Άρδην τ. 13

ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΕΘΝΙΚΟ;

Ο πολιτειολόγος Κώστας Θεολόγου συζητάει με το φιλόλογο Ανδρέα  Παναγόπουλο*

Ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια που απασχολούν τη συγκρότηση του κράτους, του λαού και του έθνους, αποτελεί το κεφάλαιο της γλώσσας. Πολλές φορές το γλωσσικό υπήρξε η αιτία για εξεγέρσεις και συγκρούσεις και διατάραξη της κοινωνικής γαλήνης. Η γλώσσα είναι κώδικας επικοινωνίας, εργαλείο σκέψης, τρόπος έκφρασης και φορέας ιδεολογίας Τη γλώσσα μας έδωσαν ελληνική. Αλλά άραγε;

Αναγκάστηκα να επεξεργασθώ (δυστυχώς περικόπτοντας) τον προφορικό πακτωλό του συνομιλητή μου, και κράτησα ζηλότυπα πολλές από τις εν τη ρύμη του λόγου παρεκβάσεις και κρίσεις του, τις οποίες θα μπορούσα να εκθέσω επανερχόμενος μιαν άλλη φορά.

 

Κώστας Θεολόγου:-Κατά πόσο και με ποιον τρόπο η γλώσσα ενός λαού ή η διαχείριση του γλωσσικού ζητήματος σ’ ένα κράτος συνιστά και εθνικό θέμα του;

Ανδρέας Παναγόπουλος:-Αν εννοείτε, κύριε Θεολόγου, τη λέξη ‘εθνικό’ ως εθνικής σημασίας, δηλαδή μεγάλης σπουδαιότητας, τότε ασφαλώς ισχύει αυτό που λέτε και μόνον έτσι αντιλαμβάνομαι το επίθετο εθνικός εδώ. Όχι όπως λέμε εθνικός στρατός ή εθνική ομάδα. Από αυτή την άποψη συμφωνώ και μάλιστα θεωρώ ότι είναι ένα από τα δύο-τρία σημαντικότερα ζητήματα κάθε έθνους σε σημασία. Γιατί η γλώσσα δεν έρχεται μόνη. Η γλώσσα είναι και φορέας και δημιουργός της ιδιοπροσωπίας και της ταυτότητας ενός λαού και ενός έθνους, πολύ περισσότερο η ελληνική γλώσσα, που έχει και μακρά ιστορία και έχει καλλιεργηθεί σε όλες τις φάσεις της από μεγάλους συγγραφείς και/ή ανώνυμους δημοτικούς ποιητές.

Κ.Θ.: Αναλογίζομαι, κύριε Παναγόπουλε, κατά πόσο το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα αντιλαμβάνεται τη γλώσσα ως εθνικής σημασίας για τον ίδιο τον εκαιδευόμενο λαό. Διακινδυνεύω να διατυπώσω την ερώτηση σε μια περίοδο που πολλά ακούμε για υπερπατριώτες και εθνικιστές και ενώ το περιοδικό «ΝΕΜΕCIS» έχει την ταμπέλα του  εθνικιστικού εντύπου, από «προοδευτικούς» και «αναπτυξιακούς»  «έλληνες» (όλα εντός εισαγωγικών).

Α.Π:- Αν κρίνει κάποιος από το τί συνέβη στα τελευταία είκοσι χρόνια μετά τη λεγόμενη μεταρρύθμιση Ράλλη το 1976, φαίνεται ότι οι ιθύνοντες δεν αντελήφθησαν σωστά το ρόλο της γλώσσας στο εκπαιδευτικό σύστημα, γι’ αυτό στο ζήλο τους να καθαρίσουν με την καθαρεύουσα καθάρισαν με την ελληνική γλώσσα κατ’ ουσίαν. Άλλο εθνικό θέμα, κι άλλο εθνικισμός.

Κ.Θ:- Σχολιάστε, παρακαλώ, σύντομα αυτή τη μεταρρύθμιση. Θα ήταν χρήσιμο για τους αναγνώστες.

