Άρδην τ. 30, Άρδην τ. 30-39, Περιοδικό Άρδην

Ο ήχος του Καραγκιόζη*

του Κων. Στεφ. Τσίπηρα

Ηταν κά­που στα τέ­λη της δε­κα­ε­τί­ας του ’50,  ό­ταν ο συγ­χω­ρε­μέ­νος ο πα­τέ­ρας μου με πρω­το­πή­γε στον Κα­ρα­γκιό­ζη.
Πα­ρα­θε­ρί­ζα­με τό­τε στο Λου­τρά­κι, μια πό­λη στην ο­ποί­α με­σου­ρα­νού­σε το ά­στρο του με­γά­λου κα­ρα­γκιο­ζο­παί­χτη Κων­στα­ντί­νου Ντα­μα­δά­κη ή Κα­ρε­κλά. (…)
Δεν ή­ταν μια ο­ποια­δή­πο­τε πό­λη της α­δι­κη­μέ­νης ελ­λη­νι­κής πε­ρι­φέ­ρειας τό­τε το Λου­τρά­κι. Και σε κα­μιά πε­ρί­πτω­ση δεν έ­μοια­ζε με το ση­με­ρι­νό ά­χρω­μο,·μο­λυ­σμέ­νο και αρ­χι­τε­κτο­νι­κά κα­κο­ποι­η­μέ­νο πο­λε­ο­δο­μι­κό συ­γκρό­τη­μα. (…)
Ο πα­τέ­ρας μου δεν εί­χε στραμ­μέ­νο το βλέμ­μα του α­πο­κλει­στι­κά προς τη Δύ­ση και τον πο­λι­τι­σμό της. Φρό­ντι­σε να δεί­ξει στο γιο του και τον πο­λι­τι­σμό που ήρ­θε α­πό την Α­να­το­λή και ρί­ζω­σε στον τό­πο μας. “Να α­γα­πάς, ό­σο ζεις, τον Κα­ρα­γκιό­ζη”, ή­ταν τα λό­για που μου εί­πε έ­να βρά­δυ. “Για­τί ο Κα­ρα­γκιό­ζης εί­ναι ό­,τι πο­λυ­τι­μό­τε­ρο έ­χει δη­μιουρ­γή­σει ο σύγ­χρο­νος Έλ­λη­νας τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια”.
Τα λό­για του αυ­τά με συ­γκλό­νι­σαν και, πα­ρό­τι ή­μουν παι­δά­κι τό­τε, δεν τα ξέ­χα­σα πο­τέ. Έ­πρε­πε βέ­βαια να πε­ρά­σουν δε­κα­ε­τί­ες ο­λό­κλη­ρες, για να κα­τα­λά­βω τι κρυ­βό­ταν πί­σω α­πό ε­κεί­νες τις μαυ­ρό­α­σπρες φω­το­γρα­φί­ες του οι­κο­γε­νεια­κού μας άλ­μπουμ α­πό τη δε­κα­ε­τί­α του ’50.
