Άρδην τ.2

Πίσω από τις αγροτικές κινητοποιήσεις

Συγγραφέας: Θόδωρος Ντρίνιας

Μετά τους καπνοπαραγωγούς, τους βαμβακοπαραγωγούς και τους αμπελοκαλλιεργητές, τώρα, οι κτηνοτρόφοι συνεχίζουν να ξετυλίγουν το γαϊτανάκι των αγροτικών κινητοποιήσεων που αναστατώνουν και συγκλονίζουν κατά περιόδους τη χώρα, το τελευταίο έτος.
Μετά τα καμένα λάστιχα και τα οδοφράγματα στις εθνικές οδούς της περασμένης άνοιξης, περάσαμε στους χιλιάδες τόνους χυμένο γάλα, τα σφαγμένα αιγοπρόβατα, το κατεστραμμένο Υπουργείο Αιγαίου και τις πολιορκημένες νομαρχίες.

Η απειλητική δήλωση «θα ξανάρθουμε» των αγροτοκτηνοτρόφων, κάθε φορά, που έληγε μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας τους, μόνο ως ανακουφιστικός ελιγμός αναδίπλωσης δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται από τους εκσυγχρονιστές» μας, καθώς, ο «στραγγαλισμός» της κτηνοτροφίας από τα τεράστια χρέη, τα υπερβολικά υψηλά επιτόκια, και την ευρωπαϊκή πολιτική θα συνεχίζεται.

Η δήλωση του «πρωθυπουργού-νομάρχη» των Βρυξελλών, Κ. Σημίτη, στο τελευταίο συνέδριο της ΠΑΣΕΓΕΣ -«δεν είμαι ο μάγος με τα δώρα»- ακούγεται βερεσέ από μια αγροτική τάξη, που συνειδητά ή διαισθητικά καταλαβαίνει ότι η απειλή εξόντωσης της ή οριστικής παρακμής της δεν είναι πια σενάριο επιστημονικής φαντασίας.

Πεποίθηση μας είναι ότι τα επόμενα 4-5 χρόνια η κρίση στον αγροτικό τομέα θα πάρει παροξυστικές διαστάσεις, σε βαθμό που πολλοί αναλυτές να αναρωτιούνται πια, αν, μπαίνοντας ο 21ος αιώνας, θα υπάρχει ελληνική γεωργία (Οικ. Ταχυδρόμος, τεύχος 2149, Ιούλιος ’95).

Οι αιτίες της βαθιάς αυτής κρίσης είναι ένας συνδυασμός σοβαρών και μακροχρόνιων διαρθρωτικών αδυναμιών της ελληνικής γεωργίας και επιδράσεων από το διεθνή παράγοντα (παγκόσμιες συμφωνίες, πολιτική της Ευρ. Ένωσης, κλπ.), που καθιστούν το αγροτικό πρόβλημα δισεπίλυτο. Ειδικότερα:


1. Οι διαρθρωτικές αδυναμίες
Κατ’ αρχάς η χαμηλή παραγωγικότητα θεωρείται μια από τις σοβαρότερες αδυναμίες της ελληνικής γεωργίας. Οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στο μικρό μέγεθος και την πολυδιάσπαση του αγροτικού κλήρου. Το 76% των αγροτικών εκμεταλλεύσεων είναι κάτω από 50 στρέμματα. Το γεγονός αυτό, πέραν των άλλων, προκαλεί μεγάλη αύξηση της πολυαπασχόλησης σε εξωαγροτικές δραστηριότητες, για να συμπληρωθεί το πενιχρό αγροτικό εισόδημα. Είναι ενδεικτικό ότι στα πολυαπασχολούμενα νοικοκυριά το αγροτικό επίδομα αποτελεί μόλις το 25% του συνολικού εισοδήματος. Οπότε οποιαδήποτε σκέψη για σύγχρονες κι αποτελεσματικές μεθόδους καλλιέργειας, φυσιολογικά, «πάει περίπατο».

Ανησυχητικές διαστάσεις παίρνει και το φαινόμενο της γήρανσης του αγροτικού πληθυσμού. Μόλις το 20% των αγροτών μας είναι πια κάτω των 35 ετών, ενώ, δεδομένη θεωρείται η ανεπαρκής τεχνική και εκπαιδευτική στήριξη των αγροτών.

