Άρδην τ. 30, Άρδην τ. 30-39, Περιοδικό Άρδην

Όταν ο λόγος επιστρέφει στο σώμα

της Άννας Λυδάκη

Ε­πι­τρέψ­τε μου, πριν αρ­χί­σω την
πα­ρου­σί­α­ση του θέ­μα­τός μου, να
σας πα­ρα­θέ­σω έ­να μι­κρό κεί­με­νο:
Λα­βω­μα­τιά λα­βω­μα­τιά έ­γι­νε το κορ­μί σου, για­τί “τα μα­τά­κια του σε σφά­ξαν ό­ταν σε πρω­το­κοι­τά­ξαν”. “Ο έ­ρω­τας στα μά­τια του -παί­ζαν σαν του α­στρί­τη- καρ­τέ­ρα­γε κρυμ­μέ­νος, και σ’ εί­δε και σε πλή­γω­σε ο τρι­σκα­τα­ρα­μέ­νος”. Κορ­μί που βρή­κες να βά­λεις στο μά­τι… Χά­θη­καν τα υ­πο­γέ­νεια; Ό­μως αυ­τός εί­χε στή­θος μάρ­μα­ρο, κορ­μο­στα­σιά κυ­πα­ρίσ­σι, μπρά­τσα α­τσά­λι, “σαν μπαρ­μπα­ρέ­ζι­κα σπα­θιά ή­ταν τα δυο του φρύ­δια μες στην καρ­διά σου μπή­κα­νε σαν λι­μα­σμέ­να φί­δια”, και “εί­χε δό­ντια ρά­δι ρά­δι σαν ψι­λό μαρ­γα­ρι­τά­ρι”.
Τώ­ρα η καρ­διά σου εί­ναι “γερ­μέ­νη”, δεν μπο­ρεί να στα­θεί όρ­θια και η ψυ­χή σου πο­νά. Τρέ­μεις μή­πως και “της καρ­διάς του τα κλει­διά αλ­λού τα ‘χει δο­σμέ­να”. “Με­γά­λος α­να­στε­ναγ­μός απ’ την καρ­διά σου βγαί­νει, α­πό τα χεί­λια σου περ­νά και πά­λι μέ­σα μπαί­νει”, για­τί “το πλη­γω­μέ­νο στή­θος σου δεν ή­ταν μα­θη­μέ­νο για να κρα­τή­σει βά­σα­να και πί­κρες το κα­η­μέ­νο”. Ό­μως κά­νε καρ­διά και μη λιώ­νεις στα πό­δια σου.
Αυ­τό που θα ξε­στο­μί­σω να το κρε­μά­σεις σκου­λα­ρί­κι στο αυ­τί σου: Λέ­νε πως ά­μα θέ­λεις να κά­μεις έ­να­νε να σ’ α­γα­πή­σει, στά­ξε του μέ­σα σ’ έ­να πο­τή­ρι μια στα­λα­μα­τιά αί­μα και δος του να το πιει χω­ρίς να το ξέ­ρει. Έ­τσι θα πέ­σου­νε τα μά­τια του πά­νω σου, αλ­λά ε­σύ να ‘χεις το μυα­λό σου τε­τρα­γω­νι­κό και θη­λυ­κό, ό­χι πά­νω α­πό τη σκού­φια, για να μη φέ­ρεις φουρ­τού­να στο κε­φά­λι. Να ξέ­ρεις “έ­χου­νε και οι τοί­χοι αυ­τιά και τα κλα­ριά μά­τια” και οι γλώσ­σες εί­ναι τρα­χιές, “κό­κα­λα δεν έ­χουν και κό­κα­λα τσα­κά­νε”. Εί­σαι η κε­φα­λή του χω­ριού στην ο­μορ­φιά και στις άλ­λες χά­ρες. Τα μα­τό­κλα­δά σου λά­μπουν… Έ­χεις μέ­ση δα­κτυ­λί­δι και κορ­μί ζω­γρα­φι­στό, “έ­χεις πέρ­δι­κας α­χεί­λι και πε­ρι­στε­ριού λαι­μό, έ­χεις και κα­μα­ρο­φρύ­δι του κο­ρά­κου το λαι­μό”, και, ό­ταν εκεί­νος θα σου τσά­χτα­ϊ το μά­τι, τα δι­κά σου μά­τια δε­κα­τέσ­σε­ρα και φτύ­σε στον κόρ­φο σου να μη σε βα­σκά­νουν.
Το φαρ­μά­κι που πο­τί­στη­κες και η χο­λή που ξε­χει­λί­ζει στο στό­μα θα γί­νουν μέ­λι ό­ταν ε­κεί­νος θα βγά­λει φτε­ρά στα πό­δια και θα ‘ρθει για να σου πει: “Ρό­δα και τρια­ντά­φυλ­λα κι αν­θούς του πα­ρα­δεί­σου ε­σύ­να­ξε ο έ­ρω­τας κι έ­πλα­σε το κορ­μί σου”, “Ο­μορ­φο­κα­μω­μέ­νη μου και λα­μπα­δο­χυ­τή μου, ό­μορ­φη νια της μά­νας σου, αχ θα γε­νείς δι­κή μου”.
Στην πα­ρα­πά­νω μι­κρή ποι­η­τι­κή α­φή­γη­ση ο έ­ρω­τας κα­τοι­κεί στα μέ­λη του σώ­μα­τος, κερ­δί­ζε­ται με αί­μα, γί­νε­ται φο­νιάς.
Εί­ναι η ι­στο­ρί­α του με­γά­λου έ­ρω­τα μιας κο­πέ­λας για έ­ναν ά­ντρα που δεν την πρό­σε­ξε και προ­κα­λεί με μά­για –με αί­μα– την α­γά­πη του. Στο μι­κρό αυ­τό κεί­με­νο δεν υ­πάρ­χουν λέ­ξεις ό­πως συ­ναί­σθη­μα, δια­κα­ής πό­θος, ε­πι­θυ­μί­α, μόρ­φω­ση (“υ­πο­γέ­νεια”), προ­σο­χή, ε­ξυ­πνά­δα, δύ­να­μη, στε­νο­χώ­ρια, κα­κε­ντρέ­χεια, ζή­λια, συ­κο­φα­ντί­α, α­να­στά­τω­ση, χα­ρά. Δεν υ­πάρ­χουν δη­λα­δή α­φη­ρη­μέ­να ου­σια­στι­κά που θα ή­ταν α­πα­ραί­τη­τα για να πε­ρι­γρά­ψουν τις ψυ­χι­κές κα­τα­στά­σεις των δύ­ο η­ρώ­ων της μι­κρής μας ι­στο­ρί­ας. Α­κό­μη θα προ­σέ­ξα­τε ό­τι κα­νέ­να μέ­λος του σώ­μα­τος δεν πε­ρι­γρά­φε­ται κα­νο­νι­κά και κυ­ριο­λε­κτι­κά. Ό­λα τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του προ­σώ­που ή του κορ­μιού φα­νε­ρώ­νο­νται μέ­σα α­πό εκ­φρά­σεις σα­μια­κές -ο­πωσ­δή­πο­τε και σα­μια­κές- ή ε­πί­θε­τα που κα­μιά σχέ­ση δεν έ­χουν με το συ­γκε­κρι­μέ­νο μέ­λος. Θέ­λω να πω ό­τι τα μά­τια δεν σφά­ζουν, το λα­βω­μέ­νο α­πό έ­ρω­τα κορ­μί δεν έ­χει πλη­γές, τα φρύ­δια δεν εί­ναι σπα­θιά, η καρ­διά δεν γέρ­νει, το μυα­λό δεν εί­ναι τε­τρα­γω­νι­κό, η ό­μορ­φη κο­πέ­λα δεν εί­ναι λα­μπα­δο­χυ­τή κλπ. Και βέ­βαια “ο έ­ρω­τας κερ­δί­ζε­ται με αί­μα”, αλ­λά με­τα­φο­ρι­κά ό­χι κυ­ριο­λε­κτώ­ντας. Παρ’ ό­λα αυ­τά ό­λοι κα­τα­λά­βα­με πο­λύ κα­λά ό­τι πρό­κει­ται για μια πα­νέ­μορ­φη κο­πέ­λα και για έ­να δυ­να­τό πα­λι­κά­ρι και την υ­πό­θε­ση που ε­κτυ­λίσ­σε­ται α­νά­με­σα τους. Ί­σως μά­λι­στα την κα­τα­νο­ή­σα­με πο­λύ κα­λύ­τε­ρα α­πό το αν α­κού­γα­με μια α­φή­γη­ση που θα μας έ­λε­γε κα­θα­ρά και ξά­στε­ρα την ί­δια ι­στο­ρί­α.