Α.Π:- Η μεταρρύθμιση είχε δύο θετικά στοιχεία: επέβαλε τη δημοτική σ’ όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης και ξεχώρισε την ειδική παιδεία- με την έννοια της τεχνικής- από τη γενική παιδεία. Αυτά ήταν πολύ σωστά και τα δύο. Αλλά μαζί μ’ αυτά και σιγά-σιγά, επειδή τρώγοντας έρχεται η όρεξη, ήρθε και ο περιορισμός της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στο ελάχιστο και, στη συνέχεια, η κατάργηση του πολυτονικού. Αυτό το ελευταίο υπήρξε μεγάλο ιστορικό λάθος και μόνον οικονομικό όφελος προήλθε από αυτό…

Κ.Θ:- Οικονομικό όφελος τίνος ;

Α.Π: – Όσων  ασχολούνταν με την παραγωγή προϊόντων του Τύπου (εφημερίδες,  περιοδικά κτλ). Ο ίδιος ο κ. Ράλλης στην απολογία του πέρυσι, κατά τη γιορτή που έγινε προς τιμήν του, για να του απονεμηθεί πλακέτα (δηλαδή μικρή πλάκα- είχε χιούμορ αυτός που το σκέφτηκε!), είπε ότι τον πίεσαν πάρα πολύ τα συγκροτήματα του Τύπου να επιβάλει το μονοτονικό, γιατί είχαν μεγάλο κέρδος, όφελος οικονομικό! Δηλαδή αν αύριο με αυτή τη λογική κάποιος ταγός, που μπορεί να αποφασίζει, δεχθεί την πρόταση από τα εκδοτικά συγκροτήματα και τα μεγάλα συμφέροντα: «καταργείστε από το ελληνικό αλφάβητο την ελληνική και κάντε το λατινικό και για λόγους ομοιομορφίας με την άλλη Ευρώπη»το οποίο ψιλοσυζητείται κιόλας, και το λένε απ’ έξω απ’ έξω, (και το Αristera, αν θυμάστε, είναι σαν μια δοκιμή για να πιάσουμε την αντίδραση του λαού) αν ο ταγός αυτός ακολουθήσει αυτή την πρόταση, τότε μπορεί μεν να έχει καλή πρόθεση, να πάμε δηλαδή για οικονομία και ομοιομορφία, θα οδηγηθούμε όμως σε τέλεια κατάντια, διότι εκεί πλέον θα είναι η ολοκλήρωση της γλωσσικής καταστροφής! Το πολυτονικό δηλαδή λεοτουργεί και ως προχωρημένη γραμμή άμυνας.

Κ.Θ:- Να μείνουμε λίγο στην Αριστερά, μια και την αναφέρατε. Έχει η Αριστερά το δικό της ποσοστό συμμετοχής, για να μην πω ενοχής, στα όσα γίνονται εις βάρος της γλώσσας; Διότι κάποτε ο δημοτικισμός λέγαμε ότι υπήρξε η πρόοδος στη νέα ελληνική, ενώ τώρα η λατινική γραφή στις λέξεις μήπως αποτελεί το νέο στοιχείο για τη γλωσσική μετεξέλιξη; Νομίζω ότι δεν άρθρωσε μιαν άποψη και δεν όρθωσε μιαν αντίσταση ενώ όφειλε.

Α.Π:- Κατ’ αρχάς έχω τη γνώμη ότι αυτό το Αristera μάλλον τους ξέφυγε. Κάποιος πήρε την πρωτοβουλία και το’ βγαλε, αλλά μπροστά στη γενική κατακραυγή το απέσυραν γρήγορα. Όσον αφορά τη γενικότερη σημασία του ερωτήματος πιστεύω ότι η Αριστερά έχει ευθύνη γι’ αυτήν την κατάσταση, αλλά επειδή δεν άσκησε εξουσία, δεν επέβαλε και αλλαγές που να επηρεάσουν τα γλωσσικά. Έβλαψε μόνον από τη χρήση της γλώσσας από τους μηχανισμούς της/και από τις κομματικές νεολαίες της, που χρησιμοποιούσαν μια ξύλινη γλώσσα, τόσο απαράδεκτα φορμαλιστική και τόσο άκομψη και χωρίς φαντασία, ώστε αρκούσε να ακούσεις δυο λέξεις για να καταλάβεις σε ποια νεολαία ανήκε κάποιος. Ξύλινος λόγος δηλαδή επικοινωνιακά απαράδεκτος. Έπειτα, τί είναι τώρα αριστερά δεν μπορεί να σου το ορίσει κάποιος. Πάντως η λατινοποίηση της γραφής δεν είναι πρόοδος. Θα ήταν κάτι χειρότερο από έγκλημα, θα ήταν λάθος.