Παράλληλα, η αυτοεπένδυση μειώνεται δραματικά τα τελευταία 5 χρόνια, με αποκορύφωμα το 1995 όπου οι ιδιωτικές επενδύσεις στον αγροτικό τομέα ήταν κατά 32,3% μικρότερες από τις ετήσιες αποσβέσεις.
Το κόστος του μηχανολογικού εξοπλισμού παραμένει απαγορευτικό ή ικανό να φορτώνει με χρέη ένα μέσο αγροτικό νοικοκυριό, ενώ οι υψηλοί φόροι μεταβίβασης μηδενίζουν ουσιαστικά την κινητικότητα της γεωργικής γης αποτρέποντας οποιαδήποτε φυσιολογική διαδικασία σχετικής συγκεντροποίησης γης και αύξησης του κλήρου απ’ αυτούς που, τουλάχιστον, ενδιαφέρονται να συνεχίσουν ή και να μπουν στο αγροτικό επάγγελμα.

Ταυτόχρονα, η παταγώδης αποτυχία των συνεταιρισμών προκάλεσε την υπερχρέωση τους, την έκπτωση οποιουδήποτε οράματος δημιουργίας αγροτοβιομηχανικών συμπλεγμάτων και άφησε τους αγρότες αλλά και τους καταναλωτές, για άλλη μια φορά, βορά στα δόντια των μεσαζόντων που λυμαίνονται στην κυριολεξία την ύπαιθρο και γνωρίζουν νέα άνθιση.
Στην πλειοψηφία τους πια έχουν γίνει κέντρα παραλαβής της σοδιάς, μοιράσματος των επιδοτήσεων και, ίσως, ελαφρός τυποποίησης. Η αποτυχία αυτή ακύρωσε, ανεπίστρεπτα κατά τη γνώμη μας, οποιαδήποτε προσπάθεια δυναμικού εκσυγχρονισμού της αγροτοκτηνοτροφίας μέσα από την προσπάθεια των ίδιων των αγροτών και έριξε τους συνεταιρισμούς στην ανυποληψία σε μια χώρα που για πολλούς η συνεταιριστική κουλτούρα ήταν ούτως ή άλλως ασθενική.

Αν, σε όλα τα παραπάνω, προσθέσουμε και την ουσιαστική ανυπαρξίας αγροτικής πολιτικής, από μέρους του κράτους, τα τελευταία χρόνια, που κυμαίνεται από την άθλια κοινωνική εξασφάλιση των αγροτών (συντάξεις πείνας των 25.000 το μήνα!!!) ως τη χρησιμοποίηση των κοινοτικών κονδυλίων και επιδοτήσεων για ψηφοθηρικούς λόγους, για την κρατική άλωση των συνεταιρισμών και τη χειραγώγηση της αγροτικής τάξης, τότε νομίζω ότι παρουσιάσαμε, συνοπτικά, τις βασικές αδυναμίες της ελληνικής γεωργίας.

Θα πρέπει εδώ να γίνει κατανοητό ότι τίποτε απ’ τα παραπάνω δεν στέκεται μόνο του. Υπάρχει μια τόσο μεγάλη διαπλοκή παραγόντων που θα ήταν λάθος να επικεντρωνόμασταν σε μερικούς μόνο. Για παράδειγμα, οι χαμηλές συντάξεις, η κοινωνική ανυποληψία και ο μικρός κλήρος αποτρέπουν τους νέους αγρότες να συνεχίσουν το επάγγελμα (γήρανση αγροτικού πληθυσμού, χαμηλή παραγωγικότητα) ενώ η χαμηλή παραγωγικότητα καθιστά αποτρεπτικό τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό (μείωση αυτοεπένδυσης) κ.ο.κ.

Το αγροτικό πρόβλημα είναι πολύ πιο σύνθετο, όπως θα φανεί και παρακάτω, ώστε να αντιμετωπιστεί με μια «συμπτωματική» θεραπεία-τεχνοκρατικού τύπου.


2. Ο διεθνής παράγοντας
Ήδη απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ’80, με την είσοδο της χώρας στην ΕΟΚ, αρχίζει να μετατοπίζεται, σταδιακά, η άσκηση της αγροτικής πολιτικής απ’ την τοπική κυβέρνηση στους γραφειοκρατικούς δαίδαλους των Βρυξελλών. Η αυταπάτη των υψηλών επιδοτήσεων τα πρώτα χρόνια και της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) μπόρεσε να αποκρύψει τις δυσμενείς καταστάσεις που δημιουργούνταν για τα γεωργικά-κτηνοτροφικά μας προϊόντα. (Για παράδειγμα, οι βάσεις για την καταστροφή της αγελαδοτροφίας μπήκαν από το 1983, άσχετα από το αν φαίνονται τώρα οι συνέπειες της ευρωπαϊκής πολιτικής).

