Άρδην τ. 30, Άρδην τ. 30-39, Περιοδικό Άρδην

Η πρωταρχία της μητρικής γλώσσας

του Χρήστου Τσολάκη

Η πρω­ταρ­χί­α της μη­τρι­κής γλώσ­σας και η γλωσ­σι­κή παι­δεί­α
(Εν­νέ­α κα­τα­θέ­σεις και δέ­κα προ­τάσεις)*
Μέρος Α΄
“ Ά­σχη­μα
σα μέ­λισ­σες σε ά­δειο πα­νέ­ρι
μυ­ρί­ζουν οι νε­κρές λέ­ξεις”.

Η χρή­ση της γλώσ­σας προ­ϋ-
­ποθέ­τει σκέ­ψη1. Πράγ­μα που
ση­μαί­νει ό­τι δεν μπο­ρεί κα­νείς να α­να­πτύ­ξει ε­σω­τε­ρι­κό ή φω­νού­με­νο λό­γο χω­ρίς να συλ­λο­γι­στεί. Αυ­τό φαί­νε­ται να γί­νε­ται α­πο­δε­κτό α­πό ό­λους. Το α­ντί­στρο­φο δη­μιουρ­γεί το πρό­βλη­μα, ό­τι δη­λα­δή η σκέ­ψη έ­χει την α­νά­γκη της γλώσ­σας. Έ­να πρό­βλη­μα που ί­σως για πολ­λά χρό­νια α­κό­μη θα εί­ναι α­ντι­κεί­με­νο έ­ρευ­νας και θα δι­χά­ζει τους ει­δι­κούς. Ό­ποια και αν εί­ναι ό­μως η α­λή­θεια, η πα­ρα­τή­ρη­ση λέ­ει και στον πιο α­δα­ή ό­τι συ­χνά σκε­φτό­μα­στε με τις λέ­ξεις. Αυ­τό ση­μαί­νει ό­τι κα­νέ­νας δεν αμ­φι­βάλ­λει σή­με­ρα για τη σχέ­ση σκέ­ψης και γλώσ­σας. Το θέ­μα εί­ναι ο βαθ­μός αυ­τής της σχέ­σης, που για κά­ποιους φτά­νει ως την ταύ­τι­ση. Η γλώσ­σα, λέ­νε αυ­τοί, ταυ­τί­ζε­ται με τη σκέ­ψη, εί­ναι σύμ­φυ­τη με τη σκέ­ψη·εί­ναι η ί­δια η σκέ­ψη φα­νε­ρω­μέ­νη. Γλώσ­σα και σκέ­ψη βλα­σταί­νουν μα­ζί α­πό την ί­δια ου­σί­α/ρί­ζα του νου και σβή­νουν μα­ζί· γλώσ­σα ση­μαί­νει σκέ­ψη και σκέ­ψη ση­μαί­νει γλώσ­σα. Ί­σως εί­ναι έ­τσι· ί­σως ό­μως και να μην εί­ναι. Δεν εί­ναι ού­τε εύ­κο­λο ού­τε φρό­νι­μο να πά­ρει κα­νείς θέ­ση. Άλ­λω­στε εί­ναι αρ­κε­τό για το θέ­μα μας έ­να minimum α­λή­θειας που το δέ­χο­νται ό­λοι: ό­τι η γλώσ­σα σχε­τί­ζε­ται με τη σκέ­ψη. Πά­νω σ’ αυ­τήν την ε­λά­χι­στη βά­ση, θα πα­ρα­θέ­σου­με κα­τα­θέ­σεις φι­λο­σό­φων και ε­πι­στη­μό­νων, για να πού­με κι ε­μείς, ύ­στε­ρα, α­πό την πλευ­ρά του δα­σκά­λου της γλώσ­σας, το δι­κό μας το λό­γο. Α­κο­λου­θούν, λοι­πόν, οι κα­τα­θέ­σεις:
1. Το πρό­βλη­μα α­πα­σχο­λεί ή­δη τον Πλά­τω­να. Στο Σο­φι­στή του (263 e) ο Ξέ­νος και ο Θε­αί­τη­τος συμ­φω­νούν ό­τι η σκέ­ψη και η γλώσ­σα εί­ναι το ί­διο πράγ­μα:
Ξέ­νος: Ου­κούν διά­νοια μεν και λό­γος ταυτόν πλην ο μεν ε­ντός της ψυ­χής προς αυ­τήν διά­λο­γος ά­νευ φω­νής γι­γνό­με­νος τούτ’ αυ­τό η­μίν έ­πω­νο­μά­σθη διά­νοια;
Θε­αί­τη­τος: Πά­νυ μεν ουν.
Ξέ­νος: Το δε γ’ απ’ ε­κεί­νης ρεύ­μα δια του στό­μα­τος ιόν με­τά φθόγ­γου κέ­κλη­ται λό­γος;
Θε­αί­τη­τος: Α­λη­θή.
Ξέ­νος: Λοι­πόν πρώ­τα πρώ­τα η σκέ­ψη και ο λό­γος εί­ναι το ί­διο πράγ­μα. Με μό­νη τη δια­φο­ρά ό­τι ο­νο­μά­στη­κε α­πό μας σκέ­ψη ο διά­λο­γος που κά­νει μέ­σα της η ψυ­χή με τον ε­αυ­τό της χω­ρίς να με­τέ­χει η φω­νή;
Θε­αί­τη­τος: Βε­βαιό­τα­τα.
Ξέ­νος: Και α­πό την άλ­λη με­ριά το ρεύ­μα που βγαί­νει απ’ ε­κεί­νην και περ­νά­ει α­πό το στό­μα ε­νω­μέ­νο με τη φω­νή, αυ­τό δεν έ­χει ο­νο­μα­στεί λό­γος;
Θε­αί­τη­τος: Βε­βαιό­τα­τα2.
Εί­ναι ε­ξάλ­λου γνω­στό ό­τι οι Αρ­χαί­οι Έλ­λη­νες χρη­σι­μο­ποιού­σαν την ί­δια λέ­ξη “λό­γος”, για να φα­νε­ρώ­σουν και την ε­σω­τε­ρι­κή σκέ­ψη και την έκ­φρα­σή της.
