Άρδην τ. 30, Άρδην τ. 30-39, Περιοδικό Άρδην

Δημοτική και δημοτικισμός

του Γιάννη Καλιόρη

Kαμ­μιά γραμ­μα­τι­κή δεν πρόκει­ται να στε­ρε­ώ­σει ε­σωτε­ρι­κά τη γλώσ­σα και να την ο­πλί­σει με αν­θε­κτι­κές α­ντι­στά­σεις. Κι αυ­τό, ό­χι α­πλώς για­τί κα­νείς δεν μπο­ρεί να μι­λή­σει α­κρι­βώς ό­πως ο­ρί­ζει η γραμ­μα­τι­κή, κα­τά τον ί­διο τρό­πο που κα­νείς δεν μπο­ρεί να σκε­φτεί με την α­κρί­βεια των κα­νό­νων της λο­γι­κής, αλ­λά διό­τι το πρό­βλη­μα της γλώσ­σας δεν εί­ναι ού­τε γραμ­μα­τι­κό ού­τε ευ­ρύ­τε­ρα γλωσ­σο­λο­γι­κό, ού­τε, ό­πως υ­πο­στη­ρί­ζει ο Δ. Χα­τζής, “α­πο­κλει­στι­κά και μό­νο πο­λι­τι­κό” – πε­ρι­λαμ­βά­νει ό­λες αυ­τές τις εκ­δο­χές, και γι’ αυ­τό άλ­λω­στε οι λύ­σεις α­να­ζη­τού­νται προς ό­λες τις κα­τευ­θύν­σεις, αλ­λά δεν α­φή­νε­ται να α­πορ­ρο­φη­θεί α­πό κα­μιά τους ού­τε και ε­ξα­ντλεί­ται στο ά­θροι­σμά τους, και κα­τά συ­νέ­πεια αυ­τές οι λύ­σεις δεν μπο­ρούν πα­ρά να έ­χουν χα­ρα­κτή­ρα α­πο­σπα­σμα­τι­κό και α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα πε­ριο­ρι­σμέ­νη. Το πρό­βλη­μα της γλώσ­σας –κι ό­χι μό­νον αυ­τής– εί­ναι ευ­ρύ­τε­ρο θέ­μα πνευ­μα­τι­κού πο­λι­τι­σμού: σκο­πών που νο­η­μα­το­δο­τούν τη ζω­ή ε­νός έ­θνους και έρ­γων πού ε­δραιώ­νουν τον κό­σμο των ση­μα­σιών του, και σχε­τί­ζε­ται καί­ρια με τη βα­θύ­τε­ρη αυ­το­πε­ποί­θη­ση η ο­ποί­α α­πορ­ρέ­ει α­πό την αυ­το­γνω­σί­α ε­νός λα­ού, ό­ταν χω­ρίς ντρο­πή και μειο­νε­ξί­α ζει την ι­διο­προ­σω­πί­α του ως αυ­το­κα­τά­φα­ση, υ­πα­κού­ο­ντας στο δι­κό του μέ­τρο και κα­θο­ρί­ζο­ντας αυ­το­σή­μα­ντα το στίγ­μα του μέ­σα στον κό­σμο.
Η γλώσ­σα δεν εί­ναι κά­τι το αυ­το­τέ­λε­στο, οι δυ­να­τό­τη­τές της δεν εί­ναι αυ­θύ­παρ­κτες, πε­ριε­χό­με­νες εξ ο­λο­κλή­ρου στην ί­δια –ό­πως έ­νας σύγ­χρο­νος παν­γλωσ­σι­σμός και μια οιο­νεί θαυ­μα­τι­κή αν­τί­λη­ψη της γλώσ­σας θέ­λουν να μας κά­νουν να το πι­στέ­ψου­με–, γι’ αυ­τό και κά­θε “κα­θα­ρι­σμός” της γλώσ­σας στο ό­νο­μα της ί­διας της γλώσ­σας εί­ναι, στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, προ­ο­ρι­σμέ­νος να τε­λεί τη γλώσ­σα ως δυ­να­τό­τη­τα φορ­μα­λι­στι­κής ο­μοιο­γέ­νειας, αλ­λά την α­φή­νει α­συ­ντέ­λε­στη ως βα­θύ­τε­ρο αί­τη­μα εκ­φρά­σε­ως και διά­στα­ση ε­σω­τε­ρι­κή.