Η πρόσφατη, όμως, συμφωνία της GΑΤΤ, που προωθεί σε παγκόσμια κλίμακα την απελευθέρωση του εμπορίου, με την πτώση των δασμολογικών τειχών και τη δημιουργία ζωνών ελεύθερων συναλλαγών, αποτελεί το φυτίλι που απειλεί να τινάξει στον αέρα το οικοδόμημα της ελληνικής γεωργίας.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.), | υπακούοντας στις διατάξεις της συμφωνίας, καταθέτει μια αναθεωρημένη ΚΑΠ, που επιβάλλει ποσοστώσεις με τη μορφή των πλαφόν παραγωγής σε όλα τα προϊόντα μας είτε είναι πλεονασματικά σε περίπτωση υπέρβασης των ορίων, και περικόπτει τις επιδοτήσεις, που μειώνονται συνεχώς, με προοπτική να μηδενιστούν σε βάρος πολλών προϊόντων μέχρι το 2002, ή δίνονται πια μόνο για ξερίζωμα και σταμάτημα καλλιεργειών (π.χ. ελιές, σταφίδα κλπ.).

Αυτό που δεν τολμάνε, όμως, να ομολογήσουν οι καρπαζοεισπράχτορες που μας κυβερνούν, είναι ότι το σκληρό χτύπημα που δέχεται η ελληνική γεωργία είναι προϊόν πολιτικής μεθόδευσης εκ μέρους του «σκληρού πυρήνα» της Ε.Ε. (Γερμανία, Γαλλία, Ολλανδία κλπ.) Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τη συμφωνία της ΚΑΠ, μετακυλίεται το σύνολο των συνεπειών στις πλάτες των εκατομμυρίων αγροτών του Νότου, προστατεύοντας, όσο μπορεί, την ολιγάριθμη και βιομηχανικού τύπου γεωργία του Βορρά. Μερικά παραδείγματα που αφορούν προϊόντα μας είναι ενδεικτικά: Στο αγελαδινό γάλα, , οι ανάγκες της χώρας αγγίζουν τους 1.000.000 τόνους ετησίως αν και η ΚΑΠ επιβάλλει πλαφόν 600.000 τόνους! Οι υπόλοιπες ποσότητες θα πρέπει να εισαχθούν από τις πλεονασματικές χώρες του Βορρά (!) και έτσι φτάνει το 1,5 δις δολάρια το ποσό που πληρώνει η χώρα στο Βορρά για εισαγωγές σε κρέας – γάλα – τυρί.
Ως προς το κρασί, αντί να απαγορευτεί σε Γαλλία και Γερμανία να χρησιμοποιούν ζάχαρη (500.000 τόνους ετησίως) για εμπλουτισμό σε αλκοόλη και να ι επιβληθεί η χρησιμοποίηση του πλούσιου σε αλκοόλη γλεύκους από τα αμπέλια του Νότου, η κοινότητα επιβάλλει, αντίθετα, το ξερίζωμα εκατοντάδων χιλιάδων στρεμμάτων στους αμπελώνες του Νότου!
Σε ό,τι αφορά το σκληρό σιτάρι, όπου το ελληνικό θεωρείται το ανώτερο ποιοτικά της Ευρώπης, επιβάλλεται πλαφόν παραγωγής και μείωση τιμών κι επιδοτήσεων την ίδια στιγμή που η Γαλλία, μέσω παρασκηνιακών διαπραγματεύσεων με τη Γερμανία, αποσπάει επιπλέον 500.000 επιδοτούμενα στρέμματα, για καλλιέργεια σιταριού και διεκδικεί άλλα 2.000.000 στρέμματα!

Ως προς τη σταφίδα, αν και η χώρα έχει μονοπώλιο παραγωγής και θεωρητικά προστατεύεται ως προϊόν από την Κοινότητα, η τελευταία επιβάλλει το ξερίζωμα χιλιάδων στρεμμάτων και ταυτόχρονα ευνοεί εισαγωγές από τρίτες χώρες. Τα ίδια γίνονται και με τον καπνό, το βαμβάκι αλλά και το μέλι, τη βιομηχανική ντομάτα, τα κοτόπουλα… κι ο κατάλογος δεν έχει τέλος.