Το φό­ντο τους, πί­σω α­πό τα χα­μό­γε­λα των προ­σφι­λών μου προ­σώ­πων, ή­ταν δυ­στυ­χώς το με­λαγ­χο­λι­κό σκη­νι­κό μιας Ελ­λά­δας και των αν­θρώ­πων της, που α­φε­νός μεν έ­βγαι­ναν κα­τε­στραμ­μέ­νοι α­πό τη δί­νη του Εμ­φυ­λί­ου, α­φε­τέ­ρου δε ε­τοι­μά­ζο­νταν, στο ό­νο­μα της χω­ρίς ό­ρια α­νά­πτυ­ξης, να αλ­λά­ξουν σε λί­γα χρό­νια τα το­πί­α που α­γα­πή­σα­με, τις αν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις που βιώ­σα­με, τον πο­λι­τι­σμό που θα θέ­λα­με να υ­πάρ­χει και σή­με­ρα…
Ό­μως ο πα­τέ­ρας μου, ε­κεί­νο το βρά­δυ, δε με εί­χε πά­ει στον Κα­ρα­γκιό­ζη για να πε­ρά­σω την ώ­ρα μου και να κερ­δί­σει τη δι­κή του. Με εί­χε πά­ει για να με μυ­ή­σει σε μια τέ­χνη. (…)
Ο Κων­στα­ντί­νος Ντα­μα­δά­κης ή Κα­ρε­κλάς δεν ή­ταν ό­ποιος ό­ποιος. Ή­ταν έ­να α­πό τα με­γα­λύ­τε­ρα ο­νό­μα­τα του ελ­λη­νι­κού θε­ά­τρου Σκιών. Και μό­νο το γε­γο­νός ό­τι κα­τά­φερ­νε να παί­ζει συ­νε­χώς, για πε­νή­ντα και βά­λε χρό­νια, σε μια δύ­σκο­λη κα­ρα­γκιο­ζο­μά­να πιά­τσα σαν το Λου­τρά­κι, έ­λε­γε πολ­λά. Για­τί στο Λου­τρά­κι, την ε­πο­χή ε­κεί­νη, ο κό­σμος ή­ξε­ρε Κα­ρα­γκιό­ζη. Ό­χι σαν σή­με­ρα ό­που ο πρώ­τος τυ­χών και α­τά­λα­ντος η­θο­ποιός με­τα­μορ­φώ­νε­ται σε κα­ρα­γκιο­ζο­παί­χτη για να κο­ρο­ϊ­δέ­ψει τον κό­σμο…
Ο πα­τέ­ρας μου φρό­ντι­ζε βέ­βαια να με πη­γαί­νει και το χει­μώ­να στους αρ­κε­τούς και α­ξιό­λο­γους μπερ­ντέ­δες που υ­πήρ­χαν τό­τε στην Α­θή­να και στον Πει­ραιά, ό­μως ε­γώ με τί­πο­τα δεν μπο­ρού­σα να δε­χτώ να α­κού­σω τη φω­νή άλ­λου κα­ρα­γκιο­ζο­παί­χτη!
Για μέ­να ο Κα­ρα­γκιό­ζης εί­χε ταυ­τι­στεί με τη φω­νή του Κα­ρε­κλά. Ή αυ­τός ή τί­πο­τα! Σή­με­ρα ο Κα­ρα­γκιό­ζης, για μέ­να (και λυ­πά­μαι αν θα πι­κρά­νω κά­ποιους), δεν εί­ναι τί­ποτ’ άλ­λο πα­ρά οι φω­νές του Μάν­θου Α­θη­ναί­ου και του Σπυ­ρό­που­λου.
Οι χει­μώ­νες περ­νού­σαν δύ­σκο­λα λοι­πόν, με λί­γο Κα­ρα­γκιό­ζη, λί­γο μπαρ­μπα-Μυ­τού­ση και λί­γο κου­κλο­θέ­α­τρο, και α­νυ­πο­μο­νού­σα να έρ­θει το ε­πό­με­νο κα­λο­καί­ρι για να ξα­ναρ­χί­σουν οι πα­ρα­στά­σεις του Ντα­μα­δά­κη στο Λου­τρά­κι.
Ο Ντα­μα­δά­κης έ­παι­ζε τό­τε σε έ­να μι­κρό θε­α­τρά­κι στην κε­ντρι­κή πλα­τεί­α της πό­λης. Έ­να βρά­δυ, θα πρέ­πει να ή­μουν ο­χτώ χρο­νών, το τόλ­μη­σα, δεν ξέ­ρω πώς. Ή­θε­λα να δω και τι υ­πήρ­χε πί­σω α­πό το λευ­κό πα­νί.
Τρυ­πώ­νω λοι­πόν πί­σω α­πό τον μπερ­ντέ, σε μια στιγ­μή που ο μπαρ­μπα-Κώ­στας, έ­τσι τον έ­λε­γα, ή­ταν μα­ζί με τη γυ­ναί­κα του στο τα­μεί­ο, στην εί­σο­δο του θε­ά­τρου (1 δραχ­μή εί­χε το ει­σι­τή­ριο, θυ­μά­μαι!) και αρ­πά­ζω στα χέ­ρια μου τη φι­γού­ρα του Κα­ρα­γκιό­ζη, την κολ­λά­ω λί­γο ά­γαρ­μπα στο πα­νί κι αρ­χί­ζω να μι­λά­ω με τη φω­νή του ή­ρω­α μου!
