Άρδην τ. 13

Το εθνικό ζήτημα στις νέες συνθήκες

Του Μιχάλη Ράπτη (Πάμπλο) από το Άρδην τ. 13

Αγαπητοί φίλοι και σύντροφοι,

Η σημερινή μου παρέμβαση ξεκινάει απ’ τη διπλή διαπίστωση ότι ο βαλκανικός πόλεμος που μαίνεται σήμερα σε μια ορισμένη περιοχή δεν πρόκειται να τελειώσει σύντομα! Υπάρχουν πιθανότητες γενίκευσης του πολέμου, που μπορεί να αναγκάσουν κάποια στιγμή μία, υπό οποιαδήποτε μορφή, εμπλοκή της Ελλάδας. Αυτό είναι το ένα, και το δεύτερο είναι ότι, παρατηρώντας τα φαινόμενα στη χώρας μας και την στάση τμήματος της νεολαίας αλλά και των πολιτών της χώρας αυτής, διαπιστώνω -και ελπίζω να κάνω λάθος- ότι ούτε ιδεολογικά, ούτε πρακτικά είναι προετοιμασμένοι για μια  τέτοια περίπτωση. Και επειδή θεωρώ ότι ο σημερινός κόσμος συνολικά κρινόμενος εξακολουθεί να είναι προϊστορικός και βάρβαρος, νομίζω ότι αυτοί που εμπλέκονται σε τέτοιες καταστάσεις, όσο κι αν απεχθάνονται να λερώσουν τα χέρα τους, πρέπει να είναι προετοιμασμένοι να πολεμήσουν με τα μέσα που πολεμούν όλοι εκείνοι που αντιτίθενται σε μία επικράτηση της νέας ιμπεριαλιστικής τάξης.

Σκοπός στη σημερινή μας συζήτηση δεν θα είναι να κάνω μία εκτενή ιστορική αναφορά το γιουγκοσλαβικό και στα βαλκανικά γενικά ζητήματα, αλλά να σταθώ στην ανάγκη επανατοποθέτησης ορισμένων απόψεων που είχαν επικρατήσει και εξακολουθούν να  επικρατούν σχετικά με την αντιμετώπιση του λεγόμενου εθνικού ζητήματος. Η επανατοποθέτηση θεωρώ ότι είναι απολύτως αναγκαία, ξεκινώντας από τη βασική διαπίστωση ότι μπήκαμε σε μια νέα ιστορική εποχή, διακρινόμενη από την προσπάθεια εμπέδωσης από μία και μόνο υπερδύναμη μιας «Νέας τάξης» οικονομικής, πολιτικής, πολιτιστικής, στρατιωτικής. Και τέτοια υπερδύναμη έχουν τη φιλοδοξία να είναι οι ΗΠΑ. Αυτό φαίνεται καθαρά από τις διαδοχικές, εκτενείς συζητήσεις που γίνονται σε μικρούς κύκλους των ΗΠΑ, που θεωρούν ότι είναι προικισμένοι με γεωπολιτική στρατηγική σκέψη και οι οποίο εγκέφαλοι έχουν ασφαλώς επιρροή στις προσπάθειες εμπέδωση μιας τέτοιας τάξης, όχι στον κόσμο ολόκληρο, όπως νομίζω -γιατί αυτή η τάξη σε κάποιους χώρους οπωσδήποτε δεν πρόκειται να επικρατήσει- αλλά που σημειώνει για την ώρα επιτυχίες στην Ευρώπη, στα Βαλκάνια, στη Μ. Ανατολή.

Και ιδού πώς συνοψίζουν την άποψή τους οι γεωπολιτικοί αυτοί εγκέφαλοι που προωθούν τη «νέα τάξη πραγμάτων»:

Λένε καταρχήν ότι οι νέες παραγωγικές δυνάμεις, που εδώ και 30 χρόνια κατέχει η ανθρωπότητα, οδηγούν και επιβάλλουν παγκοσμιοποίηση της οικονομίας. Αλλά για την ανάπτυξη και διατήρηση τέτοιας οικονομίας χρειάζεται -όπως υποστηρίζουν- ένα υπερεθνικό κέντρο που να διατηρεί την τάξη. Δηλαδή να αντιτίθεται ακόμα και δυναμικά σε κάθε εθνικιστική έκρηξη που θα έτεινε να εμποδίσει την ομαλή παγκοσμιοποίηση και λειτουργία μιας ενιαίας αγοράς. Οι δευτερεύουσες, κατ’ αυτούς, εθνικές δυνάμεις, όπως είναι οι άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες δίπλα στις ΗΠΑ, θα πρέπει να ανέχονται και να υποστηρίζουν την ύπαρξη και δράση ενός μοναδικού υπερκέντρου όπως θέλουν να είναι οι ΗΠΑ. Έναντι συμμετοχής όλων αυτών στα οφέλη τα προερχόμενα από μια παγκόσμια αγορά, της οποίας η τάξη διασφαλίζεται ταυτόχρονα από την ύπαρξη ενός μοναδικού κέντρου εξουσίας και θεληματικά υποστηριζόμενο από όλους αυτούς. Οι δυνάμεις αυτές πράγματι πρέπει ν’ αποδεχτούν τον δευτερεύοντα ρόλο τους, αλλά απολύτως αναγκαίο για τη διατήρηση της ενιαίας γεωπολιτικής άποψης, στην οποία καταλήγουν οι εγκέφαλοι των ΗΠΑ. Το σχήμα αυτό μοιάζει πάρα πολύ μ’ ένα σχήμα που είχε συζητηθεί και στους μαρξιστές, τον καιρό του Κάουτσκι, όπου προβλέπονταν μια παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού, την οποία να διαχειρίζεται ουσιαστικά μία και μόνο υπερεθνική εξουσία, στην οποία να πρωτοστατεί μία και μόνο εθνική δύναμη, υποβοηθούμενη θεληματικά απ’ όλες τις άλλες δευτερεύουσες εθνικές δυνάμεις και οι οποίες είναι έτοιμες σε περίπτωση που αναπτυχθεί ένας οποιοσδήποτε εθνικισμός να αντισταθούν όλες εναντίον του υπό κοινή και μόνο εξουσία. Το σχήμα αυτό βρήκε μια πρώτη εφαρμογή στον πόλεμο του Κόλπου, όπου επιτεύχθηκε μια γενική, ευρεία σταυροφορία υπό μοναδική πρακτική ηγεσία εκείνη των ΗΠΑ. Κι όπως δεν επιτυγχάνεται -αλλά γίνεται προσπάθεια να επιτευχθεί- στην περίπτωση του γιουγκοσλαβικού πολέμου. Γι’ αυτό οι ακραίες συνέπειες τέτοιας γεωπολιτικής στρατηγικής με κέντρο τις ΗΠΑ θα’ πρεπε να’ ναι η επιβολή δια της στρατιωτικής κυρίως δύναμης, η επαναφορά στην τάξη όσων κωλυσιεργούν, αντιδρούν ή ενεργητικότερα αντιστέκονται.

Η προσπάθεια που καταβάλλεται να διατηρηθεί το ΝΑΤΟ υπό αμερικανική ουσιαστικά ηγεσία, ως ο στρατιωτικός βραχίονας του συνόλου των προηγμένων σε συμμαχία μεταξύ τους καπιταλιστικών κρατών, εντάσσεται σε μια τέτοια προοπτική και επιδίωξη. Στη φάση αυτή, προϋπόθεση τέτοιας PAX UNIVERSALIS αποτελεί η προσπάθεια επιβολής, με την ανάπτυξη  και τις επιτυχίες που σημειώνει  για την ώρα σε ορισμένους τουλάχιστον τομείς του πλανήτη μας, της PAX AMERICANA, που θεωρεί ότι ο κύριος εχθρός αυτή τη στιγμή, εναντίον της εμπέδωσης αυτής της τάξης, είναι τα διάφορα λεγόμενα εθνικιστικά κινήματα, τα οποία πρέπει να προκαλέσουν την ενιαία αντίδραση των μεγάλων και η αντίδραση αυτή να εκδηλωθεί υπό μοναδική δική τους ηγεσία. Πρέπει επομένως να θεωρήσουμε τον εθνικιστικό παράγοντα προβαλλόμενο ως τον κύριο αυτή τη στιγμή αντίπαλο της «νέας τάξης», κάνοντας την εξής διευκρίνιση. Βέβαια, ιστορικά ο εθνικισμός θεωρήθηκε σε μια ορισμένη στιγμή προοδευτικός, αποκρυσταλλώνοντας το έθνος-κράτος στα πλαίσια του οποίου αναπτύχθηκε η πάλη της αστικής τάξης για την εξαφάνιση του προηγούμενου φεουδαρχικού καθεστώτος. Αργότερα η δυναμική των εθνών-κρατών ήρθε σε σύγκρουση με τη δυναμική την αναπτυσσόμενη από τις νέες παραγωγικές δυνάμεις και περάσαμε στη γνωστή ιμπεριαλιστική μορφή ανάπτυξης και με την ανάπτυξη αυτή σε ενδοκαπιταλιστικούς πολέμους. Στη λογική και δυναμική ενός παγκοσμιοποιούμενου καπιταλισμού σήμερα, που αναζητάει σαν μοναδική ηγεσία του εκείνη ενός και μόνου κέντρου, η τάση αυτή έχει σαν αποτέλεσμα να επιδιώκεται με μία προσπάθεια καταστροφής οποιουδήποτε συνόλου ήδη υπάρχει και με ένα κατακερματισμό των συνόλων αυτών, που αν αυτό συμβεί, θα έχει σαν αποτέλεσμα μια προσφυγή σε νέα ανασυγκρότηση εθνικών κρατών. Ενώ οι παραγωγικές δυνάμεις σπρώχνουν προς μια ενοποιημένη παγκόσμια αγορά, η πολιτική προσπάθεια του κέντρου που διεκδικεί την επικυριαρχία πάνω σε μια τέτοια οικονομία οδηγεί σ’ ένα κατακερματισμένο πολιτικά κόσμο, του οποίου οι αντιδράσεις στην ένα τάξη εκδηλώνονται σε μια πρώτη φάση με τη μορφή πράγματι εθνικιστικών κινημάτων και τα οποία κινήματα αυτά μας αναγκάζουν να προβούμε σε μια επανεξέταση του λεγόμενου εθνικού προβλήματος.

