Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 31, Περιοδικό Άρδην

Bon pour l’Orient

 

Στη Γέ­νο­βα γεν­νή­θη­κε έ­να νέ­ο κί­νη­μα και η Ελ­λά­δα συ­γκλο­νί­στη­κε α­πό την α­πή­χη­σή του. Τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια, οι Έλ­λη­νες έ­χουν συμ­με­τά­σχει ε­νερ­γά στη δια­μόρ­φω­σή του: μέ­σα α­πό τις κι­νη­το­ποι­ή­σεις ε­νά­ντια στην πα­ρά­δο­ση του Ο­τσα­λάν στους Τούρ­κους και τη ΝΑ­ΤΟ­ϊ­κή ε­πέμ­βα­ση στα Βαλ­κά­νια, μέ­σα α­πό κι­νή­μα­τα δια­τή­ρη­σης της ε­θνι­κής και πο­λι­τι­σμι­κής μας ταυ­τό­τη­τας, ό­πως έ­γι­νε με το θέ­μα της δια­γρα­φής του θρη­σκεύ­μα­τος α­πό τις ταυ­τό­τη­τες, μέ­σα α­πό το κί­νη­μα για τη διά­σω­ση της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας, ε­νά­ντια στην κα­τα­στρο­φή του Μα­ρα­θώ­να, τέ­λος με τις με­γά­λες κι­νη­το­ποι­ή­σεις για το α­σφα­λι­στι­κό σύ­στη­μα.
Όμως, μέ­χρι σή­με­ρα, δεν υ­πήρ­ξε συμ­με­το­χή στην ευ­ρύ­τε­ρη συ­ζή­τη­ση για τις ε­ναλ­λα­κτι­κές λύ­σεις που προ­τεί­νει το α­ντι­πα­γκο­σμιο­ποι­η­τι­κό κί­νη­μα, και αυ­τό εί­ναι συ­νέ­πεια της πο­λι­τι­κής και πο­λι­τι­στι­κής μας ι­διαι­τε­ρό­τη­τας:
Από τη μία πλευρά η ύ­παρ­ξη ε­θνι­κών ζη­τη­μά­των στην Ελ­λά­δα και ε­θνι­κών πο­λέ­μων στην πε­ριο­χή κα­θο­ρί­ζει και ε­πι­κε­ντρώ­νει το εν­δια­φέ­ρον του ελ­λη­νι­κού λα­ού.
Από την άλλη ό­μως η Ελ­λά­δα δεν εί­ναι μια χώ­ρα του Τρί­του Κό­σμου, δεν εί­ναι Πα­λαι­στί­νη, δεν εί­ναι Γιου­γκο­σλα­βί­α. Α­ντί­θε­τα, σε ό,τι α­φο­ρά το ε­πί­πε­δο της κα­τα­νά­λω­σης, τις άρ­χου­σες ε­λίτ και τους δια­νο­ου­μέ­νους, εί­ναι μια χώ­ρα πα­ρα­σι­τι­κά εν­σω­μα­τω­μέ­νη στη Δύ­ση.
Αυ­τή η διτ­τή φύ­ση της χώ­ρας μας δεν ε­πι­τρέ­πει ού­τε τη συ­γκρό­τη­ση ε­νός ρω­μα­λέ­ου ε­θνι­κού κι­νή­μα­τος ού­τε την ε­κτε­τα­μέ­νη α­νά­πτυ­ξη κοι­νω­νι­κών κι­νη­μά­των και κι­νή­σε­ων πο­λι­τών που να προ­ω­θούν ε­ναλ­λα­κτι­κές οι­κο­νο­μι­κές και κοι­νω­νι­κές α­ντι­λή­ψεις. Έ­τσι, πα­ρό­λο που το υ­παρ­κτό κί­νη­μα κα­τά της πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης στο­χεύ­ει, δυ­στυ­χώς α­συ­νεί­δη­τα, στην άρ­ση του πα­ρα­σι­τι­σμού και στην οι­κο­δό­μη­ση μιας κοι­νω­νί­ας οι­κο­νο­μι­κά, κοι­νω­νι­κά, πο­λι­τι­σμι­κά αυ­τό­νο­μης και πα­ρα­γω­γι­κής, δεν κα­τορ­θώ­νει να συν­δε­θεί με συ­γκε­κρι­μέ­να κοι­νω­νι­κά υ­πο­κεί­με­να, ού­τε με το πα­γκό­σμιο κί­νη­μα κα­τά της πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης.
Το κί­νη­μα στην Ελ­λά­δα α­να­ζη­τά στο πα­ρελ­θόν, εί­τε το θρη­σκευ­τι­κό –ορ­θο­δο­ξί­α– εί­τε το πο­λι­τι­κό –κομ­μου­νι­στι­κό κί­νη­μα– τις λύ­σεις για τα προ­βλή­μα­τα του μέλ­λο­ντος.