Δε θα πρέ­πει να πέ­ρα­σε πολ­λή ώ­ρα, κι αι­σθάν­θη­κα έ­να χέ­ρι να μου πιά­νει τον ώ­μο. Ή­ταν ο μα­στρο-Κώ­στας. Φο­βή­θη­κα μη με χτυ­πή­σει για την α­πε­ρι­σκε­ψί­α μου.
Ό­μως ο μα­στρο-Κώ­στας δε με χτύ­πη­σε. Μου έ­πια­σε α­πα­λά τον ώ­μο και μου εί­πε: “Λά­θος την κρα­τάς τη φι­γού­ρα, παι­δί μου. Έ­λα να σου δεί­ξω πώς να την κρα­τάς”.
Με εί­χε ή­δη προ­σέ­ξει, ή­ξε­ρε ό­τι κά­θε βρά­δυ ερ­χό­μουν και ή­ταν πο­λύ ευ­γε­νι­κός μα­ζί μου.
Και δε μου έ­δει­ξε α­πλώς πώς να κρα­τά­ω τη φι­γού­ρα, αλ­λά έ­να βρά­δυ που έ­λει­πε η κό­ρη του, η Λέ­λα, που, ε­κτός α­πό κα­λή τρα­γου­δί­στρια τρα­γου­διών του Κα­ρα­γκιό­ζη, ή­ταν και κα­λή βο­η­θός του, μου ζή­τη­σε και να τον βο­η­θή­σω.
Η καρ­διά μου φτε­ρού­γι­ζε στα ου­ρά­νια! Ε­γώ βο­η­θός του Ντα­μα­δά­κη! Στην πα­ρέ­α δε με πί­στευαν!
Τα χρό­νια περ­νού­σαν ευ­τυ­χι­σμέ­να κι ε­γώ ε­ξα­κο­λου­θού­σα να παί­ζω, έ­στω και σαν δεύ­τε­ρος και τρί­τος βο­η­θός, στον Κα­ρα­γκιό­ζη. Τι τύ­χη! Άλ­λα παι­δά­κια της η­λι­κί­ας μου έ­παι­ζαν με αυ­το­σχέ­διες φι­γού­ρες με­τα­ξύ τους, κι ε­γώ με πραγ­μα­τι­κές φι­γού­ρες, για έ­να πραγ­μα­τι­κό κοι­νό! (…)
Η ευ­και­ρί­α για να ξα­να­σχο­λη­θώ με τον Κα­ρα­γκιό­ζη μου δό­θη­κε το 1976. Φοι­τη­τής στο Πο­λυ­τε­χνεί­ο Θεσ­σα­λο­νί­κης, για το χαρ­τζι­λί­κι και για το κέ­φι μου, δου­λεύ­ω γρά­φο­ντας άρ­θρα στα πε­ριο­δι­κά Ή­χος και Τα­ξι­δεύ­ο­ντας. Κά­ποια στιγ­μή μου έρ­χε­ται η ι­δέ­α να γρά­ψω μια σει­ρά άρ­θρων με τί­τλο: “Ο Ή­χος του Κα­ρα­γκιό­ζη”.
Πρώ­τη μου ε­πα­φή ο με­γά­λος κα­ρα­γκιο­ζο­παί­χτης «Ο­ρέ­στης» (Α­νέ­στης Βα­κά­λο­γλου), που τον εί­χα γνω­ρί­σει δύ­ο χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, σε κά­ποιο α­πό τα α­τέ­λειω­τα τα­ξί­δια μου στους ελ­λη­νι­κούς τό­πους. Ο Ο­ρέ­στης ή­ταν αυ­τός που με έ­φε­ρε σε ε­πα­φή με το Σω­μα­τεί­ο Ελ­λή­νων Κα­ρα­γκιο­ζο­παι­χτών, που μου γνώ­ρι­σε τους υ­πέ­ρο­χους Νιό­νιο Α­λε­ξό­που­λο, Πα­να­γιω­τά­ρα και Βα­σί­λα­ρο, που μου έ­δω­σε την ευ­χά­ρι­στη εί­δη­ση: Ό­χι! Ο Ντα­μα­δά­κης δεν εί­χε πε­θά­νει! Ζού­σε φτω­χός και λη­σμο­νη­μέ­νος σε έ­να σπί­τι στο Πε­ρι­στέ­ρι.