Απροκάλυπτα πια ο βιομηχανικός Βορράς χρησιμοποιεί την πολιτική και οικονομική ισχύ του, για να επιβάλει εξοντωτικές πολιτικές στο Νότο, πάντα στα πλαίσια της «Κοινής» Αγροτικής Πολιτικής!


3. Ποιος «εκσυγχρονισμός»;
Οι τελευταίες εξελίξεις που οφείλονται, κατά κύριο λόγο, στις διεθνείς αλλαγές και στην πολιτική της Ευρώπης «δύο ταχυτήτων» την οποία ακολουθεί στην πράξη ο Βορράς της Ε.Ε., αποτελούν, παράλληλα και τον κόλαφο για την ευρωπαϊστική «εκσυγχρονιστική» φιλολογία στον τόπο μας. Μέχρι τώρα, ως κύριο πρόβλημα της ελληνικής γεωργίας, εθεωρείτο η «έλλειψη» εκσυγχρονισμού της. Η άποψη αυτή, όσο αναφερόταν αποκλειστικά στις διαρθρωτικές αδυναμίες που περιγράψαμε, αντλούσε και μια σχετική νομιμοποίηση. Τώρα, όμως, που η εξόντωση ολόκληρων κλάδων της γεωργίας μας προωθείται από πολιτικές αποφάσεις των Βρυξελλών, τι γίνεται; Καταντάει πια εξοργιστικό να συνεχίζει κάποιος να διαβάζει, ακόμα και σήμερα, από διάφορες «σοβαρές» γραφίδες ότι η ελληνική γεωργία πρέπει (έτσι αόριστα) να «εκσυγχρονιστεί» για να αντέξει τον οξύ ανταγωνισμό. Για παράδειγμα, αν εκσυγχρονιστεί ο κλάδος της αγελαδοτροφίας και αυξηθεί η παραγωγή και η παραγωγικότητα των εκμεταλλεύσεων, δηλαδή παραχθεί περισσότερο γάλα με μικρότερο κόστος, πάλι 600.000 τόνους δεν είμαστε υποχρεωμένοι να παράγουμε; Το ίδιο δεν ισχύει και για τον καπνό ή το βαμβάκι, κ.λπ.;

Κι όμως, υπάρχει λογική στο παράλογο τέτοιων δηλώσεων εκ μέρους των κουτοπόνηρων «εκσυγχρονιστών» μας. Αυτό που θέλουν να πούνε, και δεν τολμάνε να το πούνε στα ίσια, φοβούμενοι το πολιτικό κόστος, είναι, ότι ο εκσυγχρονισμός (αύξηση δηλαδή της παραγωγικότητας με ανώτατο όμως όριο παραγωγής!), έτσι όπως τον εννοεί η Ε.Ε., δεν μπορεί να γίνει στην ελληνική γεωργία, παρά μόνο αν πεταχτούν στο δρόμο περίπου οι μισοί μας αγρότες! Και αυτή είναι η πολιτική που θα ακολουθήσουν και ακολουθούν και οι ελίτ της χώρας, παρά τα κροκοδείλια δάκρυα και τις «μάχες» που δήθεν δίνουν στα Συμβούλια Υπουργών της Ε-Ε. Πρόσφατη έρευνα του τ. Υπουργείου Βιομηχανίας-Έρευνας και Τεχνολογίας (ΥΒΕΤ) αναφέρει ότι 420.000 αγρότες θα έχουν εγκαταλείψει τα χωράφια τους το αργότερο μέχρι το 2010! Κι αυτό φαίνεται φυσιολογικό, όταν μόνο τα τελευταία 5 χρόνια το κόστος μιας γεωργικής εκμετάλλευσης έχει αυξηθεί κατά μέσο όρο 69%, ενώ η αύξηση των τιμών των παραγωγών δεν ξεπέρασε το 54%. Αν προσθέσουμε την αύξηση του κόστους του χρήματος (περίπου 70% μεταξύ 1990-93) και τη δραματική μείωση των επιδοτήσεων και ενισχύσεων, βλέπουμε ότι ίσως και να είναι αισιόδοξο το σενάριο του ΥΒΕΤ!


