Άρδην τ. 13

Η νέα τάξη και η Ελλάδα

Η διερεύνηση της  γεωπολιτικής πραγματικότητας αποτελεί σήμερα μια αναγκαία προϋπόθεση για να κατανοήσουμε  το που βαδίζει ο κόσμος, για το που βαδίζει η Ελλάδα!

Η νέα τάξη και τα όρια της

Α. Η διαμόρφωση της «νέας τάξης πραγμάτων». Η νέα τάξη αποτελεί, μετά την «παρένθεση» του 20ου αιώνα -από το 1914 έως το 1989- την «επιστροφή» σε μια ενοποιημένη παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία κάτω από την αιγίδα των ΗΠΑ, όπως μετά τους ναπολεόντείους πολέμους είχε οικοδομηθεί υπό την αιγίδα της βρετανικής αυτοκρατορίας. Μάλιστα αυτή η «επιστροφή» μοιάζει πολύ πιο ολοκληρωμένη γιατί η Αμερικάνικη ηγεμονία είναι πληρέστερη από την αντίστοιχη βρετανική και διαθέτει  τα όπλα  της παγκόσμιας στρατιωτικής ηγεμονίας και των νέων επικοινωνιακών τεχνικών. Έτσι οι ΗΠΑ πέτυχαν  εν τέλει το στόχο που επιδίωκαν από τα τέλη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και μετά, να εγκαθιδρύσουν μια ενιαία παγκόσμια τάξη των πολυεθνικών, που θα επιτρέψει την απρόσκοπτη  λειτουργία του παγκόσμιου καπιταλισμού χωρίς σοβαρά γεωπολιτικά εμπόδια και φραγμούς. Δεν είναι εξ άλλου τυχαίο ότι η Αμερικάνικη πολιτική στρέφεται σταθερά, από την εποχή του Μπρέττον Γούντς, προς την κατάργηση των  δασμών και των εμποδίων  στην  ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και του χρήματος. Είναι ίδιο της παγκόσμιας κοσμοκράτειρας να απαιτεί την  αδιάκοπη «φιλελευθεροποίηση» των αγορών, όπως ακριβώς έκανε και η Αγγλία στη διάρκεια του 19ου αιώνα, ή όπως  είχε κάνει το… ρωμαϊκό imperium στις αρχές της χρονολογίας μας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι ΗΠΑ προσπαθούν να εντάξουν τις χώρες του πρώην Ανατολικού στρατοπέδου στους μηχανισμούς της παγκόσμιας αγοράς και

να εμποδίσουν την ανάδυση ανταγωνιστικών οικονομικών στρατοπέδων,  τόσο στην Ευρώπη, όσο και στη Μέση Ανατολή. Ακόμα και αν η «παγκοσμιοποίηση» μπορεί να σημαίνει, επιμέρους οικονομικές  απώλειες για τα αμερικάνικα συμφέροντα δεν παύει να αποτελεί την βασική γεωπολιτική επιδίωξη των ΗΠΑ. Αυτή η επιδίωξη μεταβάλλεται και σε εσωτερική  πολιτική της πλειοψηφίας των χωρών του πλανήτη, μια και επιβάλλεται από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Διεθνή Τράπεζα, την Παγκόσμια Οργάνωση Εμπορίου κ.λπ.

Η πολιτική της απρόσκοπτης παγκοσμιοποίησης  είναι σήμερα πολύ πιο βίαιη και εξουσιαστική από ότι  συνέβαινε στο παρελθόν, για πολλούς λόγους:

  1. Έχει εκλείψει το αντίπαλο δέος του ανταγωνιστικού στρατοπέδου που επέτρεπε σε χώρες και έθνη -ιδιαίτερα του λεγόμενου Τρίτου κόσμου -πολύ μεγαλύτερη αυτονομία έναντι των δύο υπερδυνάμεων, χρησιμοποιώντας τις μεταξύ τους αντιθέσεις.
  2. Με την κατάρρευση της αντικαπιταλιστικής εξαγγελίας και την γενικευμένη υποχώρηση των εργατικών κινημάτων, μετά την δεκαετία του 1970 οι δυνάμεις αντίστασης στην καπιταλιστική εμπορευματοποίηση είναι πολύ πιο ασθενικές.

