Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 31, Περιοδικό Άρδην

ένα διάλειμμα

του Τάκη Παππά

Α­γα­πη­μέ­νη μου,
Την ώ­ρα που σε κα­τευο­δώ­νου­με, στο πα­γω­μέ­νο σου τα­ξί­δι, δέ­ξου το τα­πει­νό α­ντί­ο, σε έ­να διά­λειμ­μα της τα­κτο­ποι­η­μέ­νης μου ζω­ής.
Αυ­τό το διά­λειμ­μα, που με πολ­λές συ­στο­λές μου δί­νει την ά­δεια να εκ­φρά­σω την ευ­γνω­μο­σύ­νη μου, για­τί υ­πήρ­ξες και μου πρό­σφε­ρες, με την κα­θη­με­ρι­νή σου πρά­ξη, μα­κριά ή κο­ντά, ό­που και αν ή­σου­να, το με­γα­λεί­ο της α­να­τρε­πτι­κής σου η­θι­κής.
Αυ­τής που με ε­μπλού­τι­σε για να υ­πο­φέ­ρω, τις ώ­ρες των με­γά­λων κα­θη­με­ρι­νών κε­νών, τα α­βά­στα­χτα αι­σθή­μα­τα της φυ­σι­κής σου έλ­λει­ψης.
Τώ­ρα, που μας ε­γκα­τέ­λει­ψες, νοιώ­θω την πε­νί­α του κό­σμου της οι­κου­με­νι­κής ε­ξέ­γερ­σης α­πέ­να­ντι σε μι­κρούς και με­γάλoυς ε­ξου­σια­στές, που πα­ρα­βιά­ζουν χυ­δαί­α την α­νά­γκη μας να μην α­πο­τε­λού­με έν­στο­λους πο­λί­τες ή πα­λιά­τσους ρη­μαγ­μέ­νων εκ­συγ­χρο­νι­στι­κών κοι­νω­νιών .
Σ’ έ­μα­θα σαν τον πoνoκέ­φαλo της χού­ντας, που χά­λα­γε την η­συ­χί­α των ερ­πε­τών της κα­τα­στο­λής και των ά­θλιων α­κα­δη­μα­ϊ­κών ι­σορ­ρο­πι­στών της κα­κο­μοι­ριάς.
Σε ε­ξύ­φα­να Α­ντι­γό­νη με το ι­στο­ρι­κό ε­κεί­νο κεί­με­νο, που δεν α­νή­κει πια στον συ­ντά­κτη του αλ­λά σ’ αυ­τή την γη που τί­μη­σες
Και τον Μά­ιο του ’73, στον χρό­νο που οι δή­μιοι σι­δέ­ρω­ναν τις αι­σθή­σεις μας κι α­να­σκο­λό­πι­ζαν την φύ­ση μας, ό­ταν μο­χθού­σα­με κα­λά-κα­λά να μην δια­λυ­θού­με, ήρ­θε έ­να δώ­ρο ά­γνω­στου κό­σμoυ.
Μιας δια­βο­λε­μέ­νης ε­πι­κίν­δυ­νης ου­σί­ας, που ά­φη­σε ά­φω­νους φι­λε­λεύ­θερoυς κυ­ρί­ους των κε­λιών, έ­μπλε­ξε τα ά­κα­μπτα ό­νει­ρα των κρα­τού­με­νων φοι­τη­τών και δη­μιούρ­γη­σε σύγ­χυ­ση στους έ­ντι­μους α­ξιω­μα­τι­κούς του ναυ­τι­κού μας
Ήταν ά­ντρας; Ή­ταν γυ­ναί­κα; Ή­ταν α­η­δό­νι; Ή­ταν λιο­ντά­ρι; Ή­ταν α­κρι­βώς άν­θρω­πος; Κι ό­μως, ή­ταν η Πό­πη.
