Χυτοσίδηρος, σίδηρος, χάλυβας και τεχνουργήματα από αυτά: 82 εκατ.
  • Αργίλιο και τεχνουργήματα από αργίλιο: 30 εκατ.
  • Εργαλεία και συλλογές εργαλείων, αλλά και διάφορα τεχνουργήματα από κοινά μέταλλα: 49 εκατ.
  • Έπιπλα ιατροχειρουργικά: 27 εκατ.
  • Τεχνουργήματα διάφορα: 80 εκατ.
  • Λιπάσματα: 24 εκατ.
  • Χρωστικές ύλες, μελάνια κ.ά.: 51 εκατ.
  • Οργανικές ουσίες επιφανειακής δράσης, προϊόντα συντήρησης, κεριά για την οδοντοτεχνική: 48 εκατ.
Φρου – φρου κι αρώματα!
Φυσικά μέσα από τον πίνακα των εισαγωγών από τη Γερμανία βρίσκει κανείς και προϊόντα που άνετα μια οικονομία θα επιβίωνε και δίχως αυτά ή εναλλακτικά θα μπορούσε να προχωρήσει σε δική της παραγωγή.
Για παράδειγμα φαντάζει ενδεχομένως… κωμικό η Ελλάδα, που μέχρι πρότινος ήταν μια κατ’ εξοχήν αγροτική χώρα, να εισάγει σήμερα… λαχανικά αξίας 14 εκατ. ευρώ, δημητριακά 13 εκατ., παρασκευάσματα κρεάτων και ψαριών 33 εκατ., ζάχαρα και ζαχαρώδη παρασκευάσματα 23 εκατ., παρασκευάσματα με βάση τα δημητριακά και τα άλευρα 56 εκατ., ποτά και ξίδι 33 εκατ., καπνά 51 εκατ., αλάτι και θείο 2,3 εκατ. Παρασκευάσματα ψαριών κι αλάτι από τη Γερμανία σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, που όλη βρέχεται από θάλασσα; Τρελό ακούγεται…
Όπως, βέβαια, φαντάζει παράδοξο και υπερβολικό στα χρόνια της κρίσης να φεύγουν προς την «πλούσια» Γερμανία από τη χρεοκοπημένη Ελλάδα 31 εκατ. ευρώ για… γουναρικά και τεχνητά γουνοδέρματα, για πλεκτά υφάσματα 3 εκατ., για ενδύματα 49 εκατ. (!!!) όταν η ελληνική βιοτεχνία ρουχισμού έχει αφεθεί να καταρρεύσει, για υποδήματα 13 εκατ., για κατεργασμένα φτερά και πούπουλα (κυριολεκτικά) 600.000 ευρώ, για ρολόγια 17 εκατ. ή για παιχνίδια 27 εκατ. Και φυσικά για αιθέρια έλαια, προϊόντα καλλωπισμού και καλλυντικά 93 εκατ. ευρώ! Μάλιστα, το 2012 ήταν 87 εκατ. Υπήρξε αύξηση, δηλαδή, για… φρου – φρου κι αρώματα.
Τραγική συρρίκνωση
Μια άλλη παράμετρος έχει να κάνει συνολικά με την Ε.Ε., όπως έχουμε επισημάνει και σχετικά πρόσφατα. Η Ελλάδα του «φτωχού» Νότου συνεχίζει να δίνει χρήματα στον «πλούσιο» Βορρά για να αγοράζει προϊόντα. Έτσι, το 2014 οι εισαγωγές της Ελλάδας από την Ευρωζώνη αυξήθηκαν κατά 4,1% σε σχέση με το 2013! Αντίθετα, η Γερμανία έκανε λιγότερες εισαγωγές από την Ελλάδα το 2014 κατά 1,3%, η Ιταλία κατά 7,1%, η Αυστρία κατά 11,4%, το Λουξεμβούργο κατά 8,9%, η Ολλανδία κατά 7,6% και η Γαλλία κατά 6,3%.