Κ.Θ:- Δεν είναι δυνατό να ακυρωθούν οι αποφάσεις που απλοποίησαν τις σχέσεις των μαθητών με τη γλώσσα; Η καθομιλουμένη, το μονοτονικό, τα κείμενα σε μετάφραση και όχι στο πρωτότυπο συνετέλεσαν στην απώλεια της γνώσης μας για την ιστορική εξέλιξη της γλώσσας. Αυτή η γνώση μας βοηθούσε να κατανοήσουμε καλύτερα την ορθογραφία και τις έννοιες που περιέκλειαν οι λέξεις της γλώσσας μας. Η επαναφορά αυτών των θεμάτων προς συζήτηση είναι μάταιη, συνιστά απώλεια χρόνου; Υπάρχει άραγε αυτή η πιθανότητα να ξαναβρούμε αυτή την επαφή και την ουσιαστική γνώση της γλώσσας μας;

Α.Π:- Εδώ έχουμε πολλά ερωτήματα συνεπτυγμένα σε ένα μεγάλο. Αλλά αν μπορώ να συλλάβω «τον νουν» του ερωτήματος, πιστεύω ότι ποτέ δεν είναι αργά, αν σκεφθεί κάποιος ότι η ελληνική γλώσσα πέρασε κι από 400 χρόνια δουλείας στην Τουρκοκρατία…

Κ.Θ:- Αυτό όμως δεν είναι κάποιο μοτίβο που το επαναφέρουμε συνεχώς, 400 χρόνια σκλαβιάς, ως άλλοθι για διάφορα κακά σε πολλούς τομείς, δικαιολογώντας άλλες αμαρτίες.

Α.Π:- Δεν το αναφέρω για να δικαιολογήσω κάτι. Τετρακόσια χρόνια μη χρήσης της γραπτής μορφής της γλώσσας, σχεδόν προφορικά, το δημοτικό τραγούδι δενέπαψε ποτέ να παράγει αριστουργήματα, η εκκλησιά δεν έπαψε ποτέ να λειτουργεί, και κάποια κρυφά σχολειά όντως λειτουργούσαν. Η φλόγα έμεινε άσβεστη στα παραδοσιακά κέντρα συντήρησης, όπως είναι η εκκλησία. Δεν υπήρχαν θεσμοθετημένα σχολεία. Οι Τούρκοι δεν είχαν διοικητική οργάνωση, δεν είχαν γραφειοκρατία. Ευτυχώς, διότι αν είχαν, δεν θα υπήρχε Ελλάδα, δεν θα υπήρχε κανένας λαός στη Βαλκανική. Όλοι θα ήσαν Οθωμανοί. Αν οι Τούρκοι διέθεταν στοιχειώδη οργάνωση κράτους, γραφειοκρατία, και δεν ενδιαφέρονταν μόνο για την είσπραξη των φόρων, θα είχαν αφομοιώσει φυλετικά με τον καιρό όλους τους λαούς σε Οθωμανούς, θα είχαν επιβάλει τη θρησκεία και τη γλώσσα τους και οι λαοί θα είχαν λησμονήσει σε μια-δυο εκατοντάδες χρόνια ποιοί είναι. Αυτό συνέβη εξαιτίας της ραθυμίας των κατακτητών.

Κ.Θ:- Δηλαδή αυτή η απουσία κρατικής υποδομής και στοιχειώδους γραφειοκρατίας είναι αποτέλεσμα της ραθυμίας των Οθωμανών;

Α.Π:- Ναι, δεν είναι καθόλου σκόπιμα μεθοδευμένη. Επανερχόμενος στο αρχικό ερώτημα, πιστεύω ότι υπάρχει περιθώριο επανόρθωσης στα πάθη της γλώσσας μας.

Κ.Θ:- Με ποιον τρόπο;

Α.Π:- Πιστεύω ότι όπως νομοθετικά θεσπίστηκε κάτι, έτσι και νομοθετικά μπορεί και να ανατραπεί. Να επανέλθει στη δημόσια διοίκηση και σ’ όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης το πολυτονικό και να θεσμοθετηθεί η τόνωση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών και στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο και από το πρωτότυπο.