Ό­ταν πή­γα να τον ξα­να­δώ -εί­χαν μό­λις πε­ρά­σει με­ρι­κές βδο­μά­δες α­πό τη με­γά­λη πλημ­μύ­ρα που κα­τέ­στρε­ψε τη Δυ­τι­κή Ατ­τι­κή-, βρή­κα έ­να γε­ρα­σμέ­νο μπαρ­μπα-Κώ­στα, σω­στό ρά­κος, για το γε­γο­νός ό­τι τα νε­ρά κα­τέ­στρε­ψαν τις δερ­μά­τι­νες φι­γού­ρες του.
Τον βρή­κα ξα­πλω­μέ­νο, τυ­λιγ­μέ­νο στις κου­βέρ­τες, έ­χο­ντας α­γκα­λιά τις α­γα­πη­μέ­νες του φι­γού­ρες του Κα­ρα­γκιό­ζη και του Σταύ­ρα­κα, δύ­ο κα­μη­λο­δέρ­μα­τα του α­δερ­φού του, α­πό τη δε­κα­ε­τί­α του ’30, και αυ­τός ο με­γά­λος καλ­λι­τέ­χνης ξέ­σπα­σε σε α­να­φι­λη­τά!
Την ί­δια ε­πο­χή γνώ­ρι­σα ό­μως, ε­κτός α­πό τον Ο­ρέ­στη, και το με­γά­λο κα­ρα­γκιο­ζο­παί­χτη και τρα­γου­δι­στή Τά­κη Μελ­λί­δη και τη γυ­ναί­κα του, την κυ­ρά Στα­μά­τα, δύ­ο σπου­δαί­ους αν­θρώ­πους, με τους ο­ποί­ους και συν­δέ­θη­κα, ε­πί­σης, με βα­θιά φι­λί­α κι α­γά­πη.
Δεν υ­πήρ­χε φο­ρά που να κα­τε­βώ α­πό τη Θεσ­σα­λο­νί­κη και να μην πά­ω να τους δω. Τους θε­ω­ρού­σα κά­τι σαν μέ­ρος της οι­κο­γέ­νειάς μου και έ­κα­να ό,τι μπο­ρού­σα και ό,τι περ­νού­σε απ’ το χέ­ρι μου να α­πα­λύ­νω την α­πε­ρί­γρα­πτη φτώ­χεια τους.
Ζού­σαν σ’ έ­να η­μι­υ­πό­γειο, ό­του Γκύ­ζη και σι­τί­ζο­νταν ου­σια­στι­κά α­πό την ε­νο­ρί­α τους. Έ­νιω­θαν βα­θιά θλί­ψη για το γε­γο­νός ό­τι η Πο­λι­τεί­α δεν εν­δια­φέρ­θη­κε πο­τέ να τι­μή­σει τον κυρ Τά­κη, πα­ρό­τι ή­ταν ο ι­δρυ­τής του Σω­μα­τεί­ου Ελ­λή­νων Κα­ρα­γκιο­ζο­παι­χτών.
Την κα­ρα­γκιο­ζο­πα­ρέ­α μου συ­μπλή­ρω­ναν ο φί­λος μου ο Νιό­νιος Α­λε­ξό­που­λος, σπου­δαί­α φω­νή κι ε­ξαί­ρε­τος να­ΐφ ζω­γρά­φος, ο συ­μπα­τριώ­της μου και με­γά­λος Ζα­κυν­θι­νός κα­ρα­γκιο­ζο­παί­χτης Νιό­νιος Πά­τρας, αλ­λά κι οι δε­κά­δες άλ­λοι κα­ρα­γκιο­ζο­παί­χτες που γνώ­ρι­σα και α­γά­πη­σα.
