Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 31, Περιοδικό Άρδην

2008 Ελλάς – Τουρκία

του Βάσου Φτωχόπουλου

Τέ­τοιο ματ­ς δεν το χά­νω με τί­ποτα. Προ­η­μι­τε­λι­κός του Ευ­ρω­παϊ­κού Κυ­πέλ­λου 2008 με­τα­ξύ Ελ­λά­δας και Τουρ­κί­ας στην Istanbul. Τη­λε­φώ­νη­σα στο τα­ξι­διω­τι­κό μου γρα­φεί­ο και σε λί­γα λε­πτά ό­λα ή­σαν έ­τοι­μα, ει­σι­τή­ρια για Α­θή­να, ει­σι­τή­ριο για το ματς, ξε­νο­δο­χεί­α, ό­λα, συν φυ­σι­κά και το bonus της πι­στω­τι­κής μου κάρ­τας, μια πο­δο­σφαι­ρι­κή μπά­λα γα­λα­ζο­κόκ­κι­νη για τον γιο μου. Α ναι, ξέ­χα­σα το συ­νάλ­λαγ­μα.
Μην στε­να­χω­ριέ­σαι, μου λε­ει ο φι­λι­κός μου τρα­πε­ζί­της, ευ­τυ­χώς η Τρά­πε­ζα Κύ­πρου έ­χει πα­ράρ­τη­μα στην Istanbul, ο­πό­τε συ­ναλ­λαγ­μα­τι­κά προ­βλή­μα­τα γιόκ. Α­να­κου­φί­στη­κα. Το ε­πό­με­νο πρω­ί α­να­χω­ρώ α­πό το ου­δέ­τε­ρο α­ε­ρο­δρό­μιο της Λευ­κω­σί­ας για τες Α­θή­ναις. Α­πό το α­ε­ρο­δρό­μιο Ε­λευ­θέ­ριος Βε­νι­ζέ­λος-Κε­μάλ Α­τα­τούρ­κ α­να­χω­ρώ για Θεσ­σα­λο­νί­κη δί­χως να πραγ­μα­το­ποι­ή­σω το ό­νει­ρό μου των τε­λευ­ταί­ων ε­τών, να δω το α­να­στη­λω­μέ­νο τζα­μί δί­πλα α­πό τον Παρ­θε­νώ­να. 30 λε­πτά εί­χα ο δό­λιος, που να προ­λά­βω να δω αυ­τή την με­γά­λη δω­ρε­ά του Η­λί­α Πε­τρό­που­λου. Ας εί­ναι. Ί­σως στην ε­πι­στρο­φή να τα κα­τα­φέ­ρω.
Χά­λια η Θεσ­σα­λο­νί­κη. Δυο ε­κα­τομ­μύ­ρια προ­σφυ­γι­κές βαλ­κα­νι­κές ψυ­χές που να χω­ρέ­σουν; Ού­τε που κα­τά­λα­βα το Arish Ttotel University. Μπρο­στά στην λέ­σχη του Πα­νε­πι­στη­μί­ου, ε­κεί που τρώ­γα­με κρέ­ας με κά­τι τε­ρά­στια σκου­λη­κά­κια, ε­κεί που πέ­ρα­σα τό­σες ω­ραί­ες στιγ­μές, εί­δα έ­να με­γά­λο πη­γα­δά­κι που έ­φε­ρε στο νου μου πα­λιές ει­κό­νες με πρω­τα­γω­νι­στές τους συ­ντρό­φους της ΣΑ­ΚΕ να μας ερ­μη­νεύ­ουν το κυ­πρια­κό με βά­ση την τά­δε πα­ρά­γρα­φο στην τά­δε σε­λί­δα του “Κε­φα­λαί­ου” του Μαρ­ξ. Α­πό πε­ριέρ­γεια πή­γα να α­κού­σω τι έ­λε­γε το πλή­θος. Εί­χα και­ρό να δω πη­γα­δά­κι. Έ­σπρω­ξα λοι­πόν και