Ό­ταν ο Σε­φέ­ρης έ­γρα­φε πως το “με­γα­λύ­τε­ρο ε­λάτ­τω­μα της κα­θα­ρεύ­ου­σας και της γλώσ­σας των σα­λο­νιών, που πε­ριέ­χει ό­λα τ’ άλ­λα, εί­ναι ό­τι δεν πε­ριέ­χει α­ντι­στά­σεις”1 – αυ­τό δεν μπο­ρεί να α­φο­ρά την κα­θα­ρεύ­ου­σα μό­νον ως γλώσ­σα, αλ­λ’ ως γε­νι­κό­τε­ρη στά­ση που έ­φτα­νε μέ­χρι τη γλώσ­σα και την ε­πη­ρέ­α­ζε, χω­ρίς ό­μως να ε­ξα­ντλεί­ται σ’ αυ­τή, κι απ’ αυ­τή την ά­πο­ψη ευ­στο­χό­τε­ρη θα ή­ταν η δια­τύ­πω­ση “η κα­θα­ρεύ­ου­σα ως γλώσ­σα σα­λο­νιών” και γε­νι­κό­τε­ρα ως γλώσ­σα που δεν εί­χε ά­με­σα και βα­θύ­τε­ρα στη­ρίγ­μα­τα στη συ­γκαι­ρι­νή της ελ­λη­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Α­πό­δει­ξη ό­τι το ί­διο α­κρι­βώς συμ­βαί­νει τώ­ρα με τη δη­μο­τι­κή, κι αυ­τό φαί­νε­ται κα­θα­ρά σή­με­ρα που συ­σπά­ται ε­πι­λη­πτι­κά κα­θώς υ­περ­φα­λαγ­γί­ζε­ται α­πό ρυθ­μούς αλ­λο­δο­τούς, συμ­με­ρι­ζό­με­νη σ’ αυ­τό την τύ­χη ο­λό­κλη­ρης της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας.
Για­τί στο βαθ­μό που η δη­μο­τι­κή πε­ριο­ρι­ζό­ταν στις πη­γές της, στις κλει­στές και αυ­τάρ­κεις λί­γο-πο­λύ μορ­φές ζω­ής και στη λο­γο­τε­χνι­κή δη­μιουρ­γί­α που ά­με­σα ή έμ­με­σα πή­γα­ζε απ’ αυ­τές, κρα­τού­σε τη φυ­σιο­γνω­μί­α της α­λώ­βη­τη, την πλα­στι­κό­τη­τά της ακ­μαί­α και την α­φο­μοιω­τι­κή της δύ­να­μη ε­παρ­κή, για­τί πα­τού­σε σε οι­κεί­ο έ­δα­φος και ε­πι­δι­δό­ταν σε πρω­το­γε­νή πρά­ξη δη­μιουρ­γί­ας. Στο βαθ­μό, ό­μως, που, α­κο­λου­θώ­ντας τον γε­νι­κό­τε­ρο προ­σα­να­το­λι­σμό της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας και της ι­δε­ο­λο­γί­ας του δη­μο­τι­κι­σμού, χρειά­στη­κε να δο­κι­μα­στεί σε άλ­λα πε­δί­α, πο­λύ λι­γό­τε­ρο οι­κεί­α, άρ­χι­σε κι αυ­τή να με­τα­φρά­ζει συ­στη­μα­τι­κά α­πό την κα­θα­ρεύ­ου­σα ή α­πό ξέ­νες γλώσ­σες, για να κα­τα­λή­ξει σή­με­ρα ό­χι μό­νο να μην ε­ξελ­λη­νί­ζει κα­νέ­να ό­νο­μα πό­λε­ως ή χώ­ρας, ό­πως του­λά­χι­στον το έ­κα­νε η κα­θα­ρεύ­ου­σα· ό­χι μό­νο να υ­ιο­θε­τεί α­συμ­μόρ­φω­τη και α­με­τά­φρα­στη την ξέ­νη ο­ρο­λο­γί­α σε ό­λους σχε­δόν τους το­μείς, α­κό­μα κι ό­ταν ο ε­ξελ­λη­νι­σμός της εί­ναι ευ­χε­ρής· ό­χι μό­νο να α­φελ­λη­νί­ζει ό­ρους που εί­χε ε­ξελ­λη­νί­σει ή διέ­θε­τε η κα­θα­ρεύ­ου­σα (ρέ­φε­ρυ για διαι­τη­τής, ρε­κορ­ντγού­μαν για πρω­τα­θλή­τρια κ.λπ.)· αλ­λά και να ξε­χω­ρί­ζει ε­νι­κό και πλη­θυ­ντι­κό των αγ­γλι­κών λέ­ξε­ων (ντέ­τε­κτιβ-βς, ρέ­κορ­ντμαν-μεν, γκρουπ – γκρουπ­ς)2  κ.λπ., ε­νώ τα ξέ­να ο­νό­μα­τα γρά­φο­νται ό­λο και πιο συ­στη­μα­τι­κά με λα­τι­νι­κούς χα­ρα­κτή­ρες (Marx α­ντί Μαρ­ξ, Κant α­ντί Κά­ντ – αυ­τό δί­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο “ε­πι­βάλ­λον”, α­πο­τε­λώ­ντας στο γρα­πτό λό­γο ό,τι η ξε­νι­κή προ­φο­ρά των ξέ­νων ο­νο­μά­των και λέ­ξε­ων στον προ­φο­ρι­κό) και κα­θα­ρό­αι­μοι δη­μο­τι­κι­στές προ­τεί­νουν, ό­πως εί­δα­με, να συ­μπλη­ρω­θεί το ελ­λη­νι­κό αλ­φά­βη­το για να προ­φέ­ρου­με αγ­γλι­κό­τε­ρα τον Τσώρ­τσιλ και γαλ­λι­κό­τε­ρα το Νε­σα­τέλ στον κα­θη­με­ρι­νό μας λό­γο. Η ε­πο­χή που η γλώσ­σα ε­ξελ­λή­νι­ζε ξέ­νες πό­λεις και χώ­ρες σε Νέ­α Υόρ­κη, Αγ­γλί­α, Βε­ρο­λί­νο, Γε­νεύ­η, Πετρού­πο­λη και έ­κα­νε το σπι­τά­λι νο­σο­κο­μεί­ο και τον α­βο­κά­το δι­κη­γό­ρο, έ­χει α­πό και­ρό δύ­σει, στο βαθ­μό που έ­χει α­να­τεί­λει η ε­πο­χή των κώ­ουτ­ς, σώ­ου, τημ και σού­περ μάρ­κετ και οι λέ­ξεις έ­χουν γί­νει κι αυ­τές ε­μπό­ρευ­μα, κα­τά­φορ­τες α­πό τέ­τοιες πα­ρα­σι­τι­κές ση­μα­σί­ες.