Το πρώ­το ε­ρω­τη­μα­τι­κό, λοι­πόν, μπαί­νει ε­δώ: Για­τί συμ­βαί­νει αυ­τό; Για­τί, για να μι­λή­σου­με για μια λε­πτή μέ­ση, λέ­με “μέ­ση δα­κτυ­λί­δι”; Για­τί, α­ντί να μι­λή­σου­με για προ­βλή­μα­τα, λέ­με “φουρ­τού­νες”; Για­τί να μι­λά­με για μπρά­τσα α­τσά­λι και ό­χι για δυ­να­τά μπρά­τσα; Για­τί η πιο ό­μορ­φη απ’ ό­λες εί­ναι “το κε­φά­λι του χω­ριού”; Μην βια­στεί­τε να α­πα­ντή­σε­τε και να πεί­τε ό­τι πρό­κει­ται για έ­να λο­γο­τε­χνι­κό κεί­με­νο, για­τί ό­λες οι εκ­φρά­σεις που χρη­σι­μο­ποί­η­σα και συ­νέ­νω­σα για να φτιά­ξω το κει­με­νά­κι αυ­τό εί­ναι κα­θη­με­ρι­νές σα­μιώ­τι­κες εκ­φρά­σεις και ε­ρω­τι­κά δί­στι­χα α­νω­νύ­μων που συ­νέ­λε­ξα α­πό το έρ­γο του Νι­κο­λά­ου Δη­μη­τρί­ου.
Πι­στεύ­ω ό­τι κά­θε σχό­λιο για τον σπου­δαί­ο πνευ­μα­τι­κό άν­θρω­πο και λα­ο­γρά­φο Ν. Δη­μη­τρί­ου δεν θα έ­χει να προ­σθέ­σει τί­πο­τα σε αυ­τά που ό­λοι γνω­ρί­ζου­με. Το πο­λύ­το­μο και πο­λύ­τι­μο έρ­γο του μαρ­τυ­ρούν για τον άν­θρω­πο και ε­πι­στή­μο­να που α­γά­πη­σε τον τό­πο του πο­λύ και συ­νέ­λε­ξε πλού­σιο λα­ο­γρα­φι­κό υ­λι­κό για τον βί­ο, τα έ­θι­μα και τις ι­διω­μα­τι­κές λέ­ξεις της Σά­μου.
Πολ­λές α­πό τις φρά­σεις αυ­τές, γύ­ρω α­πό τις ο­ποί­ες πε­ρι­στρέ­φε­ται η ει­σή­γη­σή μου, τις βρή­κα σκόρ­πιες στο τε­ρά­στιο έρ­γο του αλ­λά οι πε­ρισ­σό­τε­ρες εί­ναι κα­τα­γραμ­μέ­νες στον Γ΄ τό­μο των Λα­ο­γρα­φι­κών της Σά­μου. Πρό­κει­ται για το 5ο κε­φά­λαιο με τον τί­τλο “Το αν­θρώ­πι­νο σώ­μα στη σα­μιώ­τι­κη διά­λε­κτο”. Ε­δώ ο Ν. Δη­μη­τρί­ου έ­χει συ­γκε­ντρώ­σει και τα­ξι­νο­μή­σει τις ο­νο­μα­σί­ες ό­λων των με­λών του αν­θρώ­πι­νου σώ­μα­τος, με τη χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή σα­μιώ­τι­κη προ­φο­ρά τους, ό­πως για πα­ρά­δειγ­μα: καρ­κά­να, του κα­ρα­μπά­τσ’, του κά­φκα­λου, κορ­φή, ο α­πα­λός (το μα­λα­κό μέ­ρος του κε­φα­λιού των μω­ρών παι­διών, α­μέ­σως πά­νω α­πό το μέ­τω­πο), τζιρ­βέλ­λου. Κα­ρέ­λια, κα­ρι­λά­κια, βρύ­σις (οι δα­κρυ­γό­νοι α­δέ­νες), χά­ντρα νι­νί (η ί­ρις του μα­τιού). Τζου­ρού­νια. Zγκώ­μα­τα (σου­σού­μια), στλακ (το διά­φραγ­μα της μύ­της), τσι­νιέ­δις (οι αρ­θρώ­σεις των σια­γό­νων), γου­βί­τσα (ο γε­λα­σί­νος), στα­φλίτ’ς (η ε­πι­γλωτ­τί­δα), μού­χλους (το πά­χος του λαι­μού), γλυ­κά­δια (οι α­δέ­νες του λαι­μού). Θλιές (οι αρ­θρώ­σεις του λαι­μού και των χε­ριών), τρι­κόπ’, (ο ά­τλας, ο έ­βδο­μος αυ­χε­νι­κός σπόν­δυ­λος), πι­να­κί­δα (η ω­μο­πλά­τη), φτι­νου­πα­ΐδια (ψευ­δο­πλευ­ρές), χου­λή, λια­κά (το σύ­νο­λο των σπλά­χνων), χου­ντρου­μέρ’ (το ε­πά­νω μέ­ρος των μη­ρών), μή­λου ντ’ γου­να­τιού (η ε­πι­γο­να­τί­δα), κά­ψα (το πί­σω α­πό την ε­πι­γο­να­τί­δα μέ­ρος του πο­δα­ριού), κα­λα­μίδ’ (τα ο­στά της κνή­μης), χτέν’ (ο ταρ­σός και το με­τα­τάρ­σιο), αρ­μός (οι αρ­θρώ­σεις των δια­φό­ρων ο­στών), μπουτ­κός (ο μυς) κλπ.
Την κα­τα­γρα­φή αυ­τή των ο­νο­μα­σιών του αν­θρώ­πι­νου σώ­μα­τος στη σα­μιώ­τι­κη διά­λε­κτο συ­μπλη­ρώ­νουν κα­θη­με­ρι­νές φρά­σεις, γνω­μι­κά, πα­ροι­μί­ες και ε­ρω­τι­κά δί­στι­χα, τα ο­ποί­α πε­ριέ­χουν τις πα­ρα­πά­νω λέ­ξεις, και σ’ αυ­τά α­κρι­βώς θα ε­πι­κε­ντρώ­σου­με την προ­σο­χή μας. Δεν θα μεί­νου­με σε φρά­σεις που πε­ριέ­χο­νται στην κα­τα­γρα­φή αυ­τή και κυ­ριο­λε­κτούν, ό­πως για πα­ρά­δειγ­μα “μι που­νεί του κι­φάλ’ ιμ’” ή “αυ­του­νού, του κε­φάλ’ ει­γι ου­λό­στρου­γκλου” ή “πα­ρα­πάχ­γις μα­ρή Κα­τερ­νιώ! Έ­κα­μες έ­να μού­χλου, π’ κρέ­μα­σι μιαν απ­θα­μή κου­ντά, κατ’ απ’ του λι­μό σ’” κλπ. Θα προ­χω­ρή­σου­με αρ­χι­κά στις φρά­σεις ε­κεί­νες και τις πα­ροι­μί­ες που χρη­σι­μο­ποιούν τα μέ­ρη του σώ­μα­τος για να εκ­φρά­σουν συ­ναι­σθή­μα­τα και πά­θη της ψυ­χής και στη συ­νέ­χεια θα α­να­φερ­θού­με στις λέ­ξεις και τις φρά­σεις που πε­ρι­γρά­φουν το σώ­μα.