Κι ο Κα­ρα­γκιό­ζης ξα­να­μπή­κε στη ζω­ή μου:
-με τη μορ­φή του, σπου­δαί­ου, Θα­νά­ση του Σπυ­ρό­που­λου, στο κα­λο­και­ρι­νό θε­α­τρά­κι του ο­ποί­ου, στην Α­νά­κα­σα, στους Α­γί­ους Α­ναρ­γύ­ρους, ξη­με­ρο­βρα­δια­ζό­μου­να .-
-με τη μορ­φή του Γιώρ­γου Χα­ρί­δη­μου, του ο­ποί­ου το θε­α­τρά­κι στο Φα­νά­ρι του Διο­γέ­νη τι­μού­σα ι­διαί­τε­ρα·
– με τη μορ­φή του Ο­ρέ­στη, για χα­τί­ρι του ο­ποί­ου τα­ξί­δευα τρεις και τέσ­σε­ρις φο­ρές κά­θε κα­λο­καί­ρι στον Πύρ­γο, ό­που κα­θό­μουν πολ­λές μέ­ρες, για να ευ­χα­ρι­στη­θώ το παί­ξι­μο αυ­τού του με­γά­λου καλ­λι­τέ­χνη·
– με τη μορ­φή του ΦΟΘ­Κ, του Φοι­τη­τι­κού Ο­μί­λου Θε­ά­τρου και Κι­νη­μα­το­γρά­φου της Θεσ­σα­λο­νί­κης, ό­που μα­ζί με πολ­λούς φί­λους και συμ­φοι­τη­τές εί­χα­με φτιά­ξει την “ο­μά­δα για Κα­ρα­γκιό­ζη”, δί­νο­ντας δω­ρε­άν πα­ρα­στά­σεις για τους φοι­τη­τές σε διά­φο­ρες πό­λεις της Ελ­λά­δας, αλ­λά και σε γη­ρο­κο­μεί­α και σε ορ­φα­νο­τρο­φεί­α·
– με τη μορ­φή του Μί­μη του Μά­νου, του φί­λου μου κα­ρα­γκιο­ζο­παί­χτη και γιου του Κώ­στα Μά­νου, με τον ο­ποί­ο και παί­ξα­με πολ­λές φο­ρές μα­ζί Κα­ρα­γκιό­ζη, στο θε­α­τρά­κι του στη Χρυ­σού­πο­λη του Πε­ρι­στε­ρί­ου·
– με τη γνω­ρι­μί­α μου με το λά­τρη του Κα­ρα­γκιό­ζη Γιάν­νη Σκα­ρί­μπα και το λη­σμο­νη­μέ­νο ζω­γρά­φο και συγ­γρα­φέ­α Τζού­λιο Κα­ΐ­μι·
– με τη μορ­φή της ΠΑ­ΠΟΚ, της Πα­νελ­λή­νιας Πο­λι­τι­στι­κής Κί­νη­σης, με την ο­ποί­α και διορ­γά­νω­σα εκ­θέ­σεις φω­το­γρα­φί­ας και φι­γού­ρας και πα­ρα­στά­σεις στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, σε κά­ποια α­πό τις ο­ποί­ες τι­μή­θη­κε με α­να­μνη­στι­κή πλα­κέ­τα ο με­γά­λος Τά­κης Μελ­λί­δης·
– με άρ­θρα στον Τύ­πο, με ται­νί­ες για την τό­τε ΕΡ­Τ με, με… Μέ­χρι που κά­ποιοι συμ­φοι­τη­τές μου με προ­έ­τρε­παν να στα­μα­τή­σω να σπου­δά­ζω μη­χα­νι­κός και να γί­νω κα­ρα­γκιο­ζο­παί­χτης!
Ό­μως οι με­γά­λοι κα­ρα­γκιο­ζο­παί­χτες και φί­λοι μου, άν­θρω­ποι κα­τά βά­ση με­γά­λης πια η­λι­κί­ας, άρ­χι­σαν να πε­θαί­νουν ο έ­νας με­τά τον άλ­λο.