Η βασική αντινομία, που χαρακτηρίζει αυτή τη στιγμή τη νέα τάξη, είναι η προσπάθεια προς ένα ενιαίο οικονομικά κόσμο, όμως πολιτικά κατακερματισμένο, ώστε τα μικρά του τμήματα να ελέγχονται ευκολότερα και που οδηγούν βέβαια από την άλλη μεριά, στο βαθμό που τα μέρη αυτά θέλουν να αντισταθούν, στην έξαρση του εθνικιστικού φαινομένου. Φαινόμενο το οποίο η νέα τάξη θεωρεί, αυτή τη στιγμή, σαν το κυριότερο εμπόδιο για την ομαλή λειτουργία τής αναγκαίας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Από την άποψη αυτή, η αναβίωση των εθνικισμών δεν μπορεί να θεωρείται σαν αρνητική, απλώς, εκδήλωση, που εναντιώνεται στην παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, αλλά και σαν αναπόφευκτη εκδήλωση αντίστασης όλων εκείνων, οι οποίοι αισθάνονται ότι είναι υποχρεωμένοι ή να αγωνιστούν για να διατηρήσουν μια δική τους εθνική ταυτότητα ή να υποταχθούν απολύτως στη νέα τάξη πραγμάτων. Από την άποψη της αποτελεσματικότητας των αντιδράσεων στην εδραίωση τέτοιου κέντρου, θα ‘πρεπε επομένως, εκ μέρους, της επαναστατικής Αριστεράς, καταρχήν να υπάρχει μια αντίδραση σε κάθε περίπτωση που η νέα τάξη προσπαθεί να κατακερματίσει ένα ήδη συγκροτημένο σύνολο και να τασσόμαστε κατά της προσπάθειας αυτής. Και εάν αυτό συμβεί όταν βρισκόμαστε μπροστά στην ανασυγκρότηση νέων εθνικών κρατών, που αναζητούν σαν προστασία τους απέναντι στον πολιτικό έλεγχο της νέας τάξης, μια δική τους εθνική ταυτότητα, αυτό να μην μας οδηγεί σε μια αρνητική καταδίκη των προσπαθειών αυτών.

Παραδείγματος χάρη, είναι εντελώς βέβαιο ότι αυτή τη στιγμή γίνεται μια προσπάθεια να κατακερματιστούν όλα τα σύνολα που ακόμα υπάρχουν, όπως αυτό της Κίνας, όπως το σύνολο της Γιουγκοσλαβίας. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, δεν μπορεί να είναι για μας εντελώς αρνητικό ή εντελώς χωρίς σημασία, αν η πράξη μας τείνει προς την επίτευξη ενός τέτοιου αποτελέσματος ή όχι. Γενικά μια ορισμένη τάση της επαναστατικής Αριστεράς σήμερα στην Ευρώπη και αλλού, ξεκινώντας από μία εκτίμηση ενός δικαιώματος που ήταν σωστό σε μια άλλη εποχή, το ξαναθέτει χωρίς μεγαλύτερη περίσκεψη του αποτελέσματός του, δρα προς την εδραίωση του δικαιώματος της αυτοδιάθεση των λαών. Και επομένως, δρώντας προς αυτή την κατεύθυνση, χωρίς να εξετάζει βαθύτερα ποιοι κινούν προς αυτό, ποιες κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις, συγκεκριμένες ωθούν προς αυτό το πράγμα και μέσα στα γενικότερα πλαίσια ποιας κατάστασης πάει να επικρατήσει αυτό το δικαίωμα, σχεδόν άκριτα, μηχανικά θεωρούν ότι το επαναστατικό καθήκον είναι η χωρίς όρους υπεράσπιση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των λαών. Αλλά αν το θεωρήσουμε αυτό στην περίπτωση της γιουγκοσλαβικής κρίσης, θα δούμε το εξής πράγμα:

Υπέρ της αποσύνθεσης του συνόλου της Γιουγκοσλαβίας του Τίτο ήταν καταρχήν νεοκαπιταλιστικές δυνάμεις, οι οποίες παρουσιάστηκαν ιδίως σε ορισμένες Δημοκρατίες της Γιουγκοσλαβίας, όπως τη Σλοβενία και την Κροατία, και οι οποίες χρησιμοποιώντας το δημοκρατικό αυτό αίτημα, αλλά για εντελώς νεοκαπιταλιστικούς σκοπούς, ώθησαν προς μία διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, η οποία Γιουγκοσλαβία δεν ήταν για μας βέβαια ένα ιδανικό παράδειγμα σοσιαλιστικής ομοσπονδίας, αλλά μέσα στο οποίο υπήρχαν ορισμένες κατακτήσεις και οι κατακτήσεις αυτές είχαν κάποια ορισμένη σημασία και δεν μπορούσε κανείς να χρησιμοποιήσει άκριτα το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των λαών για να φτάσει στο αποτέλεσμα που φτάσαμε. Από την άλλη μεριά, όταν αυτές οι συγκεκριμένες κοινωνικοπολιτικές τάσεις μέσα στη Σλοβενία και την Κροατία, νεοκαπιταλιστικού χαρακτήρα, άρχισαν να εκδηλώνονται, είδαμε αμέσως επίσης να τις υπερασπίζουν, να τις ωθούν, να τις επανδρώνουν, να τις σπρώχνουν προς το αποτέλεσμα αυτό, οι καθαρά ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, καταρχήν της Ευρώπης και ιδιαίτερα στην περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας η Γερμανία. Επομένως, αντί να ξεκινάμε στην ανάλυση της γιουγκοσλαβικής κρίσης, αναφερόμενοι στους πρωτόγονους εθνικιστικούς ανταγωνισμούς των διαφόρων εθνών της Γιουγκοσλαβίας και να αποδίδουμε σ’ αυτούς και μόνο ή κυρίως τα αίτια για το τι επακολούθησε, θα έπρεπε να ξεκινάμε πριν απ’ όλα από μια βαθύτερη ανάλυση του παιχνιδιού του ιμπεριαλισμού σ’ αυτή την περιοχή. Χωρίς αν σταθώ σε πολλές λεπτομέρειες, μου κάνει εντύπωση όταν και εδώ στην Ελλάδα εκδηλώθηκε και εκδηλώνεται στις τάξεις μιας ορισμένης Αριστεράς τέτοιος αντισερβισμός, εντελώς μονόπλευρα, να μην παίρνουμε υπόψη ότι σε αυτή τη γιουγκοσλαβική γραφειοκρατική κατάσταση που επεκράτησε σιγά σιγά μετά την επανάσταση, το μέρος το καθαρά σερβικό της γραφειοκρατίας ήταν εκείνο που είχε μία τάση να υπερασπίζει τον ομοσπονδιακό χαρακτήρα της Γιουγκοσλαβίας και αντιδρούσε έντονα στην απόσχιση των διαφόρων Δημοκρατιών της, η οποία απόσχιση δεν είχε ιδεώδη μιας ανώτερης σοσιαλιστικής τάξης, αλλά είχε βαθύτερα ένα νεοκαπιταλιστικό εσωτερικό χαρακτήρα, υποβοηθούμενο από την επέμβαση στη Γιουγκοσλαβία των δυνάμεων του ιμπεριαλισμού. Και επομένως, η όλη τοποθέτηση απέναντι σ’ αυτό το ζήτημα δεν μπορούσε να ‘ναι απλώς μία άκριτη και μόνο υπεράσπιση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης των λαών, χωρίς να παίρνεται υπόψη, όπως πρέπει να γίνεται για κάθε συγκεκριμένη εφαρμογή του μαρξισμού, μέσα σε ποιες ιστορικές συνθήκες γίνεται αυτό το πράγμα και σε τι καταλήγει. Καταλήγει σε μια πραγματική απελευθέρωση μιας καταπιεζόμενης Δημοκρατίας από μία καταπιεστική γραφειοκρατία ή καταλήγει προς τη μεταβίβαση του ζυγού, για τη συγκεκριμένη Δημοκρατία, σ’ ένα ξενικό, πολύ σοβαρότερο και πολύ πιο καταπιεστικό ζυγό; Υπήρχε λόγος να σπρώχνει κανείς προς μία ενσωμάτωση ορισμένων Δημοκρατιών της Γιουγκοσλαβίας στην Ενωμένη Καπιταλιστική Ευρώπη, στην οποία προέχει η δύναμη της Γερμανίας; Ή έπρεπε να εξαντληθούν όλα τα μέσα για μια μεγαλύτερη δημοκρατικοποίηση του ενιαίου συνόλου της υπάρχουσας Γιουγκοσλαβίας; Και εκεί να συμμαχήσει κανείς κριτικά και συγκυριακά  με τις δυνάμεις εκείνες, οι οποίες δεν έσπρωχναν προς αυτή τη διάλυση, αλλά οι οποίες είχαν μάλλον σκοπό να διατηρηθεί αυτή η Ομοσπονδία. Αυτή η προσέγγιση του ζητήματος, χωρίς να τεθεί μέσα στις γενικότερες τάσεις του ιμπεριαλιστικού περιβάλλοντος της Γιουγκοσλαβίας, ήταν μία ανάλυση που δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει σε εσφαλμένα συμπεράσματα. Και από τη στιγμή που αυτό απέτυχε ύστερα από επίμονες προσπάθειες της γιουγκοσλαβικής κεντρικής διεύθυνσης -στα χέρια, πράγματι, της Σερβίας- να μην συμβεί, φθάσαμε βέβαια στις ενδοεθνικές συρράξεις και πολέμους, όπου εκείνο που προείχε για τον καθένα πια ήταν η ανασυγκρότηση μιας δικής τους καινούριας εθνικής ταυτότητας. Δεν μπορεί να καταλογίσει κανείς στους Σέρβους ότι η προσπάθειά τους αυτή δεν είχε κάποια δικαιολογία.

