Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 31, Περιοδικό Άρδην

Ο Βαρθολομαίος σε ρόλο «αντιπολίτευσης» και ο Σηφουνάκης το «Εξαπτέρυγο»

Πρέ­πει κά­πο­τε να το κα­τα­λά­βου­με πως η θρη­σκεί­α α­πο­τε­λεί μια πραγ­μα­τι­κό­τη­τα α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό τη δι­κή μας βού­λη­ση και ά­σχε­τα ε­άν μας α­ρέ­σει ή ό­χι.
Προ­σω­πι­κά (α­πό οι­κο­γε­νεια­κή πα­ρά­δο­ση) δεν πι­στεύ­ου­με σε κα­νέ­να θρη­σκευ­τι­κό δόγ­μα. Ό­μως σε­βό­μα­στε αυ­τούς που πι­στεύ­ουν. Κι αυ­τοί δεν εί­ναι η ο­ποια­δή­πο­τε α­με­λη­τέ­α πο­σό­τη­τα.
Στα θέ­μα­τα της θρη­σκεί­ας, ι­διαι­τέ­ρως, οι διο­ρα­τι­κοί η­γέ­τες κα­τά κα­νό­να κρα­τού­σαν μί­α αι­δή­μο­να ου­δε­τε­ρό­τη­τα. Ε­νώ ό­σοι νό­μι­σαν ό­τι με βί­αια μέ­σα εί­τε με άλ­λες με­θό­δους ή­ταν δυ­να­τόν να ε­ξα­λεί­ψουν το θρη­σκευ­τι­κό αί­σθη­μα έ­φε­ραν α­κρι­βώς τα α­ντί­θε­τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα.
Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πα­ρά­δειγ­μα α­πο­τε­λούν οι γνω­στές διώ­ξεις της Στα­λι­νι­κής Ε­πο­χής. Με α­πο­τέ­λε­σμα η ε­πω­δός της μα­κρό­χρο­νης και σκλη­ρής αυ­τής δια­μά­χης να κα­τα­γρά­ψει με πα­νη­γυ­ρι­κό τρό­πο ως κερ­δι­σμέ­νες, αλ­λά και δε­σπό­ζουσες σή­με­ρα στο κοι­νω­νι­κό προ­σκή­νιο, την θρη­σκεί­α και την Εκ­κλη­σί­α!
Τα ι­στο­ρι­κά δι­δάγ­μα­τα, ό­μως, για τους α­νι­στό­ρη­τους παλ­λη­κα­ρά­δες του “εκ­συγ­χρο­νι­σμού” –τύ­που Ση­φου­νά­κη–, θα γί­νουν κα­τα­νο­η­τά ό­ταν θα ’ρ­θει η ώ­ρα του “λο­γα­ρια­σμού” και θα βρε­θούν στον “ε­κλο­γι­κό πά­το”.
Ο βα­σι­κός και μα­χό­με­νος α­ντί­πα­λος ό­λων των Δογ­μά­των πρέ­πει να θε­ω­ρεί­ται, γε­νι­κά, μό­νον η Ε­πι­στή­μη. Η ο­ποί­α, ό­πως εί­ναι γνω­στό, α­γω­νί­ζε­ται α­στα­μά­τη­τα ε­πί αιώ­νες για την α­πο­κά­λυ­ψη της “α­ντι­κει­με­νι­κής” Α­λή­θειας. Και, κα­τά δεύ­τε­ρο λό­γο, οι διά­φο­ρες φι­λο­σο­φι­κές Σχο­λές.
Ε­νώ τα κόμ­μα­τα και τα πο­λι­τι­κά ρεύ­μα­τα, α­ντί­θε­τα α­πό την Ε­πι­στή­μη, το κα­θέ­να α­πό την σκο­πιά του έ­χει ως δε­δο­μέ­νη τη δι­κή του Α­λή­θεια για την συ­γκε­κρι­μέ­νη κοι­νω­νι­κή δια­στρω­μά­τω­ση που εκ­προ­σω­πεί. Την ο­ποί­α α­λή­θεια δια­τυ­πώ­νουν, ό­πως εί­ναι γνω­στό, συ­νή­θως στα προ­γράμ­μα­τά τους. Και α­γω­νί­ζο­νται να τα ε­φαρ­μό­σουν.
