Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία, Ρήξη φ. 117

Η πολιτική φιλοσοφία του Κ. Παπαϊωάννου

ΒασσηΕξωφ

Παναγιώτα Φ. Βάσση, Ο «Πολιτικός Άνθρωπος» στο έργο του Κώστα Παπαϊωάννου, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2015

Tου Σπύρου Κουτρούλη από τη Ρήξη φ. 117

Ανάμεσα στους Έλληνες στοχαστές που κατέφυγαν στη Γαλλία το 1945 -τον Καστοριάδη, τον Αξελό, τον Σβορώνο και άλλους- ο Κώστας Παπαϊωάννου, παρά τη σχετικά σύντομη ζωή του, διακρίθηκε για την ποιότητα του στοχασμού του, τη γόνιμη και κριτική αφομοίωση του ελληνικού και δυτικού λόγου, που κατέληξε σε ένα έργο εξαιρετικά γοητευτικό, πρωτότυπο και ενδιαφέρον.
Από τα πιο σύνθετα έργα του, όπως Η γένεση του Ολοκληρωτισμού, ή τα πιο μικρά, όπως το Μάζα και ιστορία και Ο Άνθρωπος και ο ίσκιος του, ερχόμαστε σε κοινωνία με μια άρτια γραφή και μια σκέψη που θεμελιώνεται σε στέρεες βάσεις.
Για παράδειγμα, για όποιον προβληματίστηκε με ένα από τα κοσμοϊστορικά κινήματα της νεωτερικότητας, τον μαρξισμό, στη σκέψη του Κώστα Παπαϊωάννου θα δει την πλέον γόνιμη και τεκμηριωμένη κριτική αποτίμησή του. Δεν είναι τυχαίο το ότι προκάλεσε τον θαυμασμό στοχαστών με διαφορετική προέλευση και στοχεύσεις, όπως ο Ρ. Αρόν και οι καταστασιακοί.
Τις τελευταίες δεκαετίες, μετά την έκδοση στην γλώσσα μας, από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις, ολόκληρου σχεδόν του έργου του, αυξάνεται το ενδιαφέρον γι’ αυτό και γίνεται αντικείμενο ενδελεχούς μελέτης. Ειδικά η κατάρρευση των καθεστώτων που είχαν αυτοχαρακτηριστεί ως σοσιαλιστικά, και που συνέπεσε χρονικά με τις πολλαπλές κρίσεις του καπιταλισμού (τραπεζικές-χρηματοοικονομικές), η διεθνής αναστάτωση που προκάλεσε η παγκοσμιοποίηση (μετατόπιση της παραγωγής σε χώρες χαμηλού κόστους, νέοι πόλεμοι, μετακίνηση πληθυσμών, προσπάθεια να εξαχθεί το δυτικό πολιτικό-οικονομικό υπόδειγμα, χωρίς τις ανάλογες προϋποθέσεις, σε τρίτες χώρες, παρεμβάσεις στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων κρατών, υπαρξιακή κρίση της σχέσης του ανθρώπου με τον κόσμο), ώθησε τους στοχαστές να μελετήσουν έναν λόγο όπως του Κ. Παπαϊωάννου που κινείται με την ίδια άνεση ανάμεση στην αρχαία τραγωδία, τους προσωκρατικούς, τον Πλάτωνα, την Αναγέννηση, τον Νίτσε, τον Μαρξ και τον Μ. Βέμπερ.
Το βιβλίο της Παναγιώτας Βάσση ασχολείται με μια σημαντική και θεμελιώδη πλευρά του έργου του Κ. Παπαϊωάννου, που αποτελεί κλειδί για να τον κατανοήσουμε συνολικά: τον πολιτικό άνθρωπο. Πρόκειται για μια προσέγγιση άρτια, έντιμη, πυκνή, γραμμένη σε μια γλαφυρή και γοητευτική γλώσσα, που ανταποκρίνεται σε όλες τις προϋποθέσεις του επιστημονικού λόγου. Διότι κατάφερε να κρατήσει την αναγκαία ισορροπία ανάμεσα στην αγάπη που αισθάνεται η συγγραφέας για το έργο του Κ. Παπαϊωάννου και τη συναισθηματική απόσταση που απαιτεί από αυτό η επιστημονική μεθοδολογία.
Το βιβλίο διακρίνεται σε τρία κατ’ αρχήν μέρη, ακολουθώντας τις αντίστοιχες αποτιμήσεις του Κ.Π. για την αρχαία Ελλάδα, τη νεωτερικότητα και τη σύγχρονη εποχή. Στο τέλος περιλαμβάνει ως επίμετρο μια περιδιάβαση στη ζωή και στα βιβλία που έγραψε ο Κ.Π.
