Άρδην τ. 30, Άρδην τ. 30-39, Περιοδικό Άρδην

Οι αφορεσμένες λέξεις, η χαιρέκακη υστερία των καιρών

του Γιάννη Τριάντη

Α­γα­πη­τοί Φί­λοι
Κατ’ αρ­χάς ευελ­πι­στώ ό­τι θα δο­θεί σύ­ντο­μα κι άλ­­λη ευ­­και­ρί­α για να
βρε­θώ στο νη­σί σας. Και λέ­ω “σύ­ντο­μα”, για­τί ποιος ξέ­ρει –ό­λο και
κά­ποια “Αρ­χή” μπο­ρεί να α­να­φυεί, ε­κεί που δεν την σπέρ­νουν, και να α­πα­γο­ρεύ­σει τέ­τοιου εί­δους εκ­δη­λώ­σεις ως …α­θε­ρά­πευ­τα ε­θνι­κι­στι­κές. Γε­λά­τε, αλ­λά δεί­τε σας πα­ρα­κα­λώ πως ιε­ρουρ­γεί α­σύ­δο­τη η χαι­ρέ­κα­κη υ­στε­ρί­α των και­ρών. Αυ­τή που α­κού­ει τη λέ­ξη πα­τρί­δα και τρα­βά­ει πι­στό­λι. Δεί­τε τους κο­ρύ­βα­ντες της προ­ό­δου σε …“ε­πι­χει­ρή­σεις α­ρε­τής”. Δεί­τε τους –αυ­τούς τους …νη­φά­λιους χει­ρουρ­γούς της νο­μι­ζό­με­νης προ­ό­δου- πως ε­πι­χει­ρούν να ε­κτο­πί­σουν, να ε­ξο­ρί­σουν σε νέ­ες Μα­κρο­νή­σους α­φο­ρε­σμέ­νες λέ­ξεις και κυ­νη­γη­μέ­νες έν­νοιες. Δεί­τε τους με πό­ση μα­ε­στρί­α και με τό­σο κυ­νι­σμό- διέ­πρα­ξαν το έ­γκλη­μα με τις ταυ­τό­τη­τες. Χω­ρίς να προ­ϊ­δε­ά­σουν τους πο­λί­τες-ψη­φο­φό­ρους, χω­ρίς στοι­χειω­δώς να τους ε­νη­με­ρώ­σουν. Με κά­ποια νυ­στέ­ρια και κά­ποιες “Αρ­χές” ε­γκα­τέ­στη­σαν την ύ­βριν. Και την προ­στα­τεύ­ουν λυσ­σσω­δώς α­πό τις ε­πι­θέ­σεις της κοι­νής λο­γι­κής. Η ο­ποί­α φθέγ­γε­ται ό­τι έ­να σύγ­χρο­νο ευ­νο­μού­με­νο κρά­τος ο­φεί­λει να πράτ­τει α­κρι­βώς το α­ντί­θε­το: Να ω­θεί τους πο­λί­τες του να δια-τυ­πώ­νουν, να δια-κη­ρύτ­τουν και να δια-δη­λώ­νουν δη­μο­σί­α τις α­πό­ψεις και τις πε­ποι­θή­σεις τους –κοι­νω­νι­κές, πο­λι­τι­κές, θρη­σκευ­τι­κές, αι­ρε­τι­κές. Ό­λες! Και ταυ­τό­χρο­να να προ­στα­τεύ­ει τις μειο­νό­τη­τες και τις μειο­ψη­φού­σες α­πό­ψεις. Να τι­μω­ρεί πα­ρα­δειγ­μα­τι­κά τους ε­πί­ορ­κους υ­πάλ­λη­λους και λει­τουρ­γούς του κρά­τους, οι ο­ποί­οι θα ε­πι­χει­ρού­σαν να αυ­θαι­ρε­τή­σουν εις βά­ρος συ­νελ­λή­νων, με κρι­τή­ριο το αλ­λό­δο­ξον ή αλ­λό­θρη­σκον. Έ­να σύγ­χρο­νο δη­μο­κρα­τι­κό κρά­τος ε­πι­δο­τεί την α­νοι­χτω­σύ­νη, δεν ευ­νο­εί την κρυ­ψί­νοια… Έ­φτα­σε στο ση­μεί­ο της Ι­θα­γέ­νειας! Και χρειά­στη­κε να πα­ρέμ­βει η Ευ­ρω­πα­ϊ­κή Έ­νω­ση για να συ­νε­τί­σει τους μη­νί­ο­ντες του βλο­γιο­κομ­μέ­νου -δή­θεν- “εκ­συγ­χρο­νι­σμού”…