Απ’ αυ­τή την ά­πο­ψη η λο­γί­α γλώσ­σα, κα­θώς (και στο βαθ­μό που) στρε­φό­ταν τυ­πο­λα­τρι­κά προς το πα­ρελ­θόν και προ­σπα­θού­σε να δια­φυ­λά­ξει τον ελ­λη­νι­κό χα­ρα­κτή­ρα, έ­τσι στε­νό­θω­ρα που τον εν­νο­ού­σε, έ­δει­ξε α­σύ­γκρι­τα με­γα­λύ­τε­ρη α­ντο­χή και α­φο­μοιω­τι­κό­τη­τα κα­τά την ε­πα­φή της με την ξέ­νη γλωσ­σι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πα­ρά­γο­ντας λέ­ξεις ελ­λη­νι­κές για τις νέ­ες έν­νοιες, γη­γε­νείς και ει­σα­γό­με­νες, ε­νώ στο ε­πί­πε­δο αυ­τό η δη­μο­τι­κή πε­ριο­ρι­ζό­ταν να προ­σαρ­μό­ζει τις ξέ­νες στο τυ­πι­κό της, χω­ρίς να μπο­ρεί να ε­πι­νο­ή­σει δι­κές της. Κι αν η κα­θα­ρεύ­ου­σα (και η λο­γί­α γλώσ­σα εν γέ­νει) δεν υ­πέ­στη την πί­ε­ση, που μα­ζί με ο­λό­κλη­ρη την κοι­νω­νι­κή ζω­ή υ­φί­στα­ται η ση­με­ρι­νή γλώσ­σα α­πό την πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση και ε­ξα­γρί­ω­ση της α­γο­ράς και την πύ­κνω­ση του ι­στο­ρι­κού χρό­νου, εί­χε ω­στό­σο ε­πω­μι­σθεί αυ­τό α­κρι­βώς το δύ­σκο­λο έρ­γο, που α­δυ­να­τού­σε ε­ντε­λώς να εκ­πλη­ρώ­σει η δη­μο­τι­κή: να ε­ξελ­λη­νί­σει το πο­λυά­ριθ­μο τουρ­κο-αρ­βα­νι­το-φρά­γκι­κο λε­ξι­λό­γιο, το ο­ποί­ο υ­πήρ­χε ε­γκα­τε­στη­μέ­νο στην κα­θη­με­ρι­νή γλώσ­σα και να δη­μιουρ­γή­σει εξ υ­παρ­χής, ξε­κι­νώ­ντας α­πό τις ρί­ζες της αρ­χαί­ας, λέ­ξεις για τους νέ­ους θε­σμούς, τις έν­νοιες και λει­τουρ­γί­ες, που, κα­θώς η Ελ­λά­δα για πρώ­τη φο­ρά ύ­στε­ρα α­πό αιώ­νες προ­σπα­θού­σε να α­να­λά­βει τις τύ­χες της, α­να­πό­φευ­κτα ει­σέ­βα­λαν στη ζω­ή της, ό­χι βαθ­μιαί­α αλ­λά με τρό­πο ε­πί­σης ρα­γδαί­ο και μα­ζι­κό. Και το έρ­γο αυ­τό, η κα­θα­ρεύ­ου­σα, παρ’ ό­λες τις υ­περ­βο­λές και τη μο­νο­μέ­ρειά της, το ε­ξε­πλή­ρω­σε σω­στά και δεν ή­ταν μι­κρό.
