Άρδην τ.2

Σέρβικος εθνικισμός και γιουγκοσλαβική κρίση

Συγγραφέας:

Τ. Χατζηαναστασίου

Άρδην τ. 02

Σκέψεις πάνω στην πολιτεία του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς

Υπάρχει μία διαδεδομένη άποψη στην Ελλάδα ότι τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας τη σχεδίασαν και την προώθησαν οι ξένες – δυτικές – δυνάμεις και ιδιαίτερα οι Αμερικάνοι, η Γερμανία και το Βατικανό για να μπορούν να ελέγχουν την περιοχή μέσα από τη δημιουργία μικρών αδύναμων εξαρτημένων κρατών. Το μόνο εμπόδιο σ’ αυτό το σχέδιο ήταν οι Σέρβοι που αποτελούν το μεγαλύτερο έθνος της πρώην Γιουγκοσλαβίας και γι’ αυτό έπρεπε να υποταχθούν. Διαμορφώθηκε έτσι με βάση αυτήν την προσφιλή ανάλυση του «ξένου δακτύλου» ένα φιλοσερβικό μπλοκ στην Ελλάδα το οποίο καλύπτει ένα ευρύ χώρο από την άκρα δεξιά ως την άκρα αριστερά.

Η ανάλυση αυτή αποτελεί μία πλευρά της πραγματικότητας, δεν αρκεί όμως για να εξηγήσει την κατάσταση, κυρίως όμως κάνει το λάθος να θεωρεί ως άμοιρους ευθυνών για τον πενταετή αυτόν πόλεμο και την ανθρωποσφαγή τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της γιουγκοσλαβικής κρίσης.

Τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας την επεδίωξαν στην πραγματικότητα όλες οι αντιμαχόμενες πλευρές. Οι Σλοβένοι ήθελαν ν’ αποσχιστούν για να βρεθούν πιο κοντά στη Δύση όπου θεωρούν πως ανήκουν. Είχαν άλλωστε και το πιο ομοιογενές εθνικά ομόσπονδο κράτος. Οι Κροάτες έχοντας όπως και οι Σλοβένοι τη γερμανική κυρίως στήριξη, θεώρησαν πως ήλθε ο καιρός για τη δική τους εθνική ολοκλήρωση. Οι Μουσουλμάνοι της Βοσνίας θέλησαν να μετατρέψουν την πληθυσμιακή τους υπεροχή – αφού το 1991 αποτελούσαν το 44% του συνόλου του πληθυσμού της Βοσνίας – σε πολιτική και θρησκευτική κυριαρχία στην πολυεθνική τους Oμόσπονδη Δημοκρατία. Οι Σκοπιανοί βρήκαν την ευκαιρία ν’ αναγνωριστούν τόσο ως κράτος όσο και ως έθνος, μια και τα σύγχρονα κράτη είναι, για τη δυτική αντίληψη τουλάχιστον, έθνη-κράτη. Αλλά και οι Σέρβοι ήθελαν ν’ αποτινάξουν την τιτοϊκή κληρονομιά της ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας. Ο Μιλόσεβιτς πρώτος είχε αρνηθεί την πρόταση της χαλαρής συνομοσπονδίας πριν ακόμη την απόσχιση της Σλοβενίας και της Κροατίας.

Η σερβική «Μεγάλη Ιδέα» ήταν η αποκατάσταση του σερβικού έθνους που ο Τίτο είχε επίτηδες πολυδιασπάσει, σ’ ένα ενιαίο σερβικό κράτος. Το αρχικό σχέδιο και μάλιστα μετά τις πρώτες επιχειρήσεις του «Ομοσπονδιακού Στρατού» στην Κροατία, ήταν η διατήρηση μιας σερβικής ουσιαστικά Γιουγκοσλαβίας με τη συμμετοχή της Κράινα και της Ανατολικής Σλαβονίας από την πρώην γιουγκοσλαβική Κροατία, της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης, της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας και φυσικά της Σερβίας (με τις δύο αυτόνομες δημοκρατίες της, τη Βοϊβοντίνα και το Κοσσυφοπέδιο) και του Μαυροβουνίου.