Ο καθηγητής της Κοινωνικής Φιλοσοφίας στο Παν/μιο Αθηνών Γιώργος Πολίτης σημειώνει εύστοχα στον πρόλογό του ότι, κατά τη μεταπολεμική περίοδο, ο Μάρξ και οι μαρξισμοί είχαν αναχθεί σε ένα είδος τοτέμ, που δεν υποβάλλονταν σε κανενός είδους κριτική από τα μέλη της πνευματικής κοινότητας, δίχως να εγερθεί προς αυτά η κατηγορία του ταξικού εχθρού ή του οργάνου του κράτους. Στοχαστές όπως ο Κ.Π. «ήταν από τους πρώτες διανοητές που αφ’ ενός εντόπισαν τις αδυναμίες της θεωρίας -και όχι μόνο τις αστοχίες της εφαρμογής της- και αφ’ ετέρου τόλμησαν να τις εκθέσουν μέσα σε ένα κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο που ήταν κάθε άλλο παρά πρόθυμο να τους ακούσει» (σ.9). Βεβαίως, ούτε το έργο του Κ.Π., ούτε ακόμη του Ρ.Αρόν μπορεί να συγκριθεί με τον στρατευμένο στον αμερικανισμό, αγοραίο αντιμαρξισμό, των λεγόμενων «νέων φιλοσόφων», όπως ο Μ.Α. Λεβύ και Α. Γκλυκσμάν.
Ενδιαφέρουσα είναι η προσπάθεια της Π. Βάσση να τοποθετήσει τον πρώιμο βηματισμό του Κ.Π. στην παιδαγωγική προσπάθεια του «Αρχείου Φιλοσοφίας» των Κ. Τσάτσου- Π. Κανελλόπουλου- Ι. Θεοδωρακόπουλου. Προφανώς η σπουδαιότητα του αρχαίου ελληνικού λόγου καλλιεργήθηκε με μεγάλη φροντίδα και επιμονή στα πλαίσια αυτά, με αποτέλεσμα να καρπίσει στα έργα του Κ. Παπαϊωάννου ή του Κ. Καστοριάδη, παρότι βέβαια οι τελευταίοι διόλου δεν συμμερίστηκαν τις πολιτικές στοχεύσεις του «Αρχείου Φιλοσοφίας». Άλλωστε, κάθε επαρκής γνώστης του μαρξικού έργου μπορεί να γνωρίζει ότι ο Μαρξ διαπλάστηκε και μέσα από τη σχέση του με την αρχαιοελληνική σκέψη, ενώ υπήρξε θαυμαστής του Αριστοτέλη.
Βεβαίως ο Κ.Π. δεν προσεγγίζει τον αρχαιοελληνικό λόγο ιδεοληπτικά. Όπως επισημαίνει η συγγραφέας, κλειδί για να κατανοήσουμε την αθηναϊκή δημοκρατία είναι ο όρος «θεατροκρατία». Δηλαδή, μέσα από το θέατρο και την τραγωδία αναδύονται οι προϋποθέσεις και το αξιακό πλαίσιο που θα καταστήσουν υπαρκτή τη δημοκρατία. Υπό αυτή την οπτική, «η αρχαία Ελλάδα δεν ενδιαφέρει ως πρότυπο, αλλά ως μοναδικό ιστορικό παράδειγμα πραγμάτωσης της ανθρώπινης ελευθερίας μέσα στην πόλη, της ομαλής συναρμογής ατομικού-συλλογικού» (σελ.24). Αποσπάσματα του Κ.Π. όπως «μέσα από το χαμόγελο των Κούρων μπορούμε να δούμε όλη τη Φιλοσοφία της Ιστορίας των Ελλήνων, αυτή την ιδέα της απόλυτης θετικότητας της ύπαρξης, που αψηφάει το θάνατο και βεβαιώνει τον εαυτό της μέσα στον αγώνα, εκεί που η ζωή συνορεύει με το θάνατο» (σελ.26) τεκμηριώνουν νομίζω την ισχυρή επιρροή του Νίτσε.
Ενδιαφέρουσα είναι η σύντομη, αλλά ουσιαστική αναφορά της Π. Βάσση στη μεταπολεμική γαλλική διανόηση: Πώς ο Α. Κοζέβ εισάγει στη Γαλλία τον Χέγκελ, πώς στη συνέχεια η γαλλική διανόηση γίνεται νιτσεϊκή-χαϊντεγκεριανή-υπαρξιακή, δίχως να πάψει να ενδιαφέρεται για τον Μαρξ, αλλά για να γίνει στη συνέχεια δομο-λειτουργική και τελικά μεταμοντέρνα-σχετικιστική-αντιανθρωπιστική.