βρέ­θη­κα κο­ντά στους ο­μι­λη­τές. Έ­νας Κύ­πριος φοι­τη­τής, προ­φα­νώς Πα­φί­της –τον κα­τά­λα­βα ε­γώ διό­τι Κύ­πριος εί­μαι κι ε­γώ και α­να­γνω­ρί­ζω τους ο­μοί­ους μου– μι­λού­σε στα Αγ­γλι­κά διό­τι, ό­πως εί­πε, εί­ναι ρα­τσι­στι­κό να μι­λά­με ελ­λη­νι­κά την στιγ­μή που το α­κρο­α­τή­ριο α­πο­τε­λεί­ται α­πό Τουρ­κό­φω­νους, Αλ­βα­νό­φω­νους, Βουλ­γα­ρό­φω­νους, Σκο­πια­νο­βο­ρειο­μα­κε­δό­νες και οι­κο­νο­μι­κούς πρό­σφυ­γες α­πό το Αφ­χα­νι­στάν. Ε­κεί λοι­πόν που ο Κύ­πριος φοι­τη­τής έ­λε­γε πό­σο πε­ρή­φα­νος ως Έλ­λη­νας ή­ταν που ο Σά­κης Ρου­βάς έ­δω­σε τα κα­θα­ρά κέρ­δη α­πό την τε­λευ­ταί­α του συ­ναυ­λί­α στα παι­δά­κια των ε­ποί­κων της Α­λε­ξαν­δρού­πο­λης, μια ξαν­θιά γκό­με­να, μάλ­λον ρω­σι­κής προ­έ­λευ­σης, με κοί­τα­ξε στα μά­τια. Την κοί­τα­ξα κι ε­γώ στα μά­τια μό­νο για λί­γο ό­μως. Τό­σο πο­λύ θύ­μω­σα με τον συ­μπα­τριώ­τη μου και την ά­πο­ψή του που δεν ά­ντε­ξα ού­τε την μα­τιά της ξαν­θιάς ού­τε την σιω­πή μου, ο­πό­τε μ’ έ­να μά­τι στην ξαν­θιά και το άλ­λο στο συ­μπα­τριώ­τη αλ­λη­θω­ρί­ζο­ντας, εί­πα στο Πα­φί­τη και σ’ ό­λους που ή­ταν ε­κεί: “Ο Σά­κης εί­ναι μα­λά­κας. Τα χρή­μα­τα έ­πρε­πε να τα δώ­σει στα παι­διά των Κυ­πρί­ων ε­ποί­κων”. Τρεις γρο­θιές κα­τέ­φθα­σαν κε­ραυ­νο­βό­λα στο α­ρι­στε­ρό μου μά­τι. Κα­θώς εί­μαι μιας η­λι­κί­ας, 51 ε­τών και α­νύ­πα­ντρος, έ­πε­σα στο δά­πε­δο α­μέ­σως. Τρεις Νέ­ο-Πα­σο­κτζή­δες και έ­νας Κοσ­σο­βά­ριος με σή­κω­σαν χέ­ρια-πό­δια και με πέ­τα­ξαν στο γρα­σί­δι. Πο­νού­σα πα­ντού. Το α­ρι­στε­ρό μου μά­τι έ­βλε­πε α­στε­ρούθ­κια και μι­σο­φέγ­γα­ρο και το δε­ξί μου προ­σπα­θού­σε να προσ­διο­ρί­σει την τρα­γω­δί­α μου. Αίφ­νης νιώ­θω έ­να ξαν­θό χά­δι πά­νω στο μά­γου­λό μου. Η ξαν­θιά γκό­με­να ως άγ­γε­λος φύ­λα­κας με σή­κω­σε πά­νω και με νό­η­μα με τα μά­τια της μου εί­πε να την α­κο­λου­θή­σω. Αυ­τό έ­κα­να. Πί­σω α­πό μια κο­λώ­να της ει­σό­δου της λέ­σχης με χά­ι­δε­ψε σχε­δόν η­μιε­ρω­τι­κώς. Την ευ­χα­ρί­στη­σα