Πρέπει να γνωρίζουμε καλύτερα και σε βάθος ποια είναι η ιστορία του σερβικού εθνισμού, από τότε που σχηματίζεται η Σερβία όταν κατεβαίνουν οι Σλάβοι, περί τον 6ο αιώνα, στα μέρη αυτά. Και ποια ήταν η όλη διαδρομή και ανάπτυξη του σερβικού εθνισμού. Και να έχουμε υπόψη μας ότι ο εθνισμός αυτός διεξήγαγε μία πραγματικά ηρωική αντίσταση, τόσο στο διάστημα της Τουρκοκρατίας, όσο και στο διάστημα των δύο Βαλκανικών και Παγκοσμίων Πολέμων. Η οποία ηρωική αντίσταση συνοδεύτηκε επίσης από γενοκτονία του σερβικού λαού. Γενοκτονία που ήταν ήδη εκτενής και εμφανής τον καιρό της Τουρκοκρατίας -έχοντας υπόψη ότι π.χ. οι σημερινοί Βόσνιοι-μουσουλμάνοι είναι πρώην Σλάβοι, οι οποίο περνώντας υπό μουσουλμανική θρησκεία έγιναν κατά κάποιο τρόπο οι άρχοντες της περιοχής και οι οποίοι δια της βίας προσπάθησαν μετά, περισσότερους Σέρβους να τους περάσουν στην ίδια κατάσταση- και από την άλλη μεριά, ιδίως, να μην ξεχνάμε την τρομερή γενοκτονία των Σέρβων, που έγινε στην αρχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου βέβαια, οι αριθμοί κυμαίνονται από 300-800 χιλιάδες θύματα, όπως οπωσδήποτε είναι γεγονός ότι σε εκείνη την περίοδο οι «ουστάζι» της Κροατίας, ανακηρύσσοντας τους εαυτούς τους περισσότερο Γότθους και Άρειους και από τους Γερμανούς-φασίστες, προέβησαν σε μια τρομερή γενοκτονία του σερβικού έθνους. Άρα οι Σέρβοι είχαν μία δικαιολογία, από τη στιγμή που δεν κατόρθωσαν να διατηρήσουν την ενιαία ομοσπονδία της Γιουγκοσλαβίας, να προστρέξουν σε μία ανασυγκρότηση των καθαρά δικών τους δυνάμεων, μη θεωρώντας ότι μπορεί να παραμείνουν οπουδήποτε υπό ζυγό, είτε κροατικό είτε μουσουλμανικό. Ότι στην προσπάθεια αυτή που οδήγησε σ’ αιματηρότατο πόλεμο, που υπό μία έννοια συνεχίζεται, διαπράχτηκαν θηριωδίες εκ μέρους όλων, αυτό είναι εντελώς βέβαιο, αλλά σημασία δεν έχει το ζήτημα αυτό και μόνο, αλλά η μονομερής καμπάνια που ξέσπασε και εξακολουθεί σ’ ολόκληρη την Ευρώπη εναντίον των Σέρβων.