Ο Μ.Γ. Με­ρα­κλής1 μας λε­ει ό­τι έ­να α­πό τα βα­σι­κά αι­σθη­τι­κά γνω­ρί­σμα­τα του πα­ρα­μυ­θιού εί­ναι ό­τι οι ι­διό­τη­τες των προ­σώ­πων και οι με­τα­ξύ τους σχέ­σεις εκ­φρά­ζο­νται με δρά­σεις. Λ.χ. αν μια μη­τριά μι­σεί το θε­τό παι­δί της, η σχέ­ση αυ­τή δεν θα δο­θεί με τη δή­λω­ση, ό­τι η μη­τέ­ρα μι­σεί το παι­δί της αλ­λά θα πα­ρα­στα­θεί με α­νά­λο­γη συ­μπε­ρι­φο­ρά. Π.χ. θα του α­να­θέ­σει δύ­σκο­λα έρ­γα. Ο­μοί­ως οι ψυ­χι­κές ι­διό­τη­τες φα­νε­ρώ­νο­νται με ε­ξω­τε­ρι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: Το κα­λό ορ­φα­νό κο­ρι­τσά­κι ό­πο­τε γε­λού­σε, πέ­φτα­νε τρια­ντά­φυλ­λα, ό­πο­τε έ­κλαι­γε, έ­πε­φταν φλου­ριά. Το ε­σω­τε­ρι­κό έ­τσι με­τα­τρέ­πε­ται σε ε­ξω­τε­ρι­κό και το υ­πο­κει­με­νι­κό α­ντι­κει­με­νο­ποιεί­ται, προ­βάλ­λε­ται προς τα έ­ξω πα­ρα­στα­τι­κά και “ί­σως, μας λε­ει ο Μ.Γ. Με­ρα­κλής, αν το κα­λο­σκε­φτεί κα­νείς, δεν υ­πάρ­χει λο­γο­τε­χνι­κός δη­μιουρ­γός ση­μα­ντι­κός, που να μην υ­πη­ρέ­τη­σε την αρ­χή αυ­τή, της προ­βο­λής μέ­σα α­πό μιαν ‘ει­κό­να’ –έ­να σύμ­βο­λο, τε­λι­κά– ε­νός ε­σω­τε­ρι­κού (ι­δε­ο­λο­γι­κού κλπ.) πε­ριε­χο­μέ­νου”. Το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό αυ­τό των πα­ρα­μυ­θιών το ξα­να­βρί­σκου­με και στις πί­στεις και τις αι­τιο­λο­γι­κές πα­ρα­δό­σεις των αν­θρώ­πων που χρη­σι­μο­ποιού­νται για να ε­ξη­γή­σουν κά­ποια φαι­νό­με­να. Ο ί­διος πα­ρα­θέ­τει την κυ­πρια­κή πα­ρά­δο­ση για το “ζώθ­κιον”, το στοι­χειό που έ­χει κά­θε σπί­τι και άλ­λο­τε εί­ναι κα­λό και άλ­λο­τε κα­κό.2 Και ε­δώ έ­να συ­ναί­σθη­μα δυ­να­τό -ο δε­σμός με τον χώ­ρο μας- ό­ταν πρό­κει­ται να πε­ρι­γρα­φεί, λέ­ξεις ό­πως α­σφά­λεια, θαλ­πω­ρή του σπι­τιού, πα­τρι­κό σπί­τι, α­νά­γκη προ­σω­πι­κού χώ­ρου, δεν αρ­κούν και ο άν­θρω­πος ζη­τά κά­τι πιο συ­γκε­κρι­μέ­νο για να το ε­ξω­τε­ρι­κεύ­σει. Το συ­ναί­σθη­μα αυ­τό ο Κύ­πριος, που δεν μπο­ρεί να βρει μια μορ­φή κα­τάλ­λη­λη για να το πα­ρου­σιά­σει μια και εί­ναι κά­τι που δεν το έ­χει δει πο­τέ, το συ­γκε­κρι­με­νο­ποιεί του­λά­χι­στον ως ά­μορ­φο, αλ­λά α­ναμ­φί­βο­λα υ­παρ­κτό για ‘κεί­νον, στοι­χειό.
Ό­λα τα πα­ρα­πά­νω που συλ­λέ­ξα­με α­πό το έρ­γο του Ν. Δη­μη­τρί­ου ε­πι­βε­βαιώ­νουν το γε­γο­νός ό­τι τον ί­διο τρό­πο έκ­φρα­σης χρη­σι­μο­ποιεί ο άν­θρω­πος της πα­ρα­δο­σια­κής Σά­μου και στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τά του. Ή­δη δια­πι­στώ­νου­με ό­τι βα­σι­κά στοι­χεί­α της αν­θρώ­πι­νης ζω­ής και των αν­θρώ­πι­νων σχέ­σε­ων, ο έ­ρω­τας, η κα­λο­σύ­νη, η κα­κί­α και το δέ­σι­μο με τον χώ­ρο, πα­ρου­σιά­ζο­νται με συ­γκε­κρι­μέ­να ου­σια­στι­κά ε­νώ πρό­κει­ται για α­φη­ρη­μέ­νες έν­νοιες. Τη συ­γκε­κρι­με­νο­ποί­η­ση αυ­τή θα δού­με ό­τι χρη­σι­μο­ποιεί ο άν­θρω­πος και σε άλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις, ό­ταν η κυ­ριο­λε­ξί­α δεν του αρ­κεί. Και τό­τε, πραγ­μα­τι­κά εί­ναι να α­πο­ρεί κα­νείς με τη δη­μιουρ­γι­κή δύ­να­μη, την ευ­στο­χί­α και τη φα­ντα­σί­α που ε­πι­στρα­τεύ­ε­ται αυ­θόρ­μη­τα για να α­πο­δώ­σει την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ε­πι­στρέ­φο­ντας στο πιο κο­ντι­νό και ά­με­σο, το αν­θρώ­πι­νο σώ­μα.
Για πα­ρά­δειγ­μα, α­λιεύ­ο­ντας πά­λι α­πό τη συλ­λο­γή των σα­μιώ­τι­κων εκ­φρά­σε­ων του Ν. Δη­μη­τρί­ου, η ε­ξου­σί­α α­να­φέ­ρε­ται ως κε­φά­λι (τα κε­φά­λια του χω­ριού εί­ναι ο πα­πάς, ο δά­σκα­λος, ο δή­μαρ­χος), η υ­πε­ρο­ψί­α το ί­διο (μό­λις έ­πια­σε δυο πα­ρά­δες σή­κω­σε κε­φά­λι), η α­νο­η­σί­α πα­ρου­σιά­ζε­ται ως συ­νέ­πεια “ά­πη­χτου μυα­λού”, η ε­ξυ­πνά­δα φαί­νε­ται α­πό “τα μά­τια που κό­βουν”, η α­μη­χα­νί­α μας κά­νει “να κα­τα­πί­νου­με τη γλώσ­σα”, η ε­χθρι­κή συ­μπε­ρι­φο­ρά μας “τρω­ει το με­δού­λι”, τη βο­ή­θεια την πα­ρέ­χει κά­ποιος με “τις πλά­τες” του και “βά­ζο­ντας έ­να χε­ρά­κι”, η πρώ­τη νιό­τη πα­ρου­σιά­ζε­ται συ­νεκ­δο­χι­κά με το μου­στά­κι που αρ­χί­ζει να ι­δρώ­νει, ε­νώ α­ντί­θε­τα σ’ αυ­τή την η­λι­κί­α δεν “ι­δρώ­νει κα­θό­λου το αυ­τί”. Ο υ­πο­μο­νε­τι­κός έ­χει “γε­ρό στο­μά­χι” α­κό­μη και για τον α­ντι­πα­θη­τι­κό που δεν “χω­νεύ­ει” και ε­κεί­νος τον “βρί­σκει του χε­ριού του” και του “τρω­ει τα συ­κώ­τια”. Η τι­μιό­τη­τα φαί­νε­ται ό­ταν το “κού­τε­λο εί­ναι πα­στρι­κό”. Η α­που­σί­α ε­νός α­γα­πη­μέ­νου προ­σώ­που “μας μαυ­ρί­ζει το μά­τι”, ο φό­βος “σπά­ει τη χο­λή” και “κό­βει τα ή­πα­τα”, ο θυ­μός κά­νει το ρου­θού­νι να “φυ­σά­ει”, η χα­ρά φέρ­νει “γέ­λιο στα αυ­τιά” ε­νώ α­ντί­θε­τα η τα­πεί­νω­ση τα “κα­τε­βά­ζει”. Η α­πελ­πι­σί­α που ο­δη­γεί στον ξε­νι­τε­μό γί­νε­ται κα­τά­φω­ρη ό­ταν κά­ποιος “παίρ­νει των ομ­μα­τιών του και φεύ­γει”, και ο πό­νος των δι­κών α­πα­λύ­νε­ται με το γράμ­μα πά­νω στο σώ­μα που “καί­γε­ται”: “Ξε­νι­τε­μέ­νο μου που­λί έ­λα­βα τη γρα­φή σου, στο στή­θος μου την έ­βα­λα κι εί­πα: καρ­διά δρο­σί­σου”. Η φτώ­χεια κά­νει τα δό­ντια α­δύ­να­μα να ε­κτε­λέ­σουν το έρ­γο τους: “Το κρέ­ας και το ψά­ρι δεν εί­ναι για μας τους φτω­χούς για­τί δεν τα κό­βουν τα δό­ντια μας”. Η συμ­φι­λί­ω­ση του αν­θρώ­που των πα­ρα­δο­σια­κών κοι­νω­νιών με το α­να­πό­τρε­πτο τέ­λος της ζω­ής που α­κο­λου­θεί τους συ­μπα­ντι­κούς νό­μους της γέν­νη­σης και του θα­νά­του πα­ρου­σιά­ζε­ται ως “γά­μος με τον Μι­χά­λη” και, α­πο­φεύ­γο­ντας τη λέ­ξη “πε­θα­μέ­νος”, ο Σα­μιώ­της λε­ει, πιο συ­γκε­κρι­μέ­να, “τσί­τω­σε το πο­δά­ρι” ή “γυά­λι­σαν τα δό­ντια του”, ε­νώ ο ε­τοι­μο­θά­να­τος εί­ναι αυ­τός που “σέρ­νει τα κόλ­λυ­βα στο πο­δά­ρι του”.