στα Αγ­γλι­κά, Κύ­πριος κι ε­γώ αλ­λά Αμ­μο­χω­στια­νός. Δυ­στυ­χώς η κο­πέ­λα δεν ή­ταν Ρω­σί­δα αλ­λά Τουρ­κάλ­λα. Γκρί­ζα Σκύλ­λα που μ’ έ­σω­σε α­πλώς για να μου που­λή­σει στην μαύ­ρη α­γο­ρά έ­να ει­σι­τή­ριο για το ματ­ς Ελλά­δα-Τουρ­κί­α. Ό­ταν της εί­πα ό­τι πή­ρα ει­σι­τή­ριο α­πό την Κύ­προ, μου εί­πε ό­τι για 500 δο­λά­ρια μπο­ρεί να κα­νο­νί­σει να πά­ω να ε­πι­σκε­φθώ το σπί­τι μου στην κα­τε­χό­με­νη Κύ­προ και α­ε­ρο­πο­ρι­κώς να ε­πι­στρέ­ψω στην Istanbul και να προ­λά­βω το ματ­ς. Σο­κα­ρί­στι­κα λι­γά­κι αλ­λά ευ­γε­νι­κώς εί­πα ό­τι θα το σκε­φθώ. Μου έ­δω­σε έ­να α­ριθ­μό τη­λε­φώ­νου και μου εί­πε μό­λις φτά­σω στην Istanbul να τη­λε­φω­νή­σω και οι άν­θρω­ποί της θα με βο­η­θή­σουν να πε­ρά­σω στα κα­τε­χό­με­να και να δω το σπί­τι μου στη Για­λού­σα με πρό­γευ­μα και με­ση­με­ρια­νό και μ’ έ­να σακ­κου­λά­κι χώ­μα κι ό­λα αυ­τά με 500 δο­λά­ρια. Την ευ­χα­ρί­στη­σα και έ­φυ­γα.
Το ε­πό­με­νο πρω­ί, στα σύ­νο­ρα με την Ο­μο­σπον­δί­α Ελ­λη­νο-Τουρ­κι­κής Θρά­κης στον Λα­γκα­δά, πή­ρα το λε­ω­φο­ρεί­ο για την Istanbul. Ό­ταν φτά­σα­με στην Κο­μο­τη­νή, κά­να­με σταθ­μό για φα­γη­τό. Θυ­μή­θη­κα τον φί­λο μου τον Κώ­στα του Α­ντι­φω­νη­τή και εί­πα, με­τά α­πό τό­σο και­ρό, να τον πά­ρω έ­να τη­λέ­φω­νο. Α­πά­ντη­σε η μά­να του και μου εί­πε ό­τι ο Κώ­στας βρί­σκε­ται στις φυ­λα­κές της Istanbul. Α ω­ραί­α της λε­ω, έ­τσι αυ­θόρ­μη­τα, ε­κεί πη­γαί­νω, ί­σως κα­τα­φέ­ρω και τον δω. Κω­λο­κύ­πριε, μου λε­ει και τακ κλεί­νει το τη­λέ­φω­νο. Κα­τά­λα­βα.
Ε­πι­τέ­λους στην Istanbul. Στο προ­αύ­λιο της Α­γί­ας Σο­φί­ας πέ­φτω στα γό­να­τά μου και προ­σκυ­νώ τα ιε­ρά χώ­μα­τα. Βλέ­πω α­πει­λη­τι­κά να με πλη­σιά­ζουν 5-6 α­στυ­νο­μι­κοί. Πριν προ­λά­βουν να δουν το σταυ­ρό μου κα­τα­νο­ώ τον κίν­δυ­νο, ε­νώ­νω τα χέ­ρια μου και αρ­χί­ζω να τρα­γου­δώ δυ­να­τά: Χά­ρι Κρί­σνα, Χά­ρι Κρί­σνα. Ευ­τυ­χώς που ο θε­ός με ε­προί­κι­σε μ’ έ­να ε­ξαί­σιο φα­λα­κρό κε­φά­λι. Την γλί­τω­σα.
