Άρδην τ. 30, Άρδην τ. 30-39, Περιοδικό Άρδην

Η γλώσσα μας κινδυνεύει!!!

του Άγγελου Ελεφάντη

Η γλώσ­σα μας κιν­δυ­νεύ­ει! Δεν εί­ναι μό­νον γλωσ­σα­μύ­ντο­ρες και γνω­στοί θρη­νω­δοί που βλέ­πουν θα­νά­σι­μους κιν­δύ­νους να α­πει­λούν τη γλώσ­σα, ό­πως η “λε­ξι­πε­νί­α” των νέ­ων, ο ε­κλα­τι­νι­σμός της γρα­φής, η βί­αι­η ει­σβο­λή ξέ­νων λέ­ξε­ων, ο α­φελ­λη­νι­σμός, το ξέ­κομ­μα α­πό τις ρί­ζες και την τρι­σχι­λιε­τή δια­χρο­νί­α της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας. Τώ­ρα προ­στί­θε­νται και ό­σοι, ό­χι χω­ρίς βά­ση εί­ναι α­λή­θεια, βλέ­πουν ό­τι οι ε­θνι­κές γλώσ­σες, ι­διαί­τε­ρα των μι­κρών ε­θνών, ό­πως το ελ­λη­νι­κό, εί­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νες σε αλ­λοί­ω­ση και τε­λι­κή ε­ξα­φά­νι­ση μέ­σα στη χο­ά­νη της πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης, στην ο­ποί­α ε­πε­λαύ­νει ο ο­δο­στρω­τή­ρας των αγ­γλι­κών και η ε­πι­κρά­τη­ση της οι­κου­με­νι­κής “τε­χνο­αγ­γλι­κής”. Και, ε­πι­πλέ­ον, ε­πι­ση­μαί­νε­ται ο κίν­δυ­νος ό­τι α­κό­μη κι αυ­τή η ί­δια η αγ­γλο­φω­νί­α νο­θεύ­ε­ται α­πό μιαν άλ­λη υ­περ­κεί­με­νη γλώσ­σα της ει­κο­νο­γρα­φη­μέ­νης πλη­ρο­φο­ρι­κής.(…)
Εί­ναι έ­τσι τα πράγ­μα­τα; Εί­ναι βά­σι­μη η πρό­βλε­ψη ό­τι οι ε­θνι­κές γλώσ­σες, ά­ρα και η ελ­λη­νι­κή, κιν­δυ­νεύ­ουν να με­τα­τρα­πούν σε πα­ρε­φθαρ­μέ­νες δια­λέ­κτους μιας ά­τυ­πης τε­χνο­αγ­γλι­κής και σε α­πο­δυ­να­μω­μέ­να παι­χνί­δια προς τέρ­ψιν φι­λο­λό­γων, ποι­η­τών και εκ­κε­ντρι­κών; Έ­χει νό­η­μα να α­ντι­πα­ρα­τε­θεί μια άλ­λη “πρό­βλε­ψη” ό­τι η ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα πο­τέ δεν πε­θαί­νει και ξα­νά προς τη δό­ξα τρα­βά;
Πριν α­πό με­ρι­κά χρό­νια, σε έ­να συ­νέ­δριο, ά­κου­γα κά­ποια γλωσ­σο­κοι­νω­νιο­λό­γο και πα­νε­πι­στη­μια­κό να προ­φη­τεύ­ει ό­τι σε ε­κα­τό χρό­νια πά­νω-κά­τω, ί­σως σε δια­κό­σια, τα ελ­λη­νι­κά δεν θα υ­πάρ­χουν πια. Δεν με ξέ­νι­σε τό­σο η κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κό­τη­τα