Η μονομερής καμπάνια και η εντελώς μεροληπτική υπεράσπιση, τόσο των πράξεων, όσο και των βλέψεων και των Κροατών και των μουσουλμάνων. Από την άποψη την επαναστατική, θα θεωρούσαμε απαραίτητο η λεγόμενη Ενωμένη Ευρώπη, η οποία τόσο μεγάλο ρόλο έπαιξε στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, από τη στιγμή που είδε πού κατέληγε αυτή η διάλυση, σε τι τρομερή ενδοεθνική σύρραξη κατέληξε, αντί να στέλνει από τη μια μεριά μονόπλευρη φιλανθρωπική βοήθεια και από την άλλη, ιδίως στρατιωτικά, διαρκώς να πιέζει τους Σέρβους να υποχωρήσουν, θα έπρεπε να προσπαθήσει τουλάχιστον αν είχε επίγνωση των δυνατοτήτων της, έξω από ιμπεριαλιστικά συμφέροντα και σκοπούς, σχετικά με την αναμόρφωση της Γιουγκοσλαβίας και των Βαλκανίων, να κάνει προτάσεις οικονομικής βοήθειας, δεσμού με την ενοποιούμενη Ευρώπη, μια σειρά από ενέργειες εντελώς άλλου χαρακτήρα, οι οποίες ίσως θα είχαν αποτέλεσμα πολύ πιο ευνοϊκό απ’ ό,τι είχε το αποτέλεσμα μιας μονόπλευρης καμπάνιας εναντίον των Σέρβων, η οποία σε μια ορισμένη στιγμή πήρε τη μορφή καθαρά στρατιωτικής απειλής. Επομένως, από την άποψη αυτή, πρέπει να πει κανείς ότι η αντίσταση των Σέρβων, που δεν είναι μόνο αντίσταση εθνικιστικού χαρακτήρα, αλλά και αντίσταση στην επιβολή της νέας τάξης πραγμάτων, και ως τέτοια οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις την αντιμετωπίζουν σήμερα στην Ευρώπη, δεν μπορεί να είναι τελείως καταδικάσιμη, χωρίς κατανόηση, γιατί οι Σέρβοι αντιστέκονται στην Ευρώπη, στη νέα τάξη πραγμάτων. Πρέπει να έχουν μια εντελώς διαφορετική κατανόηση. Χωρίς να έχουμε υποστηρίξει ότι ήταν αναγκαίο να συμβούν όλα αυτά που συνέβησαν και χωρίς αν παίρνουμε μονόπλευρα μία θέση απλώς υπέρ των Σέρβων, δεν θα μπορούσαμε σε καμία στιγμή να θεωρήσουμε ότι η μονόπλευρη και μόνο καταδίκη των Σέρβων και η επέμβαση της Ευρώπης δια στρατιωτικής βίας μπορούσε να είναι ένα οπωσδήποτε θετικό ή ανεκτό αποτέλεσμα. Πρέπει να πω ότι τα πράγματα έφθασαν σ’ ένα σημείο που πράγματι μεγάλη μερίδα της λεγομένης Αριστεράς στην Ευρώπη ήταν έτοιμη, και είναι ακόμα έτοιμη, να θεωρήσει ότι για να σταματήσουν οι θηριωδίες οι διαπραττόμενες δήθεν μονάχα από τους Σέρβους, να επέμβει στρατιωτικά το ΝΑΤΟ. Μέρος επαναστατικών οργανώσεων στην Ευρώπη πήρε αυτή τη θέση, ότι δηλαδή πρέπει να δοθούν όπλα στους Βόσνιους, πρέπει να επέμβει το ΝΑΤΟ και θυμόμαστε πολύ καλά ότι σε μια ορισμένη στιγμή, οι απειλούμενοι βομβαρδισμοί των Σέρβων από το ΝΑΤΟ, είχαν σχεδόν αποσπάσει την επιδοκιμασία και κύκλων της λεγομένης Αριστεράς. Εμείς, βέβαια, ήμασταν τελείως εναντίον τέτοιων θέσεων. Ακόμα σήμερα εκείνα που προτείνουμε θα ήταν: χωρίς καμία επέμβαση στρατιωτικών δυνάμεων και ιδίως κάθε στρατιωτικής βίας, με την αποχώρηση και των κυανοκράνων, οι βαλκανικοί λαοί μεταξύ τους με πίεση λαϊκή να βρούνε τη δυνατότητα κάποιας χαλαρής επανασύνδεσής τους, η οποία με τρόπο ειρηνικό και δίκαιο μπορεί να επαναεγκαταστήσει μια τάξη μεταξύ τους, παρ’ όλο που αναγνωρίζουμε ότι δυστυχώς ό,τι έγινε απομακρύνει για πολύ καιρό ακόμα μια τέτοια δυνατότητα. Πάντως, μην έχοντας μια άλλη λύση αυτή τη στιγμή, δεν είναι δυνατόν να υποστηρίζουμε τα μέσα, με τα οποία ορισμένοι της Ευρώπης και της Αριστεράς της Ευρώπης και των διανοουμένων της Γαλλίας και άλλων καταστάσεων πιο επαναστατικών -δεν θέλω να τις αναφέρω- έχουν ταχθεί υπέρ της άρσης του εμπάργκο όπλων για τη Βοσνία και υπέρ ακόμα μιας στρατιωτικής, άμεσης αν χρειασθεί, επέμβασης του ΝΑΤΟ.

