Εθνικά θέματα

Πως εκτιμούν τη νίκη του Σύριζα οι ξένοι παράγοντες

0139509b3ed82ff5c5b658fdf5023f72

Μια Αμερικανίδα, ένας Γερμανός και ένας Τούρκος αναλυτής εξηγούν γιατί η νίκη του Τσίπρα κρίνεται θετική εξέλιξη για τις χώρες τους. 

Ο αμερικανικός παράγοντας 

 Η δύσκολη πορεία του Αλέξη Τσίπρα στην Ε.Ε.

Της Τζούντι Ντέμσεϊ*

​Η επανεκλογή του Αλέξη Τσίπρα στην πρωθυπουργία της Ελλάδας αποτελεί καλό νέο για την Ευρωπαϊκή Ενωση, ιδιαίτερα για τη Γερμανία. Ίσως ακούγεται περίεργο. Άλλωστε, ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών Γ. Βαρουφάκης είχε μια πολύ άσχημη σχέση με τον Γερμανό ομόλογό του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, σε σημείο που ο τελευταίος έφθασε σε μια φάση να επιθυμεί το «πάγωμα» της συμμετοχής της Ελλάδας στην Ευρωζώνη.

Η Αγκελα Μέρκελ πολύ γρήγορα σταμάτησε την ιδέα αυτή. Ενα Grexit θα είχε αποδυναμώσει την Ευρώπη ακόμη περισσότερο, αλλά μπορούσε και να καταστρέψει το ευρώ. Όντως, από τη στιγμή που εξελέγη πρωθυπουργός, τον περασμένο Ιανουάριο, ο Αλέξης Τσίπρας και η Γερμανίδα καγκελάριος εργάσθηκαν σκληρά για να οικοδομήσουν μια σχέση κατανόησης. Δεν ήταν πάντα εύκολο. Ιδιαίτερα από τη στιγμή που ο κ. Τσίπρας, αντιδρώντας στις πιέσεις που δεχόταν, έκανε κινήσεις προς διαφορετικές κατευθύνσεις προσπαθώντας να καθησυχάσει το κόμμα του, έδινε μια μάχη για να εξασφαλίσει από τους εταίρους του στην Ευρωπαϊκή Ένωση την καλύτερη δυνατή συμφωνία για τη χώρα του και ταυτόχρονα προσπαθούσε να μην αποξενώσει τη Γερμανία, το πιο σημαντικό μέλος της Ευρωζώνης.

Η κ. Μέρκελ αφιέρωσε πολύ χρόνο μιλώντας στον κ. Τσίπρα για να κερδίσει την εμπιστοσύνη του. Αυτό είναι κάτι που δεν πρέπει να υποβαθμίζεται. Όταν ο Έλληνας πρωθυπουργός έφθασε στην ξαφνική ανακοίνωση, τον Αύγουστο, της διενέργειας πρόωρων εκλογών, υπήρχε ελπίδα στο Βερολίνο και σε αρκετές άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ότι θα κερδίσει. Ήξεραν τι είδος πολιτικού είχαν μπροστά τους για να συνεργασθούν μαζί του. Δεν ήθελαν να έχουν να εργασθούν με άλλο ένα νέο πρόσωπο στην Αθήνα.

Και ο κ. Τσίπρας επίσης γνώριζε –έμαθε μέσα από πικρή εμπειρία– τι σημαίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση και πως το να μπλοφάρει κανείς και να θέτει νέες απαιτήσεις δεν πρόκειται να αποφέρει αποτελέσματα. Από τον Ιανουάριο μέχρι τον Σεπτέμβριο έμαθε τους μηχανισμούς της Ε.Ε., πώς λειτουργεί, ποιοι συμβιβασμοί μπορούν και ποιοι δεν μπορούν να γίνουν. Ήταν μια μεγάλη καμπύλη γνώσης γι’ αυτόν τον δυναμικό ηγέτη ενός κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Ο κ. Τσίπρας έχει τώρα πολύ καλύτερη αντίληψη του τι είναι η Ένωση και ποια είναι η επιρροή της κ. Μέρκελ σε αυτήν. Δεν θα είναι μια εύκολη πορεία.