της προ­φη­τεί­ας. Άλ­λω­στε, ό­πως η ί­δια η γλωσ­σο­κοι­νω­νιο­λό­γος δεν θα μπο­ρού­σε να στοι­χειο­θε­τή­σει την πρό­βλε­ψή της άλ­λο τό­σο κι ε­γώ δεν θα μπο­ρού­σα να τη δια­ψεύ­σω. (…) Ε­κεί­νο ό­μως που ξε­νί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο σ’ αυ­τές τις “προ­βλέ­ψεις”, πε­ρισ­σό­τε­ρο κι α­πό έ­να εί­δος προ­φη­τι­σμού που τις δια­κρί­νει, εί­ναι ο τε­λε­ο­λο­γι­κός τους χα­ρα­κτή­ρας, έ­να εί­δος α­να­πό­τρε­πτης νο­μο­τέ­λειας. Κά­τι σαν μοί­ρα που βα­ραί­νει πά­νω στις γλώσ­σες και τους πο­λι­τι­σμούς, μπρο­στά στην ο­ποί­α η ο­ποια­δή­πο­τε α­ντί­στα­ση εί­ναι μά­ται­η και εν τέ­λει η εμ­μο­νή ο­ρι­σμέ­νων, έ­στω κι αν αυ­τοί οι ο­ρι­σμέ­νοι εί­ναι ο­λό­κλη­ρα έ­θνη, δεν εί­ναι πα­ρά νο­σταλ­γί­α, ρο­μα­ντι­σμός, α­να­χρο­νι­σμός, εκ­κε­ντρι­κό­τη­τα ή και, ευ­θέ­ως, συ­ντη­ρη­τι­σμός. Ή, δια­φο­ρε­τι­κά, η ί­δια η “πρό­βλε­ψη” δεν προ­βλέ­πει την α­ντί­στα­ση, ά­ρα μια δια­φο­ρε­τι­κή προ­ο­πτι­κή, αλ­λά την προ­σαρ­μο­γή στη νέ­α κα­τά­στα­ση πραγ­μά­των, α­κό­μη κι αν, ό­πως ο Κ. Τσου­κα­λάς, δεν ε­πι­χαί­ρει για τις μελ­λού­με­νες ε­ξε­λί­ξεις.
Αλ­λά γι’ αυ­τή τη διά­στα­ση, που κα­τά τη γνώ­μη μου εί­ναι το κύ­ριο ζή­τη­μα, πα­ρα­κά­τω. Για την ώ­ρα ας ση­μειω­θεί ό­τι αυ­τού του εί­δους η πρό­βλε­ψη για το μέλ­λον των ε­θνι­κών γλωσ­σών συ­νά­δει με α­νά­λο­γες προ­βλέ­ψεις για την έκ­πτω­ση του έ­θνους, για την έκ­πτω­ση της κε­ντρι­κό­τη­τας του κρά­τους-έ­θνους –η α­να­φο­ρά μά­λι­στα στην κε­ντρι­κό­τη­τα του κρά­τους-έ­θνους θε­ω­ρεί­ται κρα­τι­σμός και ε­θνι­κι­σμός– α­φού πολ­λές α­πό τις πα­ρα­δο­σια­κές του λει­τουρ­γί­ες εκ­χω­ρού­νται ή με­τα­φέ­ρο­νται σε υ­πε­ρε­θνι­κές ο­ντό­τη­τες. Συ­νά­μα, υ­πόρ­ρη­τη ή και ρη­τή εί­ναι η πα­ρα­δο­χή ό­τι η ί­δια “πρό­βλε­ψη”, το γο­νά­τι­σμα κά­τω α­πό τις α­να­πό­τρε­πτες ε­πι­τα­γές της πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης και η προ­σαρ­μο­γή σ’ αυ­τές, ως προς τις γλώσ­σες και γε­νι­κό­τε­ρα τις πο­λι­τι­σμι­κές