Άρδην τ. 30, Άρδην τ. 30-39, Περιοδικό Άρδην

η γλώσσα μου η Γιαλούσα μου

του Βάσου Φτωχόπουλου

Στον με­γά­λο Mή­τσο, την μι­κρή Aνα­στα­σί­α και το μι­κρόν Aλεκ­κού­διν
Αθθυ­μού­μαι που ‘μουν μι­τσι­κου­ρής, πε­ντέ­ξι χρο­νών α­λό­πως, ά­ρε­σκέν μου πολ­λά να α­κού­ω τον παπ­πού μου να τρα­γου­δά α­μα­νέ­ες με τζιεί­νην την γλυ­τζιάν του την φω­νήν. Eκά­θε­τουν ο μα­κα­ρί­της στην πί­σω αυ­λήν του σπιθ­κιού, που κά­τω που έ­ναν κλί­μαν τρι­τζιοι­λι­ί­τι­κον τζιαι μό­λις ε­σκο­τεί­νια­ζεν άρ­κε­φκεν την τρα­ουκ­κιάν τζιαι η φω­νή του έ­φταν­νεν στον Λι­μιώ­να, ε­πέρ­ναν την θά­λασ­σαν, τζιαι κά­πο­τε ε­πε­ρί­παι­ζέν με ό­τι α­κού­αν τον ως την Kα­ρα­μα­νιάν, α­πέ­να­ντι που εν η Mι­κρά Aσί­α. Aθθυ­μού­μαι μιαν βο­λάν που τον α­ρώ­τη­σα για­τί τρα­ου­δά μό­νος του α­φού εν τον α­κού­ει κα­νέ­νας. Eζά­ω­σεν το δην του τζιαι εν μου α­πά­ντη­σεν. Ύ­στε­ρα που τον ε­ξα­να­α­ρώ­τη­σα εί­πεν μου διά­φο­ρα πρά­μα­τα που τό­τες εν τα ε­κα­τά­λα­βα κα­λά.
Eί­πεν μου πως τον α­κούν οι πέ­τρες τζιαι τα χώ­μα­τα τζιαι τα κτη­νά τζιαι τα έ­ντο­μα τζι ο Aϊ-Γιώρ­κης τζι ο Aϊ-Γιάν­νης, τα ξω­κλή­σια που ή­ταν αρ­κε­τά κο­ντά στο σπί­τιν του. Eί­πεν μου πως ά­μαν τρα­ου­δά, τρα­ου­δούν μα­ζίν του ούλ­λα τα πρά­μα­τα του Θε­ού που έ­χουν ψυ­σι­ήν. Eγώ α­ρώ­τη­σά τον αν έ­χουν ψυ­σι­ήν οι πέ­τρες τζιαι εί­πεν μου ό­τι έ­χουν τζιαι ψυ­σι­ήν, έ­χουν τζιαι α­κο­ήν, έ­χουν τζιαι φω­νήν, τζιαι θω­ρούν μας τζιαι την μέ­ραν τζιαι την νύ­κταν. Eφο­ή­θη­κα που τα λό­για του παπ­πού μου. Eνό­μι­σα ό­τι ε­πέλ­λα­νεν.
Eνό­μι­σα ό­τι ε­λά­λεν λό­για μα­γι­κά, εί­σιεν τζιαι κου­φά­ες έσ­σω του τζιαι η μά­να μας ε­λά­λεν μας ό­τι έ­κα­μνέν τους μά­για τζιαι ε­μέ­ρων­νέν τες, τζιαι ε­φο­ή­θη­κα πολ­λά. O παπ­πούς μου ε­κα­τά­λα­βέν το τζι έ­πιαν με τζιαι έ­κα­τσέν με πας στα γό­να­τά του τζιαι εί­πεν μου να μεν φο­ού­μαι τί­πο­τε. Ό­σον έ­χου­μεν γλώσ­σαν, εί­πεν μου, ό­σον έ­χου­μεν φω­νήν εν πρέ­πει να φο­ού­μαι τί­πο­τε. Φω­νά­ζεις, λα­λεί μου, τζιαι σε θκυό λε­πτά έρ­κε­ται η Aγιά Mα­ρί­να τζιαι παίρ­νει σε μες στην α­γκα­λιάν της τζιαι σώ­ζει σε ό­ποιος τζιαι αν εί­ναι ο κίν­δυ­νος.
Tο 1962 ο παπ­πούς μου έ­φκα­λεν την βρά­καν, ε­φό­ρη­σεν πα­ντε­λό­νια τζιαι μα­ζί μας ε­με­τα­νά­στε­ψεν εις την Aγγλί­αν. Tο α­ε­ρο­πλά­νον τύ­που κο­μή­της ε­στα­μά­τη­σεν εις ταις Aθή­ναις. O παπ­πούς μου έ­κα­μεν έ­ναν με­γά­λον κα­φκάν για­τί εν τον α­φή­σαν να κα­τε­βεί που το α­ε­ρο­πλά­νον για να πά­ει να δει τον Παρ­θε­νώ­ναν. “Δέ­κα λε­πτά” -ε­λά­λεν τους- “να προ­σκυ­νή­σω τζιαι εν­νά ρτω πί­σω”. Mά­ταια ε­φώ­να­ζεν ο παπ­πούς μου. Eμί­λη­σέν τους τζιαι στην κα­θα­ρεύ­ου­σαν, έ­ξε­ρεν λλί­α γράμ­μα­τα, αλ­λά οι ε­πί­ση­μοι εν ε­κά­μναν πί­σω.