Η σταδιακή συρρίκνωση της βιομηχανίας και της βιοτεχνίας στην Ελλάδα, η αδυναμία να ακολουθήσει έστω και με καθυστέρηση τις ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις, τα προβλήματα στην αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή και οι διάφορες στρεβλώσεις ή υπερβολές που χρονίζουν δημιουργούν την επιτακτική ανάγκη παραγωγικής ανασυγκρότησης, προκειμένου σε πρώτη φάση να μειωθεί ο βαθμός εξάρτησης εκεί όπου τουλάχιστον μπορούν να γίνουν κάποια βήματα και, μάλιστα, σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα.
Αν όχι, δηλαδή, στη βαριά βιομηχανία, την υψηλή τεχνολογία και τα φάρμακα, σε νευραλγικούς τομείς υψηλής σπουδαιότητας, όπου οι εισαγωγές – ειδικά από τη Γερμανία – μοιάζουν αναπόφευκτες, έστω γι’ αρχή στα αγροτικά προϊόντα, την κτηνοτροφία, τη βιοτεχνία κ.α.
Και μόνο το γεγονός ότι το 80% των αναγκών της Ελλάδας σε χοιρινό και βόειο κρέας καλύπτεται από εισαγωγές δείχνει πολλά. Ακόμα κι αν η χώρα έχει αδυναμία να παράγει ελικόπτερα (εισαγωγές ύψους 114 εκατ. το 2014 από τη Γαλλία), θα μπορούσε τουλάχιστον να μην έχει ανάγκη τις γαλλικές… προτηγανισμένες πατάτες των 16,5 εκατ. ευρώ την περασμένη χρονιά! Όπως και τις εισαγωγές γάλακτος από Ολλανδία και Γερμανία, συνολικού ύψους 142 εκατ. ευρώ.
Επενδύσεις… πάπαλα
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, η γερμανική επενδυτική παρουσία στην Ελλάδα αντιπροσωπεύει το χαμηλότατο 0,3% του συνόλου των Άμεσων Γερμανικών Επενδύσεων (FDI) στο εξωτερικό. Δεν υπάρχει, δηλαδή, αντιστάθμισμα ούτε έστω απ’ αυτόν τον τομέα και τις περιβόητες επενδύσεις που έχει τάξει από το 2011 η Μέρκελ.
Το 2012 δραστηριοποιούνταν στην Ελλάδα 143 επιχειρήσεις γερμανικών συμφερόντων με 32.000 εργαζομένους και κύκλο εργασιών στα 7,6 δισ., έναντι 151 εταιρειών το 2011 (33.000 εργαζόμενοι) και 165 το 2010. Λιγοστεύουν αντί να αυξάνονται, δηλαδή.
Από την άλλη πλευρά, οι ελληνικές άμεσες επενδύσεις στη Γερμανία το 2012 διαμορφώθηκαν στο επίπεδο των 201 εκατ. ευρώ (14 επιχειρήσεις ελληνικών συμφερόντων, 2.000 εργαζόμενοι και 500 εκατ. ευρώ τζίρος), με μερίδιο μόλις 0,025% επί του συνόλου στη Γερμανία.
Μόνο, λοιπόν, από τον τουρισμό υπάρχουν κάποια ανταποδοτικά οφέλη. Η Γερμανία αναδείχθηκε την τελευταία διετία στη σημαντικότερη χώρα προέλευσης ξένων επισκεπτών στην Ελλάδα μετά τη σοβαρή υποχώρηση του τουριστικού ρεύματος από το Ηνωμένο Βασίλειο.
Συγκεκριμένα το 2014, σύμφωνα με προσωρινά στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, επισκέφθηκαν την Ελλάδα 2.459.200 Γερμανοί πολίτες που άφησαν στη χώρα μας περίπου 2 δισ. ευρώ, ποσό ελαφρώς μεγαλύτερο από τα 1,98 δισ. ευρώ των 2.267.500 τουριστών του 2013.

Ένα Σχόλιο

  1. ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΤΖΩΡΤΖΗΣ

    Όσα δεν μπορούν να παραχθούν στην χώρα μας, τουλάχιστον στο ορατό μέλλον, μπορούμε να τα αγοράζουμε από άλλες χώρες π.χ. την Κίνα.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*