Κ.Θ:- Όλο αυτό το διάστημα που παρήλθε (μια εικοσαετία) από τη μεταρρύθμιση Ράλλη μέχρι τις μέρες μας μόρφωσε γενιές μαθητών που δεν διδάχθηκαν αρχαία και πολυτονικό. Πώς θεραπεύεται αυτό το κενό;

Α.Π:- Δεν θεραπεύεται εύκολα, αλλά ευτυχώς υπάρχει μια φοβερή ζήτηση, ένας ζήλος του «χαμένου παραδείσου». Βλέπεις σπίτια απλών ανθρώπων με χαμηλά εισοδήματα, που νοσταλγούν τα καλά ελληνικά: αγοράζουν περιοδικά τυπωμένα σε πολυτονικό, ήδη τα μισά περιοδικά τυπώνονται σε πολυτονικό. Υπάρχει μια αυξανόμενη ζήτηση. Κυρίως λογοτεχνικά…

Κ.Θ:- Η εκτίμηση σας για τα μισά περιοδικά νομίζω είναι υπερβολική. Μπορείτε να μας αναφέρετε τρία περιοδικά που τυπώνονται σε πολυτονικό, κύριε Παναγόπουλε;

Α.Π:- «Η Λέξη», ας πούμε, είναι σε πολυτονικό,  «Το Δέντρο», επίσης. «Η Ελληνική: Διεθνής γλώσσα» (όργανο του ΟΔΕΓ- Οργανισμού για τη διάδοση- διεθνοποίηση της ελληνικής γλώσσας, του οποίου είμαι Πρόεδρος), η «Αρχαιολογία, ο «Εκηβόλος» και πολλά άλλα. Η ζήτηση στο μεταξύ είναι αυξανόμενη. Εκδοτικού οίκοι και έντυπα ζητούν στοιχειωθέτη και διορθωτές που γνωρίζουν το πολυτονικό. Σιγά-σιγά όλο και περισσότερα έντυπα μετατρέπουν το σύστημα τους σε πολυτονικό, παρά την αύξηση της δαπάνης. Δέχονται οι αναγνώστες μια μικρή επιβάρυνση στην τιμή προκειμένου να έχουν καλά ελληνικά. Κατανοούν ότι δεν είναι απλά στολίδια, αλλά μεγάλη βοήθεια για τη γλωσσική επάρκεια. Τους βοηθάει να ανακαλύψουν τις ρίζες μας.

Κ.Θ:- Τους βοηθάει στην ετυμολογία.

Α.Π:- Ακριβώς! Και αυτή η ετυμολογία, που λέτε, δεν είναι ανασχόληση μόνο των φιλολόγων. Είναι διαρκής αναμέτρηση με τη γλώσσα, με το ίδιο το παρελθόν μας. Είναι πολύ γοητευτικό να ανακαλύπτεις ότι το μπάνιο είναι παραφθορά του ‘βαλανείου’, επειδή καίγανε βαλάνους, για να ζεστάνουνε το νερό, δηλαδή βελανίδια. Από τα βαλανείον των βυζαντινών, βγήκε το balneum στα λατινικά και από το balneum το μπάνιο και άλλα πολλά. Η θύρα χάθηκε από το λαό, αλλά σώθηκε στους φιλάθλους «Θύρα 13», σώθηκε στο παρα-θύρι, ανιχνεύεται στο γερμανικό Τuer και στο αγγλικό door.

Κ.Θ:- Και κυρίως η ετυμολογία έχει πολύ μεγάλη σημασία για κάποιον που θέλει να μάθει ορθογραφία, θέλει να μάθει ποιες λέξεις έχουν διπλά γράμματα και γιατί, και τέτοιου είδους τεχνικές για να κάνεις άσκηση με κάποιο μικρό παιδί…

Α.Π:- Είναι ωραίο παιχνίδι. Είναι πολύ απλό να του εξηγήσεις ότι η ημέρα θέλει δασεία, απόδειξη ότι η σύνθετη λέξη είναι καθημερινός και εφήμερος, αλλιώς θα ήταν κατημερινός και επήμερος.  Υπάρχουν και κάποιες παράξενες εξαιρέσεις, όπως είναι η επέτειος και το εφέτος, αλλά αυτά δεν είναι του παρόντος.

