Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 31, Περιοδικό Άρδην

έφυγε ο φλογερος Ανδαλουσιάνος

του Γ. Καραμπελιά

Στις αρ­χές του φε­τι­νού Κα­λο­και­ριού έ­φυ­γε έ­νας φί­λος. Ο Τά­κης Παπ­πάς. Τον θυ­μά­μαι α­πό τη στιγ­μή που ε­γώ έ­μπαι­να στο Πα­νε­πι­στή­μιο και τους Λα­μπρά­κη­δες. Ή­ταν λί­γα χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρος, αλ­λά αυ­τά τα ε­λά­χι­στα χρό­νια αρ­κού­σαν για να α­ντι­με­τω­πί­ζει την κομ­μα­τι­κή μου ζέ­ση του νε­ο­φώ­τι­στου της «σπου­­δά­ζου­σας» με συ­γκα­τά­βα­ση και χα­μό­γε­λο, αυ­τός έ­νας αμ­φι­σβη­τί­ας που είχε ή­δη ο­λο­κλη­ρώ­σει την κομ­μα­τι­κή του τρο­χιά!
Α­νή­κε σ’ ε­κεί­νη τη γε­νιά που προ­διέ­γρα­φε έ­να νέ­ο κί­νη­μα, αυ­τό που θα ο­νο­μα­στεί «κί­νη­μα του ’68» στην Ευ­ρώ­πη, και που σε μας, κα­τα­πιε­σμέ­νο α­πό τη χού­ντα, θα ε­κρα­γεί με άλ­λο τρό­πο το 1973, στο Πο­λυ­τε­χνεί­ο! Εκ των υ­στέ­ρων, και με την ε­μπει­ρί­α μου α­πό το ευ­ρω­πα­ϊ­κό ’68, μπό­ρε­σα να κα­τα­λά­βω πως ο Τά­κης ή­ταν έ­νας αυ­θε­ντι­κός εκ­πρό­σω­πος αυ­τού του κι­νή­μα­τος, γη­γε­νής και οι­κου­με­νι­κός ταυ­τό­χρο­να. Γη­γε­νής για­τί έ­μει­νε πά­ντα στε­νά δε­μέ­νος με την πα­ρά­δο­ση των α­γώ­νων του τό­που μας. Οι­κου­με­νι­κός, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό άλ­λους που έ­μει­ναν πολ­λά χρό­νια στο ε­ξω­τε­ρι­κό, για­τί ή­ταν βα­θύ­τα­τα ε­θνι­κός και διε­θνι­κός. Εί­χε ή­δη αυ­τή την αυ­το­κρι­τι­κή ει­ρω­νεί­α που χα­ρα­κτή­ρι­ζε το νέ­ο κί­νη­μα, χω­ρίς ταυ­τό­χρο­να –κα­θό­λου– να χά­νει την α­γω­νι­στι­κό­τη­τά του. Υ­πήρ­ξε μα­ο­ϊ­κός χω­ρίς να εί­ναι «κι­νε­ζό­φι­λος», γκε­βα­ρι­κός, χω­ρίς να γί­νει «κα­στρι­κός», ε­ξε­γερ­μέ­νος χω­ρίς να γί­νε­ται μα­νι­χα­ϊ­στής ή πε­ρι­θω­ρια­κός, στη λέ­σχη των Κορ­δελιέ­ρων και ό­χι των Ια­κω­βί­νων. Μπο­ρού­σε να στέ­κε­ται α­πο­στα­σιο­ποι­η­μέ­νος α­πέ­να­ντι α­πό τον ε­αυ­τό του και το κί­νη­μα, ε­νώ ταυ­τό­χρο­να ή­ταν ο ε­αυ­τός του και το κί­νη­μα. Γι’ αυ­τό και δεν ή­ταν φτιαγ­μέ­νος α­πό τη στό­φα του ε­ξου­σια­στή, του τυ­φλού φα­να­τι­κού ή του α­δί­στα­κτου κα­ριε­ρί­στα. Γι’ αυ­τό και ά­ντε­ξε με το φο­βε­ρό του χιού­μορ, ά­κα­μπτος, τα φρι­χτά βα­σα­νι­στή­ρια της δι­κτα­το­ρί­ας.
