Άρδην τ. 30, Άρδην τ. 30-39, Περιοδικό Άρδην

finis Ecclesiae

της σύνταξης

Η αρ­χή του τέ­λους για τον “εκ­συγ­χρο­νι­σμό” έ­χει ή­δη ση­μά­νει. Οι κοι­νω­νι­κές και πο­λι­τι­κές συμ­μα­χί­ες του δο­κι­μά­ζο­νται πολ­λα­πλώς. Ό­λα δεί­χνουν να κα­ταρ­ρέ­ουν.
Η κα­τάρ­ρευ­ση του χρη­μα­τι­στη­ρί­ου και η, για πολ­λούς μή­νες, υ­πο­το­νι­κό­τη­τά του, έ­χει α­πο­μα­κρύ­νει α­πό την κυ­βέρ­νη­ση πολ­λά α­πό τα με­σαί­α και τα λα­ϊ­κά στρώ­μα­τα που ε­πέν­δυ­σαν στη λο­γι­κή της ι­σχυ­ρής Ελ­λά­δας. Οι ε­πι­πτώ­σεις, δε ή­δη ε­πε­κτεί­νο­νται και στους ε­πι­χει­ρη­μα­τι­κούς κύ­κλους, που, α­φού συσ­σώ­ρευ­σαν α­μύ­θη­τα πο­σά με το colpo grosso του χρη­μα­τι­στη­ρί­ου, δο­κι­μά­ζουν με τη σει­ρά τους τις συ­νέ­πειες της χρη­μα­τι­στη­ρια­κής κρί­σης. Και το χει­ρό­τε­ρο εί­ναι πως αυ­τή η κρί­ση δεν έ­χει πι­θα­νό­τη­τες ά­με­σης α­να­στρο­φής, διό­τι δεν α­φο­ρά μό­νο την Ελ­λά­δα, αλ­λά α­γκα­λιά­ζει το σύ­νο­λο της δυ­τι­κής οι­κο­νο­μί­ας, με πα­ρα­τε­τα­μέ­νη ά­νο­δο των τιμών του πε­τρε­λαί­ου και χρη­μα­τι­στη­ρια­κή κα­θί­ζη­ση σε ό­λες τις “ώ­ρι­μες” α­γο­ρές. Η κα­θο­δη­γού­με­νη α­πό τις Η­ΠΑ πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση αρ­χί­ζει να θρυμ­μα­τί­ζε­ται.
Ταυ­τό­χρο­να, η κρί­ση του Α­σφα­λι­στι­κού ο­λο­κλή­ρω­σε τη ρή­ξη με τα χα­μη­λό­τε­ρα και με­σαί­α στρώ­μα­τα, α­κό­μα και ε­κεί­να του δη­μό­σιου το­μέ­α. Η κοι­νω­νι­κή συμ­μα­χί­α που προ­ω­θού­σε το εκ­συγ­χρο­νι­στι­κό ΠΑ­ΣΟΚ, α­πό τους μι­σθω­τούς μέ­χρι τα νέ­α τζά­κια και τους δια­πλε­κο­μέ­νους, με κοι­νό πα­ρο­νο­μα­στή το “νοι­κο­κύ­ρε­μα” της οι­κο­νο­μί­ας και τη δια­νο­μή των ευ­ρω­πα­ϊ­κών πα­κέ­των -και ι­δε­ο­λο­γι­κό συ­νε­κτι­κό υ­λι­κό τον “εκ­συγ­χρο­νι­σμό” και τον α­ντι­κλη­ρι­κα­λι­σμό, ώ­στε να εν­σω­μα­τώ­νει και έ­να μέ­ρος της Α­ρι­στε­ράς- τι­νά­χτη­κε στον α­έ­ρα. Διό­τι ο­δη­γή­θη­κε σε μια πο­λι­τι­κή που α­πο­ξε­νώ­νει και τα δύ­ο ά­κρα της κλί­μα­κας.