Το θέ­μα, ό­μως, δεν εί­ναι αυ­τή τη στιγ­μή η συ­γκρι­τι­κή με­λέ­τη της πα­ρα­γω­γι­κής και α­φο­μοιω­τι­κής ι­κα­νό­τη­τος των δύ­ο μορ­φών της γλώσ­σας. Άλ­λω­στε, σή­με­ρα, η ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα υ­πο­κύ­πτει στο σύ­νο­λό της κι αυ­τό το σύ­νο­λο πε­ρι­λαμ­βά­νει ορ­γα­νι­κά τις δυ­να­τό­τη­τες και των δυο τους: τη συ­ντα­κτι­κή π.χ. ευ­λυ­γι­σί­α της δη­μο­τι­κής και τον λε­ξι­λο­γι­κό πλού­το της κα­θα­ρεύ­ου­σας. Α­πλώς οι πα­ρα­πά­νω δια­πι­στώ­σεις μας δεί­χνουν πως οι αι­τί­ες για την ά­λω­ση της γλώσ­σας δεν εί­ναι εγ­γε­νείς σ’ αυ­τήν, ού­τε α­πο­τέ­λε­σμα της δι­μορ­φί­ας της, αλ­λά έ­χουν βα­θύ­τε­ρες ρί­ζες. Ξε­κι­νούν α­πό τους σκο­πούς που σε μια δε­δο­μέ­νη στιγ­μή η ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νί­α διά­λε­ξε να θέ­σει στον ε­αυ­τό της, ο­ρί­ζο­ντας έ­ναν terminus ad quem έ­ξω απ’ αυ­τήν, έ­να πρό­τυ­πο ε­ξω­γε­νές προς το οποίο θα έ­πρε­πε να μοιά­σει, ο­δη­γού­με­νη έ­τσι να βιώ­νει την ύ­παρ­ξή της σαν κά­τι το α­νό­μοιο ως προς το ό­μοιο, σαν κά­τι το εκ­κε­ντρι­κό ή πε­ρι­φε­ρεια­κό ως προς το κέ­ντρο κι ό­χι σαν κά­τι το δια­φο­ρε­τι­κό και αυ­τάγ­γελ­το. Aπ’ αυ­τή τη νο­ο­τρο­πί­α του α­νό­μοιου που πα­σχί­ζει να γί­νει ό­μοιο προς κά­ποιο κέ­ντρο ε­ξω­τε­ρι­κό, απ’ αυ­τή την προ­σπά­θεια ν’ α­ναρ­ρι­χη­θεί με ά­νι­σα μέ­σα σε μια υ­πο­τι­θέ­με­νη ε­νιαί­α πα­γκο­σμί­ως ι­στο­ρι­κή κλί­μα­κα (και στο βαθ­μό που βρί­σκε­ται στις χα­μη­λό­τε­ρες βαθ­μί­δες αι­σθά­νε­ται κα­θυ­στέ­ρη­ση και ντρο­πή) πη­γά­ζει και η ψυ­χο­λο­γί­α της μειο­νε­ξί­ας και πε­ρι­φε­ρεια­κό­τη­τος –ή α­ντί­θε­τα της πτω­χα­λα­ζο­νεί­ας– που σή­με­ρα διέ­πει τη συ­νο­λι­κή φυ­σιο­γνω­μί­α της πο­λι­τι­στι­κής μας ζω­ής, και της ο­ποί­ας α­νά­γλυ­φα πα­ρα­δείγ­μα­τα πα­ρέ­χει η ξε­νο­μα­νί­α των δη­μο­σιο­γρά­φων, ο μι­μη­τι­σμός των δια­φη­μι­στών, ο πνευ­μα­τι­κός με­τα­πρα­τι­σμός των δια­νο­ου­μέ­νων και η νο­μπε­λί­τι­δα των πά­ντων.
Κ’ ε­δώ εί­ναι που α­πο­κτά ε­πι­και­ρό­τη­τα η με­λέ­τη του Κ. Κα­ρα­βί­δα για τη λο­γί­α πα­ρά­δο­ση και το δη­μο­τι­κι­σμό. Η λο­γί­α πα­ρά­δο­ση, υ­πο­στη­ρί­ζει ο Κα­ρα­βί­δας, διε­φύ­λα­ξε πί­στη και ελ­πί­δα, χω­ρίς ό­μως τα έρ­γα: ε­χά­ρα­ξε έ­ναν ο­ρί­ζο­ντα, στε­νό μεν αλ­λά στα­θε­ρό και προ­στα­τευ­τι­κό, που δια­τη­ρού­σε μνή­μες και κυο­φο­ρού­σε ελ­πί­δες και που, “αν δεν έ­φε­ρε την α­να­γέν­νη­ση, συ­νε­κρά­τη­σε ό­μως ε­πί μα­κρόν και υ­πό συν­θή­κας δυ­σχε­ρε­στά­τας την κα­τά­στα­σιν”3. Στο δη­μο­τι­κι­σμό, ό­χι α­πλώς ως γλώσ­σα αλ­λ’ ως σφαι­ρι­κό­τε­ρο κί­νη­μα α­να­γεν­νή­σε­ως και δη­μιουρ­γι­κή στά­ση ζω­ής, ε­να­πό­κει­ται ν’ α­να­και­νί­σει την πα­ρά­δο­ση και, έ­χο­ντας ως κοι­νω­νι­κό ορ­μη­τή­ριο τον θε­σμό της κοι­νό­τη­τος, που δια μέ­σου των αιώ­νων έ­δε­σε ορ­γα­νι­κά τους Έλ­λη­νες, να υ­λο­ποι­ή­σει με έρ­γα ζω­ής και πο­λι­τι­σμού τον πυ­ρή­να τον ο­ποί­ον διέ­σω­σε το λό­γιο κέ­λυ­φος, το ελ­λη­νι­στι­κό, ό­πως το α­πο­κα­λεί, ι­δε­ώ­δες, που θ’ α­πο­τε­λεί και τον ελ­λη­νι­κό τρό­πο πα­ρου­σί­ας στο σύγ­χρο­νο κό­σμο. Ο δη­μο­τι­κι­σμός, λοι­πόν, ο­φεί­λει να υ­περ­βεί τη λο­γί­α πα­ρά­δο­ση –την ο­ποί­α ό­μως ο Κα­ρα­βί­δας φαί­νε­ται να α­ντι­λαμ­βά­νε­ται συ­μπα­γή ως προς τους προ­σα­να­το­λι­σμούς της– χω­ρίς να την κα­τα­λύ­σει βί­αια, και εν πά­ση πε­ρι­πτώ­σει χω­ρίς να υ­πο­νο­μεύ­σει το κύ­ρος της, μέ­χρις ό­του δη­μιουρ­γή­σει ο ί­διος τα θε­τι­κά έρ­γα που θα α­πο­σο­βή­σουν τον κίν­δυ­νο ε­νός κε­νού α­ξιών.