Κ.Θ:- Μπορούμε δηλαδή να αντιλαμβανόμαστε τις διάφορες μορφές της ελληνικής γλώσσας ως διακεκριμένα θραύσματα ενός ενιαίου συνόλου σε διάφορους τόπους και τρόπους της επικράτειας; 

Α.Π:- Ναι, πιστεύω ότι είναι ουσιαστικά ένα και το αυτό πράγμα του μεγάλου κορμού της ελληνικής γλώσσας, σε διάφορες φάσεις. Και όχι μόνο τώρα στη φάση που γράφεται, αλλά και όταν δεν γραφόταν ή τέλος πάντων δεν γραφόταν με ελληνικούς χαρακτήρες, δηλαδή με ελληνικό αλφάβητο, πάλι ελληνικά ήτανε. Οι φιλόλογοι, οι γλωσσολόγοι και οι μυκηνολόγοι, έχουν διαπιστώσει ότι ελληνικά μιλούσανε και οι Μυκηναίοι και οι Μινωίτες, ελληνικά γραμμένα στη γραμμική Β΄ , μόνο που τα ελληνικά εκείνα είναι γραμμένα με άλλο σύστημα γραφής, συλλαβικό και γραμμικό, δηλαδή αποδίδει τα ίδια πράγματα. Και η λεγόμενη φοινικική από την οποία κατάγεται άμεσα η ελληνική γραφή, στην πραγματικότητα συγκροτήθηκε με ιδέες που πήραν αρχετύπως οι Φοίνικες, για να φτιάξουν το δικό τους αλφάβητο, από το μυκηναϊκή γραφή (Α΄και Β΄) που ήταν διαδεδομένη στον Μεσογειακό χώρο. Υπάρχει από το 1913 και το βιβλίο του γερμανού H. Schneider για την κρητική ελληνική καταγωγή του φοινικικού αλφαβήτου, που το ξέρουν όλοι, πλην, περιέργως, των ελλήνων επιστημόνων.

Κ.Θ – Σε μια γλώσσα που είναι καθομιλουμένη μπορούμε να χρησιμοποιούμε όλους τους τύπους;

Α.Π:- Βεβαίως, δεν πρέπει να αποκλείσουμε τίποτα, ακόμη και την άκρα καθαρεύουσα, αρκεί να τη χρησιμοποιούμε ως λείψανο. Όταν ο ταξιτζής λέει: «εντάξει, κυρά μου, τα ρέστα;» δεν έχει συναίσθηση ότι χρησιμοποιεί εμπρόθετη δοτική και δεν χρειάζεται να έχει. Εφαρμόζει τη γραμματική χωρίς να την ξέρει.

Κ.Θ:- Για ποια γραμματική γίνεται λόγος; Η γραμματική δεν οφείλει να τηρεί στους κανόνες της αυτό που ονομάζουμε «ετυμολογική προέλευση» της γλώσσας; Γιατί τα παιδιά μαθαίνουν από το Δημοτικό Σχολειό μιαν απλοποίηση γραματικών κανόνων που εμείς οι μεγαλύτεροι μάθαμε αλλιώς;

Α.Π:- Ενα από τα πράγματα που γίνονται σ’ αυτόν τον ευλογημένο τόπο είναι ότι ο πειραματισμός αλλάζει πριν ολοκληρωθεί η προηγούμενη φάση του. Για να γίνει σ’ ένα εκπαιδευτικό σύστημα προηγμένης χώρας, (εννοώ τεχνολογικά προηγμένης, γιατί προηγμένη από άποψη πνευματικού πολιτισμού είναι πιο πολύ απ’ όλες η Ελλάδα), για να γίνει, λοιπόν, η παραμικρή αλλαγή στο αγγλικό σχολείο προκαλείται μεγάλη φασαρία. Πρώτα-πρώτα δεν αλλάζει τίποτα, αν δεν παρέλθουν τουλάχιστον δέκα χρόνια εφαρμογής μιας μεταρρύθμισης, ώστε να φανούν σαφώς κάποια αποτελέσματα και μερικά αρνητικά σημεία. Εδώ λοιπόν αυτό που γίνεται είναι ότι κάθε κυβέρνηση που έρχεται, θεωρεί υποχρέωσή της να κάνει μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Αν όχι μια ριζική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, τουλάχιστον κάνει μια τέτοια παρέμβαση στα πράγματα της Παιδείας, ώστε να ανατρέψει όλα σχεδόν τα προηγούμενα ως εσφαλμένα. Αυτό δεν είναι απλώς λάθος, αλλά και τρομερά επικίνδυνο για την πορεία αυτού του λαού και αυτού του κράτους. Διότι ναι μεν να δίνουμε σημασία στα οικονομικά και τ’ άλλα θέματα, αλλά αν παραγνωρίσουμε τα εκπαιδευτικά και τα πολιτιστικά, βλάπτουμε πάρα πολύ. Γίνεται μεγάλος αγώνας για την επιτυχία του εκσυγχρονισμού, τα προγράμματα σύγκλισης και τα λοιπά. Αλλά και αν επιτύχουν αυτά και έχει χάσει ο έλληνας τη γλώσσα του και το αλφάβητο του και κάθε επικοινωνιακή ικανότητα είναι σαν να έχει κερδίσει τον κόσμο όλο και να’ χει χάσει την ψυχή του.