Επίσης, η σύγκριση ανάμεσα στις σκέψεις του Κ.Π. και του Κ. Καστοριάδη όσον αφορά την αθηναϊκή δημοκρατία, μαρτυρά την πολύ καλή γνώση τους από τη συγγραφέα. Στον Κ. Παπαϊωάννου ο μύθος δεν αντίκειται στον λόγο, το ιερό στο πολιτικό, αλλά η μια κατάσταση εκβάλλει στην άλλη, «η ελληνική αρχαιότητα, στην κλασική της εκδοχή, συνθέτει τον ορθό Λόγο με όλες τις ανάγκες και τις αξίες του κλασικού ανθρώπου: η πολιτική δεν αναιρεί ως λειτουργία και ως διαδικασία τη θρησκεία και την τέχνη, αλλά οικοδομείται στην τέχνη που διαθέτει θρησκευτικό υπόβαθρο κι όλα αυτά με τρόπο ριζικά διαφορετικό από οτιδήποτε προηγήθηκε ιστορικά και ό,τι ακολούθησε» (σελ.91).
Ο Κ. Παπαϊωάννου αντιδιαστέλλει τον ελληνικό Λόγο από τον εργαλειακό ορθολογισμό, ενώ η Αναγέννηση βρίσκεται στον αντίποδα του ελληνικού ήθους που επικαλείται, καθώς «ο ανθρωπισμός της Αναγέννησης αναφέρεται ευθέως σε μια άγνωστη και ανύπαρκτη συνάμα Ελλάδα και από αυτή την εικονική Ελλάδα, η Αναγέννηση ανύψωσε το δικό της υποκειμενο-κεντρικό ανθρωπισμό» (σελ.118). Συγχρόνως αποτιμά θετικά το Βυζάντιο υπομνηματίζοντας τα ελληνικά χαρακτηριστικά του: «Η Κωνσταντινούπολη υπήρξε η εστία ενός πολιτισμού βαθιά σημαδεμένου από τον ελληνισμό…Για χίλια χρόνια η αρχαία γλώσσα υπήρξε η γλώσσα των γραμμάτων …Εξακολουθούσαν πάντα να αποστηθίζουν τον Όμηρο και είναι γνωστά ποιήματα για την Παναγία και για τον Ευαγγελισμό των οποίων ο κάθε στίχος είναι δανεισμένος από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια» (σελ.112). Επιπλέον στη Δύση συμβαίνει μια ακόμη αρνητική μεταστροφή: «Το τραγικό αποσπάται από το αρχαιοελληνικό του περιεχόμενο και είτε εξοβελίζεται είτε μετατρέπεται το ίδιο σε σύμβολο της αρνητικότητας. Τούτο σημαίνει, κατά τον Παπαϊωάννου, ότι οι νεωτερικές κοινωνίες δεν μπόρεσαν να αντλήσουν το παιδαγωγικό νόημα του τραγικού, χάνοντας πολύτιμα στοιχεία αυτογνωσίας και οριοθέτησης της ανθρώπινης δράσης. Με το πάθος δίχως το μάθος της αναγεννησιακής εποχής και με την απουσία κάθε πάθους (άρα και κάθε μάθους) από την κλασικιστική κοινωνία, ο άνθρωπος στερείται της δυνατότητας να αυτοπροσδιοριστεί ουσιωδώς και περιεκτικά» (σελ.128).
Το έργο της Π. Βάσση ολοκληρώνεται με την αναφορά στη βαρυσήμαντη αποτίμηση του Μαρξ και των μαρξισμών από τον Παπαϊωάννου, όπου αναδεικνύεται «δεινός γνώστης του Χέγκελ όπως και του Μαρξ» (σελ.178). Θα τεκμηριώσει ως πηγή του ολοκληρωτισμού τη φιλοδοξία του λενινισμού να επιβάλει τον τρόπο που λειτουργεί το καπιταλιστικό εργοστάσιο σε όλη την κοινωνία. Όπως γράφει, «Η σχολή του εργοστασίου είναι η σχολή του ολοκληρωτισμού» (σελ. 206).
Το έργο της Π. Βάσση οφείλουμε να το διαβάσουμε με προσοχή, διότι όχι μόνο αποτελεί μια άρτια εισαγωγή στο έργο ενός εξαιρετικά σημαντικού -κλασικού πλέον-στοχαστή, αλλά κατέχοντας η ίδια με ασυνήθιστα ώριμο τρόπο την ελληνική γλώσσα, μας χάρισε ένα υπόδειγμα δοκιμιακού λόγου.

*Το βιβλίο της Παναγιώτας Βάσση,  Ο «Πολιτικός Άνθρωπος» στο έργο του Κώστα Παπαϊωάννου θα παρουσιαστεί την Πέμπτη 15 Οκτωβρίου στον χώρο πολιτικής και πολιτισμού «Ρήγας Βελεστινλής».

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*