Θα ήθελα επίσης να πω σ’ αυτό το ζήτημα των όπλων, ότι οι μουσουλμάνοι της Βοσνίας, εν αντιθέσει με τους Σέρβους, από την αρχή εξοπλίστηκαν με όπλα δια της Κροατίας και της βοήθειας ολόκληρης της Δύσης, ενώ η Σερβία βρίσκεται ακόμα υπό εμπάργκο και όπλων και οικονομικό και γενικό. Το εμπάργκο ασκήθηκε μονόπλευρα εναντίον των Σέρβων και η ευαισθησία των διαφόρων φιλειρηνικών και φιλανθρωπικών καταστάσεων στην Ευρώπη που εκδηλώθηκε για το Σεράγεβο, σωστή είναι αλλά δίπλα από το Σεράγεβο υπάρχει το Βελιγράδι. Και στο Βελιγράδι  δεν έφτασε ποτέ η οικονομική βοήθεια που έφθασε απ’ όλη τη φιλάνθρωπη Δύση στο Σεράγεβο. Δικαίωμα όλων στην περιοχή της Γιουγκοσλαβίας είναι να αναζητήσουν ύστερα από ό,τι έγινε, ασφαλή καινούρια σύνορα. Και στο βαθμό που αυτό έχει επιτευχθεί, χάρη στη στρατιωτική δύναμη που έδειξαν οι Σέρβοι, ώστε να γίνει μια συζήτηση υπέρ νέων συνόρων Βοσνίας-Κροατίας-Σερβίας, παρ’ όλο που αυτό είναι μία καθαρή ιστορική οπισθοδρόμηση από την πρώην κατάσταση, είναι σχεδόν αναπόφευκτο. Και αν με αυτό το πράγμα θα μπορούσε να τελειώσει ο πόλεμος, κανείς δεν θα μπορούσε να είναι σήμερα εναντίον και δεν μπορεί παρά να είναι εναντίον των μουσουλμάνων και Κροατών, εκείνων που πιεζόμενοι από τις ξένες, ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, από τη μια μεριά λένε ότι επιζητούν μια τέτοια καθοριστική γραμμή νέων συνόρων και από την άλλη κάθε φορά που τα πράγματα πάνε να καταλήξουν, σαμποτάρονται την τελευταία στιγμή. Οι Σέρβοι έχουν κάνει ως τώρα αρκετές παραχωρήσεις. Είναι αλήθεια ότι ήταν κύριοι του 70% της Βοσνίας. Σήμερα έχουν φθάσει στο σημείο να προτείνουν ότι για να εξευρεθεί ειρήνη θα κατέβαζαν το ποσοστό τους σε 50-49% και η προϋπόθεση αυτή θα ‘πρεπε αν είναι μια δυνατότητα λήξης, επιτέλους, του πολέμου, αν πραγματικά γύρω απ’ αυτό το ζήτημα δεν συμβαίνει κάτι το σοβαρότερο.

Εδώ δεν πρόκειται για πόλεμο που ξέσπασε ανάμεσα σε Κροάτες, Βόσνιους και Σέρβους, αλλά πρόκειται για μία αναδόμηση των Βαλκανίων σε νέες σφαίρες επιρροής, όπου ο κυριαρχικός λόγος ανήκει στις μεγάλες δυνάμεις. Στη Γερμανία από τη μια μεριά και στις ΗΠΑ από την άλλη, με επικουρική δύναμη των μεν και των δε, αλλά κυρίως των ΗΠΑ, την Άγκυρα -όχι την Τουρκία- αλλά το στρατιωτικοπολιτικό καθεστώς της Άγκυρας. Δεν είμαστε ούτε εναντίον των Βοσνίων ως μουσουλμάνων, ούτε των Κροατών ως Κροατών, ούτε των Τούρκων ως Τούρκων. Είμαστε εναντίον των πολιτικών κατεστημένων στους διάφορους αυτούς χώρους που κυρίως υπόκεινται αυτή τη στιγμή στην κυριαρχική πίεση μεγάλων, ξένων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Και αν αυτό δεν το καταλαβαίνουμε θα πελαγώνουμε και θα είμαστε σε κατάσταση τέλειας απροετοιμασίας, σχετικά με τα γεγονότα που πρόκειται να συμβούν και στο δικό μας χώρο.

Νομίζω ότι πράγματι είναι σωστό ότι η Ελλάδα σήμερα απειλείται. Ότι υπάρχει ένας κίνδυνος. Ότι υπάρχει ένα σχέδιο αναδόμησης των Βαλκανίων, στο οποίο κυριαρχικό ρόλο θα παίξει η Γερμανία, οι ΗΠΑ και η Τουρκία, χρησιμοποιώντας τις μουσουλμανικές μειονότητες από τη Βουλγαρία, τη Θράκη, τα Σκόπια, το Κοσσυφοπέδιο, την Αλβανία, τη Βοσνία. Όπου η Ελλάδα βρίσκεται ουσιαστικά απομονωμένη και δεν έχει ως σύμμαχο -από άποψη γεωπολιτική- παρά τους Σέρβους. Οι οποίοι Σέρβοι σε μια ορισμένη στιγμή είναι δυνατόν και αυτοί να υποταχθούν στην PAX AMERICANA. Αντιστέκονται για την ώρα και η αντίστασή τους είναι  θετική και εκμεταλλεύσιμη και από τη μεριά τη δική μας, αλλά όμως δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι και η Σερβία και η Ελλάδα τελικά με υποχωρήσεις δεν θα ενταχθούν στην PAX AMERICANA κυριαρχούσα σ’ ολόκληρα τα Βαλκάνια. Πρέπει αυτό να το έχουμε υπόψη μας και απέναντι σ’ αυτό το πράγμα να υπάρχει μία αντίσταση. Η μορφή αυτής της αντίστασης δεν μπορεί να πάρει δυστυχώς το χαρακτήρα άμεσης κοινωνικής επανάστασης, στηριζόμενης στις εργατικές μάζες της Ελλάδας, οι οποίες θα ανατρέψουν αυτή την κατάσταση. Παίρνει, για την ώρα, το χαρακτήρα ενός εθνισμού. Αφύπνισης του εθνισμού.