4.
Οι επιπτώσεις σε μια χώρα, όπως η Ελλάδα, με τον υψηλότερο αγροτικό πληθυσμό στην Ε.Ε. (περίπου 25% του ενεργού πληθυσμού), είναι φανερό ότι προκύπτουν απ’ τη συρρίκνωση του πρωτογενούς τομέα και δεν μπορεί παρά να είναι δραματικές. Η ειρωνεία είναι, ότι όλες οι μελέτες τονίζουν ότι πρέπει οι μισοί αγρότες να φύγουν απ’ τα χωράφια, αλλά καμιά δεν μας λέει που θα πάνε οι εκατοντάδες χιλιάδες αυτοί νέοι άνεργοι. Ένα νέο κύμα εσωτερικής κι εξωτερικής μετανάστευσης θα εμφανιστεί στη χώρα, πιθανόν στις αρχές του ερχόμενου αιώνα. Τα πρώτα σημάδια τ’ ανιχνεύουμε απ’ το πληθυσμιακό φυλλορρόημα σε περιοχές, όπως ο Έβρος ή η Δυτ. Μακεδονία (νέο ρεύμα φυγής προς Θεσ/νίκη και Γερμανία). Η νέα ερήμωση, οριστική αυτή τη φορά της ορεινή και ακριτικής υπαίθρου είναι προ των πυλών, θα συνοδευτεί από αύξηση της ανεργίας και των εθνικών κινδύνων (Θράκη, νησιά Ανατολικού Αιγαίου, κλπ), από καταστροφές ευαίσθητων οικοσυστημάτων, ειδικά στις ορεινές και ημιορεινές περιοχές («γη που δεν καλλιεργείται πεθαίνει») και από κατατεμάχιση εύφορης γης για τουριστική και οικοδομική αξιοποίηση (κάτι που ήδη συμβαίνει για παράδειγμα στα παράλια της Βορ. Πελοποννήσου).

Παράλληλα, με την πολιτική που ακολουθείται είναι βέβαιο ότι θα βαθαίνει ολοένα περισσότερο η εξάρτηση από την Ευρω-αμερικανική Δύση, θα επιδεινώνεται το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου και τα δημοσιονομικά ελλείμματα, ενώ με τα πλαφόν παραγωγής θα καταδικάζεται ο πληθυσμός της χώρας μας σε ελλιπή εφοδιασμό από βασικά προϊόντα με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό σε περιόδους εθνικής ή οικονομικής κρίσης.


5. Απόπειρα για μια αντι-πρόταση
Κατ’ αρχάς θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι οι άρχουσες τάξεις κι οι ελίτ της χώρας ουδόλως ενδιαφέρονται να αντιστρέψουν την προδιαγεγραμμένη από τις Βρυξέλλες πορεία προς την καταστροφή ενός μεγάλου κομματιού της ελληνικής αγροτιάς. Αντίθετα, αποδέχονται και προωθούν ένα μοντέλο «εκσυγχρονισμένου μεταπρατισμού» για τη χώρα και μιας παρασιτικής άνευ όρων ενσωμάτωσης στη Δύση που θα στηρίζεται στο εμπόριο, τις υπηρεσίες, τον τουρισμό, την χαμηλής τεχνολογικής ισχύος βιομηχανία και την «εκσυγχρονισμένη» γεωργία που θα εστιάζεται σε πεδινές περιοχές με την γη συγκεντρωμένη στα χέρια λίγων μεγαλοαγροτών και θα στηρίζεται σε μεγάλα έργα υποδομής (π.χ. εκτροπή Αχελώου).

Από την άλλη, μια εναλλακτική -επαναστατική στις υπάρχουσες συνθήκες παραγωγική αντίληψη που θα βάζει στο κέντρο της το λαϊκό παράγοντα και θα προωθεί αυτό που ονομάζουμε «απόκεντρη ανάπτυξη», θα έχει για τον πρωτογενή τομέα τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

Την αποκέντρωση. Η καταστροφή του «αθηναϊκού» κράτους που τρέφει μια εξουσιαστική κλίκα και τρέφεται από τις σάρκες της χώρας θα πρέπει να συνοδεύεται από το πέρασμα διευρυμένων αρμοδιοτήτων στην ιδιαιτερότητα κάθε περιοχής σε συνεργασία και με την πρωτοβουλία του ντόπιου πληθυσμού.

Κεφαλαιώδους σημασίας είναι η παροχή κινήτρων σε κατοίκους αστικών κέντρων για επιστροφή στην ύπαιθρο, και ιδιαίτερα σε τμήματα της νεολαίας των μεγαλουπόλεων που ήδη με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εκφράζουν την επιθυμία για τον παραγωγικό τρόπο ζωής κοντά στη φύση, απορρίπτοντας τον καταναλωτισμό, το βιομηχανισμό και την αστική ζωή. Νεολαία που θα μπορούσε στις κατάλληλες συνθήκες να προωθήσει και πειραματικούς ή κοινοβιακούς τρόπους ζωής.