Κο­κά­λω­σαν οι βα­σα­νι­στές, κο­κά­λω­σαν και οι α­γω­νι­στές. Οι χαλ­κέ­νιοι αν­θρω­πο­φύ­λα­κες δεν ξέ­ραν τί να κά­νουν τα μα­τσού­κια τους, για­τί στο μι­κρό σου σω­μα­τά­κι α­χρη­στευό­ντου­σαν τα βάρ­βα­ρα ερ­γα­λεί­α τους.
Ό­λοι οι υ­πό­λοι­ποι δε­χό­μα­στε την α­σύλ­λη­πτη έ­νε­ση της με­λω­δί­ας σου. Τό­τε που σφύ­ρι­ζες, ταυ­τι­ζό­ταν με το κου­ρά­γιο μας ο μα­γι­κός σου ή­χος, “Κτυ­πούν ε­πά­νω στην τα­ρά­τσα τον Α­ντρέ­α, με­τρώ τους κτύ­πους, τις ώ­ρες με­τρώ”.
Τό­τε τα μπου­ντρού­μια μας ο­μόρ­φυ­ναν κι οι κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νες μας μο­νά­δες γι­νό­ντου­σαν α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κός στρα­τός των ο­νεί­ρων μας.
Τα ρα­βδιά τα ε­πέ­στρε­ψες στις θή­κες τους και τό­τε οι γεν­ναί­οι αν­θρωπoφύ­λα­κες σκέ­φτη­καν στην προ­πα­το­ρι­κή υ­πο­κουλ­τού­ρα τους να υ­πο­τι­μή­σουν το δεύ­τε­ρης κλά­σε­ως φύ­λο της κοι­νω­νί­ας μας, τη γυ­ναί­κα.
Σού ’δω­σαν την σκού­πα για να μην έxει σκό­νες ο διά­δρο­μος που χώ­ρι­ζε τα κε­λιά μας, πί­στευαν οι μι­κρο­νο­ϊ­κοί ό­τι θα ευ­τέ­λι­ζαν ε­σέ­να, την χω­ρίς ό­ρια σο­φί­α σου και τους ξέ­φρε­νους παλ­μούς σου για λα­ϊ­κή δι­καιο­σύ­νη .
Στα χέ­ρια σου η σκού­πα έ­γι­νε άρ­πα. Έ­γι­νε ρυθ­μός και σ’ ε­ρω­τευ­τή­κα­με ό­λοι μας, ό­πως ή­ξε­ρε ο κα­θέ­νας μας, και για ό­λα σου.
Αυ­τό το ποί­η­μα, που άν­θι­σε στα πιο στέρ­φα τσι­μέ­ντα του στρα­το­πέ­δου, νί­κη­σε την κτη­νω­δί­α και την υ­πα­νά­πτυ­ξη, τις πιο θρα­σεί­ες εκ­φρά­σεις του ενός και μό­νου συ­στή­μα­τός τους, που ε­πι­κρά­τη­σε.
Mε­τά τον Ιού­λιο του 1974, α­πο­κα­τα­στά­θη­κε η δημoκρα­τί­α τους.
Τό­τε οι κα­νό­νες άλ­λα­ξαν και θέ­λαν ευ­κί­νη­τους παί­κτες για κρυ­φά παι­γνί­δια με χαλ­κευ­μέ­νες λα­ϊ­κές πλειο­ψη­φί­ες.
‘Eβγα­λες και τό­τε την ά­για σφε­ντό­να σου να κτυ­πή­σει τα κα­νό­νια τους. Αλ­λά η νέ­α ε­πο­χή κτυ­πού­σε με σκλη­ρούς και μoντέρ­νoυς μη­χα­νι­σμούς ε­ξό­ντω­σης και πε­ρι­θω­ριο­ποί­η­σης. Ε­ντε­λώς φυ­σι­κά, κι α­μό­λυ­ντη α­πό κα­τα­σκευ­ή, αρ­νή­θη­κες τα γλοιώ­δη, ευ­τε­λή και α­ντιαι­σθη­τι­κά παι­γνί­δια των νέ­ων ε­ξου­σιών και των προ­ϊ­ό­ντων της και γρή­γο­ρα α­πο­φά­σι­σες να πά­ψεις να μας βλέ­πεις, αλ­λά τώ­ρα που σε χά­σα­με, ήρ­θα­με για να τι­μή­σου­με α­νώ­δυ­να το πε­ρι­φρο­νη­μέ­νο άλ­λο­θί μας, που ή­σουν ε­σύ και η α­δια­φι­λο­νί­κη­τη μoνα­δι­κό­τη­τά σου.