Προσωπικά θεωρώ ότι είναι αναγκαία οι Έλληνες να αποκτήσουν μια συνείδηση του εθνισμού τους και να είναι έτοιμοι όταν πρόκειται να γίνει μία περαιτέρω συρρίκνωση του λεγομένου εθνικού τους κορμού να αντισταθούν. Να μην επαναλάβουν το έγκλημα, την αδυναμία, την προδοσία, τη δειλία που έδειξαν στο ζήτημα της Κύπρου. Δεν είμαι υπέρ μιας επανάληψης της Κύπρου και στην Ελλάδα. Δεν θεωρώ ότι είναι τίποτα το διεθνιστικό μία αδιαφορία πλήρης αν γίνει ή δεν γίνει και στην Ελλάδα κάτι παρόμοιο που έγινε στην Κύπρο. Μα με ποιο θάρρος μπορείς να λες ότι είσαι υπέρ των Κούρδων ή των Παλαιστινίων που ζητάνε μια πατρίδα κι όταν γίνει σ’ ένα τμήμα δικό σου εισβολή, κατοχή, αλλαγή πληθυσμών και δημιουργείται δικό σου παλαιστινιακό ζήτημα, ποια στάση κρατάς απέναντι στην Κύπρο; Και ξεκινώντας απ’ αυτά, ποια στάση πρόκειται να κρατήσεις αν συμβεί κάτι παρόμοιο στην Ελλάδα; Είναι σωστός ότι ο εθνισμός που είναι απαραίτητος, δεν είναι σε καμία αντίθεση με το διεθνισμό. Ο κάθε διεθνιστής έχει και μια ιδιαίτερη πατρίδα και είναι φυσικό την πατρίδα αυτή να την αγαπάει όχι περισσότερο από τις άλλες, αλλά τουλάχιστον το ίδιο.

Είναι φυσικό επίσης να αισθάνεται ότι δεν μπορεί να έχει δράση επαναστατική, αν δεν δείχνει απέναντι στο λαό του μια συμπαράσταση. Σε ποιον κάτοικο της χώρας σου μπορείς να μιλήσεις και να πεις ότι σου είναι αδιάφορη η ιστορία της Κύπρου ή η επανάληψη της ιστορίας της Κύπρου αύριο και να νομίζεις ότι με τέτοια στάση μπορεί να ‘χεις οποιοδήποτε δεσμό με το λαό σου για άλλες επιτεύξεις; Εάν δεν αφαιρέσεις από την αστική ηγεσία την υπεράσπιση του εθνισμού και την περάσεις στα χέρα της Αριστεράς είσαι τελείως χαμένος σε οποιοδήποτε επαναστατικό σου παιχνίδι.

Είναι εντελώς σωστό να λέμε αυτό: δεν διεκδικούμε με απολύτως τίποτα. Πράγματι δεν διεκδικούμε. Και οποιοσδήποτε πόλεμος επιθετικός και για πλιάτσικο είναι καταδικαστέος από εμάς. Οποιοδήποτε «γιουρούσι» που ορισμένοι σκέπτονται ακόμη στην Αλβανία για να ξαναπάρουμε τη Βόρεια Ήπειρο είναι λανθασμένο. Οποιοδήποτε γιουρούσι και πλιάτσικο, οποιοσδήποτε επιθετικός πόλεμος δεν είναι μόνο καταδικάσιμος, γιατί αλλάζει το χαρακτήρα της αντίστασης του λαού, αλλά είναι και εσφαλμένος μέσα στις τωρινές συνθήκες, θα καταλήξει σε μία γενικότερη σύρραξη από την οποία η Ελλάδα δεν πρόκειται να κερδίσει απολύτως τίποτα. Αλλά, ενώ είναι τελείως σωστό να λέμε ότι δεν διεκδικούμε απολύτως τίποτα, να προσθέτουμε επίσης -διότι αυτό είναι ζήτημα που πρέπει να το εξετάσουμε σοβαρά- ότι είμαστε υπέρ της πληρότητας των δικαιωμάτων οποιασδήποτε εθνικής μειονότητας υπάρχει στην Ελλάδα και πρέπει να δούμε πού υπάρχουν συγκεκριμένα ζητήματα και εκεί που γίνονται αδικίες να επανορθωθούν έγκαιρα. Όχι όπως κάναμε με την τουρκική μειονότητα εν μέρει στην Κύπρο. Λέγοντας αυτά, λέμε επίσης ότι όσο είμαστε εναντίον οποιουδήποτε επιθετικού πολέμου, όπως είμαστε βέβαια υπέρ της υπεράσπισης μειονοτήτων δικών μας στο εξωτερικό, έτσι δεν είμαστε διατεθειμένοι να παραχωρήσομε πια τίποτα από το συγκεκριμένο εθνικό κορμό που έχουμε.

Κι όταν λέμε τίποτα αυτό το πράγμα πρέπει να είναι μια εντελώς διαφορετική, ιδεολογική και πρακτική προετοιμασία κυρίως της νεολαίας μας, η οποία εν μέρει έχει προσβληθεί από το μικρόβιο του ευρωπαϊσμού και της πολιτιστικής αμερικανοποίησης.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*