Το βρά­δυ σ’ έ­να κα­πη­λειό ή­πια το ού­τσα­λι μου. Το με­θύ­σι μ’ α­να­στά­τω­σε. Σκέ­φτη­κα να τη­λε­φω­νή­σω στον σύν­δε­σμο της Γκρί­ζας Σκύλ­λας και να δώ­σω τα 500 δο­λά­ρια για να ξα­να­δώ με­τά α­πό τό­σα χρό­νια το χω­ριό μου. Να δια­σχί­σω την Μι­κρά Α­σί­α ό­πως α­κρι­βώς ο παπ­πούς μου και η για­γιά μου και να φτά­σω στην Ατ­τά­λεια κι απ’ ε­κεί με βάρ­κα ν’ α­ντι­κρί­σω τη Για­λού­σα, να κα­τέ­βω στην Λι­μιώ­να κι απ’ ε­κεί με τα πό­δια να πά­ρω την α­νη­φό­ρα και να φτά­σω στο σπί­τι του άλ­λου μου του παπ­πού και να θυ­μη­θώ τον α­μα­νέ που μου τρα­γού­δα­γε με δά­κρυα στα μά­τια.
“Απ’ την Σμύρ­νη τζ’ απ’ την Πό­λη
τζ’ απ’ το Κορ­δελ­λιό Α­μάν Α­μάν Α­μάν”
Ό­χι. Δεν ε­πι­στρέ­φω στο χω­ριό μου ως του­ρί­στας. Χου­λι­γκά­νος εί­μαι και βρί­σκο­μαι ε­δώ για το με­γά­λο ματς και σαν σκο­ρά­ρει ο Χα­ρι­στέ­ας ε­γώ θα φω­νά­ζω η Πό­λη η Πό­λη εί­ναι ελ­λη­νι­κή, κά­πως έ­τσι ξα­να­σκέ­φτη­κα μέ­σα στο θο­λω­μέ­νο μου μυα­λό. Συ­νέ­χι­σα να πί­νω. Δεν θυ­μά­μαι τί­πο­τα με­τά.
Στο στά­διο ή­σαν ό­λοι ε­κεί. Ο πρω­θυ­πουρ­γός της Ελ­λά­δας και Πρό­ε­δρος της Νέ­ας Πα­σο­κεί­ας κος Γιωρ­γά­κης Πα­παν­δρέ­ου, ο Πρό­ε­δρος του Federal State of Cyprus κ. Λέ­λος Δη­μη­τριά­δης, η Ά­ντζε­λα Δη­μη­τρί­ου-Ε­σιέ­κιο­γλου, ο Μά­ι­κλ Τζάκ­σον α­κό­μα και ο Κων­στα­ντί­νος Μη­τσο­τά­κης. Πέ­ρα­σαν 89 λε­πτά και ού­τε έ­να φά­ουλ δεν έ­χει δια­πρα­χθεί. Στο 90΄ ο Ι­σμα­ήλ Κε­σμί­το­γλου ρί­χνει στο έ­δα­φος τον Δη­μή­τρη Κε­σμί­το­γλου. Πέ­ναλ­τυ. Ο πρω­θυ­πουρ­γός μας κτυ­πά­ει την κε­φα­λή του. Α­να­μο­νή. Ποιος θα χτυ­πή­σει το πέ­ναλ­τι; Ο κλή­ρος πέ­φτει στον νε­α­ρό Πε­τρά­κη Πέ­τρου. Ο Πε­τρά­κης Πέ­τρου γεν­νή­θη­κε στην Α­θή­να το 1986. Ο πα­τέ­ρας του, Κύ­πριος α­πό την Κε­ρύ­νεια, έ­φυ­γε α­πό το νη­σί με­τά τον πό­λε­μο του 1974 για να για­τρέ­ψει το σα­κα­τε­μέ­νο α­πό τα βα­σα­νι­στή­ρια κορ­μί του. Οι Τούρ­κοι τον εί­χαν αιχ­μά­λω­το στα Ά­δα­να και τον βα­σά­νι­σαν βά­ναυ­σα. Στην Α­θή­να, ο πα­τέ­ρας του Πε­τρά­κη ε­ρω­τεύ­τη­κε την νο­σο­κό­μα του, πα­ντρεύ­τη­καν και α­πέ­κτη­σαν τρί­α παι­διά. Ο Πε­τρά­κης εί­ναι το πιο μι­κρό του παι­δί. Ο πα­τέ­ρας του Πε­τρά­κη δεν ε­πέ­στρε­ψε στην Κύ­προ ού­τε για δια­κο­πές.