Είμαστε μακριά από την ημέρα που θα τελειώσει η οικονομική κρίση της Ελλάδας. Αλλά ο κ. Τσίπρας έχει μια λαϊκή εντολή. Εάν έχει αρκετούς τεχνοκράτες και πολιτικό θάρρος για να υλοποιήσει πάρα πολύ δύσκολες μεταρρυθμίσεις, ίσως υπό την ηγεσία του οι θεσμοί της Ελλάδας να μπορέσουν επιτέλους να εκσυγχρονισθούν. Ίσως θα μπορούσε να εισαγάγει και ένα νέο πολιτικό πολιτισμό. Όλα αυτά, φυσικά, είναι μεγάλα «ίσως».

Και σαν να μην έφθαναν αυτά, η Ελλάδα έχει να αντιμετωπίσει την κρίση της ροής προσφύγων και την αστάθεια της Μέσης Ανατολής. Και, βραχυπρόθεσμα, κανένα από τα δύο αυτά προβλήματα δεν πρόκειται να εκλείψει, για να μην αναφερθώ στο τι μπορεί να γίνει σε ό,τι αφορά τις συνομιλίες για επίλυση του Κυπριακού.

Αυτά είναι σημαντικά ζητήματα που αφορούν στην ασφάλεια της Ελλάδας και ο κ. Τσίπρας θα χρειαστεί να τα διαχειρισθεί και να τα αντιμετωπίσει. Η αναμενόμενη συνάντηση ανάμεσα στους προέδρους των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας, στη Νέα Υόρκη, αυτή την εβδομάδα, ίσως οδηγήσει σε πολιτικές διαπραγματεύσεις για το πώς μπορεί να τερματισθεί ο πόλεμος στη Συρία. Εάν συμβεί αυτό, θα μπορούσε σιγά σιγά να αφαιρέσει από την Ελλάδα το τεράστιο βάρος που έχει να αντιμετωπίσει σε σχέση με τους πρόσφυγες.

Επιπροσθέτως, εάν ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν καταφέρει μια διπλωματική επιτυχία στα Ηνωμένη Έθνη, ο κ. Τσίπρας δεν θα δαιμονοποιείται πλέον σε τέτοιο βαθμό από τους εταίρους του στην Ευρωπαϊκή Ένωση για το «φλερτ» προς τη Μόσχα. Αλλά πέρα από όλα αυτά τα δεδομένα, ο κ. Τσίπρας γνωρίζει με ποιον πρέπει να συνεργάζεται και σε ποιον να πιστεύει και να στηρίζεται. Και αυτός δεν είναι άλλος από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και μην ξεχνάτε το ΝΑΤΟ. Ναι, κατά την πρώτη θητεία του στην πρωθυπουργία, οι κυβερνητικοί του εταίροι όντως εκτόξευσαν κάποιες απειλές περί αποχώρησης από το ΝΑΤΟ. Μπορεί κανείς να ονειρεύεται. Την τελευταία φορά που κοίταξα, η Ελλάδα είχε απελπιστικά ανάγκη το ΝΑΤΟ ως ζωτικό εγγυητή της ασφάλειάς της σε αυτήν την αυξανόμενα απρόβλεπτη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου. Αυτή η ανάγκη θα καταστεί πιο σημαντική τους επόμενους μήνες και χρόνια, υπό την προϋπόθεση ότι η Ατλαντική Συμμαχία και η Ευρωπαϊκή Ένωση θα αρχίσουν να σκέπτονται και να δρουν στρατηγικά σε ό,τι αφορά την ανατολική και τη νότια γειτονιά τους.

* Η κ. Τζούντι Ντέμσεϊ είναι αναλύτρια στο ίδρυμα Carnegie.

 

Ο γερμανικός παράγοντας 

Τρεις επιπτώσεις στις ελληνικές θέσεις

Του Ίαν Λέσερ*

Το παρατεταμένο δράμα των διαπραγματεύσεων με την τρόικα και η συναισθηματική φόρτιση και διαίρεση σε διεθνές επίπεδο με αφορμή το ελληνικό χρέος, όχι μόνο μεταξύ της Αθήνας και του Βερολίνου αλλά και εντός της ευρωπαϊκής ένωσης, διατήρησαν την Ελλάδα και την κυβέρνηση υπό τον Αλέξη Τσίπρα στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος.