2. Το ί­διο πράγ­μα θα υ­πο­στη­ρί­ξει στις η­μέ­ρες μας και η ε­πι­στή­μη: Αν έ­να α­νά­πη­ρο παι­δί, λέ­νε οι σο­βιε­τι­κοί ε­ρευ­νη­τές, έ­να κω­φά­λα­λο π.χ. δεν α­πο­κτή­σει κά­ποιο σύ­στη­μα ση­μεί­ων, μια γλώσ­σα δη­λα­δή (ε­δώ εί­ναι α­νά­γκη να ση­μειώ­σου­με ό­τι γλώσ­σα δεν εί­ναι μό­νον η λε­ξί­γλωσ­σα· εί­ναι και η μι­μό­γλωσ­σα, η νο­η­μα­τι­κή γλώσ­σα κ.λπ.), τό­τε το παι­δί αυ­τό, αν και φυ­σιο­λο­γι­κό κα­τά τα άλ­λα και δυ­νά­μει ι­κα­νό να α­να­πτυ­χθεί πνευ­μα­τι­κά, εί­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νο να μεί­νει δια­νο­η­τι­κά κα­θυ­στε­ρη­μέ­νο σε ό­λη του τη ζω­ή. “Δύ­σκο­λα θα έ­βρι­σκε κα­νείς ι­σχυ­ρό­τε­ρο και ε­ναρ­γέ­στε­ρο ε­πι­χεί­ρη­μα που να ε­πι­βε­βαιώ­νει την ε­νό­τη­τα σκέ­ψης και λό­γου και να α­να­σκευά­ζει τις με­τα­φυ­σι­κές θε­ω­ρί­ες για κα­θα­ρή σκέ­ψη. Το λο­γι­κό συ­μπέ­ρα­σμα εί­ναι ό­τι δεν υ­πάρ­χει σκέ­ψη χω­ρίς έ­να σύ­στη­μα ση­μεί­ων (ό­χι κατ’ α­νά­γκη φθογ­γι­κών)”3, λέ­ει ο Α. Schaff.
3. “Η γλώσ­σα”, λέ­νε οι Sapir-Whorf, “εί­ναι κοι­νω­νι­κό προ­ϊ­όν. Το γλωσ­σι­κό σύ­στη­μα στο ο­ποί­ο εκ­παι­δευό­μα­στε και στο ο­ποί­ο σκε­φτό­μα­στε δια­πλάσ­σει τον τρό­πο με τον ο­ποί­ο α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε το γύ­ρω μας κό­σμο. Ε­ξαι­τί­ας των δια­φο­ρών α­νά­με­σα στα ποι­κί­λα γλωσ­σι­κά συ­στή­μα­τα, άν­θρω­ποι που σκέ­φτο­νται σε δια­φο­ρε­τι­κές γλώσ­σες α­ντι­λαμ­βά­νο­νται τον κό­σμο κα­τά δια­φο­ρε­τι­κούς τρό­πους. Οι δια­φο­ρές αυ­τές με­τα­ξύ γλωσ­σών α­ντα­να­κλούν τα δια­φο­ρε­τι­κά πε­ρι­βάλ­λο­ντα που τις πα­ρά­γουν”.
Ε­πι­στη­μο­νι­κά πει­ρά­μα­τα έ­χουν δεί­ξει πό­σο η γλώσ­σα, την ο­ποί­α μι­λού­με και με την ο­ποί­α σκε­φτό­μα­στε, ε­πη­ρε­ά­ζει τον τρό­πο με τον ο­ποί­ο α­ντι­κρί­ζου­με, α­να­λύ­ου­με και ερ­μη­νεύ­ου­με την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Υ­πάρ­χει μια αμ­φί­δρο­μη κί­νη­ση α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα στη γλώσ­σα και α­πό τη γλώσ­σα στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. “Ο Ιν­διά­νος”, λέ­ει ο Α. Schaff, “σκέ­φτε­ται σε ο­ρι­σμέ­νη γλώσ­σα· οι κα­τη­γο­ρί­ες και οι γραμ­μα­τι­κοί κα­νό­νες της γλώσ­σας του τον α­να­γκά­ζουν να βλέ­πει την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κα­τά τέ­τοιον τρό­πο ώ­στε να λα­βαί­νει υ­πό­ψη με­ρι­κές συ­γκε­κρι­μέ­νες λε­πτο­μέ­ρειες, τις ο­ποί­ες δεν προ­σέ­χουν συ­νή­θως τα μέ­λη των ιν­δο­ευ­ρω­πα­ϊ­κών γλωσ­σι­κών κοι­νο­τή­των. Αυ­τό ση­μαί­νει ό­τι ό­χι μό­νο μι­λά­ει δια­φο­ρε­τι­κά αλ­λά και α­ντι­λαμ­βά­νε­ται δια­φο­ρε­τι­κά. Δεν υ­πάρ­χει τί­πο­τε το μυ­στη­ριώ­δες ή το αυ­θαί­ρε­το στο γε­γο­νός αυ­τό. Η γλώσ­σα δια­πλά­στη­κε α­πό μια ο­ρι­σμέ­νη κοι­νω­νι­κή πρα­κτι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα· α­ντα­να­κλά ο­ρι­σμέ­να γε­γο­νό­τα και κα­λύ­πτει πρα­κτι­κές α­νά­γκες. Α­πό τη στιγ­μή που δια­πλά­στη­κε, ε­πη­ρε­ά­ζει και την αν­θρώ­πι­νη γνώ­ση και παί­ζει ε­νερ­γό ρό­λο σ’ αυ­τήν”.
Δεν εί­ναι λί­γοι, πά­λι, ε­κεί­νοι που ε­πι­κα­λού­νται την πε­ρί­πτω­ση των Ε­σκι­μώ­ων οι ο­ποί­οι δη­λώ­νουν το χιό­νι με δε­κά­δες λέ­ξεις, ε­νώ οι άλ­λοι λα­οί το δη­λώ­νουν με ε­λά­χι­στες ή με μί­α μό­νον. Αυ­τό ση­μαί­νει ό­τι οι Ε­σκι­μώ­οι βλέ­πουν πολ­λά εί­δη χιο­νιού, με τα ο­ποί­α συν­δέ­ε­ται και α­πό τα ο­ποί­α ε­πη­ρε­ά­ζε­ται η ζω­ή τους. Έ­τσι η γλώσ­σα τους κα­το­πτρί­ζει μιαν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα α­πό την ο­ποί­α δια­μορ­φώ­νε­ται και την ο­ποί­α, με τη σει­ρά της, ε­ναρ­θρώ­νει4.