Βέ­βαια, ό­ταν ο Κα­ρα­βί­δας έ­γρα­φε το άρ­θρο του, το παι­χνί­δι εί­χε πια παι­χτεί και χα­θεί – παι­ζό­τα­νε. Ί­σως α­κό­μα, τό­τε πού ο Βερ­να­δά­κης και ο Ζα­μπέ­λιος ή και ο Π. Γιαν­νό­που­λος έ­γρα­φαν τα δι­κά τους, αλ­λά με την ι­δε­ο­λο­γί­α του δη­μο­τι­κι­σμού –κα­τά το μέ­γι­στο του­λά­χι­στο μέ­ρος του– η υ­πό­θε­ση κρί­θη­κε ο­ρι­στι­κά. Για­τί ο δη­μο­τι­κι­σμός, κί­νη­μα φω­τι­σμέ­νων α­στών και αρ­γό­τε­ρα σο­σια­λι­στών, α­ντι­στρα­τευό­με­νος τη λο­γί­α πα­ρά­δο­ση –ι­διαί­τε­ρα το κα­θα­ρά ελ­λη­νο­κε­ντρι­κό της τμή­μα– α­ντί να α­ντλή­σει, με δια­φο­ρε­τι­κό ό­μως τρό­πο, α­πό την πη­γή της κοι­νής κα­τα­γω­γής και να ου­σιώ­σει τη μνή­μη με έρ­γα, α­να­λαμ­βά­νο­ντας την κλη­ρο­νο­μιά α­πό ε­κεί που οι σχο­λα­στι­κοί λό­γιοι την εί­χαν α­φή­σει α­νή­μπο­ρη, προ­τί­μη­σε να ρι­ζο­το­μή­σει, πο­λε­μώ­ντας αυ­τή την πα­ρά­δο­ση σε ό­λα τα μέ­τω­πα και με ό­λα τα μέ­σα. Για να μπο­ρέ­σει ό­μως να το κά­νει α­πο­τε­λε­σμα­τι­κά, έ­πρε­πε να στε­ρε­ω­θεί σε ευ­ρύ­τε­ρους σκο­πούς και ση­μα­σί­ες, να α­ντι­τά­ξει κά­ποιο άλ­λο φρό­νη­μα, μια δι­κή του στά­ση ζω­ής.
Κι αυ­τά ο δη­μο­τι­κι­σμός (με κά­ποιες ε­ξαι­ρέ­σεις με­μο­νω­μέ­νων α­τό­μων, ό­πως λ.χ. του Α­πο­στο­λά­κη ή του Σι­κε­λια­νού που πά­λευαν, ο κα­θέ­νας με τον τρό­πο του, ε­να­ντί­ον του ρεύ­μα­τος) τα α­να­ζή­τη­σε (α­κο­λου­θώ­ντας άλ­λω­στε σ’ αυ­τό τη φο­ρά του με­γα­λύ­τε­ρου μέ­ρους της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας και ε­πι­τα­χύ­νο­ντάς την) στην κί­νη­ση των δυ­τι­κών κοι­νω­νιών, στους θε­σμούς και τα πνευ­μα­τι­κά τους ρεύ­μα­τα και τις βα­ρειές εν­νοια­κές τους πα­νο­πλί­ες, συν­δε­ό­με­νος έ­τσι α­πο­φα­σι­στι­κά με την ι­δε­ο­λο­γί­α της προ­ό­δου· με το λο­γι­σμό, δη­λα­δή, του κοι­νω­νι­κού συ­στή­μα­τος του κε­φα­λαί­ου, το οποίο, έ­χο­ντας ως τρό­πο και σκο­πό υ­πάρ­ξε­ως τη συ­νε­χή του συσ­σώ­ρευ­ση που συ­ντε­λεί­ται με τη με­τα­τρο­πή των πά­ντων σε α­ξί­α, ο­μοιο­γε­νο­ποιεί τους ε­τε­ρο­γε­νείς πο­λι­τι­στι­κούς χώ­ρους, κα­τα­στρέ­φο­ντας τις δι­κές τους α­ξί­ες και α­πορ­ρο­φώ­ντας τους σ’ έ­να δυ­νά­μει κα­θο­λι­κό σύ­στη­μα ι­σο­δυ­να­μιών που ε­νερ­γεί ι­σο­πε­δω­τι­κά – κι αυ­τό γί­νε­ται κα­θα­ρά ο­ρα­τό, ό­ταν η α­νά­πτυ­ξη έ­χει φτά­σει στο βαθ­μό ε­κεί­νο που της ε­πι­τρέ­πει να υ­πο­τάσ­σει στη βιο­μη­χα­νι­κή πλέ­ον ο­μοιο­μορ­φί­α και ό­σα στοι­χεί­α συ­μπυ­κνώ­νουν κατ’ ε­ξο­χήν ι­διο­μορ­φί­α και δια­φο­ρά4. Και τις πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές που ο δη­μο­τι­κι­σμός α­τέ­νι­σε την α­πώ­τε­ρη κα­τα­γω­γή, το έ­κα­νε δια της τε­θλα­σμέ­νης, α­να­χω­ρώ­ντας δη­λα­δή α­πό την α­στι­κή ή τη σο­σια­λι­στι­κή ι­δε­ο­λο­γί­α της προ­ό­δου, που ξε­κι­νούν α­πό το ί­διο έ­δα­φος (την αν­τί­λη­ψη μιας δυ­νη­τι­κά α­πε­ριό­ρι­στης α­νά­πτυ­ξης των πα­ρα­γω­γι­κών δυ­νά­με­ων) και αλ­λη­λο­τέ­μνο­νται ευ­ρέ­ως5.