Και πριν κλεί­σω τού­τον τον γρή­γο­ρο α­πο­χαι­ρε­τι­σμό, γλυ­κειά μου, να πω κά­τι στην ο­πτα­σί­α σου έ­τσι, για­τί έ­χω α­νά­γκη να μι­λή­σω με τις μνή­μες μου, εί­ναι δα και δύ­σκο­λο να βρί­σκεις και κά­ποιους και να μι­λάς. Πράγ­μα που ή­ξε­ρες πο­λύ κα­λά.
Ήρ­θε στην πρω­τεύ­ου­σα μας ο κύ­ριος Κλί­ντον, μί­λη­σε στην πο­λι­τι­κή η­γε­σί­α του τό­που και στο πιο αν­θη­ρό μέρoς του ε­πι­χει­ρη­μα­τι­κού μας κό­σμου. Μας εί­πε ό­τι πά­με κα­λά, η οι­κο­νο­μί­α μας δί­νει κα­λούς α­ριθ­μούς, μπαί­νου­με και στην Ο­ΝΕ και το χρη­μα­τι­στή­ριό μας κά­νει θραύ­ση,
Πες μου, Πό­πη μου, το φα­ντά­στη­κες πο­τέ, τό­τε, ό­τι θα συμ­βαί­ναν ό­λα αυ­τά τα σπου­δαί­α πράγ­μα­τα σή­με­ρα, ό­ταν κα­τε­ξευ­τέ­λι­ζες τις ε­ξου­σί­ες; Σου πέ­ρα­σε πο­τέ α­πό το μυα­λό ό­τι ο κύ­ριος Κλί­ντον, τα ό­πλα και το χρή­μα, εί­ναι κα­λές ε­ξου­σί­ες και αν α­κό­μη ζή­τη­σε και συ­γνώ­μη για την χού­ντα που έ­φε­ραν οι πο­λι­τι­κοί του πρό­γο­νοι στην Ελ­λα­δί­τσα των θαυ­μά­των και που προ­σπά­θη­σε να σε τσα­κί­σει.
Πό­πη μου.
Στεί­λε μου έ­να ευ­λο­γη­μέ­νο μή­νυ­μα να μην ξε­χά­σω τους όρ­κους μας ε­να­ντί­ον των διε­θνών και ε­σω­τε­ρι­κών Δυ­να­στών, ε­να­ντί­ον των πο­λέ­μων, ε­να­ντί­ον της ζη­τια­νιάς, ε­να­ντί­ον της βί­ας, ε­να­ντί­ον κά­θε γε­λοί­ου κι α­ντιαι­σθη­τι­κού μο­ντέ­λου κοι­νω­νιών, ε­να­ντί­ον των εκ­με­ταλ­λευ­τών.
Έ­χω α­νά­γκη το τρυ­φε­ρό σου χέ­ρι για να α­ντέ­ξω αυ­τό που συμ­βαί­νει, για­τί τώ­ρα στα γυα­λιά και στα έ­ντυ­πα, που’ ναι ό­λα δι­κά τους, μας βρί­ζουν γρα­φι­κούς οι υ­πάλ­λη­λοι των ε­ξου­σιών
Λα­τρεί­α μου.
Ε­κεί που εί­σαι ρί­ξε πά­νω τους έ­να δι­κό σου λα­μπε­ρό και πε­ρή­φα­νο χα­μό­γε­λο δια­κρι­τι­κής αλ­λά φαρ­μα­κε­ρής πε­ρι­φρό­νη­σης, ό­πλι­σε μας και ξόρ­κι­σε μας.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*