Η ά­τα­κτη υ­πο­χώ­ρη­ση στο α­σφα­λι­στι­κό διέρ­ρη­ξε τους δε­σμούς με την α­ρι­στε­ρά, την ο­ποί­α εί­χε ε­πι­χει­ρή­σει να εν­σω­μα­τώ­σει με την πο­λι­τι­κή στο θέ­μα των ταυ­το­τή­των. Α­κό­μα και η Δα­μα­νά­κη εί­ναι υ­πο­χρε­ω­μέ­νη να παίρ­νει α­πο­στά­σεις. Η α­πό­πει­ρα δε ε­πι­στρο­φής στην α­ντι­δε­ξιά ρη­το­ρεί­α με ση­μαιο­φό­ρο τον Λα­λιώ­τη ση­μα­το­δο­τεί μια πα­τα­γώ­δη α­πο­τυ­χί­α της γραμ­μής Ση­μί­τη. Το α­ντιεκ­συγ­χρο­νι­στι­κό ΠΑ­ΣΟΚ συ­σπει­ρώ­θη­κε και πά­λι και ο Ση­μί­της βρέ­θη­κε ό­μη­ρος του Πο­λυ­ζω­γό­που­λου και του… Μα­γκού­φη. Η χρη­σι­μό­τη­τά του για το κε­φά­λαιο αιφ­νι­δί­ως υ­πο­βαθ­μί­ζε­ται: α­φού δεν μπο­ρεί να πε­ρά­σει τους νό­μους για το ερ­γα­σια­κό και το α­σφα­λι­στι­κό και α­φού η οι­κο­νο­μι­κή του πο­λι­τι­κή κα­ταρ­ρέ­ει, ποιος εί­ναι ο λό­γος να συ­ντη­ρεί­ται στην ε­ξου­σί­α;
Έ­τσι, η η­γε­τι­κή ο­μά­δα του ΠΑ­ΣΟΚ βρέ­θη­κε ξαφ­νι­κά α­πο­γυ­μνω­μέ­νη α­πό το ευ­ρύ μέ­τω­πο συμ­μα­χιών που εί­χε συ­γκρο­τή­σει.
Τέ­λος, το εκ­κλη­σια­στι­κό, α­πο­δεί­χτη­κε έ­να ου­ρα­νό­μη­κες φιά­σκο και μια ήτ­τα τε­ρα­στί­ων δια­στά­σε­ων. Η τε­λευ­ταί­α α­πό­πει­ρα α­πο­μεί­ω­σης του Χρι­στό­δου­λου με την ε­πί­σκε­ψη του Πά­πα με­τα­βλή­θη­κε σε μπού­με­ραν­γκ και σφράγισε μια βα­θύ­τα­τη ι­δε­ο­λο­γι­κή ήτ­τα. Διό­τι το γε­γο­νός ό­τι ο Χρι­στό­δου­λος α­ντι­με­τώ­πι­σε τον Πά­πα ως ο μό­νος αυ­θε­ντι­κός εκ­πρό­σω­πος του ελ­λη­νι­σμού και τον υ­πο­χρέ­ω­σε στην έ­στω τυ­πι­κή συγ­γνώ­μη, την ί­δια στιγ­μή που η κυ­βέρ­νη­ση κά­νει ε­πο­νεί­δι­στους τε­με­νά­δες στους Τούρ­κους στρατη­γούς, ο­λο­κλή­ρω­σε την πα­νω­λε­θρί­α της κυ­βερ­νη­τι­κής στρα­τη­γι­κής στο εκ­κλη­σια­στι­κό. Τα τρί­α ε­κα­τομ­μύ­ρια των υ­πο­γρα­φό­ντων που ζη­τούν δη­μο­ψή­φι­σμα για το ζή­τη­μα των ταυ­το­τή­των δεν έ­χουν ι­στο­ρι­κό προ­η­γού­με­νο. Η