Ο Πε­τρά­κης Πέ­τρου πλη­σιά­ζει τα έ­ντε­κα βή­μα­τα. Ε­κτε­λεί το πέ­ναλ­τι. Ό­χι μπρο­στά προς τον τερ­μα­το­φύ­λα­κα αλ­λά πλα­γί­ως προς τους φα­να­τι­κούς Τούρ­κους φι­λά­θλους και τους στέλ­νει με τα χέ­ρια φι­λιά. Ο Γε­ωρ­γά­κης Πα­παν­δρέ­ου χο­ρο­πη­δά. Οι παί­κτες, Έλ­λη­νες και Τούρ­κοι –τι έ­χουν να χω­ρί­σουν άλ­λω­στε– πέ­φτουν α­πά­νω στον Πε­τρά­κη και πα­νη­γυ­ρί­ζουν, φι­λιού­νται, α­γκα­λιά­ζο­νται και μό­νο ο Αλ­λάχ ξέ­ρει τι άλ­λο.
Ε­γώ ξυ­πνώ κα­τα­ϊ­δρω­μέ­νος, κι ας ή­ταν το σύ­στη­μα κλι­μα­τι­σμού στο φουλ που λέ­με στα κυ­πρια­κά. Α­νοί­γω το πα­ρά­θυ­ρο για α­έ­ρα, κο­ντεύ­ω να τρε­λα­θώ σαν α­κού­ω τον Χό­τζα της Λευ­κω­σί­ας να κα­λεί τους πι­στούς σε προ­σευ­χή. Κλεί­νω το πα­ρά­θυ­ρο και πη­γαί­νω στο γρα­φεί­ο μου. Α­νά­βω την τη­λε­ό­ρα­ση α­πό α­μη­χα­νί­α. 29 Αυ­γού­στου πρω­ί, τα κα­νά­λια μας α­σχο­λού­νται ή με το χρη­μα­τι­στή­ριο ή με κά­τι αλ­λό­κο­τες γυ­μνα­στι­κές α­πό μα­νού­λια ό­πως την ξαν­θιά του ο­νεί­ρου μου. Αλ­λά­ζω κα­νά­λι. Κα­τα­ϊ­δρω­μέ­νος. Στο Τουρ­κι­κό κα­νά­λι βλέ­πω ξα­νά την ί­δια πε­ρί­που ξαν­θιά γκό­με­να να λε­ει α­κα­τα­λα­βί­στι­κες λέ­ξεις. Η ει­κό­να αλ­λά­ζει. Μαυ­ρό­α­σπρη σκη­νή. Η Σμύρ­νη καί­γε­ται. Τούρ­κοι στρα­τιώ­τες και στρα­τιω­τι­κοί χα­μο­γε­λούν και κά­νουν χει­ρα­ψί­ες. Η ξαν­θιά Τουρ­κά­λα στο στού­ντιο χα­μο­γε­λά­ει.
Λευ­κω­σί­α 29 του Αυ­γού­στου. Ελ­λά­δα μη­δέν – Τουρ­κί­α 22.

Βάσος Φτωχόπουλος
Για­λού­σα
Νο­μός Αμ­μο­χώ­στου
Ελ­λάς

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*