Πράγματι οι Σέρβοι επέδειξαν αξιοθαύμαστη συσπείρωση και πείσμα προκειμένου να διασφαλίσουν ότι η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας δε θα γινόταν σε βάρος των εκτός Σερβίας σερβικών πληθυσμών. Άλλωστε έντονες και νωπές είναι οι μνήμες από τη γενοκτονία που υπέστησαν οι Σέρβοι στη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου από τους Κροάτες και τους Μουσουλμάνους. Μνήμες τις οποίες έντεχνα η κροατική κυρίως προπαγάνδα προσπαθεί να εξαλείψει. [Στα πλαίσια μάλιστα αυτής της πολιτικής, οι Κροάτες κατέστρεψαν το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Γιασένοβατς όπου είχαν βασανιστεί και θανατωθεί εκατοντάδες χιλιάδες Σέρβοι στη διάρκεια του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου, και είχε μετατραπεί σε μνημείο. Το γεγονός ότι το πρώτο κροατικό κράτος στη νεώτερη ιστορία ήταν δημιούργημα των Ναζί, είναι προφανώς κάτι που οι Κροάτες θέλουν να λησμονούν.]

Η γιουγκοσλαβική τραγωδία έφτασε στο αποκορύφωμά της όταν στις αρχές του 1992, η βοσνιακή πλειοψηφία των Μουσουλμάνων (44%) και των Κροατών (16%) ψήφισε απόσχιση από τη Γιουγκοσλαβία αγνοώντας τις σερβικές προειδοποιήσεις που αντιπροσωπεύουν το 33% του βοσνιακού πληθυσμού. Στη σύγκρουση που επακολούθησε οι Σέρβοι κατέλαβαν σχετικά εύκολα το 70% της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, δεν μπόρεσαν ωστόσο να καταλάβουν το Σεράγεβο.

Μ’ αυτόν τον τρόπο ακύρωσαν πρακτικά το μουσουλμανικό σχέδιο και βρέθηκαν πολύ κοντά στην πραγματοποίηση του αρχικού τους σχεδίου. Στην Κροατία η Σερβική Δημοκρατία της Κράινα και στη Βοσνία η Σερβική Δημοκρατία του Ράντοβαν Κάρατζιτς, αποτελούσαν οντότητες που δεν ήταν μεν επίσημα αναγνωρισμένες, είχαν όμως την πολιτική νομιμοποίηση να εκπροσωπούν τους Σέρβους των περιοχών αυτών. Στην ίδια τη Σερβία ο Μιλόσεβιτς συσπείρωνε το σερβικό λαό στη βάση της νέας εθνικής ιδέας.

Η ΣΕΡΒΙΚΗ ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ

Παράλληλα όμως ο σερβικός λαός -ο πόλεμος «βίαιος διδάσκαλος»- άρχισε ν’ αποκτά την κακή νοοτροπία ενός λαού που την αρνητική εικόνα που έχει δημιουργηθεί στην διεθνή κοινή γνώμη σε βάρος του, τη θεωρεί απλώς ως δεδομένη και την ανάγει περίπου σε εθνική υπερηφάνεια, ενώ ο αέρας της στρατιωτικής υπεροχής από τις επιτυχίες στο πεδίο της μάχης μετέτρεψε την εθνική υπερηφάνεια σε αλαζονεία. Η Σερβία μοιάζει να θέλει να τα βάλει με όλο τον κόσμο. Τα δε οικονομικά μέτρα σε βάρος των Σέρβων πέτυχαν, όπως ήταν αναμενόμενο, το αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, και ενίσχυσαν αυτό το αίσθημα αλαζονικής και υπεροπτικής αδιαφορίας για τη διεθνή κοινή γνώμη. Τέλος, η σερβική αντιπολίτευση βρέθηκε χωρίς πολιτική πρόταση: οι μεν «εθνικιστές” περιορίστηκαν να προπαγανδίζουν την επαναφορά της δυναστείας των Καραγεώργηδων ενάντια στους «κομμουνιστές», οι δε «ειρηνιστές» καταδίκαζαν μονόπλευρα το σερβικό εθνικισμό δικαιώνοντας τον εθνικισμό των Κροατών και Μουσουλμάνων και επιζητούσαν την ξένη επέμβαση. Έτσι ο λαός έμεινε στην πλειοψηφία του πιστός στους σοσιαλιστές που μέσα από τη δημαγωγία τους εκφράζανε πάντως τα σερβικά λαϊκά αισθήματα.