ποι­κι­λό­τη­τες, προ­δια­γρά­φει την πο­λι­τι­κή πε­ρι­θω­ριο­ποί­η­ση των συλ­λο­γι­κο­τή­των, των συ­στα­τι­κών των κοι­νω­νιών μας, του πο­λι­τι­κού πο­λι­τι­σμού μας, ό­πως τον γνω­ρί­ζα­με μέ­χρι σή­με­ρα, και την ε­πι­κρά­τη­ση του α­κραί­ου α­το­μι­κι­σμού στον ο­ποί­ο το αυ­τό­κε­ντρο ά­το­μο δεν α­να­γνω­ρί­ζει πα­ρά τον ε­αυ­τό του και δεν α­να­γνω­ρί­ζε­ται πα­ρά στον ε­αυ­τό του. (…)
Το ζή­τη­μα εί­ναι μια έ­ντο­νη τά­ση προς τον ε­κλα­τι­νι­σμό της ελ­λη­νι­κής γρα­φής με τη χρή­ση των η­λε­κτρο­νι­κών υ­πο­λο­γι­στών και του Δια­δι­κτύ­ου, φαι­νό­με­νο που, προ η­με­ρών, ε­πι­σή­μαι­ναν και κα­τήγ­γει­λαν 40 Έλ­λη­νες α­κα­δη­μα­ϊ­κοί με κοι­νή α­να­κοί­νω­σή τους, κα­ταγ­γε­λί­α που δεν θα έ­πρε­πε να α­πο­δώ­σου­με στον γνω­στό γλωσ­σα­μυ­ντο­ρι­σμό ο­ρι­σμέ­νων εξ αυ­τών. Διό­τι το ζή­τη­μα υ­πάρ­χει και εί­ναι σο­βα­ρό. Κι ό­χι μό­νο. Η μου­σι­κή “για τους νέ­ους”, ροκ, χιπ-χοπ, η­λε­κτρο­νι­κή, ραπ, κ.λπ. μι­λά αγ­γλι­κά, η νε­α­νι­κή “κουλ­τού­ρα” μι­λά αγ­γλι­κά. Και γρά­φε­ται, κυ­ρί­ως, στα αγ­γλι­κά. Τα μου­σι­κά συ­γκρο­τή­μα­τα εί­ναι βα­φτι­σμέ­να με αγ­γλό­φω­να ο­νό­μα­τα. Χι­λιά­δες εί­ναι οι ελ­λη­νι­κές ε­πι­χει­ρή­σεις και τα ελ­λη­νι­κά προ­ϊ­ό­ντα με ο­νό­μα­τα αγ­γλι­κά, παρ’ ό­λο που κά­ποιος νό­μος του 1984 το α­πα­γο­ρεύ­ει. Ο του­ρι­σμός μι­λά αγ­γλι­κά. Τα α­κα­δη­μα­ϊ­κά συγ­γράμ­μα­τα πολ­λές φο­ρές μοιά­ζουν με φρα­γκο­χιώ­τι­κα τα ερ­γα­στή­ρια και οι ε­πι­χει­ρή­σεις νέ­ας τε­χνο­λο­γί­ας μι­λούν αγ­γλι­κά. Δεν θα συ­νε­χί­σω, ο κα­θέ­νας μπο­ρεί να ε­μπλου­τί­σει τον κα­τά­λο­γο. (…)
Εύ­κο­λα μπο­ρού­με να κα­τα­γρά­ψου­με την α­δρά­νεια και την α­δια­φο­ρί­α μιας κοι­νής γνώ­μης που συ­νή­θι­σε να μην έ­χει πρό­βλη­μα με τα προ­βλή­μα­τά της, έ­να εκ των ο­ποί­ων εί­ναι η ποιό­τη­τα του πο­λι­τι­σμού της. Ο πο­λι­τι­σμός ό­μως δεν εί­ναι πράγ­μα. Εί­ναι α­πο­τέ­λε­σμα σχέ­σε­ων. Σχέ­σε­ων ε­πι­κοι­νω­νια­κών αλ­λά και συ­γκρου­σια­κών μέ­σα στις ο­ποί­ες εκ­φρά­ζο­νται