Το ί­διο αί­τη­μα α­ρω­γής προς το σώ­μα και δα­νει­σμό των με­λών του, προ­κει­μέ­νου να αρ­θρω­θεί δι­δα­κτι­κός, κρι­τι­κός και πε­ριε­κτι­κός λό­γος, πα­ρα­τη­ρού­με και στις σα­μιώ­τι­κες πα­ροι­μί­ες, κα­τα­γραμ­μέ­νες πά­ντα α­πό τον Ν. Δη­μη­τρί­ου, ό­πως:
Ε­γώ έ­χα­σα τα μά­τια και θα νοια­στώ για τα φρύ­δια;
Σκόρ­δα στα γέ­νια μου δεν μπο­ρεί να φυ­τέ­ψει κα­νείς.
Ό­ποιος έ­χει τα γέ­νια έ­χει και τα χτέ­νια.
Κοι­λιά χορ­τά­τη αυ­τί δεν έ­χει.
Να φτύ­σω σα πά­νω; θα φτύ­σω το Θε­ό. Να φτύ­σω σα κά­τω; θα φτύ­σω τα γέ­νια μου.
Και τα γνω­μι­κά:
Μά­τια ό­που δεν θω­ριού­νται γρή­γο­ρα λη­σμο­νιού­νται.
Χα­ρά στα μά­τια που εί­δα­νε δυο η­με­ρών φεγ­γά­ρι.
Έ­χεις γρό­σια, έ­χεις γλώσ­σα.
Α­κό­μη να προ­σθέ­σου­με πως η ζω­ή του αν­θρώ­που προ­δια­γρά­φε­ται και οι οιω­νοί βρί­σκο­νται πά­νω στα σου­σού­μια, ό­πως ση­μειώ­νει ο συγ­γρα­φέ­ας: “Δυο κορ­φές στην κε­φα­λή; Δυο γυ­ναί­κες θα πά­ρεις”, “Ξε­πε­τούν τα μά­τια σου; Μου­σα­φί­ρη θα δεις”, “Σε τρω­ει η φού­χτα σου; Κά­ποιον θα χαι­ρε­τή­σεις ή πα­ρά­δες πε­ρί­με­νε”. “Το πο­δά­ρι σε τρώ­ει; Δρό­μο θα πά­ρεις και λό­για θ’ α­κού­σεις αν το αυ­τί σου τζι­τζνίζ’”3
Ας ε­πι­χει­ρή­σου­με, λοι­πόν, τώ­ρα να δια­λευ­κά­νου­με τα μυ­στή­ρια αυ­τά της γλώσ­σας. Ο Λού­ρια4 μας λε­ει ό­τι πα­λιό­τε­ρα σκε­φτό­μα­σταν ι­διο­συ­γκρα­σια­κά, βα­σι­σμέ­νοι πά­νω στο ά­με­σο και το συ­γκε­κρι­μέ­νο πε­ρι­στα­τι­κό και πράγ­μα, και στη συ­νέ­χεια η γλώσ­σα ε­μπλου­τί­στη­κε και η σκέ­ψη έ­γι­νε κα­τη­γο­ρια­κή και γε­νι­κευ­τι­κή εκ­φρά­ζο­ντας έ­ναν ο­λό­κλη­ρο κό­σμο – θη­σαυ­ρο­φυ­λά­κιο λε­ει τη μη­τρι­κή γλώσ­σα ο Χέρ­ντερ, που πα­ρα­δί­δε­ται στους νε­ώ­τε­ρους. Έ­τσι, η γλώσ­σα βα­σί­ζε­ται στην α­φαί­ρε­ση και τη γε­νί­κευ­ση και οι λέ­ξεις πε­ρι­γρά­φουν και υ­πο­νο­ούν την ου­σί­α των πραγ­μά­των και ό­χι τα πράγ­μα­τα κα­θαυ­τά. Α­κό­μη και μα­κριά α­πό τη χει­ρο­πια­στή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μπο­ρού­με να συ­νεν­νο­ού­μα­στε με­τα­ξύ μας χω­ρίς να έ­χου­με α­νά­γκη να βλέ­που­με έ­μπρο­σθέν μας ή να αγ­γί­ζου­με τα α­ντι­κεί­με­να. Ό­μως φαί­νε­ται πως ό­σο α­κρι­βείς και αν εί­ναι οι λέ­ξεις δεν μπο­ρούν να α­πο­δώ­σουν την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ο φι­λό­σο­φος του Δια­φω­τι­σμού Ντι­ντε­ρό δι­η­γεί­ται το ε­ξής χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό:
“Κά­ποιος Ι­σπα­νός ή Ι­τα­λός, που λα­χτα­ρού­σε να έ­χει στην κα­το­χή του μια προ­σω­πο­γρα­φί­α της ε­ρω­μέ­νης του, την ο­ποί­α ό­μως δεν μπο­ρού­σε να εμ­φα­νί­σει σε κα­νέ­να ζω­γρά­φο, έ­κα­νε το μό­νο που του α­πό­με­νε: την πε­ριέ­γρα­ψε με τον πλέ­ον διε­ξο­δι­κό και α­κρι­βή τρό­πο. Αρ­χι­κά προσ­διό­ρι­σε τις α­να­λο­γί­ες του κε­φα­λιού. Ύ­στε­ρα πέ­ρα­σε στις δια­στά­σεις του με­τώ­που, των μα­τιών, της μύ­της, του στό­μα­τος, του πι­γου­νιού και του λαι­μού. Κα­τό­πιν ε­πα­νήλ­θε στο κα­θέ­να α­πό αυ­τά τα ση­μεί­α με ά­κρα λε­πτο­μέ­ρεια, ώ­στε στο πνεύ­μα του ζω­γρά­φου να α­πο­τυ­πω­θεί η α­λη­θι­νή ει­κό­να που έ­βλε­παν τα μά­τια του. Δεν λη­σμό­νη­σε ού­τε τα χρώ­μα­τα, ού­τε τα σχή­μα­τα, ού­τε το πα­ρα­μι­κρό γνώ­ρι­σμα του χα­ρα­κτή­ρα της. Ό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο συ­νέ­κρι­νε την πε­ρι­γρα­φή του με το πρό­σω­πο της ε­ρω­μέ­νης του, τό­σο πιο πο­λύ έ­βρι­σκε ό­τι της έ­μοια­ζε. Κυ­ρί­ως πί­στε­ψε ό­τι, ό­σο πιο σχοι­νο­τε­νής θα ή­ταν η πε­ρι­γρα­φή του, τό­σο πιο μι­κρά πε­ρι­θώ­ρια αυ­θαι­ρε­σί­ας θα εί­χε ο ζω­γρά­φος. Κα­τέ­γρα­ψε ό­λα ό­σα θε­ώ­ρη­σε πως θα πει­θα­νά­γκα­ζαν τον χρω­στή­ρα. Ό­ταν εν τέ­λει του φά­νη­κε πως η πε­ρι­γρα­φή ο­λο­κλη­ρώ­θη­κε, έ­κα­νε ε­κα­τό α­ντί­γρα­φα, τα ο­ποί­α έ­στει­λε σε ι­σά­ριθ­μους ζω­γρά­φους συ­νά­πτο­ντας την ε­ντο­λή να α­πο­τυ­πώ­σει ο κα­θέ­νας τους πά­νω στον μου­σα­μά ό,τι α­κρι­βώς θα διά­βα­ζε στο χαρ­τί. Πα­ρευ­θύς οι ζω­γρά­φοι στρώ­θη­καν στη δου­λειά. Με­τά α­πό κά­ποιο διά­στη­μα ο ε­ρα­στής μας λα­βαί­νει ε­κα­τό πορ­τρέ­τα, α­πό τα ο­ποί­α κα­νέ­να δεν έ­μοια­ζε με κά­ποιο άλ­λο ή με την ε­ρω­μέ­νη του”.5
Ι­στο­ρί­α η ο­ποί­α μας θυ­μί­ζει και την α­δυ­να­μί­α του ζω­γρά­φου να α­πει­κο­νί­σει τα μά­τια α­γα­πη­μέ­νης, που μας λε­ει και το σα­μιώ­τι­κο δί­στι­χο:
Εί­κο­σι μέ­ρες νη­στι­κός έ­καμ’ έ­νας ζω­γρά­φος
να γρά­ψει τα μα­τά­κια σου και πά­λι έ­κα­με λά­θος.