Λίγα πράγματα έχουν αλλάξει σε ό,τι αφορά τα μείζονα ζητήματα του χρέους και της ανάκαμψης. Για τους πιστωτές της Ελλάδας η πίεση που θα ασκηθεί στη νεοεκλεγείσα κυβέρνηση θα επικεντρωθεί στην ανάγκη να υπάρξει ταχεία και εμφανής πρόοδος στις μεταρρυθμίσεις. Αλλά το διεθνές περιβάλλον έχει αλλάξει σημαντικά τους τελευταίους μήνες και αυτό μπορεί να έχει κάποιες σημαντικές επιπτώσεις για τις θέσεις της Ελλάδας.

Πρώτον, η προοπτική για ανάκαμψη συνδεόταν πάντα, ώς ένα βαθμό, με την προοπτική της ανάπτυξης σε παγκόσμιο επίπεδο. Με δεδομένες την αναταραχή στην κινεζική οικονομία, τη ρευστότητα στις παγκόσμιες χρηματαγορές και τις συνεχιζόμενες αμφιβολίες σχετικά με την ανάπτυξη στην Ευρώπη, ακόμη και στη Γερμανία, αυτή η προοπτική δείχνει στην καλύτερη περίπτωση αβέβαιη. Οι ηγέτες της Ε.Ε. ίσως τώρα υιοθετήσουν μια πιο προσεκτική προσέγγιση έναντι των πολιτικών και οικονομικών ρίσκων που ελλοχεύουν για την Ευρωζώνη.

Δεύτερον, η κρίση του ελληνικού χρέους δεν βρίσκεται πλέον στην κορυφή της ευρωπαϊκής ατζέντας. Έχει αντικατασταθεί από μία πιο πιεστική και διχαστική αντιπαράθεση για τη μετανάστευση και τους πρόσφυγες.

Η πίεση στην Ελλάδα δεν έχει υποχωρήσει σε καμία περίπτωση, αλλά το κύριο ζήτημα που αναδεικνύεται τώρα είναι ο ρόλος της Ελλάδας και οι απαιτήσεις σχετικά με τα σύνορα και την παροχή ασύλου. Η Ελλάδα είναι κράτος-κλειδί στην πρώτη γραμμή του μετώπου και μία αποτελεσματική προσέγγιση στη μεταναστευτική πρόκληση είναι αδύνατη χωρίς τη στενή συνεργασία μεταξύ Βρυξελλών και Αθήνας.

Τρίτον, πέρα από την προσφυγική κρίση, η Ευρώπη και οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν μια σειρά σημαντικών προκλήσεων στους τομείς της εξωτερικής πολιτικής και της ασφάλειας στην περιφέρεια της Ευρώπης. Πολλές από αυτές παρατηρούνται στη γειτονιά της Ελλάδας και η τελευταία θα εμπλακεί μέσω των αποφάσεων της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ. Επίσης θα συνεχιστούν οι προσδοκίες της Δύσης σε ό,τι αφορά την ελληνική πολιτική έναντι της Ρωσίας και άλλων θεμάτων, αλλά θα υπάρξουν επίσης νέες ευκαιρίες για να δείξει η Αθήνα ότι παραμένει στον πυρήνα της Ευρώπης σε ό,τι αφορά τη διαχείριση κρίσιμων διεθνών ζητημάτων και ταυτόχρονα πως αποτελεί μέρος της λύσης σε μερικά από τα πιο πιεστικά ζητήματα, από το μέλλον της Συνθήκης Σένγκεν μέχρι την πιθανή λύση του Κυπριακού.

* Ο κ. Ιαν Λέσερ είναι εκτελεστικός διευθυντής του ιδρύματος German Marshall Fund στην Ευρώπη.

Ο τουρκικός παράγοντας
Γιατί η Αγκυρα αποτιμά θετικά το αποτέλεσμα
Σινάν Ουλγκέν*

Η Άγκυρα αποτιμά πολύ θετικά το αποτέλεσμα των ελληνικών εκλογών στην Ελλάδα. Μια νέα και μακράς πνοής κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να διασφαλίσει την πολιτική σταθερότητα στην Ελλάδα σε μια εποχή κατά την οποία οι διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό φθάνουν σε κρίσιμη καμπή.