Πρώ­τα πέ­θα­νε ο Τά­κης Μελ­λί­δης. Με­τά ο Βα­σίλα­ρος. Με­τά ο Λευ­τέ­ρης ο Σπη­λιω­τό­που­λος, ο μπαρ­μπα-Γιάν­νης ο Πα­πα­κων­στα­ντί­νου, ο Μί­μα­ρος, ο Νιό­νιος ο Α­λε­ξό­που­λος, ο, ο…
Δεν ά­ντε­χα άλ­λο να βλέ­πω τους με­γά­λους της τέ­χνης του θε­ά­τρου Σκιών να πε­θαί­νουν πάμ­φτω­χοι και λη­σμο­νη­μέ­νοι και η Πο­λι­τεί­α να μην κά­νει τί­πο­τα γι’ αυ­τούς.
Δεν ά­ντε­χα να βλέ­πω τους θε­με­λιω­τές της τέ­χνης του Κα­ρα­γκιό­ζη να ζη­τια­νεύ­ουν, να γρα­τσου­νά­νε μια κι­θά­ρα τα βρά­δια στις τα­βέρ­νες, να που­λά­νε σε ε­πι­τή­δειους τις φι­γού­ρες τους για να ζή­σουν, και με­τά να πε­θαί­νουν.
Και πέ­ρα­σαν αρ­κε­τά χρό­νια λύ­πης και σιω­πής. Και πέ­ρα­σαν αρ­κε­τά χρό­νια, μέ­χρι η λύ­πη μέ­σα μου να με­τα­τρα­πεί σε ορ­γή. Οι σύγ­χρο­νοί μου Νε­ο­έλ­λη­νες δε γνώ­ρι­ζαν πια πα­ρά μό­νο τον Σπα­θά­ρη.
Μια και­νού­ργια φουρ­νιά ε­πι­τή­δειων “συλ­λε­κτών” κα­τα­λή­στευαν τα αρ­χεί­α των κα­ρα­γκιο­ζο­παι­χτών, το Σω­μα­τεί­ο Ελ­λή­νων Κα­ρα­γκιο­ζο­παι­χτών ε­πι­χει­ρού­σε να το α­λώ­σει μια ο­μά­δα α­τά­λα­ντων κι ά­νερ­γων η­θο­ποιών, το δε κρά­τος…
Αχ, αυ­τό το ά­θλιο το νε­ο­ελ­λη­νι­κό κρά­τος, που λε­φτά έ­βρι­σκε για να με­τα­κα­λέ­σει α­κό­μα και συμ­φω­νι­κές ορ­χή­στρες της πλά­κας, αχ, αυ­τά τα κόμ­μα­τα που α­πο­κλει­στι­κά τον Σπα­θά­ρη κα­λού­σαν στα φε­στι­βάλ τους, αχ, αυ­τοί οι υ­πουρ­γοί Πο­λι­τι­σμού, που άλ­λο­τε υ­πό­σχο­νταν ψευ­δώς να ι­δρύ­σουν μια Ε­θνι­κή Σχο­λή Θε­ά­τρου Σκιών κι έ­να Μου­σεί­ο Κα­ρα­γκιό­ζη κι άλ­λο­τε δε δε­χό­ντου­σαν να δουν ού­τε τη διοί­κη­ση των κα­ρα­γκιο­ζο­παι­χτών, αχ, αυ­τοί οι ψευ­το­με­λε­τη­τές που νό­μι­σαν ό­τι γνώ­ρι­ζαν τον Κα­ρα­γκιό­ζη έ­χο­ντας δει δύ­ο τρεις κα­ρα­γκιο­ζο­παί­χτες, έ­χο­ντας πα­ρα­κο­λου­θή­σει τρεις τέσ­σε­ρις πα­ρα­στά­σεις κι έ­χο­ντας δια­βά­σει τέσ­σε­ρα πέ­ντε φυλ­λά­δια έρ­γων που δεν παί­χθη­καν πο­τέ στον Κα­ρα­γκιό­ζη!