Β.  Οι αντίρροπες δυνάμεις.  Όμως  η επίτευξη της απρόσκοπτης παγκόσμιας ηγεμονίας πραγματοποιείται όταν οι ΗΠΑ έχουν πάψει προ πολλού να βρίσκονται στο απόγειο της ισχύος τους. Ενώ το 1945 συγκέντρωναν το 50% της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής, το 1995αντιπροσωπέυουν το 25%. Η Δυτική Ευρώπη προσπαθεί να συγκροτήσει ένα αυτόνομο οικονομικό και πολιτικό πόλο ισχύος με βάση τον άξονα Γερμανία-Γαλλία, ενώ στην Ασία ενισχύεται θεαματικά η κινεζική ισχύς, μετά το ιαπωνικό θαύμα. Τέλος,  ενισχύονται τα ρεύματα της αντίστασης στην παγκοσμιοποίηση και από μία άλλη πλευρά, εκείνη των παραδοσιακών ταυτοτήτων, είτε πρόκειται για θρησκευτικές ταυτότητες  -ισλαμισμός- είτε για εθνικές και εθνοτικές. Έτσι πολλαπλασιάζονται όχι μόνον οι αντίρροπες δυνάμεις αλλά και οι συγκρούσεις, ιδιαίτερα στα «σύνορα» των διαφορετικών κόσμων, συγκρούσεις που εμποδίζουν την απρόσκοπτη επέκταση και συσσώρευση του κεφαλαίου. Η ανάδυση των ταυτοτήτων μεταβάλλεται  στο ισχυρότερο εμπόδιο για την επέκταση του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.

Η  αντίθεση ΗΠΑ-Γερμανίας και η εισδοχή της Τουρκίας

Η επιτάχυνση της οικονομικής ενσωμάτωσης της  Ευρώπης ή η δημιουργία ενός ενοποιημένου ευρωατλαντικού χώρου κατά το σχήμα του Χάντιγκτον, είναι το δίλημμα και το αντικείμενο της  σύγκρουσης ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Γερμανία για το μέλλον της Ευρώπης, δίλημμα που αφορά άμεσα όχι μόνο την Ελλάδα, αλλά και θέματα όπως η ένταξη της Τουρκίας στην Ε.Ε. ή  το μέλλον της Κύπρου. Οι ΗΠΑ, με όπλο τους την επέκταση του ΝΑΤΟ προς τα Ανατολικά και την διεύρυνση  της Ευρωπαϊκής  Ένωσης  -ιδιαίτερα προς την Τουρκία- θέλουν μια Ευρώπη που στην ουσία δεν θα ξεπερνάει τα όρια μιας ζώνης ελευθέρων ανταλλαγών που σταδιακά, με πρότυπο το ΝΑΤΟ θα επεκταθεί προς την Βόρεια Αμερική. ( Το περιοδικό Foreign Affairs, ουσιαστικά το ανεπίσημο όργανο της αμερικάνικης εξωτερικής πολιτικής,  επιμένει σταθερά, αμετάκλητα και με επιμονή  στην δημιουργία μιας ατλαντικής Κοινής Αγοράς). Έτσι η είσοδος χωρών όπως η Τουρκία, όχι μόνο θα αδυνατίσει την εσωτερική συνοχή της Ευρωπαϊκής ‘Ένωσης, που δεν θα μπορεί να έχει μια συνεκτική πολιτική, αλλά θα προσφέρει στις ΗΠΑ ένα δεύτερο ισχυρό μοχλό, μαζί με την Αγγλία, για παρέμβαση και ουσιαστικό σαμποτάρισμα μιας πολιτικής  ενιαίου ευρωπαϊκού κράτους. Αυτός είναι ο κύριος λόγος που στρέφει και την Γερμανία  -μαζί με το πρόβλημα των Τούρκων μεταναστών- σε μια από πρώτη άποψη θεαματική στροφή στο ζήτημα της τουρκικής εισδοχής. Αντιστρόφως η συναίνεση της Γερμανίας και του Σαντέρ σε μια λογική εισόδου της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή ένωση άσχετα με την εξέλιξη της τουρκικής αίτησης, εντάσσεται στην ίδια λογική της ενίσχυσης ενός αυτόνομου ευρωπαϊκού πόλου που με την Κύπρο διαθέτει ένα ισχυρό γεωπολιτικό όπλο για ενεργό παρέμβαση στη Μέση Ανατολή. Το ίδιο ισχύει εξ άλλου και σε ότι αφορά την ευρωπαϊκή πολιτική απέναντι στο Ισραήλ ή σε σχέση με το Ιράκ -με αιχμή τη Γαλλία.