Στην εξέλιξη της γιουγκοσλαβικής κρίσης η Σερβία έκανε το λάθος να μην υποχωρήσει όταν βρισκόταν στην καλύτερη δυνατή κατάσταση από πλευράς εδαφικών κεκτημένων, στρατιωτικής δύναμης, εθνικής ομοψυχίας και ηθικού. Τότε η αντίπαλη πλευρά, έχοντας όλη ουσιαστικά τη διεθνή κοινή γνώμη με το μέρος της, άρχισε να χρησιμοποιεί τις οργανωμένες προβοκάτσιες απρόκλητων βομβαρδισμών αμάχων στο κέντρο του Σεράγεβο έτσι ώστε να προκληθεί η ξένη επέμβαση. Οι νατοϊκοί «ειρηνευτικοί” βομβαρδισμοί δεν άργησαν να εκδηλωθούν. Τότε άρχισε να διαφαίνεται και η πρώτη διάσταση στο σερβικό στρατόπεδο. Ο Μιλόσεβιτς αποποιήθηκε το ρόλο του πολεμιστή και μετεβλήθη σε υπέρμαχο της ειρηνικής πολιτικής λύσης. Έφτασε μάλιστα να κατηγορήσει την ηγεσία των Σερβοβοσνίων για εγκλήματα πολέμου. Ο άνθρωπος που ανέβηκε στην εξουσία έχοντας κάνει το σερβικό εθνικισμό σημαία του και δημαγωγούσε λέγοντας ότι θα λύσει το πρόβλημα του Κοσσυφοπεδίου σε λίγες εβδομάδες ενώ στη συνέχεια άρχισε τον πόλεμο στην Σλοβενία και την Κροατία, άφησε κατά μέρος την παλιά του ρητορεία για τη σερβική ιδέα και έθεσε ως πρώτο του στόχο να γίνει αρεστός στους Αμερικάνους και τους άλλους Δυτικούς. Κατέστη έτσι αφερέγγυος στους ίδιους τους Σέρβους και ιδιαίτερα τους Σέρβους εκτός Σερβίας. Ως ένδειξη συμμόρφωσης προς τις ξένες υποδείξεις, προχώρησε στον στρατιωτικό και μερικό εμπορικό αποκλεισμό των Σέρβων της Βοσνίας. Όπως ήταν επόμενο, η σερβοβοσνιακή ηγεσία απέρριπτε τα ειρηνευτικά σχέδια που τώρα τα υποστήριζε και ο Μιλόσεβιτς που απειλούσε ότι θα αναγνωρίσει τη Βοσνία. Για να τους αναγκάσει να υποχωρήσουν αυτοί που επί τρία χρόνια πολεμούσαν για την υπεράσπιση του σερβικού έθνους. Φυσικά και οι ευθύνες της ηγεσίας της σερβοσνιακής κυβέρνησης του Πάλε είναι μεγάλες. Το σχέδιο Βανς και Όουεν ήταν σαφώς δικαιότερο για τους λαούς της Βοσνίας απ’ ό,τι τουλάχιστον η συμφωνία του Ντέυτον. Κι από υπερβολική ίσως εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους το απέρριψαν. Η διαφορά είναι όμως ότι το Βελιγράδι ως «εθνικό κέντρο» πολιτευόταν εκ του ασφαλούς ενώ το Πάλε διεξήγαγε τον πόλεμο και υφίστατο τις συνέπειες. Η μεταστροφή του Μιλόσεβιτς που ήταν ο κατεξοχήν υποκινητής του πολέμου στην πρώην Γιουγκοσλαβία, δεν κατέδειξε απλώς τον τυχοδιωκτισμό του. Πέρα από την εγκληματική ανευθυνότητα ενός πολιτικού άνδρα να οδηγήσει ένα ολόκληρο έθνος σ΄ ένα μακροχρόνιο πόλεμο με τόσο καταστρεπτικές συνέπειες κι ύστερα να ρίξει το βάρος της ευθύνης στους Σέρβους της Κράινα και της Βοσνίας γιατί τάχα είναι αδιάλλακτοι, καταδείχθηκε πόσο κούφιος ήταν ο σερβικός εθνικισμός στον οποίο είχε επενδύσει ο Μιλόσεβιτς για ν’ αρχίσει την πολιτική του σταδιοδρομία και πόσο μικρό το ανάστημα του «εθνικού του κέντρου».