Έ­χω την ε­ντύ­πω­ση ό­τι ο λα­ός, πιο σο­φός ί­σως α­πό τον νε­α­ρό που μνη­μο­νεύ­ει ο Ντι­ντε­ρό, γνω­ρί­ζει εκ των προ­τέ­ρων τις α­δυ­να­μί­ες της γλώσ­σας να πε­ρι­γρά­ψει, ό­χι μό­νο συ­ναι­σθή­μα­τα αλ­λά α­κό­μη και σώ­μα­τα α­γα­πη­μέ­να, και ε­γκα­τα­λεί­πει έ­γκαι­ρα τις προ­σπά­θειες για να α­κο­λου­θή­σει πιο σί­γου­ρους δρό­μους. Τα συ­ναι­σθή­μα­τα και τα πά­θη της ψυ­χής εί­ναι υ­παρ­κτά μεν (τα νιώ­θου­με) α­ό­ρα­τα δε (οι αι­σθή­σεις α­πο­δει­κνύ­ο­νται α­δύ­να­μες να τα συλ­λά­βουν). Η α­φαί­ρε­ση, η α­πα­ραί­τη­τη για να ε­πι­κοι­νω­νή­σου­με με τον άλ­λο, εί­ναι α­νε­παρ­κής και α­τε­λέ­σφο­ρη για να εκ­φρά­σου­με συ­ναι­σθή­μα­τα και κα­τα­στά­σεις. Στην α­νά­γκη, φαί­νε­ται, ό­τι α­πο­ζη­τού­με κά­τι πιο συ­γκε­κρι­μέ­νο και πε­ρι­στα­σια­κό, κά­τι που να βρί­σκε­ται μπρο­στά μας, να μπο­ρού­με να το δού­με και να το αγ­γί­ξου­με. Και η σφο­δρή αυ­τή ε­πι­θυ­μί­α βρί­σκει διέ­ξο­δο ε­πι­στρέ­φο­ντας σε πρό­τε­ρες, αν­θρώ­πι­νες, κα­τα­στά­σεις, ό­ταν δεν εί­χα­με φθά­σει α­κό­μη στην α­φαι­ρε­τι­κή σκέ­ψη και κά­θε φο­ρά κα­λού­μα­σταν να α­ντι­με­τω­πί­σου­με το ί­διο το πράγ­μα. Το πιο κο­ντι­νό και ά­με­σο που μπο­ρού­με να α­δρά­ξου­με εί­ναι το σώ­μα μας και σ’ αυ­τό κα­τα­φεύ­γου­με για να πε­ρι­γρά­ψου­με α­φη­ρη­μέ­νες κα­τα­στά­σεις. Έ­να σώ­μα, ό­μως, ό­χι πια μό­νο δι­κό μας αλ­λά κοι­νό, χω­ρίς α­το­μι­κά γνω­ρί­σμα­τα, υ­πε­ρα­το­μι­κό, πα­ναν­θρώ­πι­νο. Έ­να συμ­βο­λι­κό σώ­μα που δεν ξε­χω­ρί­ζει α­πό την ψυ­χή, τα πά­θη και τα πα­θή­μα­τά της. Το σώ­μα –το δι­κό μας, αλ­λά και των άλ­λων– που ο α­φαι­ρε­τι­κός λό­γος ε­ξο­στρά­κι­σε α­πό την πε­ρι­γρα­φή των συ­ναι­σθη­μά­των, ε­πι­στρέ­φει θριαμ­βευ­τι­κά, και οι “ι­δέ­ες υ­πο­βι­βά­ζο­νται μπρο­στά στην ιε­ρό­τη­τα και την πρω­το­κα­θε­δρί­α του”. Ό­λες οι φρά­σεις που συν­δέ­ουν τα δί­στι­χα στο πρώ­το κεί­με­νο και του δί­νουν νό­η­μα εί­ναι φρά­σεις λα­ϊ­κές, σχη­μα­τι­κές που χρη­σι­μο­ποιού­νται κα­θη­με­ρι­νά. Φρά­σεις που ει­κο­νο­γρα­φούν σκέ­ψεις και συ­ναι­σθή­μα­τα, με ε­πί­κε­ντρο και α­να­γω­γή στο σώ­μα και τη δρά­ση του, και τα μέ­λη που χρη­σι­μο­ποιού­νται σ’ αυ­τόν τον λό­γο το πα­ρου­σιά­ζουν συ­νεκ­δο­χι­κά ο­λό­κλη­ρο και έμ­ψυ­χο.
Το σώ­μα, ού­τως ή άλ­λως μι­λά­ει, έ­στω και με τη σιω­πή του. Ο Ν. Δη­μη­τρί­ου εύ­στο­χα μας λε­ει για “σχή­μα­τα” του σώ­μα­τος που δεί­χνουν α­γά­πη, θλί­ψη, τα­πεί­νω­ση, θρή­νο, ορ­γή, ντρο­πή κλπ., σχή­μα­τα συ­νεν­νό­η­σης χω­ρίς ο­μι­λί­α, σχή­μα­τα δει­σι­δαί­μο­να, σύμ­βο­λα και γνε­ψί­μα­τα μυ­στι­κά. (Για την α­γά­πη, χαι­ρε­τι­σμός: ε­λα­φρό ζού­λη­μα των δε­ξιών χε­ριών, α­γκά­λια­σμα: ή και κρέ­μα­σμα απ’ το λαι­μό πα­λιό­τε­ρα. Φί­λη­μα: φί­λη­μα στο μά­γου­λο, στό­μα, λαι­μό, στον ώ­μο, σταυ­ρω­τά, στα μά­τια. Τα μι­κρά παι­διά τα φι­λούν στο κε­φα­λά­κι ή στα χε­ρά­κια τους, τους νε­κρούς στο μέ­τω­πο ή στο κε­φά­λι. Ε­ρω­τι­κό φι­λί δεν δι­νό­ταν φα­νε­ρά. Το θε­ω­ρού­σαν ντρο­πή. Α­πελ­πι­σί­α: σεί­σι­μο του κε­φα­λιού χω­ρίς μι­λιά).6 Ο λα­ϊ­κός άν­θρω­πος γνω­ρί­ζει ό­τι τα “σχή­μα­τα” του σώ­μα­τος δεν λέ­νε ψέ­μα­τα και την α­λή­θεια αυ­τή, τη σω­μα­τι­κή και α­διά­ψευ­στη γλώσ­σα, τη χρη­σι­μο­ποιεί ε­κεί που οι λέ­ξεις δεν του φτά­νουν.