Φαίνεται σαφώς να παρουσιάζεται ένα μοναδικό «παράθυρο ευκαιρίας» για διευθέτηση αυτού του χρόνιου προβλήματος. Αλλά η επίλυση θα απαιτήσει, τελικά, πολιτική βούληση τόσο από την Άγκυρα όσο και από την Αθήνα. Αυτός είναι ο λόγος που χρειάζεται να υπάρχουν και στις δύο χώρες εκλεγμένες κυβερνήσεις με ισχυρή λαϊκή εντολή.

Πέρα από το Κυπριακό, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είναι πιθανότερο να είναι πιο υποστηρικτική από μια εθνικιστική κυβέρνηση στην ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μια εξέλιξη η οποία αυτή την περίοδο παρουσιάζει εμπλοκή.

Μια επίλυση του Κυπριακού θα δημιουργήσει επίσης ένα πιο θετικό κλίμα και για την επίλυση των διμερών προβλημάτων μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Επίσης, από τη φύση της προσφυγικής κρίσης, που θα είναι μακρόχρονη, η Ελλάδα και η Τουρκία πρέπει να έχουν μια καλή επιχειρησιακή συνεργασία, καθώς και οι δύο χώρες πλήττονται σοβαρά από τις αρνητικές επιπτώσεις της σύρραξης στη Συρία.

Στην Άγκυρα είναι ευπρόσδεκτη η παρουσία στην Ελλάδα μιας κυβέρνησης που δεν είναι αντίθετη σε μια πιο εποικοδομητική διαχείριση του ζητήματος των προσφύγων. Υπό το ίδιο πρίσμα, υπάρχουν ελπίδες ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιβληθεί του μικρότερου κυβερνητικού εταίρου για να προωθήσει την εφαρμογή μέτρων οικοδόμησης εμπιστοσύνης με την Τουρκία, τα οποία θα επιτρέψουν την εκατέρωθεν περικοπή των αμυντικών δαπανών.

Τέλος, η Άγκυρα παρακολουθεί με μεγάλη προσοχή τις εξελίξεις σε ό,τι αφορά την οικονομική κρίση στην Ελλάδα. Δεν είναι προς το συμφέρον της Τουρκίας να καταρρεύσει η ελληνική οικονομία και να βγει η χώρα από την Ευρωζώνη. Μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγήσει σε περίοδο αβεβαιότητας και αστάθειας, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και πέρα από αυτήν, μέχρι και τις Βρυξέλλες, με αρνητικές συνέπειες σε ό,τι αφορά το μέλλον της διεύρυνσης.

Η Τουρκία υποστηρίζει τη διατήρηση από την Ελλάδα της επιρροής της στις Βρυξέλλες, καθώς τη βλέπει ως φυσικό σύμμαχο της ένταξης της Τουρκίας στην Ένωση, ιδιαίτερα μετά από ενδεχόμενη μελλοντική λύση του Κυπριακού.

Επίσης, η επανεκλογή του ΣΥΡΙΖΑ αυξάνει την προοπτική εφαρμογής του σταθεροποιητικού προγράμματος στην Ελλάδα, που θα αποκλείει το σενάριο του Grexit.

* Ο κ. Σινάν Ουλγκέν είναι διευθυντής του Κέντρου Μελετών για την Οικονομία και την Εξωτερική Πολιτική, στην Κωνσταντινούπολη.

Τα άρθρα δημοσιεύτηκαν στην Καθημερινή

 Και οι τρεις παράγοντες συγκλίνουν ότι με την κυβέρνηση Σύριζα-Ανέλ το Κυπριακό αποκτά νέα δυναμική για να επιλυθεί. Να συγκρατήσουμε τον τρόπο με τον οποίο θέτουν τη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης, ειδικά ο Τούρκος αναλυτής επιμένει ιδιαίτερα. Η Τουρκία, μέσω της αντιμετώπισης του προσφυγικού, βλέπει μια ευκαιρία να θέσει τις βάσεις συνδιαχείρισης του Αιγαίου. 

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*