Σή­με­ρα, που τα πράγ­μα­τα τεί­νουν πια να κρε­πά­ρουν πα­ντού και τα α­διέ­ξο­δα αρ­χί­ζουν να ορ­θώ­νο­νται α­μεί­λι­κτα, η γλώσ­σα ε­ξου­θε­νώ­νε­ται κι αυ­τή μην α­ντέ­χο­ντας τη συ­νε­χώς διευ­ρυ­νό­με­νη κί­νη­ση ε­νός πε­ριε­χο­μέ­νου που της ή­ταν πά­ντο­τε ξέ­νο, αλ­λά που τώ­ρα, με την ά­με­τρη α­κρι­βώς διό­γκω­σή του, δεί­χνει κα­θα­ρά την αλ­λο­γε­νή του φύ­ση. Και μέ­νει α­νυ­πε­ρά­σπι­στη για­τί, συν τοις άλ­λοις, η ι­δε­ο­λο­γί­α που την εστήριξε, στη­ρί­χτη­κε η ί­δια στις δυ­νά­μεις που σή­με­ρα την κα­τα­λύ­ουν – υ­πάρ­χει μια συ­νε­νο­χή α­νά­με­σά τους και ο δη­μο­τι­κι­σμός ή­ταν στο βά­θος κα­τα­δι­κα­σμέ­νος να α­μύ­νε­ται α­πέ­να­ντι σ’ έ­ναν α­ντί­πα­λο, τον ο­ποί­ον ό­φει­λε εξ ο­ρι­σμού να δέ­χε­ται ως σύμ­μα­χο· και κα­θώς α­μυ­νό­ταν στο πε­δί­ο που ε­πέ­βαλ­λε o α­ντί­πα­λος, η έκ­βα­ση ε­πί της ου­σί­ας στε­κό­ταν μοι­ραί­α, και τό­τε η προ­σπά­θεια να συ­γκρα­τη­θούν τα πράγ­μα­τα στρε­φό­ταν προς τον τύ­πο, ως αί­τη­μα φορ­μα­λι­στι­κής κα­θα­ρό­τη­τος, πράγ­μα που ο δη­μο­τι­κι­σμός κά­νει και σή­με­ρα, προ­σπα­θώ­ντας να κλεί­σει την κερ­κό­πορ­τα ό­ταν η πύ­λη εί­ναι α­νοι­κτή.
Η δη­μο­τι­κή βρέ­θη­κε α­πό την αρ­χή α­νο­χύ­ρω­τη στο α­πο­φα­σι­στι­κό της ά­νοιγ­μα στους “νέ­ους και­ρούς”, για­τί τους προ­ϋ­παν­τού­σε α­πα­ρά­σκευ­η, ξε­κι­νώ­ντας α­πό έ­να πε­ρι­χα­ρα­κω­μέ­νο πα­ρόν και α­φή­νο­ντας πί­σω της τη γε­νέ­θλια γη, πριν προ­λά­βει να ε­ρευ­νή­σει τα βα­θύ­τε­ρα κοι­τά­σμα­τά της. Η συ­νά­ντη­σή της με τα ξέ­να ρεύ­μα­τα ή­ταν κά­τι σαν “σύμ­βα­ση προ­σχω­ρή­σε­ως”, κι ό­πως πα­ρα­τη­ρεί χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ο Αν. Με­γιέ, μι­λώ­ντας για την ευ­ρύ­τε­ρη κοι­νή, ε­νώ η ελ­λη­νι­κή κοι­νή των ελ­λη­νι­στι­κών χρόνων χρη­σί­μευε για να δη­μιουρ­γη­θεί ο νε­ώ­τε­ρος πο­λι­τι­σμός, “…η νε­ο­ελ­λη­νι­κή κοι­νή, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας μέ­σα πα­ρα­δο­σια­κά, α­ντα­να­κλά κυ­ρί­ως την προ­σπά­θεια που κά­νουν οι ση­με­ρι­νοί Έλ­λη­νες για ν’ α­πο­κτή­σουν τη σύγ­χρο­νη ευ­ρω­πα­ϊ­κή παι­δεί­α”6.