4. Στα πρώ­τα στά­δια της α­νά­πτυ­ξης του παι­διού, υ­πο­στη­ρί­ζει ο Lev Vy­gotsky, η σκέ­ψη και ο λό­γος α­να­πτύσ­σο­νται πα­ράλ­λη­λα, αρ­γό­τε­ρα συ­γκλί­νουν, και οι δύ­ο πο­ρεί­ες γί­νο­νται μί­α· η σκέ­ψη του αν­θρώ­που τό­τε γί­νε­ται λε­κτι­κή· το παι­δί α­να­κα­λύ­πτει τη ζω­ή, ό­ταν δια­πι­στώ­νει ό­τι τα πράγ­μα­τα έ­χουν ο­νό­μα­τα. Στην ί­δια γραμ­μή βρί­σκε­ται και ο A. Luria με τις έ­ρευ­νες και τις με­λέ­τες του τις σχε­τι­κές με το ρό­λο των λέ­ξε­ων “στη δια­μόρ­φω­ση ψυ­χι­κών διερ­γα­σιών στα παι­διά”. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά εί­ναι και τα πα­ρα­δείγ­μα­τα των δύ­ο λυ­κο­κό­ρι­τσων της Ιν­δί­ας, της Α­μά­λα και της Κα­μά­λα, που α­πό έλ­λει­ψη γλωσ­σι­κού/κοι­νω­νι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος ή­ταν κα­τα­δι­κα­σμέ­να στην α­λα­λί­α και στη δια­νο­η­τι­κή κα­θυ­στέ­ρη­ση. Συ­γκλο­νι­στι­κά εί­ναι α­κό­μη και ό­σα εκ­θέ­τει ο F. Kainz για τον Caspar Hauser. “Στην αρ­χή”, γρά­φει, “α­ντι­λαμ­βα­νό­ταν τον κό­σμο ως συλ­λο­γή α­πό χρω­μα­τι­στές κη­λί­δες, και τον α­ντι­λή­φτη­κε τε­λι­κά ως κό­σμο πραγ­μά­των μό­νο ό­ταν έ­μα­θε τα ο­νό­μα­τα των πραγ­μά­των αυ­τών”5. Δεν εν­δια­φέ­ρει, ση­μειώ­νει ο Α. Schaff, κα­τά πό­σο αυ­τά εί­ναι ή ό­χι α­ξιό­πι­στα· πιο πο­λύ εν­δια­φέ­ρει η ση­μα­σί­α των προ­βλη­μά­των που θα μπο­ρού­σαν να ε­ρευ­νη­θούν στην πε­ρί­πτω­ση αυ­τή. Ό­πως, ό­μως, και αν έ­χουν τα πράγ­μα­τα, ό­σο και αν υ­πάρ­χουν α­ντι­τι­θέ­με­νες ή δια­φο­ρο­ποι­η­μέ­νες θέ­σεις, και υ­πάρ­χουν βέ­βαια, συ­νά­γε­ται πά­ντο­τε α­πό α­νά­λο­γες πε­ρι­πτώ­σεις, και πα­ρα­μέ­νει, η σχέ­ση σκέ­ψης και γλώσ­σας.
5. “Γλώσ­σα και σκέ­ψη”, γρά­φει ο Μ. Τρια­ντα­φυλ­λί­δης, “δεί­χνο­νται στε­νό­τα­τα και α­διά­σπα­στα ε­νω­μέ­να στο παι­δι­κό μυα­λό και σε στε­νή αλ­λη­λε­πί­δρα­ση, α­πό τό­τε που πρω­το­α­να­πτύσ­σε­ται η γλώσ­σα, ώ­σπου να δια­μορ­φω­θεί τε­λειω­τι­κά. Η γλώσ­σα κά­νει δυ­να­τό να σχη­μα­τι­στούν οι λο­γι­κές έν­νοιες και ο­ρί­ζει το χα­ρα­κτή­ρα τους· η γλώσ­σα με τη μορ­φή της κα­θο­ρί­ζει τη μορ­φή της σκέ­ψης. Σκέ­πτε­ται ο άν­θρω­πος με λέ­ξεις και με ει­κό­νες και μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει και μια α­πλή ψυ­χο­λο­γι­κή α­νά­λυ­ση πως η σκέ­ψη και η γλωσ­σι­κή έκ­φρα­ση δεν εί­ναι χω­ρι­στά πρά­μα­τα, ό­πως πί­στευαν πολ­λοί, πα­ρά ό­τι η σκέ­ψη α­να­δύ­ε­ται μα­ζί και μέ­σα στη μορ­φή που την εκ­φρά­ζει”6.
Δεν μπο­ρού­σε πα­ρά έ­τσι να σκέ­φτε­ται για τη γλώσ­σα ο Μ. Τρια­ντα­φυλ­λί­δης, α­φού εί­ναι γνω­στό ό­τι δεν ή­ταν ο ψυ­χρός γλωσ­σο­λό­γος του γρα­φεί­ου που κυ­νη­γά­ει τις ρί­ζες και τους θε­μα­τι­κούς χα­ρα­κτή­ρες των λέ­ξε­ων· δεν ή­ταν δη­λα­δή ο σκυ­θρω­πός α­να­τό­μος που δι­υ­λί­ζει τους ή­χους και τα γρα­πτά τους στοι­χεί­α. Η λέ­ξη γι’ αυ­τόν εί­ναι πη­γή ζω­ής. Με τη μη­τρι­κή γλώσ­σα, θα πει, ξυ­πνού­με στη ζω­ή και ω­ρι­μά­ζου­με· μ’ αυ­τήν ε­ντασ­σό­μα­στε στην αν­θρώ­πι­νη κοι­νω­νί­α και ρί­χνου­με ρί­ζες στο γο­νι­κό μας πα­ρελ­θόν· οι λέ­ξεις της παίρ­νουν στη γλωσ­σι­κή μας συ­νεί­δη­ση χρώ­μα, συ­ναι­σθη­μα­τι­κό βά­θος, ψυ­χι­κό πλού­το, έμ­φα­ση εκ­φρα­στι­κή, συ­γκι­νη­σια­κή δύ­να­μη. Εί­ναι, λοι­πόν, α­να­ντι­κα­τά­στα­τη η α­ξί­α των λέ­ξε­ων της μη­τρι­κής γλώσ­σας για τον Μ. Τρια­ντα­φυλ­λί­δη. Κι ε­δώ συμ­φω­νεί με ό,τι πρε­σβεύ­ουν α­ξιό­λο­γοι ε­πι­στή­μο­νες και με ό,τι ε­φαρ­μό­ζουν σή­με­ρα προ­ηγ­μέ­νοι λα­οί. Η συ­νέ­χεια τον δι­καιώ­νει.