Ο σερβικός εθνικισμός φάνηκε να μην είναι ικανός να υπερασπίσει πέρα από τα εδάφη στις διαφιλονικούμενες περιοχές, την ίδια τη σερβική ταυτότητα. Γιατί δυστυχώς, η παράδοση της Σερβίας αφού είχε ουσιαστικά κηρυχτεί εκτός νόμου από τη νομενκλατούρα του κομμουνιστικού κόμματος η οποία πρόβαλε – ή μάλλον επέβαλε – τη «γιουγκοσλαβική” ταυτότητα, είναι σήμερα ζητούμενο για το φυσικό της υποκείμενο, το σερβικό λαό. Όσο κι αν ακούγεται περίεργο, οι Σέρβοι, όπως και οι υπόλοιποι Γιουγκοσλάβοι είναι σχεδόν απόλυτα δυτικοποιημένοι πολιτιστικά. Έχουν ξεχάσει τα τραγούδια και τους χορούς τους, τα φαγητά και τις συνήθειες του παλιού καιρού. Ο δε Κουστουρίτσα και ο Μπρέγκοβιτς πέραν του ότι δεν είναι Σέρβοι, αλλά ο ένας μουσουλμάνος με «γιουγκοσλαβική συνείδηση» και ο άλλος Τσιγγάνος, ανέτρεξαν στην τσιγγάνικη παράδοση, τη μόνη ζωντανή παράδοση στη Σερβία σήμερα, για να εκφράσουν μια γνήσια λαϊκή παράδοση στη Γιουγκοσλαβία. Η μόνη μη δυτική κουλτούρα στη Σερβία εκφράζεται από τα σερβικά σκυλάδικα, τα turbo-folk, που είναι μια… γνήσια ελληνική επίδραση. Η ίδια η εκλεκτή του Αρκάν, η Dragana είναι μία από τις πιο επιτυχημένες τραγουδίστριες αυτής της σύγχρονης βαλκανικής παράδοσης. Ποια «σερβικότητα» λοιπόν να υπερασπίσει αυτός ο λαός που έχει χάσει την ίδια του την κουλτούρα, την ίδια του τη δυνατότητα αναγνώρισης της εθνικής του ετερότητας; Κι ακόμη χειρότερα, όταν αυτοί που αυτοαποκαλούνται Σέρβοι πατριώτες δεν είναι παρά φασιστοειδείς εγκληματίες που ενισχύουν την πολιτιστική αλλοτρίωση. Έμειναν μόνο η ορθοδοξία και η κυριλλική γραφή τα οποία τελευταία και μάλλον καθυστερημένα προσπαθούν να αναβιώσουν στη Σερβία. Αλλά και αυτά τα δύο ιστορικά για το σερβικό έθνος στοιχεία αποτελούν μάλλον γραφικότητες και όχι πια ουσιαστικά στοιχεία εθνικής ταυτότητας. Η μεν σερβική εκκλησία δεν έχει το ανάστημα ν’ αναδειχτεί σε ηγετικό θεσμό και έχει στραφεί σε έναν αναθεμελιωτισμό (φουνταμενταλισμό) αναπολώντας τις δόξες των μεσαιωνικών σερβικών βασιλείων, η δε γραφή είναι μόνο ένα εργαλείο, κοινό άλλωστε και στην ΠΓΔΜ, τη Ρωσία και τη Βουλγαρία με μικρές παραλλαγές. Λείπει ωστόσο το περιεχόμενο.

Αποκορύφωμα της σερβικής εθνικής αλλοτρίωσης που ήταν ίσως φυσιολογική εξέλιξη της αλαζονείας της περιόδου της «εθνικής εξόρμησης» ήταν η διαδήλωση 80.000 ατόμων για την υποδοχή των «ηρώων» του Ευρωμπάσκετ της Αθήνας. Οι διαδηλωτές επιτέθηκαν εναντίον της ελληνικής πρεσβείας. Σ’ όλο το διάστημα του πολέμου και παρά τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς καμία πρεσβεία από τους συμμετέχοντες στους βομβαρδισμούς δεν δέχτηκε επίθεση από σέρβους διαδηλωτές. Η αποδοκιμασία της εθνικής Σερβίας στον τελικό από τους οπαδούς της εθνικής Ελλάδας στο μπάσκετ θεωρήθηκε ανείπωτη προσβολή. Μετά από 20 μέρες στην ίδια πόλη μόλις 15.000 άνθρωποι θα διαδηλώσουν εναντίον της κυβέρνησης για την πτώση της Κράινα…