Με ό­λα τα πα­ρα­πά­νω φαί­νε­ται πως το σώ­μα γί­νε­ται το κέ­ντρο που σ’ αυ­τό ε­δράζoνται τα συ­ναι­σθή­μα­τα, πα­ράλ­λη­λα, ό­μως μπο­ρού­με να δού­με και τις φυ­γό­κε­ντρες δυ­νά­μεις που μας α­πο­μα­κρύ­νουν α­πό αυ­τό. Θέ­λω να πω ό­τι ο άν­θρω­πος για να εκ­φρά­σει συ­ναι­σθή­μα­τα -κυ­ρί­ως ε­ρω­τι­κά- ε­πι­στρέ­φει στο σώ­μα και τα συ­γκε­κρι­με­νο­ποιεί, για να πε­ρι­γρά­ψει ό­μως το σώ­μα που προ­κά­λε­σε τον έ­ρω­τα φεύ­γει α­πό αυ­τό και α­να­ζη­τά με­τα­φο­ρές και πα­ρο­μοιώ­σεις στη φύ­ση, στα πράγ­μα­τα. Πρω­τί­στως δη­λα­δή α­κο­λου­θεί τον δρό­μο που ο­δη­γεί στο σώ­μα, το πρω­το­γε­νές υ­λι­κό της αν­θρώ­πι­νης ύ­παρ­ξης, αλ­λά ό­ταν πρό­κει­ται να α­να­φερ­θεί στην πε­ρι­γρα­φή του ί­διου του σώ­μα­τος φεύ­γει α­πό αυ­τό και α­να­ζη­τά αλ­λού την ει­κό­να των πα­θών του, στο πράγ­μα: “Τα μά­τια σου εί­ναι σαν ε­λιές, που βγά­νου­νε το λά­δι, τα φρύ­δια σου κα­μα­ρω­τά σαν δυο με­ρών φεγ­γά­ρι”, “Τα μά­τια σου εί­ναι γιουλ-μπα­ξές, τα φρύ­δια σου ντι­βά­νι κι ό­ποιος γυ­ρί­σει και σε ι­δεί το νου του τό­νε χά­νει”, “Το στό­μα σου εί­ναι ζά­χα­ρη, το μά­γου­λό σου μή­λο, το στή­θος σου πα­ρά­δει­σος και το κορ­μί σου κρί­νο”, “Τέσ­σε­ρα φύλ­λα έ­χει η καρ­διά, τα δυο μου ‘χεις παρ­μέ­να και τα άλ­λα δυο μου τα ά­φη­σες ξε­ρά και μα­ρα­μέ­να.”
Η ποι­η­τι­κό­τη­τα του πε­ζού λα­ϊ­κού λό­γου
Λέ­νε πως οι ποι­η­τές έ­χαι­ραν πά­ντα ε­κτί­μη­σης α­πό τον υ­πό­λοι­πο κό­σμο, για­τί μό­νο αυ­τοί μπο­ρού­σαν να εκ­φρά­σουν μέ­σα α­πό το λό­γο τους αι­σθή­μα­τα και σκέ­ψεις που ό­λοι νιώ­θου­με και ό­λοι γνω­ρί­ζου­με αλ­λά δεν μπο­ρού­με να τα πού­με. Ε­κεί­νοι ξέ­ρουν κα­λά να “παί­ζουν” με τους τρο­πι­σμούς του λό­γου και μέ­σα α­πό ει­κό­νες, με­τα­φο­ρές, πα­ρο­μοιώ­σεις και προ­σω­πο­ποι­ή­σεις α­ψύ­χων να μι­λούν για πράγ­μα­τα πα­ναν­θρώ­πι­να και δια­χρο­νι­κά. Πραγ­μα­τι­κά στην ποί­η­ση βλέ­που­με αυ­τή τη χρή­ση του λό­γου:
“Το διά­δη­μα του φεγ­γα­ριού στο μέ­τω­πο της νύ­χτας / Ό­ταν μοι­ρά­ζο­νται οι σκιές την ε­πι­φά­νεια / Της ό­ρα­σης”, λέ­ει ο Ε­λύ­της. Μας μι­λά α­κό­μη για τον ψί­θυ­ρο των δέ­ντρων, το αί­μα στις φλέ­βες των ο­νεί­ρων, τις φλό­γες των δα­κτύ­λων που βιά­ζουν τα χεί­λη της η­μέ­ρας, κό­βουν τα χεί­λη της η­μέ­ρας, για τη θα­νά­σι­μη γη που τη φυλ­λο­με­τράς α­διά­κο­πα και δεν κοι­μά­σαι. (Ε­λύ­της, Προ­σα­να­το­λι­σμοί)
Φα­γώ­θη­καν τα χρό­νια μου, κα­κούρ­γες λέ­ξεις, τα δό­ντια της ψυ­χής δα­γκώ­νουν πιο φαρ­μα­κε­ρά (Μά­νος Ε­λευ­θε­ρί­ου, Μα­θή­μα­τα μου­σι­κής. Τα ξόρ­κια).
Τρέ­μουν τα βου­νά και θυ­μώ­νουν τα έ­λα­τα, ξύ­πνη­σε γάρ­γα­ρο νε­ρό α­πό τη ρί­ζα του πεύ­κου, το φο­βε­ρό βλέμ­μα του α­νέ­μου, η α­γέ­ρω­χη φύ­ση, η α­θά­να­τη πέ­τρα που πε­ρα­στι­κός αν­θρώ­πι­νος άγ­γε­λος έ­γρα­ψε το ό­νο­μά του α­πά­νω της, έ­να μαγ­γα­νο­πή­γα­δο σκου­ρια­σμέ­νο βογ­γά­ει, βουρ­κω­μέ­νο σύν­νε­φο (Νί­κος Γκά­τσος, Α­μορ­γός).
Μου πα­ραγ­γεί­λαν οι σκου­ριές, αν δεν υ­πήρ­χε η α­πό­στα­ση θα μα­ρα­ζώ­να­νε τα μα­κρι­νά τα­ξί­δια, τα βρω­μό­χε­ρα του χρό­νου (Κι­κή Δη­μου­λά, Η ε­φη­βεί­α της λή­θης).
Άγ­γιγ­μα της θά­λασ­σας, θλιμ­μέ­νη μέ­ρα, γλώσ­σα της ε­πι­στρο­φής, ποι­ή­μα­τα α­χτέ­νι­στα κι α­δέ­σπο­τα, σώ­μα­τα γλυ­κό­πιο­των κο­λυμ­βη­τών (Νί­κος Α­λέ­ξης Α­σλά­νο­γλου, Ο δύ­σκο­λος θά­να­τος).
Στις μέ­ρες μας α­κού­με συ­χνά τη δια­μαρ­τυ­ρί­α ό­τι η γλώσ­σα μας χά­νε­ται, ό­τι οι λέ­ξεις λι­γο­στεύ­ουν, ό­τι τα γκρικ-ίν­γκλις κυ­ριαρ­χούν στη ζω­ή μας. Δεν εί­μαι αρ­μό­δια να μι­λή­σω γι’ αυ­τό και δεν θέ­λω να κιν­δυ­νο­λο­γώ ε­πα­να­λαμ­βά­νο­ντας πράγ­μα­τα που α­κού­με ό­λοι κα­θη­με­ρι­νά. Άλ­λω­στε πι­στεύ­ω ό­τι κά­θε ζω­ντα­νή γλώσ­σα αλ­λά­ζει, χά­νει, κερ­δί­ζει λέ­ξεις. Έ­χω προ­σέ­ξει ό­μως ό­τι τα νε­α­ρά παι­διά α­να­ζη­τούν τους ί­διους τρό­πους έκ­φρα­σης (τα πή­ρα στο κρα­νί­ο, κα­ρά­φλια­σα, κου­φά­θη­κα, α­φα­σί­α) τρέ­πο­ντας α­νά­λο­γα τον λό­γο. Ίσως λοι­πόν να μη λεί­πουν οι λέ­ξεις ού­τε τα σχή­μα­τα και δια­χρο­νι­κά οι άν­θρω­ποι να στρέ­φο­νται προς το σώ­μα και να ζη­τούν α­ρω­γή α­πό τα μέ­λη του για να εκ­φρά­σουν την ψυ­χή τους. Ε­κεί­νο, ό­μως, που πρέ­πει να ε­πι­ση­μά­νου­με εί­ναι η α­που­σί­α της ο­μορ­φιάς α­πό τη γλώσ­σα, η α­που­σί­α της γο­η­τεί­ας της προ­φο­ρι­κής ποί­η­σης.