6. Τον Ια­νουά­ριο του 1978 ο Tadanobu Tsunoda, κα­θη­γη­τής της Ια­τρι­κής στο Πα­νε­πι­στή­μιο του Τό­κιο, δη­μο­σί­ευ­σε στην ελ­βε­τι­κή ε­φη­με­ρί­δα “La Suisse” έ­να άρ­θρο με το ο­ποί­ο προ­σπα­θεί να ερ­μη­νεύ­σει τον συ­γκι­νη­σια­κό χα­ρα­κτή­ρα των Για­πω­νέ­ζων.
Δέ­χε­ται ο Tsunoda, ό­πως και γε­νι­κό­τε­ρα οι ε­πι­στή­μο­νες σή­με­ρα, ό­τι οι αν­θρώ­πι­νες δρα­στη­ριό­τη­τες ε­δρά­ζο­νται/ε­ντο­πί­ζο­νται σε έ­να α­πό τα δύ­ο η­μι­σφαί­ρια του ε­γκε­φά­λου. Στο α­ρι­στε­ρό η­μι­σφαί­ριο ε­ντο­πί­ζο­νται κυ­ρί­ως οι λο­γι­κές δρα­στη­ριό­τη­τες του αν­θρώ­που· ό,τι δη­λα­δή έ­χει σχέ­ση με τη λο­γι­κή, με την α­νά­λυ­ση, με την ε­πι­στή­μη. Στο δε­ξιό η­μι­σφαί­ριο ε­ντο­πί­ζο­νται κυ­ρί­ως οι συ­γκι­νη­σια­κές δρα­στη­ριό­τη­τες του αν­θρώ­που· ό,τι δη­λα­δή έ­χει σχέ­ση με το συ­ναί­σθη­μα, με τη διαί­σθη­ση, με την τέ­χνη. Έ­τσι το α­ρι­στε­ρό η­μι­σφαί­ριο υ­πο­δέ­χε­ται τον διαρ­θρω­μέ­νο λό­γο, ε­νώ το δε­ξιό υ­πο­δέ­χε­ται κά­θε εί­δους ή­χους, με­μο­νω­μέ­νους και ε­ναρ­μό­νιους, της έμ­ψυ­χης και της ά­ψυ­χης φύ­σης.
Στους Για­πω­νέ­ζους ό­μως, πα­ρα­τη­ρεί ο Tsunoda, συμ­βαί­νει κά­τι το ε­­ντυ­πω­σια­κό: στο α­ρι­στε­ρό η­μι­σφαί­ριο του ε­γκε­φά­λου τους ε­ντο­πί­ζο­νται, ε­κτός α­πό τις λο­γι­κές λει­τουρ­γί­ες, και κά­ποιες συ­γκι­νη­σια­κές δρα­στη­ριό­τη­τες που στους άλ­λους λα­ούς ε­δρά­ζο­νται στο δε­ξιό η­μι­σφαί­ριο. Τέ­τοιες δρα­στη­ριό­τη­τες λ.χ. εί­ναι: φυ­σι­κοί ή­χοι (θό­ρυ­βοι κτλ.), θό­ρυ­βοι ζώ­ων, κε­λα­η­δή­μα­τα που­λιών, η πα­ρα­δο­σια­κή για­πω­νέ­ζι­κη μου­σι­κή. Αυ­τά ση­μαί­νουν ό­τι στους Για­πω­νέ­ζους πα­ρα­τη­ρεί­ται μια λει­τουρ­γι­κή τρο­πο­ποί­η­ση του ε­γκε­φά­λου· το α­ρι­στε­ρό τους η­μι­σφαί­ριο, χω­ρίς να ε­γκα­τα­λεί­πει κα­μιά α­πό τις κύ­ριες ι­διό­τη­τές του, α­να­πτύσ­σει και λει­τουρ­γί­ες του άλ­λου η­μι­σφαι­ρί­ου.
Η αι­τί­α αυ­τής της λο­γι­κής τρο­πο­ποί­η­σης του ε­γκε­φά­λου, για τον Tsunoda, βρί­σκε­ται στη για­πω­νέ­ζι­κη γλώσ­σα. Υ­πάρ­χουν σ’ αυ­τήν κά­ποια με­μο­νω­μέ­να φω­νή­μα­τα-λέ­ξεις που α­νοί­γουν τις πύ­λες του α­ρι­στε­ρού η­μι­σφαι­ρί­ου στους θο­ρύ­βους και τους πο­λύ­πλο­κους ή­χους του συ­γκι­νη­σια­κού μας κό­σμου. Το φώ­νη­μα e λ.χ. ση­μαί­νει συγ­χρό­νως ει­κό­να και τρο­φή. Γι’ αυ­τό και λει­τουρ­γεί στο α­ρι­στε­ρό η­μι­σφαί­ριο. Λει­τουρ­γώ­ντας ό­μως ε­κεί, φέρ­νει μα­ζί του και τη συ­γκι­νη­σια­κή του λει­τουρ­γί­α της ο­ποί­ας η κα­νο­νι­κή έ­δρα βρί­σκε­ται στο δε­ξιό η­μι­σφαί­ριο.