Τους εί­δα­τε τους κρυ­ψί­νο­ες και στο –ό­πως ε­ξε­λί­χθη­κε- φιά­σκο της Α­πο­γρα­φής. Ε­κάς το θρή­σκευ­μα. Μα­κριά. Καμ­μιά ε­ρώ­τη­ση. Ρω­τή­στε για λου­τρο­κα­μπι­νέ­δες και για “τούρ­μπο”. Για ρε­τι­ρέ και ε­ξο­χι­κά. Αλ­λά για το θρή­σκευ­μα, κου­βέ­ντα… Έ­τσι οι ρα­γιά­δες της ε­πεί­σα­κτης μο­ντερ­νι­τέ. Έ­τσι και χει­ρό­τε­ρα. Μην πεις πα­τρί­δα, έ­θνος, ε­θνι­κό. Μην ψελ­λί­σεις Αι­γαί­ο, Κύ­προς, Μα­κε­δο­νι­κό. Μη θυ­μη­θείς Κο­λο­κο­τρώ­νη και ε­θνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό α­γώ­να. Μην τολ­μή­σεις και πεις Κε­ρύ­νεια, Για­λού­σα και Ί­μια… Χά­θη­κες. Σε κα­τα­χω­ρί­ζουν αυ­θω­ρεί στους “ε­θνι­κι­στές”. Σε λοι­δο­ρούν και σε χλευά­ζουν, ε­πι­στρα­τεύ­ο­ντας δο­λο­φο­νι­κά στε­ρε­ό­τυ­πα και βα­ρε­τά κλι­σέ…
Εί­ναι γε­γο­νός –και έ­χει ι­διαί­τε­ρη βα­ρύ­τη­τα να το λέ­με σή­με­ρα, α­νή­με­ρα της ε­πε­τεί­ου- ό­τι η Ι­στο­ρί­α συ­σκευά­ζε­ται κα­τά το δο­κούν και ω­φέ­λι­μον. Ε­θνι­κές με­γα­λο­στο­μί­ες, που βο­λεύ­ουν, διαν­θί­ζουν την ε­πί­ση­μη Ι­στο­ρί­α. Με­λα­νές στιγ­μές που εκ­θέ­τουν, ε­ξο­στρα­κί­ζο­νται. Έ­τσι, εν πολ­λοίς, και η ε­πί­ση­μη Ι­στο­ρί­α της χώ­ρας μας, η ο­ποί­α α­σφα­λώς και χρειά­ζε­ται ε­πα­νά­γνω­ση και εκ νέ­ου συγ­γρα­φή σε πολ­λά ση­μεί­α της. Ω­στό­σο, εί­ναι ν’ α­πο­ρείς με τις λυσ­σώ­δεις ε­πι­θέ­σεις, οι ο­ποί­ες δί­νουν την ε­ντύ­πω­ση ό­τι ε­πι­χει­ρούν να εκ­θε­με­λιώ­σουν α­κρο­γω­νιαί­ους λί­θους ι­στο­ρι­κών στιγ­μών με­γί­στης ση­μα­σί­ας και ό­χι να οι­κο­δο­μή­σουν γό­νι­μες εν­στά­σεις. Δεί­τε πως εκ­δι­πλώ­νο­νται οι ε­πι­θέ­σεις ε­να­ντί­ον του Κρυ­φού Σχο­λεί­ου, το ο­ποί­ο ό­ντως κι­νεί­ται στο ό­ριο πραγ­μα­τι­κό­τη­τας και μύ­θου. Α­ντί να κα­τα­τε­θούν α­πό­ψεις κρι­τι­κές, προ­βάλ­λο­νται -με μορ­φή δε­δο­μέ­νων- α­πό­ψεις κρη­μνι­στι­κές. Λες και το ζή­τη­μα βρί­σκε­ται στο αν λει­τουρ­γού­σε το “Κρυ­φό Σχο­λεί­ο” και ό­χι ό­τι διε­σώ­θη -πα­ρά την μα­κραί­ω­νη σκλα­βιά- ο πυ­ρή­νας, ο ρυθ­μός και η ρο­ή της γλώσ­σας. Της γλώσ­σας που άν­θι­σε στο φως του Παρ­θε­νώ­να και στις “αμ­μου­διές του Ο­μή­ρου”… Και πα­ρα­κα­λώ τους α­κρο­α­τές που εν­δε­χο­μέ­νως θα χα­ρα­κτη­ρί­σουν σο­βι­νι­στι­κή την α­να­φο­ρά στις “αμ­μου­διές του Ο­μή­ρου” -α­να­φο­ρά που α­να­ζω­πυ­ρώ­νει το …μί­σος προς τον α­πέ­να­ντι γεί­το­να- να κα­κί­σουν ε­κεί­νον τον σε­βά­σμιο του τρό­που μας, τον Ο­δυσ­σέ­α Ε­λύ­τη… Κυ­νη­γώ­ντας το φά­ντα­σμα του “ε­θνι­κι­σμού”, οι με­ραρ­χί­ες των φί­λων