Την αλλαγή στην πολιτική γης. Η οποιαδήποτε προσπάθεια για μονιμότητα ή επιστροφή πληθυσμού στην ύπαιθρο δεν μπορεί να μην αντιμετωπίσει με ριζοσπαστικό τρόπο το κεφάλαιο γη. Δεν είναι δυνατόν οι δημόσιοι υπάλληλοι και μαγαζάτορες στην Αθήνα ή τη Θεσ/νίκη να κρατούν κι ένα κτηματάκι στο χωριό, επειδή το είχε ο παππούς ή ο προπάππους τους! Δεν μπορεί ο αγροτικός κλήρος να παραμένει τόσο διάσπαρτος και κατακερματισμένος.

Η γη θα πρέπει να προσφέρεται σ’ αυτούς που την καλλιεργούν ή θέλουν να την καλλιεργήσουν. Αυτό επιτυγχάνεται με μια δέσμη μέτρων που θα περιλαμβάνει την μακρόχρονη ενοικίαση (υποχρεωτική για απόντες ιδιοκτήτες), τον αναδασμό, την κατοχύρωση του αγροτικού επαγγέλματος (με ανοιχτό μητρώο αγροτών κι όχι κλειστό, όπως επιχειρεί να κάνει η κυβέρνηση για να διώξει κόσμο από τη γεωργία και να μετατρέψει τους αγρότες σε συντεχνία φαρμακοποιών ή προποτζήδων), την παροχή κινήτρων για τη συγκρότηση ομάδων αγροτών, και αργότερα, πραγματικών παραγωγικών συνεταιρισμών και τέλος την κατοχύρωση γης, μέσω του εθνικού κτηματολογίου, αποκλειστικά για αγροτική-κτηνοτροφική χρήση.
-Την αλλαγή του τρόπου καλλιέργειας-εκτροφής. Το υπάρχον παγκόσμιο σύστημα καλλιέργειας-εκτροφής που στηρίζεται στη χρήση εντομοκτόνων και χημικών λιπασμάτων, ορμονών και βιοχημείας, γενετικής μηχανικής και υπερεντατικής μονοκαλλιέργειας, αποδεικνύεται μέρα με την μέρα περιβαλλοντοκτόνο (μόλυνση, διάβρωση, κατασπατάληση φυσικών πόρων), ανθρωποκτόνο (καρκίνοι, «τρελές αγελάδες», κ.λπ.), σαφέστατα αντιοικονομικό για τις χώρες της περιφέρειας και της ημιπεριφέρειας, όπως η Ελλάδα, καθώς βαθαίνει την εξάρτηση από τις πολυεθνικές της χημικής γεωργίας.

Μια άλλη φιλοσοφία στην παραγωγή θα σήμαινε τη σταδιακή αντικατάσταση των εντατικών καλλιεργειών από εκτατικές, τη χρήση του συνόλου των κονδυλίων για έρευνα κι ανάπτυξη στην προώθηση εναλλακτικών μορφών καλλιέργειας, «οργανικών-οικολογικών» φαρμάκων και λιπασμάτων, ήπιων μορφών ενεργειακής υποστήριξης των εκμεταλλεύσεων (ήλιος, αέρας, βιομάζα κλπ.), συμβατής με τη φύση εκμετάλλευσης του υδάτινου δυναμικού, προστασίας των γεωργικών οικοσυστημάτων και εκπόνησης σχεδίων για πολλαπλή αξιοποίηση της γης (οικοτουρισμός, αγροτοτουρισμός, κλπ.).
-Την προώθηση μιας στρατηγικής στον πρωτογενή τομέα, η οποία θα θέτει ως κύριους στόχους την τροφική εξασφάλιση του ελληνικού λαού σε ποσότητα και ποιότητα προϊόντων, την ανάπτυξη των (αμοιβαίων) ανταλλαγών με χώρες των Βαλκανίων, της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής και την προώθηση στη Δύση προϊόντων «υψηλής ποιότητας» που θα ανταποκρίνονται στα νέα καταναλωτικά δεδομένα των δυτικών κοινωνιών («πράσινα» προϊόντα, διαιτητικά, κλπ.). Ούτως ή άλλως η ανάπτυξη της γεωργίας με «ποσοτικούς» όρους θεωρείται πια αρκετά δύσκολη, καθώς οι παγκόσμιες αγορές είναι κορεσμένες.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*