Έ­τσι η λει­τουρ­γι­κή τρο­πο­ποί­η­ση του ε­γκε­φά­λου των Για­πω­νέ­ζων, που ο­φεί­λε­ται σε μια ι­διαι­τε­ρό­τη­τα της γλώσ­σας τους, ό­πως εί­δα­με, ερ­μη­νεύ­ει, κα­τά τον Tsunoda, τό­σο το συ­γκι­νη­σια­κό τους χα­ρα­κτή­ρα, ό­σο και το ε­λεγ­χό­με­νο αι­σθη­τή­ριο τους που φα­νε­ρώ­νε­ται πα­ντού: στις γνω­στές τε­λε­τές των λου­λου­διών, στη για­πω­νέ­ζι­κη ποί­η­ση haikus, στο θέ­α­τρο Νο και αλ­λού. Το ό­τι η ι­διο­τυ­πί­α αυ­τή των Για­πω­νέ­ζων δεν ο­φεί­λε­ται σε δια­φο­ρε­τι­κή α­να­το­μι­κή κα­τα­σκευ­ή του ε­γκε­φά­λου τους αλ­λά στην ε­πί­δρα­ση της γλώσ­σας τους, α­πο­δει­κνύ­ε­ται και α­πό το γε­γο­νός ό­τι τα παι­διά των Για­πω­νέ­ζων που με­γα­λώ­νουν έ­ξω α­πό την Ια­πω­νί­α, με μιαν άλ­λη γλώσ­σα, δεν α­πο­κτούν αυ­τές τις ι­διό­τη­τες, ε­νώ τις α­πο­κτούν παι­διά άλ­λων ε­θνι­κο­τή­των που με­γα­λώ­νουν στην Ια­πω­νί­α με τη για­πω­νέ­ζι­κη γλώσ­σα. “Το γε­γο­νός”, λέ­ει ο Solo­mon Marcus (κα­θη­γη­τής της μα­θη­μα­τι­κής α­νά­λυ­σης και της μα­θη­μα­τι­κής γλωσ­σο­λο­γί­ας στο Πα­νε­πι­στή­μιο του Βου­κου­ρε­στί­ου) “ό­τι η φύ­ση αυ­τής της ε­ξά­σκη­σης εί­ναι κυ­ρί­ως γλωσ­σι­κή, έ­χει με­γά­λη ση­μα­σί­α. Ε­πα­λη­θεύ­ει την υ­πό­θε­ση σύμ­φω­να με την ο­ποί­α, η α­φο­μοί­ω­ση του διαρ­θρω­μέ­νου λό­γου α­πο­τε­λεί για τον άν­θρω­πο τη βα­σι­κή δια­δι­κα­σί­α εκ­μά­θη­σης η ο­ποί­α προ­ε­τοι­μά­ζει και προ­σα­να­το­λί­ζει ό­λες τις άλ­λες δια­δι­κα­σί­ες εκ­μά­θη­σης και δη­μιουρ­γί­ας”7.
Ο ί­διος πά­λι, ο S. Μarcus, κα­τα­θέ­τει στο ί­διο έρ­γο (Ση­μεί­α για τα ση­μεί­α) τρεις α­κό­μη πο­λύ­τι­μες ει­δή­σεις για τη γλώσ­σα: η πρώ­τη α­να­φέ­ρε­ται στο γνω­στό διευ­θυ­ντή ορ­χή­στρας L. Bernstein, ο ο­ποί­ος υ­πο­στη­ρί­ζει ό­τι η μου­σι­κή κά­θε λα­ού σφρα­γί­ζε­ται α­πό τη γλώσ­σα του· η δεύ­τε­ρη στην Eleonora Masini, τη γε­νι­κή γραμ­μα­τέ­α της Πα­γκό­σμιας Ο­μο­σπον­δί­ας Μελ­λο­ντο­λο­γί­ας, η ο­ποί­α προ­τεί­νει να έ­χουν ως α­φε­τη­ρί­α τους οι με­θο­δο­λο­γι­κές δια­δι­κα­σί­ες τις λει­τουρ­γί­ες των δύ­ο η­μι­σφαι­ρί­ων του ε­γκε­φά­λου· η τρί­τη στον N. Chomsky, που με τη γε­νε­τι­κή του γραμ­μα­τι­κή ε­πι­χει­ρεί να προ­τυ­πο­ποι­ή­σει τη γλωσ­σι­κή ε­νέρ­γεια του αν­θρώ­που. Τα σχό­λια πε­ριτ­τεύ­ουν.