Αυ­τό εκ­φρά­στη­κε συ­νει­δη­τά και με πε­ρισ­σό­τε­ρη έμ­φα­ση α­πό το δη­μο­τι­κι­σμό, ο ο­ποίος, πριν α­κό­μα αυ­το­συ­γκε­ντρω­θεί και συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει το στίγ­μα του μέ­σα στην ελ­λη­νι­κή δια­δρο­μή, α­νοί­χτη­κε στα ξέ­να πε­πρω­μέ­να για να γε­μί­σει με πε­ριε­χό­με­νο και να το αν­τι­τά­ξει στη λο­γί­α ελ­λη­νο­λα­τρι­κή πα­ρά­δο­ση. Χω­ρίς ό­μως γε­ρά ε­σω­τε­ρι­κά α­ντι­στη­ρίγ­μα­τα και στα­θε­ρούς ά­ξο­νες α­να­φο­ράς, ή­ταν μοι­ραί­ο οι ο­μοιο­στα­τι­κές ι­σορ­ρο­πί­ες που ι­δρύ­θη­καν να εί­ναι ε­ξαι­ρε­τι­κά ευ­πα­θείς, η γλώσ­σα να μην μπο­ρεί να πα­ρα­κο­λου­θή­σει τον ο­λο­έ­να ε­πι­τα­χυ­νό­με­νο ρυθ­μό του ξέ­νου βη­μα­το­δό­τη, και, σε κά­θε πλή­ρη τέ­λε­ση του συ­νε­χώς διευ­ρυ­νό­με­νου κυ­κλώ­μα­τος, να α­σθμαί­νει ό­λο και πιο πο­λύ και να ε­ξαρ­θρώ­νε­ται, ό­πως άλ­λω­στε κι ο­λό­κλη­ρη η ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νί­α σή­με­ρα.
Τύ­ποι και ε­λευ­θε­ρί­α
­Κά­τω απ’ αυ­τό το πρί­σμα, γί­νε­ται α­ντι­λη­πτό πό­σο μά­ται­η εί­ναι η ο­πωσ­δή­πο­τε ευ­γε­νι­κή προ­σπά­θεια των ση­με­ρι­νών “με­σα­ο­ρι­στι­κών και α­πα­ρεμ­φα­το­γρά­φων”, ό­πως θά­λε­γε ο Ρο­ΐ­δης, –της δη­μο­τι­κής ό­μως αυ­τή τη φο­ρά–, να πε­ρι­σώ­σουν τη γλωσ­σι­κή φόρ­μα στο ό­νο­μα της ί­διας της φόρ­μας, ξε­κι­νώ­ντας απ’ αυ­τή και μέ­νο­ντας σ’ αυ­τή· πό­σο α­νή­μπο­ρα η­χούν τα αι­τή­μα­τα για ά­σιγ­μη κα­τά­λη­ξη των θη­λυ­κών ή για συλ­λα­βι­κή ε­ξί­σω­ση των πτώ­σε­ων, ό­ταν μέ­σα και γύ­ρω σα­ρώ­νο­νται τα πά­ντα και η βα­θύ­τε­ρη φυ­σιο­γνω­μί­α ε­ξα­χνώ­νε­ται. Για­τί –κι αυ­τό δεν θα κου­ρα­στού­με να το ε­πα­να­λαμ­βά­νου­με– το πρό­βλη­μα της γλώσ­σας μας δεν εί­ναι πρό­βλη­μα τε­χνι­κό ή γραμ­μα­τι­κής, αλ­λά πριν απ’ ό­λα πρό­βλη­μα ου­σί­ας, δη­λα­δή ε­νερ­γής πα­ρου­σί­ας μέ­σα στο σύγ­χρο­νο κό­σμο και μη­νύ­μα­τος αυ­τής της πα­ρου­σί­ας ως νο­ή­μα­τος, που ό­μως προ­ϋ­πο­θέ­τει αυ­το­γνω­σί­α και ι­διο­προ­σω­πί­α και βί­ω­ση αυ­τής της ι­διο­προ­σω­πί­ας ως αυ­το­σή­μα­ντης.
Σημειώσεις
1. Σε­φέ­ρης: Δο­κι­μές, Β΄ έκ­δο­ση. Φέ­ξης, σελ. 394-395.