ε­πι­μο­νή στη δια­γρα­φή του θρη­σκεύ­μα­τος και της ι­θα­γέ­νειας α­πό τις ταυ­τό­τη­τες, που ε­θε­ω­ρή­θη ως έ­να προ­νο­μια­κό ι­δε­ο­λο­γι­κό ζή­τη­μα για το “τσου­βά­λια­σμα” της α­ρι­στε­ράς, ο­δή­γη­σε στην α­να­μό­χλευ­ση του ζη­τή­μα­τος της ταυ­τό­τη­τας των ελ­λή­νων την ε­πο­χή της πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης και προ­ξέ­νη­σε τε­ρά­στια ζη­μιά στην κυ­βέρ­νη­ση. Ό­χι μό­νο την έ­φε­ρε σε με­τω­πι­κή σύ­γκρου­ση με την εκ­κλη­σί­α, ε­πι­τα­χύ­νο­ντας τη ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποί­η­ση του εκ­κλη­σια­στι­κού σώ­μα­τος προς μια α­ντι­πα­γκο­σμιο­ποι­η­τι­κή κα­τεύ­θυν­ση, αλ­λά ά­νοι­ξε εκ νέ­ου ζη­τή­μα­τα που φαί­νο­νταν κα­τα­χω­νια­σμέ­να και ξε­χα­σμέ­να. Η κυ­βερ­νη­τι­κή ε­πί­θε­ση στο τε­λευ­ταί­ο α­πο­κού­μπι των Ελ­λή­νων, την ταυ­τό­τη­τά τους, πυ­ρο­δό­τη­σε μια πο­λι­τι­στι­κή ε­πα­νά­στα­ση χω­ρίς προ­η­γού­με­νο. Αρ­κεί να δει κα­νείς την αυ­ξα­νό­με­νη α­ντί­στα­ση στα ζη­τή­μα­τα της γλώσ­σας, του πο­λι­τι­σμού, της ι­στο­ρί­ας.
Οι Έλ­λη­νες νιώ­θουν πως γί­νο­νται πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­ξαρ­τη­μέ­νοι και υ­πο­τε­λείς στις δυ­νά­μεις της πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης και τους ε­πε­κτα­τι­στές γεί­το­νες. Και θα πε­ρί­με­νε κα­νείς πως θα τα πα­ρέ­δι­δαν ό­λα. Όμως, συμ­βαί­νει το α­κρι­βώς α­ντί­στρο­φο: κα­τα­φεύ­γουν στην τε­λευ­ταί­α γραμ­μή ά­μυ­νας, την πο­λι­τι­σμι­κή ταυ­τό­τη­τά τους, τη γλώσ­σα, τη θρη­σκεί­α τους. Και αυ­τό αιφ­νι­δί­α­σε τους εκ­συγ­χρο­νι­στές: οι ο­ποί­οι φα­ντά­ζο­νταν πως αρ­κεί το χρη­μα­τι­στή­ριο, ο εκ­μαυ­λι­σμός των κα­να­λιών, οι πα­ρε­λά­σεις των καλ­λι­τε­χνι­δών α­πό την Τουρ­κί­α και οι υ­πο­κλί­σεις στον Τζεμ για να γί­νει α­πο­δε­κτή και πλή­ρης η α­πε­μπό­λη­ση κά­θε στοι­χεί­ου ταυ­τό­τη­τας.