7. Εί­ναι γνω­στό το σου­η­δι­κό θαύ­μα κα­τά τις τε­λευ­ταί­ες δε­κα­ε­τί­ες· η πιο φτω­χή χώ­ρα της Ευ­ρώ­πης έ­ως το 1945 γί­νε­ται τώ­ρα η πιο πλού­σια και η πιο α­να­πτυγ­μέ­νη: βιο­μη­χα­νί­α, ε­μπό­ριο, γε­ωρ­γί­α, κτη­νο­τρο­φί­α, κοι­νω­νι­κή και υ­γειο­νο­μι­κή πε­ρί­θαλ­ψη, παι­δεί­α και εκ­παί­δευ­ση τι­νά­ζο­νται στα ύ­ψη. Τα ερ­γα­τι­κά χέ­ρια των Σου­η­δών δεν ε­παρ­κούν πια. Το σου­η­δι­κό κρά­τος α­νοί­γει τις πύ­λες στο ξέ­νο ερ­γα­τι­κό δυ­να­μι­κό. Κα­τά χι­λιά­δες συρ­ρέ­ουν στο Βορ­ρά οι με­τα­νά­στες. Τα βιο­τι­κά προ­βλή­μα­τα λύ­νο­νται το έ­να με­τά το άλ­λο. Άλ­λα ό­μως α­να­δύ­ο­νται που α­πει­λούν τώ­ρα την ευ­η­με­ρού­σα κοι­νω­νί­α. Κυ­ρί­αρ­χο α­νά­με­σά τους εί­ναι το πρό­βλη­μα της έ­ντα­ξης των με­τα­να­στών και των ε­πι­γό­νων τους στη σου­η­δι­κή κοι­νό­τη­τα. Αν δε γί­νει η εν­σω­μά­τω­ση, οι ξέ­νοι, μι­κροί και με­γά­λοι, θα κιν­δυ­νέ­ψουν να βρε­θούν στο πε­ρι­θώ­ριο της κοι­νω­νι­κής ζω­ής με α­πρό­βλε­πτες συ­νέ­πειες και για τους ί­διους και για τη σου­η­δι­κή κοι­νω­νί­α. Πο­λι­τεί­α, λοι­πόν, και ε­πι­στή­μη α­να­ζη­τούν και βρί­σκουν τη λύ­ση του προ­βλή­μα­τος στη γλώσ­σα, στη μη­τρι­κή γλώσ­σα των ξέ­νων. Ψη­φί­ζουν νό­μους και εκ­χω­ρούν κον­δύ­λια, για να δι­δα­χθεί και να μά­θει ο κά­θε ξέ­νος, ερ­γά­της ή μα­θη­τής, τη μη­τρι­κή του γλώσ­σα. Έ­τσι φτά­νουν στην α­σύλ­λη­πτη για μας α­πό­φα­ση να α­μεί­βουν κά­θε ξέ­νο α­ναλ­φά­βη­το με­τα­νά­στη (και το δά­σκα­λο του) με ω­ριαί­α α­ντι­μι­σθί­α, για να (του) μά­θει τη μη­τρι­κή του γλώσ­σα. Κι αυ­τό για­τί ξέ­ρουν ό­τι μό­νο ε­κεί­νος που θα καλ­λιερ­γή­σει τη μη­τρι­κή του γλώσ­σα, θα μπο­ρέ­σει στη συ­νέ­χεια να μά­θει και τη Σου­η­δι­κή και να ε­ντα­χθεί στη νέ­α κοι­νω­νί­α που τον φι­λο­ξε­νεί. Η η­μι­γλωσ­σί­α τους εί­ναι πε­ποί­θη­ση ό­τι ο­δη­γεί σε δια­νο­η­τι­κή α­να­πη­ρί­α. Που ση­μαί­νει: α­ναι­μι­κό λε­ξι­λό­γιο, α­ναι­μι­κή σκέ­ψη, ευ­νου­χι­σμέ­νο ερ­γα­τι­κό προ­λε­τα­ριά­το, κα­ρι­κα­τού­ρες αν­θρώ­πι­νες-θύ­μα­τα κά­θε έκ­φυ­λης ρο­πής και ό­λων των υ­πο­προ­ϊ­ό­ντων του πο­λι­τι­σμού, που εί­ναι φυ­σι­κό να συ­νο­δεύ­ουν μια ευ­η­με­ρού­σα κοι­νω­νί­α. “Οι η­μί­γλωσ­σοι”, λέ­ει η Kangas, “η γνω­στή πια στο Βορ­ρά Φι­λαν­δή εκ­παι­δευ­τι­κός που με­λέ­τη­σε τα προ­βλή­μα­τα αυ­τά στις φι­λαν­δο­σου­η­δι­κές τά­ξεις του Linköping, χά­νουν τις δυ­να­τό­τη­τες να συμ­με­τέ­χουν σε πλή­ρη έ­κτα­ση στην κοι­νω­νι­κή ζω­ή και πο­λι­τι­κά και πο­λι­τι­στι­κά”8. Χω­ρίς τη γλώσ­σα δε θα υ­πήρ­χαν αν­θρώ­πι­νες κοι­νω­νί­ες, υ­πο­γραμ­μί­ζει o Hofstätter, και εί­ναι αμ­φί­βο­λο αν θα μπο­ρού­σα­με να σκε­φτού­με χω­ρίς αυ­τήν9.
Ο Βορ­ράς μι­λά­ει στο θέ­μα αυ­τό την ί­δια γλώσ­σα α­πό το 1910 α­κό­μη.
8. Μια α­κό­μη μαρ­τυ­ρί­α α­πό το Βορ­ρά. Γρά­φει ο F. Daumont: “Προ­τού με­τα­βι­βα­στεί σε άλ­λον η σκέ­ψη μας με το μέ­σο της ε­ξω­τε­ρι­κής λα­λιάς, έ­χει α­νά­γκη να ζυ­μω­θεί για μας σ’ έ­να ε­σω­τε­ρι­κό κα­λού­πι, που το ο­νο­μά­ζουν οι φι­λό­σο­φοι γλώσ­σα ε­σω­τε­ρι­κή. Συλ­λο­γι­ζό­μα­στε με φρά­σεις, με ει­κό­νες που θυ­μί­ζουν μη­χα­νι­κά τις λέ­ξεις που τις α­πο­δί­δουν στην τρέ­χου­σα ο­μι­λί­α. Μα οι λέ­ξεις που χρη­σι­μο­ποιού­με πά­ντα, για­τί τις κα­τα­λα­βαί­νου­με πιο κα­λά και πιο γρή­γο­ρα, εί­ναι οι λέ­ξεις της μη­τρι­κής γλώσ­σας… Ο άν­θρω­πος μι­λεί κα­νο­νι­κά τη σκέ­ψη του. Σύ­στη­μα που δε λο­γα­ριά­ζει κα­θό­λου το ψυ­χο­λο­γι­κό αυ­τό γε­γο­νός κά­νει α­πό τη δι­δα­σκα­λί­α ε­πι­χεί­ρη­ση μνη­μο­νι­κού και ρου­τί­νας… Η εκ­παί­δευ­ση, ό­μως, δεν εί­ναι α­πορ­ρό­φη­ση πα­ρά α­φο­μοί­ω­ση. Με το να πα­ρα­γε­μί­ζου­με το μυα­λό δεν το α­να­πτύσ­σου­με ού­τε το ε­κλε­πτύ­νου­με, πα­ρά πνί­γου­με την α­φρό­κρε­μα των δυ­νά­με­ών του…”10. Οι α­πό­ψεις αυ­τές για τη σχέ­ση γλώσ­σας και σκέ­ψης δια­τυ­πώ­θη­καν το 1911. Ο κα­θέ­νας ό­μως α­ντι­λαμ­βά­νε­ται ό­τι εί­ναι τό­σο σύγ­χρο­νες ό­σο και οι α­πό­ψεις του Vygotsky (1966), του Tsunoda (1978), του Schaff (1980). Κι αυ­τό για­τί προ­έ­κυ­ψαν α­πό την προ­βλη­μα­τι­κή της σχο­λι­κής δι­γλωσ­σί­ας στο φλα­μαν­δό­γλωσ­σο Βέλ­γιο. Προ­έ­κυ­ψαν δη­λα­δή α­πό μια σκλη­ρή γλωσ­σι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, την ο­ποί­α ε­πι­στή­μο­νες της ε­πο­χής (ψυ­χο­λό­γοι, παι­δα­γω­γοί, γλωσ­σο­λό­γοι) α­ντι­με­τώ­πι­σαν με με­λέ­τη και συ­νέ­πεια. Μια παι­δα­γω­γι­κή λο­γι­κή α­παι­τεί να περ­νούν τα πρώ­τα σχο­λι­κά χρό­νια α­πο­κλει­στι­κά με τη μη­τρι­κή γλώσ­σα. Αυ­τό ή­ταν το συ­μπέ­ρα­σμα ό­λων των σχε­τι­κών υ­πο­μνη­μά­των στο Διε­θνές Συ­νέ­δριο των Βρυ­ξε­λών α­πό παι­δα­γω­γούς Άγ­γλους, Ρώ­σους, Γερ­μα­νούς, Βέλ­γους το 1910.