Η λύ­πη μου εί­χε με­τα­τρα­πεί πια σε ορ­γή. Κι αυ­τό με ώ­θη­σε πριν α­πό με­ρι­κά μό­λις χρό­νια να ξα­να­σχο­λη­θώ για τρί­τη φο­ρά με τον Κα­ρα­γκιό­ζη. Δυ­στυ­χώς βέ­βαια, φαί­νε­ται ό­τι για μέ­να οι πί­κρες δεν εί­χαν πά­ρει τέ­λος, για­τί πρό­σφα­τα πέ­θα­ναν κι ο Γιώρ­γος ο Χα­ρί­δη­μος, ο Α­βρα­άμ ο Α­ντω­νά­κος, ο Σπύ­ρος ο Κα­ρά­μπα­λης κι ο Ο­ρέ­στης, ο σπου­δαιό­τε­ρος, κα­τά την τα­πει­νή μου γνώ­μη, κα­ρα­γκιο­ζο­παί­χτης των τε­λευ­ταί­ων τριά­ντα χρό­νων, και στον τά­φο του, σε μια μι­κρή γω­νί­τσα του Β’ Νε­κρο­τα­φεί­ου της γε­νέ­τει­ρας του Κα­ρα­γκιό­ζη, της Πά­τρας, οι δη­μο­τι­κοί άρ­χο­ντες της πό­λης ού­τε μί­α πι­να­κί­δα δεν έ­βα­λαν για να θυ­μί­ζει τον με­γά­λο αυ­τό καλ­λι­τέ­χνη.
Η λύ­πη μου εί­χε με­τα­τρα­πεί πια σε ορ­γή και την ορ­γή την ε­πέ­τει­νε κι η στε­νό­τε­ρη γνω­ρι­μί­α μου με το σπου­δαί­ο Μάν­θο Α­θη­ναί­ο, τον κα­λύ­τε­ρο εκ­πρό­σω­πο της α­θη­να­ϊ­κής σχο­λής του Κα­ρα­γκιό­ζη που ά­κου­σα πο­τέ, που, αν και τον εί­χα δει πά­ρα πολ­λές φο­ρές α­πό τη δε­κα­ε­τί­α του ’70, τώ­ρα, στην ω­ρι­μό­τη­τά του, στα μέ­σα της δε­κα­ε­τί­ας του ’90, α­να­κά­λυ­πτα έ­ναν άν­θρω­πο που ή­ταν ό­χι μό­νο σπου­δαί­ος καλ­λι­τέ­χνης, αλ­λά και μα­χη­τής που α­γω­νι­ζό­ταν για τα δί­καια της τέ­χνης του.
Για­τί ο Μάν­θος Α­θη­ναί­ος δεν παί­ζει μό­νο Κα­ρα­γκιό­ζη. Α­σκεί κοι­νω­νι­κή κρι­τι­κή. Κι έ­τσι το μι­κρό αυ­τό βι­βλί­ο που κρα­τά­τε στα χέ­ρια σας, φί­λες και φί­λοι α­να­γνώ­στες, ε­νώ θα μπο­ρού­σε να εί­ναι έ­νας α­πλός φό­ρος τι­μής στους με­γά­λους δα­σκά­λους της τέ­χνης του Κα­ρα­γκιό­ζη, εί­ναι και κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο, σαν μια κραυ­γή δια­μαρ­τυ­ρί­ας, που έρ­χε­ται μέ­σα α­πό τον λό­γο των δε­κά­δων, πολ­λών α­εί­μνη­στων σή­με­ρα, κα­ρα­γκιο­ζο­παι­χτών τους ο­ποί­ους γνώ­ρι­σα και α­γά­πη­σα και των ο­ποί­ων κα­τέ­γρα­ψα τη ζω­ή και το έρ­γο.
Για­τί η φω­νή τους εί­ναι η ί­δια η φω­νή της Ελ­λά­δας, που, σε μια ε­πο­χή πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης, α­γω­νί­ζε­ται να πε­ρι­σώ­σει ό,τι πο­λυ­τι­μό­τε­ρο έ­χει, την πο­λι­τι­στι­κή της κλη­ρο­νο­μιά, μέ­ρος της ο­ποί­ας, φυ­σι­κά, εί­ναι και ο ελ­λη­νι­κός Κα­ρα­γκιό­ζης…
Α­θή­να, 15/1/2001

Α­πό το βι­βλί­ο του Κώ­στα Τσί­πη­ρα, Ο Ή­χος του Κα­ρα­γκιό­ζη, Εκ­δό­σεις Λι­βά­νη, Α­θή­να 2001, σελ. 357, α­να­δη­μο­σιεύ­ου­με έ­να μέ­ρος του προ­λό­γου.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*