Έ­τσι λοι­πόν κλεί­νει μια ε­πο­χή. Μια ε­πο­χή κυ­ριαρ­χί­ας του ση­μι­τι­κού εκ­συγ­χρο­νι­σμού. Αυ­τή η πο­λι­τι­κή βα­δί­ζει προς τη δύ­ση της. Και τί­πο­τε άλ­λο δεν συμ­βο­λί­ζει τό­σο κα­θα­ρά την κρί­ση του ό­σο η ά­νο­δος και η πτώ­ση του… Δη­μή­τρη Α­βρα­μό­που­λου! Ο Α­βρα­μό­που­λος συμ­βό­λι­ζε έ­ναν εκ­συγ­χρο­νι­σμό α­πο­κα­θαρ­μέ­νο α­πό ε­ξαρ­τή­σεις ι­στο­ρι­κών κα­τα­βο­λών και κι­νη­μά­των της δε­κα­ε­τί­ας του ’70, ό­πως συμ­βαί­νει με το ΠΑ­ΣΟΚ. Ο Α­βρα­μό­που­λος ή­ταν πράγ­μα­τι ο “κύ­ριος τί­πο­τα”, το δη­μιούρ­γη­μα των κα­να­λιών, της ει­κό­νας, του τη­λε­ο­πτι­κού συ­στή­μα­τος. Και γι’ αυ­τό θε­ω­ρή­θη­κε ο κα­λύ­τε­ρος εκ­πρό­σω­πος του “με­σαί­ου χώ­ρου”, και για έ­να διά­στη­μα ε­νι­σχύ­θη­κε χω­ρίς κα­νέ­να μέ­τρο α­πό του Μα­ξί­μου και τα ΜΜΕ. Ω­στό­σο, η έλ­λει­ψη θέ­σε­ών του για το ζή­τη­μα των ταυ­το­τή­των και το α­σφα­λι­στι­κό, η α­δυ­να­μί­α να συ­σπει­ρώ­σει έ­στω και ε­λά­χι­στους πο­λι­τευ­τές γύ­ρω του, τον ο­δή­γη­σαν σε μια στα­δια­κή αλ­λά α­να­πό­φευ­κτη πτώ­ση.
Και εί­ναι μάλ­λον βέ­βαιο ό­τι την ί­δια τύ­χη θα έ­χουν και οι άλ­λοι α­στέ­ρες του ση­μι­τι­κού μη­δέν, ο Γιάν­νος Πα­πα­ντω­νί­ου και ο Γιωρ­γά­κης Πα­παν­δρέ­ου. Ο μεν πρώ­τος θα α­πο­τε­λέ­σει το θύ­μα της α­πο­τυ­χί­ας της οι­κο­νο­μι­κής πο­λι­τι­κής, ο δε δεύ­τε­ρος των χω­ρίς ό­ρους και ό­ρια υ­πο­χω­ρή­σε­ων έ­να­ντι της Τουρ­κί­ας. Διό­τι μπο­ρεί οι Έλ­λη­νες, σε μια λο­γι­κή ήσ­σο­νος προ­σπά­θειας, να α­πο­δέ­χτη­καν εν μέ­ρει μια λο­γι­κή “ει­ρή­νευ­σης” με την Τουρ­κί­α ή α­κό­μα και φι­λαν­δο­ποί­η­σής μας, ω­στό­σο δεν πρό­κει­ται να κά­νουν πρω­θυ­πουρ­γό τον άν­θρω­πο που ε­ξέ­φρα­σε μια τέ­τοια πο­λι­τι­κή. Θα προ­τι­μού­σαν α­κό­μα και τις κε­νές ρη­το­ρί­ες του Ά­κη, για να κρα­τά­νε κά­τι α­πό την χα­μέ­νη α­ξιο­πρέ­πειά τους.
Κα­τά συ­νέ­πεια, πα­ρά το ά­γος της Ο­λυ­μπιά­δας, ο ση­μι­τι­κός εκ­συγ­χρο­νι­σμός, η ση­μι­τι­κή εκ­κλη­σί­α εκ­με­τρά το ζειν. Και ή­δη υ­ψώ­νο­νται οι θρη­νω­δί­ες των σι­τι­ζο­μέ­νων στα πρυ­τα­νεί­α των Πα­νε­πι­στη­μί­ων, των ΜΜΕ, των Δη­μο­σί­ων Ορ­γα­νι­σμών, των Υ­πουρ­γεί­ων και των δια­πλε­κο­μέ­νων.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*