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΒΡΙΝ, Η ΑΤΙΣ, ΔΙΔΑΣΚΕΙ Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ

Όσον αφορά τις πολιτικοστρατιωτικές εξελίξεις, η συνέχεια ήταν ίσως αναμενόμενη. Η άσκοπη επίθεση των Σέρβων κατά της Σρεμπρένιτσα τον Ιούλιο του 1995, ήταν το κύκνειο άσμα. Εκτός εάν -και δηλώνω εχθρός της αστυνομικής αντίληψης στην Ιστορία- η σήψη στη σερβική ηγεσία είναι τόσο βαθιά ώστε η επίθεση στη Σρεμπρένιτσα να ήταν μία στημένη υπόθεση από τους ίδιους.

Το σκηνικό μεταβλήθηκε άρδην μέσα σε δύο μήνες. Η σερβική νίκη, ό,τι κατακτήθηκε με αίμα και δάκρυα, έμελλε να καταρρεύσει σα χάρτινος πύργος.

Η Κράινα έπεσε σε δύο μέρες ως αποτέλεσμα μιας κροατικής αντεπίθεσης που έμοιαζε με παρέλαση. Στο άλλο μέτωπο, οι Σέρβοι παρέδωσαν σχεδόν αμαχητί τη βόρεια και δυτική Βοσνία αλλά και το ίδιο το Σεράγεβο. Μόνο η Ανατολική Σλαβονία έμεινε αλώβητη αλλά και αυτή θα σήμερα τελεί υπό τον έλεγχο του ΟΗΕ και θα περάσει ύστερα από ένα «μεταβατικό στάδιο» στον έλεγχο του κροατικού κράτους. Η απουσία ουσιαστικής σερβικής αντίστασης στην αντεπίθεση Κροατών και Μουσουλμάνων γέννησε εύλογα ερωτηματικά. Στη θέση του άλλοτε πανίσχυρου γιουγκοσλαβικού στρατού και των Σέρβων εθελοντών, τώρα έβλεπε κανείς στρατιές Σέρβων αμάχων να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους από το φόβο της κροατομουσουλμανικής επέλασης. Οπωσδήποτε οι νατοϊκοί βομβαρδισμοί έπαιξαν το ρόλο τους στην αποδυνάμωση της σερβικής πολεμικής μηχανής. Είναι όμως δύσκολο να δεχθεί κανείς ότι η σερβική ηγεσία ήταν αμέτοχη στο παιχνίδι που είχε ως άμεσα θύματα εκατομμύρια ανθρώπους σ’ ολόκληρη την πρώην Γιουγκοσλαβία από όλες τις εθνότητες, ηττημένο όμως μόνο έναν, το σερβικό λαό. Η συμφωνία του Ντέυτον επιβεβαίωσε την οριστική απώλεια για τους Σέρβους, της Βοσνίας. Η Βοσνία κατοχυρώθηκε οριστικά στο εκτρωματικό κατασκεύασμα της διεθνούς υποκρισίας και κυνισμού: την κροατομουσουλμανική ομοσπονδία, ουσιαστικά δηλαδή, στη «Δύση». Οι δε Σέρβοι επιβεβαίωσαν απλώς τον ρόλο που τους επεφύλαξαν τόσο η «Δύση» όσο και η ίδια τους η ηγεσία. Και ο ρόλος αυτός που συνοψίζεται στο εύγλωττο «οι γύφτοι των Βαλκανίων», διεκδικείται με αξιώσεις και από κάποιο άλλο ομόδοξο έθνος της περιοχής.

Σήμερα οι Σέρβοι πρόσφυγες της Κράινα και της Βοσνίας, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, αντιμετωπίζουν άμεσο πρόβλημα επιβίωσης. Είναι εγκαταλειμμένοι από τους πάντες: από την κυβέρνηση του Βελιγραδίου που κυνικά αδιαφορεί και δεν τους αναφέρει ούτε καν στις ειδήσεις, από την κυβέρνηση του Πάλε που δεν έχει τα μέσα να τους παράσχει στοιχειώδη βοήθεια, από τις διεθνείς ανθρωπιστικές οργανώσεις που επιδεικτικά αποστρέφουν το βλέμμα. Κι όμως βρέθηκε κοντά τους η ελληνική αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας που ήδη έχει στείλει τρόφιμα, φάρμακα και είδη καθαρισμού και ετοιμάζεται να ξαναστείλει, που φιλοξενεί κάθε χρόνο σε ελληνικές οικογένειες εκατοντάδες παιδιά-πρόσφυγες που είναι ορφανά. Αν κάτι είχε μείνει όρθιο στον τόπο αυτόν μετά το τέλος του πολέμου στη Βοσνία, ήταν η ελληνική ευαισθησία και έμπρακτη αλληλεγγύη προς το σερβικό λαό. Αλλά και αυτό η κυβέρνηση του Βελιγραδίου, το θυσιάζει σήμερα στο βωμό των πρόσκαιρων τυχοδιωκτικών πολιτικών ελιγμών της.