Στις ε­πι­στή­μες το ύ­φος του λό­γου πρέ­πει βέ­βαια να εί­ναι α­πέ­ριτ­το, αλ­λά εί­ναι λά­θος αυ­τό να το συγ­χέ­ο­με με το στε­γνό ξε­χνώ­ντας τα λό­για του Μπυ­φόν:
“Τα κα­λο­γραμ­μέ­να έρ­γα θα εί­ναι τα μό­να που θα πε­ρά­σουν στους ε­πι­γε­νό­με­νους. Η πο­σό­τη­τα των γνώ­σε­ων, η μο­να­δι­κό­τη­τα των γε­γο­νό­των, το πρω­το­φα­νέ­ρω­το α­κό­μα των α­να­κα­λύ­ψε­ων δεν εί­ναι σί­γου­ροι εγ­γυ­η­τές α­θα­να­σί­ας. Αν τα έρ­γα που τα πε­ριέ­χουν δεν κα­τα­πιά­νο­νται πα­ρά με μι­κρο­πράγ­μα­τα, αν εί­ναι γραμ­μέ­να χω­ρίς κα­λαι­σθη­σί­α, χω­ρίς ευ­γέ­νεια και χω­ρίς με­γα­λο­φυ­ί­α, θα χα­θούν, για­τί οι γνώ­σεις, τα γε­γο­νό­τα και οι α­να­κα­λύ­ψεις α­πο­σπώ­νται εύ­κο­λα, με­τα­φέ­ρο­νται και φτά­νουν α­κό­μα να ε­νερ­γο­ποι­η­θούν α­πό χέ­ρια πιο ι­κα­νά. Αυ­τά τα πράγ­μα­τα εί­ναι έ­ξω α­πό τον άν­θρω­πο, το ύ­φος εί­ναι ο ί­διος ο άν­θρω­πος”.7
Στην κα­θη­με­ρι­νή γλώσ­σα βλέ­που­με να γί­νε­ται κυ­ρί­αρ­χη η κυ­ριο­λε­ξί­α και να α­πο­τε­λεί τον πλέ­ον έ­γκυ­ρο τρό­πο εκ­φο­ράς της α­πό­φαν­σης. Αυ­τή η κυ­ριο­λε­ξί­α, ό­μως, α­ντα­να­κλά τη ζω­ή μας την ί­δια που ορ­γα­νώ­νε­ται ορ­θο­λο­γι­στι­κά, οι άν­θρω­ποι και τα πράγ­μα­τα μπαί­νουν σε κου­τά­κια, με­λε­τώ­νται, κα­τη­γο­ριο­ποιού­νται σε μιαν ο­ρι­ζό­ντια διά­τα­ξη του χρό­νου, και το δια­φο­ρε­τι­κό και τα έ­ντο­να συ­ναι­σθή­μα­τα δεν χω­ρούν που­θε­νά. Η ποι­η­τι­κή στιγ­μή που, ό­πως μας λε­ει ο Μπα­σε­λάρ8, α­κι­νη­το­ποιεί τον χρό­νο σε μια βα­θιά, κά­θε­τη θε­ώ­ρη­ση που τον κά­νει να μην κυ­λά­ει αλ­λά να α­να­βλύ­ζει, χά­νε­ται μπρο­στά στην κυ­ριαρ­χί­α της διάρ­κειας που μας κά­νει να α­γω­νιού­με. Ό­μως “ό,τι εί­ναι α­πλό, ό,τι εί­ναι ι­σχυ­ρό μέ­σα μας, ό,τι α­κό­μα εί­ναι διαρ­κές, α­πο­τε­λεί δώ­ρο της στιγ­μής”.9 Η ποι­η­τι­κή στιγ­μή γί­νε­ται πλή­ρης ό­ταν στον στί­χο μπο­ρού­με να συν­δέ­σου­με το α­πέ­ρα­ντο μέ­γε­θος της η­μέ­ρας και της νύ­χτας, του κα­λού και του κα­κού, εί­ναι η στιγ­μή της μει­διώ­σας λύ­πης, ό­πως στους στί­χους: “Δυο μά­τια φως μου λα­μπε­ρά εί­ναι τα δυο σου μά­τια κι ό­ποιου κοι­τά­ξουν την καρ­διά την κά­νου­νε κομ­μά­τια”, “Τα μά­τια σου τα ό­μορ­φα και το γλυ­κό σου βλέμ­μα, μου πή­ραν απ’ την κε­φα­λή το νου μου και το πνεύ­μα”, “Μα­τά­κια μου μπιρ­μπι­λω­τά και φρύ­δια του πο­λέ­μου, αυ­τά τα δυο με πο­λε­μούν, βο­ή­θα με Θε­έ μου”, “Με­λα­χρι­νό μου πρό­σω­πο, μέ­λι με τη γλυ­κά­δα, φαρ­μά­κι που μ’ ε­πό­τι­σες τού­τη την ε­βδο­μά­δα”.
Η ε­πι­μο­νή του λα­ϊ­κού λό­γου να εκ­φρά­ζε­ται ποι­η­τι­κά μας βά­ζει σε υ­πο­ψί­α. Άλ­λω­στε “στη γλώσ­σα της ποί­η­σης ση­μα­σί­α έ­χει ό­χι μό­νο αυ­τό που βλέ­πεις (δια­βά­ζεις) γραμ­μέ­νο αλ­λά και το άλ­λο που δεν βλέ­πεις γραμ­μέ­νο. Αυ­τό που κά­πο­τε α­κού­γε­ται σα δεύ­τε­ρος ή­χος στα εν­διά­με­σα των συλ­λα­βών και των λέ­ξε­ων -δεν εί­ναι η σιω­πή, μη βιά­ζε­σαι- εί­ναι ο ή­χος που α­φή­νουν οι λέ­ξεις ό­ταν οι συλ­λα­βές κι οι λέ­ξεις τρί­βο­νται -τα κό­κα­λά τους τρί­βο­νται- η μια με την άλ­λη…” (Τά­κης Σι­νό­που­λος, Νυ­χτο­λό­γιο, σελ. 41).
Ο “ή­χος” που α­κού­γε­ται πί­σω α­πό τα σα­μιώ­τι­κα δί­στι­χα εί­ναι ο “ή­χος της ζω­ής” σε πε­ρα­σμέ­νους και­ρούς. Μιας ζω­ής που α­να­ζη­τού­σε την ποί­η­ση μέ­σα στην κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα, στις σχέ­σεις των αν­θρώ­πων, στην α­πο­θέ­ω­ση της στιγ­μής, α­φού η α­πό­λυ­τη συμ­φω­νί­α με τους ρυθ­μούς της φύ­σης κα­θη­σύ­χα­ζε και η α­έ­να­η ε­πα­νά­λη­ψη ε­ξα­σφά­λι­ζε τη διάρ­κεια που έ­παυε πλέ­ον να τους α­πα­σχο­λεί. Στην πα­ρα­δο­σια­κή κοι­νω­νί­α της Σά­μου η ποί­η­ση δεν κα­τοι­κού­σε μό­νο στα ποι­ή­μα­τα, αλ­λά στην ί­δια τη ζω­ή,10 στον κα­θη­με­ρι­νό λό­γο των αν­θρώ­πων που με τις προ­σω­πο­ποι­ή­σεις, τις με­τα­φο­ρές και τις ει­κό­νες, τις τρο­πές του λό­γου παύ­ει να εί­ναι πε­ζός και γί­νε­ται υ­παι­νι­κτι­κός, δη­λα­δή ποι­η­τι­κός.
Η Ζα­κλίν ντε Ρο­μι­γύ μας λε­ει να δια­βά­ζου­με λο­γο­τε­χνί­α για­τί μα­θαί­νου­με έ­τσι να βλέ­που­με τις λε­πτο­μέ­ρειες των πραγ­μά­των και να α­να­λύ­ου­με τα συ­ναι­σθή­μα­τά μας.11 Και έ­χει δί­κιο, η ά­σκη­ση αυ­τή χρειά­ζε­ται για­τί στις σύγ­χρο­νες κοι­νω­νί­ες δεν προ­λα­βαί­νου­με να σκύ­ψου­με πά­νω στα αν­θρώ­πι­να και τα συ­μπα­ντι­κά νη­φά­λιοι για να μπο­ρέ­σου­με να αι­σθαν­θού­με τη στιγ­μή. Η α­να­γκαιό­τη­τα της ά­σκη­σης κα­τα­δεί­χνει και τη δια­φο­ρά του πα­ρα­δο­σια­κού κό­σμου α­πό τον σύγ­χρο­νο. Στον πρώ­το “άγ­γι­ζαν”, “έ­βλε­παν”, “ά­κου­γαν” τα συ­ναι­σθή­μα­τα και αυ­τό φαί­νε­ται και α­πα­θα­να­τί­ζε­ται πά­νω στον τρό­πο που εκ­φρά­ζο­νταν, πά­νω στην ποί­η­ση που α­νά­βλυ­ζε στιγ­μιαί­α, ε­νώ στον δεύ­τε­ρο αυ­τό μπο­ρεί να συμ­βεί μό­νον κα­τό­πιν α­σκή­σε­ως. Ε­ντού­τοις πι­στεύ­ω ό­τι και σή­με­ρα, τις λί­γες φο­ρές που η πρω­το­γε­νής αί­σθη­ση των πραγ­μά­των κυ­ριαρ­χεί, ο ορ­θός λό­γος πα­ρα­με­ρί­ζε­ται και η γλώσ­σα δρα, νο­μί­ζει κα­νείς, αυ­τό­νο­μα για να ε­πι­στρέ­ψει στο σώ­μα. Ε­πι­βε­βαιώ­νε­ται με αυ­τήν τη σω­μα­το­ποί­η­ση των πα­θών η ε­νό­τη­τα της ύ­παρ­ξης, το αιώ­νιο “ψυ­χή τε και σώ­μα­τι” της προ­σφο­ράς.