Κ.Θ:- Τί γαρ ωφελήσει άνθρωπον αν κερδίσει τον κόσμο όλο και απωλέσει την ψυχήν αυτού, ή κάπως έτσι;

Α.Π:- Ναι, σαφώς, από το Κατά Μάρκον. Θέλω να πω ότι ο Έλληνας δεν ήταν ποτέ άνθρωπος με προσανατολισμό αναπτυξιακό, όπως είναι ο Γερμανός. Ο Έλληνας δεν ικανοποιείται ποτέ με φαΐ- ύπνο- δουλειά- αποταμίευση. Ο Έλληνας είναι ένας λαός, όπως τον ζούμε εμείς, και τούτο ποιείν κακείνο μη αφιέναι. Θέλει τη δουλειά, θέλει και τη διασκέδαση, θέλει τις σπουδές, θέλει και τον έρωτα, θέλει και την εκδρομή, θέλει και το ουζάκι του.  Τον Έλληνα τον ενδιαφέρει πολύ η ποιότητα ζωής, όχι μόνο το βιοτικό επίπεδο. Το βιοτικό επίπεδο είναι οικονομικός όρος, η ποιότητα ζωής είναι ηθικός όρος.  Έτσι, ο Έλληνας προτιμά να είναι ευδαίμων, παρά να ευημερεί. Η ευημερία είναι μόνον υλική-οικονομική, η ευδαιμονία όμως είναι  ψυχική-εσωτερική. Ο Έλληνας δηλαδή δεν θα συμβιβαστεί ποτέ με τον κοινώς λεγόμενο «εκσυγχρονισμό». Είναι ενδεχόμενο να επιτύχεις το χτύπημα του πληθωρισμού με το τέλος του ΄99 και αργότερα, αφού τακτοποιήσεις τον πληθωρισμό, να μειώσεις και την ανεργία, αλλά αν καταντήσουν όλοι οι Έλληνες να μιλούν ελληνικά σαν ξένοι προπονητές ποδοσφαιρικής ομάδας, θα είμαστε όλοι στο επίπεδο ελληνικών του Γκμοχ. Θέλω να προσθέσω εδώ ότι η ελληνική γλώσσα είναι η πρωτομάνα των ευρωπαϊκών γλωσσών. Θα έπρεπε αυτό που λένε ψευδονύμως ινδογερμανικά ή ινδοευρωπαϊκά να λέγονται ελληνοσανσκριτικά, δηλαδή ελληνικά σε όλο τον δυτικό κόσμο και σανσκριτικά-δηλαδή αρχαία ινδικά- σ’ όλον τον ανατολικό κόσμο. Αλλά η ελληνική δεν είναι μία ευρωπαϊκή γλώσσα. Είναι η πρωτογλώσσα, η Ursprache. Θα μπορούσα να απαριθμήσω πλήθος παραδειγμάτων για την επίδραση των ελληνικών στις ευρωπαϊκές γλώσσες, στο λεξιλόγιο κυρίως.

Κ.Θ.:- Θα μπορούσατε να σχολιάσετε ίσως τα ελληνικά του Πρωθυπουργού μας, κύριε Παναγόπουλε;

Α.Π:- Πές μου πώς μιλάς να σου πω και πώς σκέφτεσαι, αλλά και πώς συμπεριφέρεσαι.