ΤΟ ΒΕΛΙΓΡΑΔΙ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΠΟΛΙΤΕΥΕΤΑΙ ΤΥΧΟΔΙΩΚΤΙΚΑ

Η κυβέρνηση του Βελιγραδίου μετά από αρκετές αμφιταλαντεύσεις, άσχετες όμως προς τις ελληνικές αντιρρήσεις, αναγνώρισε στις 8 Απριλίου 1996 την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας ως ανεξάρτητο κράτος με το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Η κίνηση αυτή αποτελεί ένα ακόμη δείγμα της αφερεγγυότητας και αναξιοπιστίας του Μιλόσεβιτς. Αποτελεί βεβαίως ένα ακόμη «πισώπλατο χτύπημα» στη μόνη χώρα που βοήθησε έμπρακτα τους Σέρβους όλα αυτά τα χρόνια, για να θυμηθούμε και τον δικό μας εμφύλιο και τον ρόλο που έπαιξαν σ’ αυτόν οι ιθύνοντες του Βελιγραδίου. [Τότε, για να εξασφαλίσουν τη στήριξη των Αμερικανών, ο Τίτο και η κομμουνιστική ηγεσία της Γιουγκοσλαβίας, έκλεισαν τα σύνορα στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας και συνέβαλαν αποφασιστικά στη νίκη της Δεξιάς στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο. Εξασφάλισαν έτσι τη σιωπή των μετεμφυλιακών ελληνικών κυβερνήσεων καθ’ υπόδειξιν των Αμερικανών, στην προπαγάνδα των Σκοπίων για τους αλύτρωτους «Μακεδόνες του Αιγαίου».] Αποτελεί πισώπλατο χτύπημα καθώς οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδας και ΠΓΔΜ για την ονομασία συνεχίζονται και προφανώς με την κίνηση αυτή η αδιαλλαξία των Σκοπίων ενισχύεται αφού τώρα όλα τα γειτονικά τους κράτη, πλην της Ελλάδας, τα έχουν αναγνωρίσει ως «Μακεδονία».

Η κίνηση αυτή του Μιλόσεβιτς γίνεται για προφανείς λόγους. Κατ’ αρχήν γίνεται στα πλαίσια συνέχισης της πολιτικής κατευνασμού των δυτικών δυνάμεων και της δήθεν ειρηνιστικής πολιτικής που ακολουθεί το Βελιγράδι τελευταία. Κατά δεύτερο λόγο, ο Μιλόσεβιτς δε φαίνεται να εγκαταλείπει την ηγεμονική του πολιτική στα Βαλκάνια. Η αναγνώριση των Σκοπίων ως «Μακεδονία» και μάλιστα σε βάρος των ελληνικών συμφερόντων, δείχνει καθαρά ότι το Βελιγράδι στοχεύει σε μία πολιτική υιοθέτησης του «μακεδονικού αλυτρωτισμού» των Σκοπίων που θα στραφεί στο άμεσο μέλλον εναντίον της Ελλάδας και πιθανότατα της Βουλγαρίας. Το ενδεχόμενο να ξανασυσταθεί μία γιουγκοσλαβική ομοσπονδία με τη συμμετοχή της ΠΓΔΜ της Σερβίας, του Μαυροβουνίου και όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν και των σερβοβοσνιακών εδαφών και της Ανατολικής Σλαβονίας, πιθανότατα αποτελεί τη νέα μεγαλοϊδεατική σύλληψη του Βελιγραδίου. Τέλος, το Βελιγράδι με την κίνηση αυτή επιδιώκει να στρέψει το ενδιαφέρον αλλού για να αποφύγει την ενασχόληση με τη μεγάλη εκκρεμότητα της περιοχής που είναι το Κοσσυφοπέδιο. Είναι φανερό ότι το Βελιγράδι δεν είναι πρόθυμο να επαναφέρει το καθεστώς αυτονομίας στην περιοχή και να χαλαρώσει τα μέτρα αστυνόμευσης. Απ’ την άλλη δεν έχει το σθένος να προχωρήσει σε μαζικό εποικισμό της περιοχής με τους Σέρβους πρόσφυγες από τη Βοσνία και την Κράινα γιατί κάτι τέτοιο συναντά την αντίδραση των δυτικών δυνάμεων.