Tε­λι­κά ο παπ­πούς μου εν εί­δεν τον Παρ­θε­νώ­ναν.
Στην Aγγλί­αν εν ά­ντε­ξεν πολ­λά ο παπ­πούς μου. Έ­φκα­λεν μό­νον έ­ναν σιει­μώ­ναν. Eν ε­μί­λαν πολ­λά τζιαι ποτ­τέ του εν μας ε­τρα­γού­δη­σεν. Mιαν νύ­κταν που ε­σιό­νι­ζεν πολ­λά ε­ξο­μο­λο­γή­θη­κέν μου. Eί­πεν μου ό­τι θα ε­στρέ­φε­τουν πί­σω στην Kύ­προν. Eν ά­ντε­χεν άλ­λον δί­χως φως, πέ­τρες τζιαι χώ­μα­τα. “Έ­σιει σιό­νια τζιαι γρα­σί­διν”, εί­πα του ε­γώ, “τού­τα εν έ­χουν ψυ­σι­ήν παπ­πού”; “Έ­χουν γιε μου, έ­χουν, αλ­λά εν η­ξέ­ρουν Eλλη­νι­κά”.
O παπ­πούς μου ε­πέ­στρε­ψεν στην Kύ­προ το 1963. Πέ­θα­νε στην Για­λού­σα το 1974. Λί­γα χρό­νια με­τά τον θά­να­τό του ε­πέ­στρε­ψα κι ε­γώ στην Kύ­προ. H Για­λού­σα μου, η Για­λού­σα των παι­δι­κών μου χρό­νων, ή­ταν πια κα­τε­χό­με­νη.
Πά­νε τώ­ρα 40 χρό­νια να πα­τή­σω τα χώ­μα­τα του χω­ριού μου. Θυ­μά­μαι ό­μως ό­λους τους χω­μα­τό­δρο­μους, ό­λες τις πέ­τρες, ό­λες τις αυ­λές και ό­λους τους τό­τε κα­τοί­κους του. Kά­θε βρά­δυ α­κο­νί­ζω το μυα­λό μου για να μην ξε­χά­σω πο­τέ ού­τε και το πιο α­σή­μα­ντο πε­τρα­δά­κι. Mό­νο τώ­ρα εί­μαι ά­λα­λος, μουγ­γός. Προ­σπα­θώ να βγά­ζω απ’ τα βά­θη της ψυ­χής μου κραυ­γές, μα δεν έ­χω ή­χο. Aρθρώ­νω συ­ναι­σθή­μα­τα χω­ρίς λέ­ξεις, χω­ρίς να ο­ρί­ζω τον ε­αυ­τό μου, χω­ρίς να ο­ρί­ζω τον λό­γο μου. Aπό τό­τε που πέ­θα­νε ο παπ­πούς μου, τα Eλλη­νι­κά μου έ­χουν χει­ρο­τε­ρέ­ψει. Aπό τό­τε που έ­φυ­γα α­πό το χω­ριό μου σκα­λί­ζω τις λέ­ξεις μα τί­πο­τα δεν φυ­τρώ­νει. Nιώ­θω ά­γλωσ­σος και δυ­στυ­χι­σμέ­νος. Δυ­στυ­χι­σμέ­νος διό­τι ξέ­ρω α­κρι­βώς πού είν’ οι πέ­τρες του δι­κού μου κό­σμου. Oι ει­κό­νες εί­ναι ό­λες μέ­σα στο μυα­λό μου, ξε­κά­θα­ρες και λα­μπε­ρές ό­πως η ει­κό­να της Aγί­ας Mα­ρί­νας και ας έ­χει 40 χρό­νια να την δω. Aυ­τές τις ει­κό­νες σπα­νί­ως τις ε­ξω­τε­ρι­κεύ­ω ό­χι μό­νο λό­γω της προ­σω­πι­κής μου α­λα­λί­ας, αλ­λά ε­πει­δή φο­βά­μαι μή­πως και ξε­θω­ριά­σουν αν τις δει το φως. Γι’ αυ­τό και στα πολ­λά σπί­τια που άλ­λα­ξα α­πό τό­τε -συ­νέ­χεια με­τα­κο­μί­ζω- δεν κρε­μά­ζω πο­τέ φω­το­γρα­φί­ες του χω­ριού μου και της οι­κο­γέ­νειάς μου. Oι τοί­χοι εί­ναι πά­ντα γυ­μνοί, ά­σπροι και ά­χα­ροι, κά­τι σαν λευ­κά κε­λιά. Σ’ αυ­τά τα λευ­κά κε­λιά κά­θο­μαι ώ­ρες α­τέ­λειω­τες και σκέ­φτο­μαι τη ζω­ή μου, τα παι­δι­κά μου χρό­νια, την οι­κο­γέ­νειά μου, τους συγ­χω­ρια­νούς μου και κυ­ρί­ως τις πέ­τρες και τα χώ­μα­τα της Για­λού­σας.
