Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία

Καλό ταξίδι στο Νίκο Χουλιαρά

xouliaras2
της Νίκης Παντελεμίδου
Ζωγράφος, ποιητής, μουσικός, αρθογράφος, πεζογράφος, συνθέτης, στιχουργός, τραγουδιστής, διασκευαστής δημοτικών σκοπών, σχεδιαστής βιβλίων, εικονογράφος, σχεδόν ένας σύγχρονος «αναγεννησιακός»  άνθρωπος που «κατάφερε» σε όλες τις τέχνες και στη ζωή,  δημιουργικά παρών επί  σαράντα χρόνια συνδυάζοντας τη παράδοση και τη πρωτοπορία με την ελληνικότητά του και γιαυτό βαθιά, μοναχικά οικουμενικός.
Γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1940 στα Ιωάννινα και πέθανε στην Αθήνα στις 21 Ιουλίου  2015 σε ηλικία 75 ετών. Η γενέτειρά του, πηγή έμπνευσης θα εισβάλλει στη ζωγραφική του και το λογοτεχνικό του  έργο. Σπούδασε στην Ανώτατη  Σχολή  Καλών  Τεχνών, γλυπτική με τον Γιάννη Παππά και σκηνογραφία με τον Β. Βασιλειάδη, από όπου απεφοίτησε το 1967. Το 1969 πήρε το Βραβείο Παρθένη για τη ζωγραφική του. Το 1970 πήγε στο Παρίσι, όπου αφιερώθηκε στην ζωγραφική.  Πραγματοποίησε την πρώτη του ατομική έκθεση στην Αθήνα το 1969.  ‘Έκτοτε παρουσίασε το έργο του σε πληθώρα ατομικών αλλά και ομαδικών εκθέσεων τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό. Παράλληλα με την ζωγραφική ασχολήθηκε με την λογοτεχνία.

Έγραψε ποίηση, διηγήματα και μυθιστορήματα . Δεκατέσσερα βιβλία του έχουν κυκλοφορήσει (τα περισσότερα από τις εκδόσεις «Νεφέλη»), με τον ίδιο πάντα να επιμελείται τα εξώφυλλα των εκδόσεων. Το πιο γνωστό είναι «Ο Λούσιας» (1979), που έγινε και τηλεοπτική σειρά και μεταδόθηκε το 1989 από την ΕΤ1. Ανάμεσά τους δύο εκδόσεις που βραβεύτηκαν στη Διεθνή Έκθεση της Λειψίας ως τα καλύτερα σχεδιασμένα βιβλία στον κόσμο. Πρόκειται  για τα  βιβλία «Ζωγραφική-Κείμενα» που πήρε το Α΄ βραβείο (1978) και «Το χιόνι που ήξερα» το Γ΄ βραβείο (1983) . Άλλοι τίτλοι λογοτεχνικών έργων του είναι: «Το άλλο μισό», «Ο χρόνος είναι πάντα με το μέρος του», «Μια ιστορία του μακρύ χειμώνα», «Οι λεπτομέρειες του μαύρου», «Οι ζωγραφιές του νυχτερινού χάρτη», «Στο σπίτι του εχθρού μου», «Το εργαστήρι του ύπνου», «Νερό στο πρόσωπο», και το τελευταίο που κυκλοφόρησε, το 2006, με τίτλο «Οι μαύρες ζωγραφιές».  Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, τα ιταλικά, τα αγγλικά, τα σουηδικά και τα γερμανικά, ενώ έχουν εκδοθεί στα γαλλικά από τον εκδοτικό οίκο Hatier  η συλλογή διηγημάτων «Το Μπακακόκ» και τα μυθιστορήματα «Ο Λούσιας» και «Ζωή την άλλη φορά». Φιλοτέχνησε ακόμη εξώφυλλα βιβλίων και δίσκων. Ασχολήθηκε και με τη μουσική γράφοντας στίχους και μελωδίες. Από το 1963 έγραψε πολλά τραγούδια που αγαπήθηκαν και τραγουδήθηκαν πολύ,  παρακολουθώντας κυρίως το μουσικό ρεύμα  ΝΕΟ ΚΥΜΑ.  Κάποια από αυτά τα τραγούδησε ο ίδιος καθώς και άλλοι γνωστοί τραγουδιστές με μεγάλη επιτυχία: Πόπη Αστεριάδη, Δήμητρα Γαλάνη, Αλίκη Καγιαλόγλου , Αφροδίτη Μάνου, Μαρίζα Κώχ ερμήνευσαν μόνες ή σε ντουέτο μαζί του  σε πρώτη εκτέλεση τα τραγούδια του.