Η αναγνώριση όμως των Σκοπίων αυτή τη χρονική στιγμή και με το όνομα «Μακεδονία», είναι τυχοδιωκτική και επικίνδυνη για την ειρήνη στα Βαλκάνια. Πρώτα πρώτα, συνεπάγεται αναπόφευκτα την ενίσχυση του εθνικισμού των Σκοπίων που τώρα θα έχει την ανοικτή υποστήριξη του Βελιγραδίου. Το Βελιγράδι ξαναγίνεται ο φυσικός σύμμαχος των Σκοπίων και τα περί ελληνοσερβικής φιλίας αποδεικνύονται κουραφέξαλα. Η παλιά τάξη αποκαθίσταται. [Η σημερινή ΠΓΔΜ είχε παραχωρηθεί στη Σερβία μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων και ήταν γνωστή στους Έλληνες ως σερβική Μακεδονία, ήταν δε διοικητική περιοχή της Σερβίας με το όνομα «Διοίκηση Βαρδαρίου» (Vardarska Banovina). Το 1944 η Σερβική Μακεδονία γίνεται ομόσπονδη γιουγκοσλαβική «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας” με τις ευλογίες του Βελιγραδίου το οποίο σήμερα αναγνωρίζει την ίδια περιοχή ως ανεξάρτητη «Μακεδονία».]

Έπειτα, η ηγεμονική αυτή αντίληψη δημιουργεί νέα μέτωπα στα Βαλκάνια αντί να αντιμετωπίζει την βαλκανική κρίση στην κατεύθυνση της ενότητας της περιοχής. Το πρώτο μέτωπο αφορά τον αλβανικό παράγοντα που απειλεί τη Σερβία στο Κοσσυφοπέδιο και την ΠΓΔΜ στο εσωτερικό της αφού οι Αλβανοί εκεί ήδη αποτελούν το 30% του πληθυσμού. Το δεύτερο μέτωπο αφορά τη Βουλγαρία που δεν αναγνωρίζει όπως και η Ελλάδα την ύπαρξη «μακεδονικής εθνότητας». Ωστόσο, η πολυδιάσπαση και η δημιουργία μετώπων στα Βαλκάνια το μόνο που ενισχύει είναι τις έξωθεν εξαρτήσεις και τις παρεμβάσεις των ξένων δυνάμεων. Μία πολιτική ειρήνης και ανεξαρτησίας στα Βαλκάνια θα στόχευε πρώτιστα στην ενότητα και η ενότητα είναι ευθύνη πρώτιστα των τριών ισχυρότερων κρατών στη Χερσόνησο, της Ελλάδας, της Βουλγαρίας και της Σερβίας.

Τέλος, μία άλλη συνέπεια, ίσως και η πιο οδυνηρή, του μακιαβελισμού του Μιλόσεβιτς είναι ο τρόπος με τον οποίον εισπράττει ο ελληνικός λαός την αχαριστία της σερβικής ηγεσίας για την έμπρακτη αλληλεγγύη που δείχνει όλα αυτά τα χρόνια προς το σερβικό λαό. Οι δεσμοί αλληλεγγύης, φιλίας και συμπαράστασης μεταξύ των δύο λαών αποδείχθηκαν μονόπλευροι και άλλη μία αυταπάτη για την αντιμετώπιση της εθνικής μας μοναξιάς. Το θέμα είναι ότι το πρώτο θύμα αυτής της ιστορίας θα είναι οι Σέρβοι πρόσφυγες για τους οποίους ο ελληνικός λαός δύσκολα θα ξανακινητοποιηθεί μετά την πικρία που δοκίμασε. Για τα υπόλοιπα, φοβάμαι πως τα χειρότερα δεν ήρθαν ακόμη.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*