α­ντι­τι­θέ­με­νες ρο­πές, α­ντι­τι­θέ­με­νες α­ξί­ες, δια­φο­ρε­τι­κοί τρό­ποι ζω­ής, κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις και συμ­φέ­ρο­ντα που δεν βγαί­νουν α­πό το κα­λού­πι μιας ά­νω­θεν δια­τε­ταγ­μέ­νης ο­μοιο­μορ­φί­ας. Το τε­λι­κό α­πο­τέ­λε­σμα έ­χει α­πο­κρυ­σταλ­λώ­σεις και πα­γιώ­σεις, “εί­ναι το κοι­νά πα­ρα­δε­κτό”, πα­ρό­λο που α­με­τά­κλη­τες και για πά­ντα α­πο­κρυ­σταλ­λώ­σεις δεν υ­πάρ­χουν πο­τέ. Το παι­χνί­δι με τα με­γά­λα δια­κυ­βεύ­μα­τα των α­ντι­τι­θέ­με­νων τά­σε­ων συ­νε­χί­ζε­ται. Κι α­κρι­βώς αυ­τό το α­έ­να­ο παι­χνί­δι δί­νει τη δυ­να­τό­τη­τα να προ­βάλ­λο­νται α­ντι­στά­σεις α­κό­μη κι α­πέ­να­ντι στις πιο ι­σχυ­ρές τά­σεις. Αν, λοι­πόν, υ­πάρ­χει αυ­τή η ι­σχυ­ρή τά­ση προς την αγ­γλο­φω­νί­α και πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο προς την “τε­χνο­αγ­γλι­κή” που θα ι­σο­πε­δώ­σει τις ε­θνι­κές γλώσ­σες, και πράγ­μα­τι υπάρ­χει, άλ­λο τό­σο υ­πάρ­χει η ε­ξί­σου ι­σχυ­ρή τά­ση των πο­λι­τι­σμών και των γλωσ­σών να μην υ­πο­τα­χθούν, να α­ντι­στα­θούν, να δια­τη­ρή­σουν τον ε­αυ­τό τους, ό­χι σαν ρο­μα­ντι­κή νο­σταλ­γί­α αλ­λά σαν α­ξί­α ε­νερ­γό για το πα­ρόν και το μέλ­λον τους.
(…) Ό­σο κι αν ε­πι­μέ­νουν οι σει­ρή­νες της με­τα­μο­ντέρ­νας γκλα­μου­ριάς και της προ­σαρ­μο­γής στην πα­γκο­σμιο­ποι­η­μέ­νη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, στη “νέ­α οι­κο­νο­μί­α”, στην νέ­α πα­ρα­γω­γι­κό­τη­τα, στις νέ­ες τε­χνο­λο­γί­ες, στις νέ­ες α­γο­ρές, στα νέ­α ε­μπο­ρεύ­μα­τα, στα νέ­α ε­παγ­γέλ­μα­τα, στα νέ­α φερ­σί­μα­τα, στις νέ­ες “γλώσ­σες”, ό­σο λοι­πόν, κι αν ό­λα αυ­τά τα “νέ­α”, που θα­μπώ­νουν την ό­ρα­σή μας, υ­πάρ­χουν και εί­ναι δρα­στι­κά, άλ­λο τό­σο υ­πάρ­χουν οι άν­θρω­ποι και ο πο­λι­τι­σμός τους που δεν βο­λεύ­ο­νται με την προ­σαρ­μο­γή. Η γλώσ­σα εί­ναι ι­σχυ­ρό­τα­το α­νά­χω­μα στην προ­σαρ­μο­γή. Γι’ αυ­τό άλ­λω­στε βάλ­λε­ται. Κι ό­χι μό­νο η ελ­λη­νι­κή.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*