Ε­ξαι­τί­ας αυ­τής της εν τοις πράγ­μα­σι σύγ­χυ­σης εμ­φα­νί­ζο­νται κά­ποια ο­ξύ­μω­ρα φαι­νό­με­να: Τμή­μα­τα της Α­ρι­στε­ράς και της ά­κρας Α­ρι­στε­ράς, ε­ξαι­ρε­τι­κά μειο­ψη­φι­κά στην ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νί­α, που α­να­ζη­τούν με πα­ρα­σι­τι­κό τρό­πο την “ο­λο­κλη­ρω­μέ­νη” εν­σω­μά­τω­σή μας σε μια δυ­τι­κό­στρο­φη Ευ­ρώ­πη, και εί­ναι φο­ρείς του πιο α­κραί­ου πο­λι­τι­σμι­κού ι­σο­πε­δω­τι­σμού, εμ­φα­νί­ζο­νται ως οι εγ­χώ­ριοι εκ­φρα­στές του α­ντι­πα­γκο­σμιο­ποι­η­τι­κού κι­νή­μα­τος! Διότι ως οι πλέ­ον πα­γκο­σμιο­ποι­η­μέ­νοι και α­πο­ε­θνι­κο­ποι­η­μέ­νοι, σπεύ­δουν ο­λο­τα­χώς να εν­σω­μα­τω­θούν σε έ­να κί­νη­μα που εκ­φρά­ζε­ται σε πα­γκό­σμια κλί­μα­κα. Εξ αι­τί­ας της πα­ρα­σι­τι­κής υ­φής τους δεν έ­χουν και τί­πο­τε να συ­νει­σφέ­ρουν στη διε­θνή συ­ζή­τη­ση για τις ε­ναλ­λα­κτι­κές προ­τά­σεις έ­να­ντι της πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης. Η φτώ­χια των α­πό­ψε­ών τους εί­ναι παν­θο­μο­λο­γού­με­νη.
Και ό­μως αυ­τό κα­θί­στα­ται δυ­να­τό α­κρι­βώς διότι ε­κεί­νοι που διε­ξή­γα­γαν τις με­γα­λύ­τε­ρες μά­χες ε­νά­ντια στην πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση στο ε­σω­τε­ρι­κό της Ελ­λά­δας μέ­νουν ε­γκλω­βι­σμέ­νοι στον ε­παρ­χιω­τι­κό και πα­λαιο­μο­δί­τι­κο α­πο­μο­νω­τι­σμό τους. Μη­πως αυ­τό δεν συμ­βαί­νει με ε­κεί­νους που πρω­το­στά­τη­σαν στις κι­νη­το­ποι­ή­σεις ε­νά­ντια στον πό­λε­μο στη Γιου­γκο­σλα­βί­α; Αυτοί που α­ντι­δρούν στην πο­λι­τι­σμι­κή ι­σο­πέ­δω­σή τους δεν αυ­το­ε­γκλω­βί­ζο­νται συ­χνά στην αυ­τα­πά­τη μιας ε­πι­στρο­φής προς τα πί­σω;
Το αί­τη­μα που τί­θε­ται σή­με­ρα είναι το πώς θα συμ­βά­λου­με στο υ­πό γέ­νε­σιν πα­γκό­σμιο κί­νη­μα και στο νέ­ο οι­κου­με­νι­κό πα­ρά­δειγ­μα προ­σφέ­ρο­ντας α­πό την πα­ρά­δο­ση και την ι­στο­ρι­κή μας ε­μπει­ρί­α ε­κεί­να τα στοι­χεί­α που μπο­ρούν να α­να­χω­νευ­θούν με την οι­κου­με­νι­κό­τη­τα. Μια οι­κου­με­νι­κό­τη­τα ό­που το το­πι­κό και το συ­γκε­κρι­μέ­νο, οι άν­θρω­ποι και οι α­νά­γκες τους, θα α­να­βαθ­μι­στούν έ­να­ντι του γε­νι­κευ­τι­κού και του α­φη­ρη­μέ­νου, έ­να­ντι του χρή­μα­τος και του κε­φα­λαί­ου. Σε μια τέ­τοια συ­ζή­τη­ση έχουμε πολ­λά να προ­σφέ­ρου­με: Μια ι­στο­ρί­α α­ντί­στα­σης ο­κτώ αιώ­νων (α­πό το 1204), μια πα­ρά­δο­ση κοι­νο­τι­κής οι­κο­νο­μί­ας, τον έ­ρω­τα για την ε­λευ­θε­ρί­α, την α­πόρ­ρι­ψη του ο­λο­κλη­ρω­τι­σμού, τη συμ­βί­ω­ση αν­θρώ­που-φύ­σης, μυα­λού και καρ­διάς, “τα α­νά­γλυ­φα μιας τέ­χνης τα­πει­νής”, την α­πο­δο­χή του άλ­λου.
Αν δεν το κά­νου­με αυ­τό ε­μείς, α­γα­πη­τοί α­να­γνώ­στες, θα το κά­νουν ά­ρα­γε οι α­τζέ­ντη­δες του πα­ρα­σι­τι­σμού;

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*