του “εκ­συγ­χρο­νι­σμού” και τα χα­ρού­με­να Mont Blanc του “ευ­ρω­πα­ϊ­σμού” έ­φτα­σαν στο ση­μεί­ο να μι­λή­σουν για την θη­ριω­δί­α των Ελ­λή­νων και του Κο­λο­κο­τρώ­νη κα­τά την Ά­λω­ση της Τρι­πο­λι­τσάς. Και, δεί­τε ε­δώ πα­ρα­κα­λώ, πως λει­τουρ­γεί το κα­τα­στρο­φι­κό δί­πο­λο –α­πό τη μια η κρυ­ψί­νοια της ε­πί­ση­μης ι­στο­ριο­γρα­φί­ας, και α­πό την άλ­λη οι κόρ­δα­κες της “νέ­ας ε­πο­χής”: Η ε­πί­ση­μη εκ­δο­χή α­πο­σιω­πά την ό­ντως με­γά­λη εκ­δι­κη­τι­κή σφα­γή των Τούρ­κων, αλ­λά και ό­σων συ­νερ­γά­ζο­νταν αρ­μο­νι­κά μα­ζί τους. Και η εκ­δο­χή των “εκ­συγ­χρο­νι­στών”- α­να­θε­ω­ρη­τών, που α­νε­μί­ζουν ρή­μα­τα και χα­ρα­κτη­ρι­σμούς, ε­πι­μέ­νει αμ­βλυω­πι­κά να πα­ρα­κά­μπτει το γε­γο­νός ό­τι το μα­χαί­ρι των ρα­γιά­δων ο­πλί­στη­κε με ε­ξη­γή­σι­μη εκ­δι­κη­τι­κό­τη­τα ό­ντας δυ­να­στευ­μέ­νο ε­πί αιώ­νες. Ο Κω­στής Πα­πα­γιώρ­γης, που κά­τι ε­τοι­μά­ζει για το ’21, έ­γρα­ψε προ­χθές στον Ε­πεν­δυ­τή: “Δεν ε­πρό­κει­το για τα­κτι­κό στρα­τό που έ­κα­νε ρε­σάλ­το και με­τά εκ­βα­ρα­θρώ­θη­κε, αλ­λά για μια φυ­λε­τι­κή τε­λε­τή ό­που για πρώ­τη φο­ρά με­τά α­πό αιώ­νες τα θύ­μα­τα βρέ­θη­καν σε θέ­ση ι­σχύ­ος, τα σφά­για βρέ­θη­καν ε­ξο­πλι­σμέ­να και προ­έ­βη­σαν σε μια σπα­ρα­κτι­κή φυ­λε­τι­κή εκ­δί­κη­ση”…
Ναι, α­γα­πη­τοί φί­λοι: Η “συ­σκευα­σμέ­νη” Ι­στο­ρί­α εί­ναι ε­πί­φο­βη. Ό­πως και η ι­δε­ο­λο­γι­κή χρή­ση της. Ναι, α­παι­τεί­ται να ξα­να­δού­με σο­βα­ρά και νη­φά­λια την ι­στο­ρι­κή δια­δρο­μή μας. Να μι­λή­σου­με ά­φο­βα για τους Αρ­βα­νί­τες του ’21 που δεν ή­ξε­ραν γρυ ελ­λη­νι­κά. Να ψά­ξου­με, να α­να­θε­ω­ρή­σου­με, να ξα­να­γρά­ψου­με. Ναι … Ας μας ε­πι­τρέ­ψει, ό­μως, ο χα­ζο­χα­ρού­με­νος και­ρός να μι­λά­με για πα­τρί­δα και για έ­θνος, για Αι­γαί­ο και για Κύ­προ, για α­δια­τί­μη­τες ψη­φί­δες της ταυ­τό­τη­τός μας, οι ο­ποί­ες σέ­βο­νται το αλ­λό­δο­ξον και το αλ­λο­θρή­σκον, αλ­λά δεν ντρέ­πο­νται να προ­φέ­ρουν τη λέ­ξη Ορ­θο­δο­ξί­α. Και, ναι, για­τί ό­χι, να βλέ­που­με τον Κο­λο­κο­τρώ­νη συ­νο­δοι­πό­ρο και ε­κεί­νου του α­κα­τά­βλη­του Αρ­γε­ντι­νού, του Τσε Γκε­βά­ρα, που έ­λε­γε:
“Δεν θέ­λω μνη­μεί­α και τι­μές
Δεν θέ­λω θλιμ­μέ­να ποι­ή­μα­τα
Σκορ­πί­στε τα λου­λού­δια στον ά­νε­μο
Για­τί πα­τρί­δα ή θά­να­τος
Εί­ναι το τρα­γού­δι μου”
Σας ευ­χα­ρι­στώ

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*