Κατά συνέπεια η κατάρρευση του αντίπαλου δέους  στην Ευρώπη οδηγεί σε αυτό που εν μέρει φοβούνταν οι Αμερικάνοι, δηλαδή σε τάσεις ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αυτονομίας.  Επί πλέον, σε ορισμένα χρόνια στην καλύτερη περίπτωση, ο ρωσικός παράγων θα τείνει να επανεμφανιστεί, ουσιαστικότερα, στην ευρωπαϊκή σκηνή, και θα τείνει να  περιπλέξει και πάλι τόσο το  ευρωπαϊκό όσο και το ευρωασιατικό  παιγνίδι.

 

Η Ελλάδα και ο τετραγωνισμός του κύκλου

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια  η ελληνική πολιτική σε ότι αφορά στην τοποθέτησή της στην αντίθεση Ευρώπη-ΗΠΑ μοιάζει με τετραγωνισμό του κύκλου. Ενώ αποκτά μεγαλύτερες δυνατότητες στήριξης στις ευρωπαϊκές δυνάμεις σε ζητήματα που αφορούν το Κυπριακό, ή τα ελληνοτουρκικά, από την άλλη πλευρά, στο οικονομικό και το κοινωνικό  πεδίο θα την συνέφερε περισσότερο  μια λογική  χαλαρότερης 

ευρωπαϊκής οικοδόμησης, χωρίς τις τεράστιες οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις μιας νεοφιλελεύθερης  πορείας προς την ΟΝΕ. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως η αμερικάνικη ή η αγγλική πολιτική, είναι ευνοϊκότερη για την Ελλάδα, διότι είναι μια πολιτική ακόμα μεγαλύτερης  και ταχύτερης απορύθμισης.

Κατά συνέπεια οι συμμαχίες της Ελλάδας δεν μπορούν να στρέφονται  ούτε προς την αμερικάνικη πλευρά, όπως κάποια στιγμή έμοιαζε  να επιλέγει ο Ανδρέας Παπανδρέου -ας θυμηθούμε τους παπανδρεϊκούς διθυράμβους για την εκλογή Κλίντον- ούτε προς την γερμανική, όπως ήταν η επιλογή Μητσοτάκη και εν μέρει του Σημίτη.  Εκμεταλλευόμενη τις υπαρκτές αμερικανογερμανικές αντιθέσεις θα έπρεπε να επενδύσει μάλλον σε μια συμμαχία με  τις δυνάμεις που επιθυμούν την ενίσχυση της «κοινωνικής Ευρώπης των εθνών»,  και όχι της απορυθμισμένης δήθεν υπερεθνικής γερμανικής Ευρώπης, ούτε βέβαια της  Ατλαντικής και φιλοτουρκικής Ευρώπης των Αμερικανών. Και ταυτόχρονα στη σημερινή φάση -προπαντός- να ενισχύσει την δική της -αυτόνομη- ισχύ, την βαλκανική πολιτική της και συμμαχίες προς όλα τα αζιμούθια,, από τη Ρωσία έως τη Μέση Ανατολή, το Ιράν , κλπ. Γιατί είναι φανερό πως στο δίπολο Αμερικής -Δυτικής Ευρώπης δύσκολα θα εξασφαλίσει σημαντικές δυνάμεις στήριξης, όσο και εάν  τα πράγματα μοιάζουν να είναι σήμερα λιγότερο απελπιστικά από ότι μερικά χρόνια πριν.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*