Τα χρό­νια μας χώ­ρι­σαν. Και ξα­να­σμί­ξα­με τώ­ρα, τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια. Με­τά α­πό δια­δρο­μές τό­σο δια­φο­ρε­τι­κές. Και ό­μως μπο­ρού­σα­με με­τά α­πό 30 χρό­νια να συ­νεν­νο­ού­μα­στε χω­ρίς καν μια λέ­ξη, λες και ή­ταν μό­λις χθες που μι­λού­σα­με για την Κύ­προ και τον Μά­ο, για το «1-1-4» και το Μπέρ­κλε­ϋ στις Η­ΠΑ, λες και βα­δί­ζα­με μα­ζί στην α­πο­θέ­ω­ση του Γρη­γό­ρη Λα­μπρά­κη και του Σω­τή­ρη Πέ­τρου­λα. Ξα­να­βρε­θή­κα­με στον Ο­τσα­λάν και τη Γιου­γκο­σλα­βί­α, στο μνη­μό­συ­νο της Πό­πης, στο Άρ­δην, στην «Ε­πι­τρο­πή Πο­λι­τών Ε­νά­ντια στη Νέ­α Τά­ξη». Και στο γρα­φεί­ο να συ­ζη­τά­με, μα­ζί με την Κο­ρί­να, και τό­σους φί­λους που τον α­γα­πούσαν, για τις α­πί­θα­νες μέ­ρες που ζού­με, για την α­νά­γκη να βρε­θού­με και πά­λι στη σφεν­δό­νη, για έ­να ξε­κί­νη­μα διαρ­κώς νέ­ο, διαρ­κώς ζη­τού­με­νο, διαρ­κώς φευ­γα­λέ­ο. Και εί­μα­στε «δυ­στυ­χώς» και οι δύ­ο χω­ρίς αυ­τα­πά­τες, με τις ου­λές των μα­χών που πέ­ρα­σαν, τα ση­μά­δια του χρό­νου στις ψυ­χές μας. Και ό­μως ο Τά­κης έ­με­νε ε­κεί, πα­ρά τις πι­κρί­ες και τις μα­ταιώ­σεις, που ά­φθο­νες τις γεύ­τη­κε τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια, α­γέ­ρω­χος, να μας κα­λεί και πά­λι να ξα­να­δο­κι­μά­σου­με.
Και τώ­ρα που τα μο­λυ­βέ­νια χρό­νια της δε­κα­ε­τί­ας του ’90 βρί­σκο­νται πί­σω μας, τό­τε που κο­ρυ­βα­ντιού­σαν οι νά­νοι και οι υ­πάλ­λη­λοι, τώ­ρα που και πά­λι «οι ση­μαί­ες οι φο­βε­ρές υ­ψώ­νο­νται», τώ­ρα ο Τά­κης δεν εί­ναι ε­δώ.
Α­κό­μα δεν το έ­χω συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει. Κά­θο­μαι πά­λι και κά­νω σχέ­δια, για πρώ­τη φο­ρά ε­νός ο­ρι­σμέ­νου τύ­που με­τά α­πό αρ­κε­τά χρό­νια, και α­συ­ναί­σθη­τα βά­ζω τον Τά­κη στο κέ­ντρο, και η αί­σθη­ση της α­πώ­λειας εί­ναι ο­ξύ­τε­ρη, για­τί σε χρεια­ζό­μα­στε, σύ­ντρο­φε, τώ­ρα. Και έ­τσι μέ­νω πά­ντα να θυ­μά­μαι τον λυ­γε­ρό πα­νύ­ψη­λο Αν­δα­λου­σιά­νο, με το ει­ρω­νι­κό υ­πο­μει­δί­α­μα μέ­σα στην α­χλύ ε­νός κα­λο­και­ρι­νού α­πο­γεύ­μα­τος, τον Ιού­λη του 1965.
Υ. Γ. Φεύ­γο­ντας, φί­λε μου, μα­ζί με την Κο­ρί­να α­πό τον τά­φο σου, ξαφ­νι­κά βά­λα­με τα γέ­λια. Α­ντι­κρί­ζο­ντας τα ο­νό­μα­τα σε κά­ποια α­πό τα α­να­ρίθ­μη­τα στε­φά­νια που ή­ταν στοι­βαγ­μέ­να στο Α’ Νε­κρο­τα­φεί­ο. Σκε­φτή­κα­με πως πολ­λοί α­πό τους ε­χθρούς σου και τους ά­σπον­δους φί­λους σου έ­στελ­ναν στε­φά­νια α­να­κου­φι­σμέ­νοι που σε ξε­φορ­τώ­θη­καν ε­πί τέ­λους! Α­να­λο­γί­ζο­μαι ό­μως μή­πως γι­νό­μα­στε ά­δι­κοι και α­κό­μα και ο πιο τι­πο­τέ­νιος αι­σθάν­θη­κε την α­νά­γκη να υ­πο­κλι­θεί, έ­στω την ύ­στα­τη στιγ­μή, σε αυ­τό που δεν μπο­ρεί να αγ­γί­ξει;
Γιώρ­γος Κα­ρα­μπε­λιάς

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*