9. Κλεί­νου­με την κα­τά­θε­ση των μαρ­τυ­ριών με ό­σα α­να­φέ­ρει για τη μά­θη­ση της γλώσ­σας ο Hofstätter. Η εκ­μά­θη­ση, λέ­ει, της γλώσ­σας περ­νά­ει α­πό ο­ρι­σμέ­να στά­δια. Σ’ έ­να α­πό αυ­τά, το παι­δί συν­δέ­ει η­χη­τι­κά συ­μπλέγ­μα­τα με πράγ­μα­τα και γε­γο­νό­τα του πε­ρί­γυ­ρου. Αυ­τό ση­μαί­νει ό­τι αρ­χί­ζει η ο­νο­μα­το­δό­τη­ση και η α­νά­πτυ­ξη του λε­ξι­λο­γί­ου, το ο­ποί­ο σι­γά σι­γά πλου­τί­ζε­ται. Ό­σο ό­μως πλου­τί­ζε­ται, τό­σο και πα­ρου­σιά­ζο­νται, σε κά­θε χρή­ση ο­νό­μα­τος ο­λο­έ­να και πε­ρισ­σό­τε­ρες ε­ναλ­λα­κτι­κές λύ­σεις, οι ο­ποί­ες ε­πι­βάλ­λουν α­ντί­στοι­χα και νέ­ες α­πο­φά­σεις. Αρ­χί­ζει, έ­τσι, μια σιω­πη­λή ε­σω­τε­ρι­κή διερ­γα­σί­α που ί­σως εί­ναι, κα­τά τον Hofstätter, η ρί­ζα της σκέ­ψης.
Σύμ­φω­να μ’ αυ­τά “η δια­δι­κα­σί­α της σκέ­ψης βαί­νει πα­ράλ­λη­λα με τη δια­δι­κα­σί­α της γλώσ­σας· με τη γλώσ­σα το ά­το­μο α­πο­κτά μιαν ε­σω­τε­ρι­κή α­να­πα­ρά­στα­ση του πε­ρι­βάλ­λο­ντος, των α­ντι­κει­μέ­νων και των γε­γο­νό­των του, στο βαθ­μό που δια­θέ­τει ο­νό­μα­τα γι’ αυ­τά. Ο ά­φω­νος χει­ρι­σμός αυ­τών των συμ­βό­λων εί­ναι η συ­νει­δη­τή του σκέ­ψη. Η θέ­ση μας πα­ρα­πέ­ρα ση­μαί­νει πως ο ε­σω­τε­ρι­κός αυ­το­διά­λο­γος, η σκέ­ψη δη­λα­δή, πα­ρου­σιά­ζε­ται ό­ταν δεν μπο­ρού­με να α­πο­φα­σί­σου­με ποιο ό­νο­μα αρ­μό­ζει σε έ­να α­ντι­κεί­με­νο ή σε μια κα­τά­στα­ση. Ο μη εκ­φρα­σμέ­νος α­ντα­γω­νι­σμός, τό­τε, α­νά­με­σα στα πι­θα­νά ο­νό­μα­τα ξε­τυ­λί­γε­ται σαν σκέ­ψη, δη­λα­δή σαν δο­κι­μα­στι­κή ε­νέρ­γεια της ε­πι­κοι­νω­νια­κής γλωσ­σι­κής έκ­φρα­σης”11.
Ό­πως και στον πρό­λο­γο αυ­τής της σύ­νο­ψης το­νί­στη­κε, δεν εί­ναι εύ­κο­λο να πά­ρει κα­νείς θέ­ση α­να­φο­ρι­κά με τις α­πό­ψεις που πε­ριέ­χο­νται στα πιο πά­νω πα­ρα­θέ­μα­τα, και μά­λι­στα ό­ταν δεν εί­ναι ει­δι­κός ε­ρευ­νη­τής. Ε­ξάλ­λου έ­νας δεύ­τε­ρος συ­ζη­τη­τής θα μπο­ρού­σε να κα­τα­χω­ρί­σει πλή­θος πα­ρα­θέ­μα­τα θέ­σε­ων που δια­φο­ρο­ποιού­νται, άλ­λες λι­γό­τε­ρο και άλ­λες πε­ρισ­σό­τε­ρο, α­πό τις α­πό­ψεις των ο­κτώ ση­μεί­ων που εκ­θέ­σα­με. Έ­νας τρί­τος θα τις θε­ω­ρού­σε ί­σως υ­περ­βο­λι­κές. Έ­νας τέ­ταρ­τος α­να­χρο­νι­στι­κές. Έ­νας πέ­μπτος θα τις έ­κρι­νε ί­σως ρο­μα­ντι­κές και θα αμ­φι­σβη­τού­σε το κύ­ρος τους ε­πι­κα­λού­με­νος α­κό­μη και την ε­μπει­ρί­α του. Κα­νέ­νας ό­μως, και πο­τέ, δε θα έ­φτα­νε στο ση­μεί­ο να αμ­φι­σβη­τή­σει σο­βα­ρά τη σχέ­ση που υ­πάρ­χει α­νά­με­σα στη λέ­ξη και τη σκέ­ψη. Αυ­τός θα αμ­φι­σβη­τού­σε πια θε­με­λιώ­δεις πα­ρα­τη­ρή­σεις (ση­μεί­ον: ση­μαί­νον, ση­μαι­νό­με­νον κ.λπ.) πά­νω στις ο­ποί­ες στη­ρί­ζε­ται η νε­ό­τε­ρη ε­πι­στή­μη της γλωσ­σο­λο­γί­ας.