Τε­λειώ­νο­ντας ση­μειώ­νου­με ό­τι στην Ι­λιά­δα12 ο ε­πι­κός ποι­η­τής δεί­χνει, ε­πί­σης, με­γά­λη προ­τί­μη­ση στην α­να­φο­ρά των με­λών του αν­θρώ­πι­νου σώ­μα­τος με μιαν ι­διά­ζου­σα, μά­λι­στα, οι­κο­νο­μί­α. Μια “οι­κο­νο­μί­α με έμ­φα­ση στα μέ­λη η ο­ποί­α δεν υ­πο­δη­λώ­νει μια τμη­μα­τι­κή, δια­με­λι­σμέ­νη σύλ­λη­ψη του σώ­μα­τος και δεν κα­ταρ­γεί το υ­πό­λοι­πο σώ­μα”. Έ­τσι το πρώ­το χνού­δι του με­τα­μορ­φω­μέ­νου Ερ­μή ταυ­τί­ζε­ται με τη χά­ρη της νιό­της ε­νώ το α­να­τρί­χια­σμα του Πρί­α­μου δη­λώ­νει έ­ναν ψυ­χι­κό κλο­νι­σμό. Ό­ταν κά­ποιος φο­βά­ται, τα μέ­λη του λύ­νο­νται (λέ­λι­ντο γυ­ί­α), ό­ταν θυ­μώ­νει ο Α­γα­μέ­μνο­νας στρα­βο­κοι­τά­ζει (υ­πό­δρα ι­δών), τα μά­τια του λά­μπουν (λα­μπε­τό­ω­ντι) και πε­τούν φω­τιές (πυ­ρίς ε­ΐ­κτην), ό­ταν πε­θαί­νει κά­ποιος, η ψυ­χή φεύ­γει α­πό τα μέ­λη (ρε­θέ­ων εκ θυ­μόν έ­λη­ται), η κού­ρα­ση φαί­νε­ται α­πό τα μέ­λη που γί­νο­νται βα­ριά (κά­μα­τος γυ­ί­α δέ­δυ­κεν).
Αυ­τό μας κά­νει να μνη­μο­νεύ­σου­με τα λό­για του Ζή­σι­μου Λο­ρε­ντζά­του: “Α­λη­θι­νά, βά­ζω με το νου μου, θα πρέ­πει να λο­γα­ριά­ζε­ται κα­λό­τυ­χος έ­νας λα­ός σαν τον δι­κό μας που, α­πό την ε­πο­χή της Ι­λιά­δας ως σή­με­ρα, λέ­ει ‘μου λύ­θη­καν τα γό­να­τα’ με τις ί­διες λέ­ξεις”.13 Και να προ­σθέ­σου­με ό­τι κα­λό­τυ­χος θα πρέ­πει να λο­γα­ριά­ζε­ται και ο τό­πος που γεν­νά αν­θρώ­πους σαν τον Σά­μιο Ν. Δη­μη­τρί­ου που συλ­λέ­γουν με υ­πο­μο­νή λέ­ξεις και φρά­σεις κα­θη­με­ρι­νές, οι ο­ποί­ες, τε­λι­κά, α­πο­δει­κνύ­ο­νται δια­χρο­νι­κές για ε­κεί­νους που ε­πι­μέ­νουν στην ποί­η­ση, ό­χι μό­νο των ποι­η­μά­των, αλ­λά και της ζω­ής.
Σημειώσεις
1. Μ.Γ. Με­ρα­κλής, “Η αι­σθη­τι­κή του πα­ρα­μυ­θιού” στο Μ.Γ. Με­ρα­κλής, Έ­ντε­χνος λα­ϊ­κός λό­γος, Καρ­δα­μί­τσα, Α­θή­να 1993, σελ. 147-189 και Μ.Γ. Με­ρα­κλής, Ελ­λη­νι­κή λα­ο­γρα­φί­α, τόμ. Γ΄, Λα­ϊ­κή τέ­χνη, Ο­δυσ­σέ­ας, Α­θή­να 1992, σελ. 36-45.
2. Μ.Γ. Με­ρα­κλής, “Προς τις πη­γές της ποι­ή­σε­ως” στο Μ.Γ. Με­ρα­κλής, Έ­ντε­χνος λα­ϊ­κός λό­γος, ό.π., σελ. 18-19.
3. Ν. Δη­μη­τρί­ου, Λα­ο­γρα­φι­κά της Σά­μου, τόμ. Α΄, Α­θή­να 1983, σελ. 550-551.
4. Louria, Γνω­στι­κή α­νά­πτυ­ξη, Ελ­λη­νι­κά Γράμ­μα­τα, Α­θή­να 1992.
5. Tzvetan Todorow, Theories du symbole, Seuil, 1977, σελ. 168, στο Κ. Πα­πα­γιώρ­γης, Λά­δια ξί­δια, Κα­στα­νιώ­της, Α­θή­να 1996, σελ. 32-33.
6. Ν. Δη­μη­τρί­ου, Λα­ο­γρα­φι­κά της Σά­μου, τόμ. Γ΄, Α­θή­να 1986, σελ. 169-178.
7. Χρ. Χα­ρα­λα­μπά­κης, Νε­ο­ελ­λη­νι­κός λό­γος, Νε­φέ­λη, Α­θή­να 1992, σελ. 31.
8. Γκ. Μπα­σε­λάρ, “Ποι­η­τι­κή στιγ­μή & με­τα­φυ­σι­κή στιγ­μή”, στο Γκ. Μπα­σε­λάρ, Η ε­πο­πτεί­α της στιγ­μής, (μετ. Κ. Πα­πα­γιώρ­γης), Κα­στα­νιώ­τη, Α­θή­να 1997, σελ. 151-165.
9. Γκ. Μπα­σε­λάρ, Η ε­πο­πτεί­α της στιγ­μής, ό.π., σελ. 50 και 58.
10. Για την ποί­η­ση των πα­ρα­δο­σια­κών κοι­νω­νιών και την έλ­λει­ψή της στις σύγ­χρο­νες, βλ. Μ.Γ. Με­ρα­κλής, “Ο άν­θρω­πος της πό­λης”, στο Μ.Γ. Με­ρα­κλής, Λα­ο­γρα­φι­κά Ζη­τή­μα­τα, Χ. Μπού­ρα, Α­θή­να 1989, σελ. 65-82.
11. J. de Romilly, Ο θη­σαυ­ρός των λη­σμο­νη­μέ­νων γνώ­σε­ων, Το Ά­στυ, Α­θή­να 2000, σελ. 183-192.
12. Κ. Πα­πα­γιώρ­γης, Η ο­μη­ρι­κή μά­χη, Κα­στα­νιώ­τη, Α­θή­να 1993, σελ. 109-136.
13. Ζ. Λο­ρε­ντζά­τος, Πα­λίμ­ψη­στον του Ο­μή­ρου, Δό­μος, Α­θή­να 1978, σελ. 32, στο Κ. Πα­πα­γιώρ­γης, Ο­μη­ρι­κή μά­χη, ό.π., σελ. 122.

*Η Άν­να Λυ­δά­κη είναι Λέ­κτο­ρας του Πα­ντεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κοι­νω­νι­κών και Πο­λι­τι­κών Ε­πι­στη­μών, Τμή­μα Κοι­νω­νιο­λο­γί­ας (Θε­μα­τι­κός ά­ξο­νας: Κοι­νω­νι­κή Λα­ο­γρα­φί­α).

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*