Κ.Θ:- Διευκρινίζω ότι το ερώτημα μου απευθύνεται σε σας, διότι ο κ. Σημίτης είναι ένας συνάδελφος σας, είναι ένας λόγιος, ένας καθηγητής Πανεπιστημίου…

Α.Π.:- Τί θα πεί καθηγητής Πανεπιστημίου; Το επίπεδο των καθηγητών -του μέσου Έλληνα καθηγητή Πανεπιστημίου-τώρα είναι χαμηλότερο από το επίπεδο των καθηγητών του Γυμνασίου πριν από είκοσι χρόνια.

Κ.Θ.:- Σε επίπεδο γλωσσικό υποθέτω.

Α.Π:- Ναι, και σε επίπεδο γλωσσικό. Μπορεί να έχει κάνει άριστες σπουδές, να είναι δαιμόνιος στην άσκηση εξουσίας, και να είναι τρισάθλιος στη χρήση της γλώσσας του. Είναι να τον λυπάσαι. Φοβάσαι μήπως είναι άρρωστος, τρέμει μήπως έχει να διαβάσει καμμιά τρισύλλαβη λέξη. Δεν είναι μόνο ο Σημίτης. Το ίδο και χειρότερο ήταν ο Έβερτ. Άθλια ελληνικά! Αυτό δείχνει και την εν γένει καλλιέργεια τους. Η παρέα με ‘διανοούμενους’ σαν τον Βέλτσο χειροτερεύει τα πράγματα.

Κ.Θ:- Αυτό δεν είναι ανησυχητικό για το πολιτικό μέλλον της Ελλάδας; Όταν δηλαδή οι πολιτικοί αρχηγοί του εληνικού λαού δεν επι-κοινωνούν σε σωστά ελληνικά;

Α.Π:- Νομίζω ότι είναι και τυχαίο και παροδικό. Στο παρελθόν άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας χρησιμοποιούσαν πολύ δυνατή γλώσσα. Αλλά και τώρα ακόμη. Ένας άνθρωπος, ας πούμε, που καθόλου δεν αποδέχομαι πολιτικά και ηθικά, ο Μητσοτάκης, σπανίως κάνει λάθη. Ο Ανδρέας δεν έκανε ποτέ σχεδόν λάθος.

Κ.Θ:- Κάποιος σύγχρονος πολιτικός και πιθανός ηγέτης, που χρησιμοποιεί σωστά τη γλώσσα του;

Α.Π:- Καλά ελληνικά μιλάει ο Τσοβόλας. Δεν κάνει σαρδάμ και μιλάει σωστά, παρόλο που μιλάει λαϊκά. Ο Κωνσταντόπουλος μιλάει μιλάει εξίσου σχεδόν καλά ελληνικά. Δεν έχει σημασία που είναι νομικοί κι οι δυο τους. Και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι νομικός, αλλά δεν μιλάει καλά ελληνικά. Μιλάει φοβερά γρήγορα και στερεότυπα, νευρικά αλλά χωρίς νεύρο, και δεν έχει ο λόγος του φαντασία. Είναι η παλιά δικηγορίστικη γλώσσα της δεκαετίας του ’60. Η Δαμανάκη, που είναι και πανέξυπνη, και σας το λέω από προσωπική πείρα αυτό, δεν εκφέρει καλά τα ελληνικά, με την έννοια ότι είναι  αγχώδης ο λόγος της. Η μια λέξη καβαλάει την άλλη και πνίγει την πρότασή της. Η Παπαρήγα μιλάει καλύτερα- είναι και φιλόλογος- αλλά πάσχει στο περιεχόμενο.

Κ.Θ:-  Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης;

Α.Π:-Ο Κώστας Καραμανλής είναι εφάμιλλλος του Έβερτ. Και μόνο γι’ αυτό το λόγο δεν πρόκειται ποτέ να σταδιοδρομήσει με επιτυχία ως αρχηγός στη Νέα Δημοκρατία. Και, επιπλέον, η αυταρχικότητα δεν έχει πέραση πια. Προδίδει ανασφάλεια.