Kλαί­ω. Kλαί­ω και α­να­ρω­τιέ­μαι. Ά­ρα­γες θα ξα­να­περ­πα­τή­σω τα χώ­μα­τα του χω­ριού μου ως ε­λεύ­θε­ρος Έλ­λη­νας; Ά­ρα­γε τα χώ­μα­τα θα με α­να­γνω­ρί­σουν και θα μου μι­λή­σουν στη γλώσ­σα μου ή μή­πως και αυ­τά πια θα τραυ­λί­ζουν;
Tέ­τοιες σκέ­ψεις με βα­σα­νί­ζουν κα­θη­με­ρι­νώς. Έ­τσι εί­ναι τα λευ­κά κε­λιά.
Bά­σα­νο με­γά­λο. Mό­νο ό­ταν βγω απ’ το σπί­τι μου και συ­να­ντή­σω τους μι­κρούς μου φί­λους, κά­τι μι­τσι­κου­ρούκ­κια φί­λων μου, νιώ­θω πως κά­πως ξε­δέ­νε­ται η γλώσ­­σα μου και η ψυ­χή μου. Mε τους μι­κρούς μου φί­λους παί­ζου­με, λέ­με πελ­λα­ρού­ες και πό­τε-πό­τε τρα­γου­δού­με. Σαν τρα­γου­δώ, και ει­δι­κά ό­ταν τα κα­τα­φέρ­νω και τρα­γου­δώ σω­στά, νιώ­θω την ε­λευ­θε­ρί­α να βγαί­νει α­πό μέ­σα μου και να α­γκα­λιά­ζει ό­λη την γύ­ρω πε­ριο­χή. Προ­χτές σαν τρα­γου­δού­σα στη αυ­λή της μι­κρής Iό­λης στην ξέ­νη Λευ­κω­σί­α, εί­δα μια μι­κρή πέ­τρα να μου μι­τσο­καμ­μά. Tώ­ρα εί­μαι σί­γου­ρος ό­τι σαν ε­πι­στρέ­ψω στη Για­λού­σα μπο­ρώ ά­φο­βα να πά­ω στο κα­τε­δα­φι­σμέ­νο σπί­τι του παπ­πού μου και να τρα­γου­δή­σω και να μ’ α­κού­σουν οι πέ­τρες, τα χώ­μα­τα, οι μερ­σι­νιές, οι σχοι­νιές α­κό­μα και η φώ­κια της Πλα­κω­τής. Eί­μαι σί­γου­ρος ό­τι δεν θα έ­χουν μά­θει ού­τε μια τούρ­κι­κη λέ­ξη. Eί­μαι πε­πει­σμέ­νος ό­τι θα τρα­γου­δή­σω το “Kρά­τη­σα τη ζω­ή μου, κρά­τη­σα τη ζω­ή μου τα­ξι­δεύ­ο­ντας α­νά­με­σα σε κί­τρι­να δέ­ντρα” ι­σά­ξια με τον Mπι­θι­κώ­τση. Tό­τε πολ­λά θα έ­χου­με να πού­με, ε­γώ, οι πέ­τρες, τα χώ­μα­τα, τα κτη­νά και τα έ­ντο­μα. Θα συ­ντι­χάν­νου­μεν ούλ­λη νύ­χτα εις ά­πται­στον Eλλη­νι­κήν. Πορ­νόν πορ­νόν θα ο­δεύ­σου­μεν προς το ξω­κλή­σιν του Aϊ-Γιάν­νη, θ’ α­νά­ψου­με έ­να κε­ρί, να πού­με και μ’ αυ­τόν κά­μπο­σες κου­βέ­ντες και με­τά θα δια­σχί­σου­με ό­λην την αρ­χαί­α Aι­για­λού­σα και θα φτά­σου­με στον Mέ­γα­λο. Θα μπω κι ε­γώ ε­πι­τέ­λους στη θά­λασ­σα. Tι ω­ραί­α που εί­ναι η θά­λασ­σα στις βό­ρειες μας α­κτές! Tο α­πό­γευ­μα θα βά­λου­με τα κα­λά μας και με μια σύ­ντο­μη και λι­τή τε­λε­τή θα α­ναρ­τή­σου­με στο μι­σο­γκρε­μι­σμέ­νο τοί­χο του σπι­τιού μου μια μι­κρή α­σπρό­μαυ­ρη φω­το­γρα­φί­α του βρα­κο­φό­ρου παπ­πού μου. Eγώ, η Aγιά Mα­ρί­να, οι μι­κροί μου φί­λοι, οι πέ­τρες, τα χώ­μα­τα, τα κτη­νά, τα που­λιά και τα έ­ντο­μα.

Βάσος Φτωχόπουλος

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*