Η γλώσ­σα, για τον Saussure, δεν εί­ναι μια α­πλή δια­δι­κα­σί­α ο­νο­μα­το­θε­σί­ας, ού­τε και το γλωσ­σι­κό ση­μεί­ο συν­δέ­ει έ­να ό­νο­μα με έ­να πράγ­μα. Αυ­τές α­πο­τε­λούν πια ξε­πε­ρα­σμέ­νες και α­πλο­ϊ­κές για τη ση­με­ρι­νή γλωσ­σο­λο­γί­α θέ­σεις. Το ση­μεί­ο (η λέ­ξη) έ­χει δι­κή του ε­σω­τε­ρι­κή ζω­ή/υ­πό­στα­ση, α­πο­τε­λεί ψυ­χι­κή ο­ντό­τη­τα, α­φού δεν ε­νώ­νει έ­να ό­νο­μα με έ­να πράγ­μα, αλ­λά μια έν­νοια με μια α­κου­στι­κή ει­κό­να, που εί­ναι κι αυ­τή ε­σω­τε­ρι­κή ο­ντό­τη­τα. “Η σκέ­ψη, χα­ώ­δης α­πό τη φύ­ση της, υ­πο­χρε­ώ­νε­ται να αυ­το­κα­θο­ρί­ζε­ται α­να­λυό­με­νη. Δεν υ­πάρ­χει, λοι­πόν, ού­τε ε­ξυ­λο­ποί­η­ση των σκέ­ψε­ων ού­τε εκ­πνευ­μα­το­ποί­η­ση των ή­χων, αλ­λά πρό­κει­ται για το γε­γο­νός, μυ­στη­ρια­κό κα­τά κά­ποιον τρό­πο, ό­τι η ‘σκέ­ψη-ή­χος’ υ­πο­νο­εί διαι­ρέ­σεις και ό­τι η γλώσ­σα ε­πε­ξερ­γά­ζε­ται τις μο­νά­δες της το­πο­θε­τού­με­νη α­νά­με­σα σε δυο ά­μορ­φες μά­ζες. Ας φα­ντα­στού­με τον α­έ­ρα σ’ ε­πα­φή με μια με­γά­λη έ­κτα­ση ή­ρε­μου νε­ρού· αν η α­τμο­σφαι­ρι­κή πί­ε­ση αλ­λά­ξει, η ε­πι­φά­νεια του νε­ρού α­να­λύ­ε­ται σε μια σει­ρά διαι­ρέ­σεις, δη­λα­δή σε κύ­μα­τα· οι κυ­μα­τι­σμοί αυ­τοί θα δώ­σουν μιαν ι­δέ­α της έ­νω­σης και, για να το πού­με έ­τσι, της σύ­ζευ­ξης της σκέ­ψης με τη φω­νη­τι­κή ύ­λη”12.
Σημειώσεις
1. Α. Schaff, Γλώσ­σα και Γνώ­ση, μετ. Κ. Α­λά­τση, Α­θή­να, χ.χ., σ. 134 (εκ­δ. Ζα­χα­ρό­που­λος).
2. Πλά­των, Σο­φι­στής, ει­σα­γω­γή, με­τά­φρα­ση, σχό­λια Λ. Γλη­νού, Α­θή­να 1971, σ. 285. 3. Α. Schaff, ό.π., σ. 144.
4. Α. Schaff, ό.π., σσ. 104, 218.
5. Ό.π., σ. 143.
6. Μ. Τρια­ντα­φυλ­λί­δης, Οι ξέ­νες γλώσ­σες και η α­γω­γή, Α­θή­να 1946, σ. 42.
7. S. Μarcus, Ση­μεί­α για τα ση­μεί­α, μια ει­σα­γω­γή στη ση­μειω­τι­κή, μετ. Ν. Κο­σμά και V. Ivanovici. Α­θή­να 1981. σσ. 59-61, (εκ­δ. Πνευ­μα­τι­κός).
8.Tove Skutnabb-Kangas, Tvasprakig­het som mal I invandrarunder­vis­ningen Lärarhögskolan i Linkö­ping, 1978.
9. Ρ. Hofstätter, Ει­σα­γω­γή στην Κοι­νω­νι­κή Ψυ­χο­λο­γί­α, Α­θή­να 1978, σ. 227 (εκ­δ. Νέ­α Σύ­νο­ρα).
10. Μ. Τρια­ντα­φυλ­λί­δης, ό.π., σ. 177. Στις σε­λί­δες αυ­τές ο Τρια­ντα­φυλ­λί­δης κα­τα­χω­ρί­ζει α­πο­σπά­σμα­τα α­πό το πά­ντα ε­πί­και­ρο βι­βλί­ο του Ρ. F. Daumont,, Le mouvement Flamand (Βρυ­ξέ­λες) τ. 1, 1911.
11. Ρ. Hofstätter, ό.π., σσ. 229 κ.έ.
12. D. Saussure, Μα­θή­μα­τα Γε­νι­κής Γλωσ­σο­λο­γί­ας, με­τά­φρα­ση, σχό­λια, προ­λο­γι­κό ση­μεί­ω­μα Φ. Δ. Α­πο­στο­λό­που­λου, Εκ­δό­σεις Πα­πα­ζή­ση, 1979, σ. 151.
Το Β’ Μέρος του κειμένου θα δημοσιευθεί στο επόμενο τεύχος του περιοδικού.

Ο Χρήστος Τσολάκης είναι Κα­θη­γη­τής Γλωσσολογίας στο Αριστο­τέ­λειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*