2. Συ­χνά μά­λι­στα με ε­σφαλ­μέ­νο τρό­πο: “έ­νας α­πό τους μπάρ­μεν­ς του Χίλ­τον” (Τα “ΝΕ­Α” 16-1 1-79). Αλ­λού δια­βά­ζου­με τα ου­ί­σκυ, αλ­λού τα ου­ί­σκυς, αλ­λού τέ­λος τα ου­ί­σκυζ· οι ρέ­φε­ρυ, οι ρέ­φε­ρυς, οι ρέ­φε­ρυζ (τα γκολ δεν κα­τά­φε­ραν α­κό­μα να τα κά­νουν γκολ­ς), ε­νώ το κο­ντό πα­ντε­λό­νι, για το οποίο οι Άγ­γλοι δεν έ­χουν ε­νι­κό, γί­νε­ται στις δια­φη­μί­σεις: έ­να σορ­τ, δύ­ο σορ­τς. Σε λί­γο, στην ελ­λη­νι­κή γραμ­μα­τι­κή θα πρέ­πει να προ­βλε­φτεί η δι­δα­σκα­λί­α των α­νω­μα­λιών στο σχη­μα­τι­σμό του πλη­θυ­ντι­κού των αγ­γλι­κών ο­νο­μά­των, οι κα­νό­νες και οι ε­ξαι­ρέ­σεις τους· και στο βαθ­μό που η γλωσ­σο­μά­θεια των δη­μο­σιο­γρά­φων θα ε­πε­κτεί­νε­ται, θα προ­στί­θε­νται και α­νά­λο­γα κε­φά­λαια για την γαλ­λι­κή, την ι­τα­λι­κή κ.λπ.
3. Κ. Κα­ρα­βί­δα, “Η λο­γί­α πα­ρά­δο­σις και ο δη­μο­τι­κι­σμός”, περ. Πλά­των, έ­τος ΙΓ΄ τα 25-26, σελ. 142. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση 1921. Α­ναδ. Περ. Ε­πο­πτεί­α,τ. 42., Ια­νουά­ριος 1980.
4. Συ­νυ­φα­σμέ­νη η ό­λη κί­νη­ση με μια ορ­θο­λο­γι­κή α­ντί­λη­ψη του κό­σμου, πρό­σφο­ρη για την υ­πο­τα­γή του τε­λευ­ταί­ου στο α­ξιο­ποι­η­τι­κό κύ­κλω­μα του κε­φα­λαί­ου, ε­ξα­κτι­νώ­νε­ται σε μια σει­ρά ι­δε­ω­δών που χα­ρα­κτη­ρί­ζουν την προ­μη­θε­ϊ­κή του ε­πο­ποι­ί­α: την πό­λω­ση αν­θρώ­που-κό­σμου σε υ­πο­κεί­με­νο και α­ντι­κεί­με­νο α­ντι­στοί­χως και την κα­τά­κτη­ση του δευ­τέ­ρου α­πό το πρώ­το· την κα­τά­κτη­ση και εκ­με­τάλ­λευ­ση της φύ­σης (το κε­φά­λαιο δεν υ­πάρ­χει μέ­σα στη φύ­ση αλ­λά στέ­κε­ται ευ­θύς εξ αρ­χής α­πέ­να­ντί της)· τη δυ­να­τό­τη­τα για α­πε­ριό­ρι­στη α­νά­πτυ­ξη των πα­ρα­γω­γι­κών δυ­νά­με­ων, που παίρ­νει τη μορ­φή της εκ­θε­τι­κής αύ­ξη­σης της πα­ρα­γω­γής· το γι­γα­ντι­σμό έρ­γων και θε­σμών, την α­ξιο­ποί­η­ση ως προ­ϋ­πό­θε­ση για την θε­μι­το­ποί­η­ση της ύ­παρ­ξης, την πο­λι­τι­κή ως τε­χνι­κή της ε­ξου­σί­ας, την ε­πι­στή­μη ως τε­χνι­κή της α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τος, την α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα ως κρι­τή­ριο της πρό­θε­σης κ.λπ. – το ό­λον α­δια­φα­νές και α­χα­λί­νω­το, τεί­νο­ντας συ­νε­χώς στον υ­περ­θε­τι­κό του, απο­δυ­μέ­νο σε α­κα­τά­σχε­τη φυ­γή προς τα ε­μπρός και συ­νε­χή δια­στο­λή, ό­που το υ­πέρ­με­τρο γί­νε­ται μέ­τρο και το προ­κύ­πτον μέ­τρο α­κό­μα πιο υ­πέρ­με­τρο, βαί­νο­ντας ο­λο­έ­να προς νέ­ες με­γι­στο­ποι­ή­σεις κ.ο.κ. Δη­λα­δή ό,τι α­κρι­βώς α­πο­τε­λεί, στο σύ­νο­λό του και εξ ο­ρι­σμού, α­ντι­φο­ρά προς το ελ­λη­νι­κό μέ­τρο και την ελ­λη­νι­κή στά­ση ζω­ής.
5. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή απ’ αυ­τή την ά­πο­ψη και συγ­χρό­νως έ­να α­πό τα κα­λύ­τε­ρα δείγ­μα­τα, εί­ναι η Ει­σα­γω­γή στο Σο­φι­στή του Γλη­νού, κα­θώς και ο­λό­κλη­ρος ο προ­σα­να­το­λι­σμός του πε­ριο­δι­κού Α­να­γέν­νη­ση που ί­δρυ­σε και δι­η­ύ­θυ­νε ο ί­διος.
6. A. Meillet, Aperçu d’une Hi­stoire de la langue grecque, Hachette, Πα­ρί­σι 1930, σελ. 324.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*