xouliaras4
«Δε σ’ το’ πα χαλασιά μου/στα ξένα να μη πας/χαλασιά μου ….», «Ολόκληρη ζωή δε φτάνει», είναι τα λίγα από τα πολλά αγαπημένα της νεότητάς μας.
Συνολικά έχουν κυκλοφορήσει 7 δίσκοι του. Υπήρξε ο πρώτος που διασκεύασε παλιούς ηπειρώτικους δημοτικούς σκοπούς παρουσιάζοντας τα ηπειρώτικα στο κοινό της Αθήνας. Το 1996 ήταν υποψήφιος για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας με το βιβλίο του «Στο σπίτι του εχθρού μου», Νεφέλη 1995. Το 2011 έγινε αναδρομική παρουσίαση του συνόλου της δουλειάς του στο Μουσείο Μπενάκη και εκδόθηκε κατάλογος – μονογραφία.
Στη ζωγραφική, τη δουλειά του διακρίνει ένας παραμορφωτικός εξπρεσιονισμός με στοιχεία του απλοϊκού και της ελληνικότητας. Καρικατούρες μοναχικών φιγούρων, τρομακτικές, τοπία έρημα, σκοτεινά με γήινες αποχρώσεις, κραυγάζουν σιωπηλά  άλλοτε με  χιούμορ και σαρκασμό άλλοτε δραματικά και  τρυφερή οικειότητα, εικονοποιώντας  μνήμες και βιώματα της ιδιαίτερης πατρίδας του.  Ο ίδιος ο ζωγράφος είναι συχνά παρών μέσα στο έργο του με την επίμονη εικαστική επανάληψη της φιγούρας του.  Αυτοβιογραφείται  και εικονογραφεί με αίσθηση του οικείου και ταυτόχρονα του μαγικού. Συχνά στις ζωγραφιές του εγγράφει  χειρόγραφα κείμενα που συμπληρώνουν, τροποποιούν ή πολλαπλασιάζουν το νόημα των εικόνων του, θυμίζοντας γραφές  αγιογραφήσεων από λαϊκά εργαστήρια. Οι πίνακες του κατακλύζονται από φιγούρες που περιγράφουν ανθρώπινες ιστορίες, διηγούνται αναμνήσεις, παραμύθια και όνειρα ή εκφράζουν υπαρξιακές αγωνίες, άλλοτε με δραματικό τρόπο, άλλοτε με μια γκροτέσκα ποιητική διάθεση.
xouliaras3
Ο ίδιος για τη ποίηση έλεγε:
«Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια ―όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.
Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.
Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.
Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-γεροντοκόρες που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις, ούτε και τα ποιήματα-ταγιέρ, τα καθωσπρέπει. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια: τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία.
Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά· τα ποιήματα-κυρίες με αλτσχάιμερ. Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ: τα ποιήματα-Μπεν Χουρ, αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι κυρίως για τους κριτικούς κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου.
Από την άλλη δεν μπορώ και τα διστακτικά: τα ποιήματα-σαντάλια με καλτσάκι ούτε και τα ποιήματα-στρατιωτικό αμπέχωνο και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση».
Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι. Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι» καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη.
Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω. Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στο δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο.»
 (Νίκος Χουλιαράς από το «Τα ποιήματα στο δρόμο», Η Λέξη 147, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 1998)
Από το μυθιστόρημά του «Ο Λούσιας», εκδόσεις Κέδρος, 1979 με το οποίο αγαπήθηκε από το αναγνωστικό κοινό:
«Την άλλη τη μέρα, πάλι μοναχός μου ήμουν στο σπίτι, κι είπα από μέσα μου. Καλά που είμαι και μοναχός μου, είπα. Γιατί κι ο Στέργιος να ‘ταν, κι ο Βαγγέλης, εγώ πάλι μοναχός μου είμαι, κι όλα μες στο κεφάλι μου βρίσκονται. Ακόμα και τα Γιάννενα, κι αυτά, μες στο κεφάλι μου τα ‘χω. Αλλά κι αυτοί που είναι απόξω απ’ το κεφάλι μου, καλοί είναι, λέω, γιατί κι αυτοί μες στο δικό τους το κεφάλι, πάλι μοναχοί τους θα ‘ναι. Όταν είμαστε όμως όλοι μαζί, αλλιώτικοι είμαστε. Γιατί εγώ είναι εγώ, κι ο Βαγγέλης είναι ο Βαγγέλης. Ο Στέργιος πάλι είναι άλλος, κι άλλος είναι ο πατέρας του Βαγγέλη. Όλοι μαζί όμως, η Ελλάδα είμαστε. Γιατί, η Ελλάδα είναι και πιο μεγάλη απ’ τα Γιάννενα. Αλλά και τα Γιάννενα, Ελλάδα πάλι είναι κι αυτά»..

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*