Κ.Θ:-  Ο Υπουργός Εξωτερικών;

Α.Π:- Ο Θόδωρος Πάγκαλος είναι απροσδόκητος σε όλα του- και γλωσσικώς. Έχει όμως την ψυχραιμία και την υπομονή να λέει ακριβώς αυτό που θέλει. Ενώ στο φορμαλιστικό μέρος είναι άψογος, από άποψη περιεχομένου μπορεί να σου πει κάτι φοβερά επιζήμιο. Έχω καταγράψει πριν από μερικούς μήνες τον κ. Πάγκαλο να λέει ότι η ελληνική είναι μια δύσκολη γλώσσα, γιατί δεν μας διαβάζουν οι ξένοι και δεν μπορούν να επικοινωνήσουν μαζί μας. Άφηνε λοιπόν να εννοήσει ο επαρκής αναγνώστης ή ο ακροατής πως υπαινίσσεται ότι μια ομοιομορφία στο σύστημα γραφής με την Ευρωπαϊκή Ένωση, εισαγωγή δηλαδή λατινικού αλφαβήτου, δεν θα έβλαπτε καθόλου. Από αυτά τον φοβάμαι τον Πάγκαλο. Όλα αυτά τα κάνει και τα λέει βέβαια εν ονόματι της ειλικρινείας και του αυθορμητισμού. Αντίθετα, του Βενιζέλου τα ελληνικά είναι άψογα: μεστά, κομψά με καλή εκφορά λόγου και χιούμορ.

Κ.Θ:- Για τα ελληνικά του υπουργού Παιδείας τί λέτε;

Α.Π: Τα ελληνικά του Γεράσιμου Αρσένη είναι όπως η πολιτική του: δυνατή, τετράγωνη, ειλικρινής. Η μείωση πάντως των ωρών διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών στην Α΄ και Β΄ Λυκείου είναι δεινό λάθος. Φαίνεται πως χρειάζεται καλύτερους συμβούλους και περισσότερη περίσκεψη σε πολλά ζητήματα, ιδιαίτερα στα δημόσια γλωσσικά όργανα. Δεν άκουσε ποτέ την παροιμία για το λύκο και τα πρόβατα; Αν βέβαια πραγματικά επιθυμεί να μείνει ως υπουργός μεγάλης μεταρρύθμισης και μεγάλου έργου. Διότι αυτή τη φιλοδοξία φαίνεται να έχει και αυτό έδειξε με το τελευταίο νομοσχέδιο.

Κ.Θ:-  Με το οποίο συμφωνείτε εσείς;

Α.Π:- Εν μέρει μόνο! Σε μερικά συμφωνώ, σε άλλα διαφωνώ. Αλλά είτε διαφωνείς είτε συμφωνείς σε κάτι μαζί του αναγνωρίζεις ότι είναι ένας άνθρωπος, που έχει στόχους και οράματα. Αν θέλει λοιπόν να μείνει στην Ιστορία ως υπουργός Παιδείας, θα πρέπει να είναι τολμηρός: Επάνοδος του πολυτονικού και επέκταση και τόνωση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο και από το πρωτότυπο. Και να σταματήσει τους λύκους (δηλ Πρόεδρο και Διευθυντή) από το να φυλάνε τα πρόβατα και μάλιστα με χρήματα του ελληνικού λαού. Σ’ αυτό το τελευταίο θέμα θα επανέλθω.

Κ.Θ:- Πώς να κλείσουμε αυτή συζήτηση μας με τη γνώση και το πάθος σας για την ελληνική γλώσσα, κύριε Παναγόπουλε; Πώς να την ορίσουμε αυτή τη γλώσσα;

Α.Π:- Διακρίνω τέσσερα αδιαμφισβήτητα χαρακτηριστικά της ελληνικής γλώσσας όλων των περιόδων: μεγάλη ακρίβεια, μέγας πλούτος, μεγάλη ποιητικότητα και μεγάλη ευλιγισία. Είναι η μάνα γλώσσα του Δυτικού Κόσμου. Της αξίζει δίκαια καλύτερη τύχη στην Ε.Ε. και όχι όμοια των λεγόμενων «ασθενών» γλωσσών, ανάλογα με τον πληθυσμό των «μικρών» χωρώ, όπως διακηρύσσουν μερικοί.

* O Ανδρέας Παναγόπουλος (Ph.D Lond) είναι Kαθηγητής της Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών., συγγραφέας και κριτικός της λογοτεχνίας.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*