Η α­προσ­δό­κη­τη και χον­δρο­κομ­μέ­νη πα­ρέμ­βα­ση του Υ­πουρ­γού Αι­γαί­ου Νί­κου Ση­φου­νά­κη κα­τά του Αρ­χιε­πι­σκό­που Χρι­στό­δου­λου και υπέρ του Πα­τριάρ­χη Βαρ­θο­λο­μαί­ου κα­νέ­να κα­λό δεν προ­οιω­νί­ζεται για τον τό­πο μας. Δεί­χνει πό­σο ε­πι­κίν­δυ­νη εί­ναι η λε­γο­μέ­νη “εκ­συγ­χρο­νι­στι­κή” ο­μά­δα του Ση­μί­τη για την πα­τρί­δα μας. Και πό­σο εί­ναι ι­κα­νή να την βά­λει σε θρη­σκευ­τι­κές πε­ρι­πέ­τειες αν κα­τορ­θώ­σουν και ξυ­πνή­σουν τον “κοι­μώ­με­νο” θρη­σκευ­τι­κό “Γί­γα­ντα”, (παίρ­νο­ντας υ­πό­ψη μας πό­σο ευαί­σθη­τα εί­ναι τα θρη­σκευ­τι­κά θέ­μα­τα) και πό­σο γε­μά­τη α­πό αι­μα­τη­ρές συ­γκρού­σεις εί­ναι η αν­θρώ­πι­νη ι­στο­ρί­α. Συ­νή­θως α­πό θρη­σκευ­τι­κούς ε­ξο­ντω­τι­κούς πο­λέ­μους και αλ­λη­λο­σπα­ραγ­μούς.
Χρη­σι­μο­ποιούν, ω­στό­σο, α­προ­κά­λυ­πτα τον Οι­κου­με­νι­κό Πα­τριάρ­χη Βαρ­θο­λο­μαί­ο ως α­ντι­πο­λί­τευ­ση στον Αρ­χιε­πί­σκο­πο Χρι­στό­δου­λο. Για­τί ο Χρι­στό­δου­λος προ­βά­λλει Α­ντί­στα­ση στον εθνι­κό ξε­πε­σμό μας και στη διά­λυ­ση του ελ­λη­νι­σμού. Και α­γω­νί­ζε­ται να μην α­να­δει­χτεί η Τουρ­κί­α (συ­νε­πι­κου­ρού­με­νη κι α­πό τον φι­λο­τουρ­κι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό της Κυ­βέρ­νη­σης Ση­μί­τη) σε πε­ρι­φε­ρεια­κή υπερ­δύ­να­μη. Και η Ελ­λά­δα σε δο­ρυ­φό­ρο της Τουρ­κί­ας, εί­τε ως κα­τε­χό­με­να ε­δά­φη της.
Ε­άν οι εκ­συγ­χρο­νι­στές διά­βα­ζαν λί­γο την ι­στο­ρί­α μας, θα “έ­βλε­παν” πως η ση­με­ρι­νή πο­λι­τι­κή ει­κό­να πο­λύ προ­σεγ­γί­ζει ε­κεί­νην πριν α­πό την ά­λω­ση της Κων/λε­ως. Οι ί­διες αυ­τα­πά­τες για την τουρ­κι­κή “φι­λί­α”. ως και μι­σθο­φό­ρους τους χρη­σι­μο­ποιού­σαν. Μέ­χρι και την κό­ρη του αυ­το­κρά­το­ρα έ­δω­σαν για γυ­ναί­κα στον Ο­χράν, γιο του Ο­σμάν (Οθ­μάν), ι­δρυ­τή της Ο­θω­μα­νι­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας.
Ό­μως ε­κεί­νο που τους εν­δια­φέ­ρει πε­ρισ­σό­τε­ρο εί­ναι το πώς να πλή­ξουν τον Χρι­στό­δου­λο βα­φτί­ζο­ντάς τον χου­ντι­κό κι ας μην ή­τα­νε χου­ντι­κός ο άν­θρω­πος.
Αν ο Χρι­στό­δου­λος ή­τα­νε χου­ντι­κός ε­πει­δή λει­τουρ­γού­σε ως α­πλός κλη­ρι­κός ε­πί χού­ντας, τό­τε ό­λοι οι δη­μό­σιοι και θρη­σκευ­τι­κοί λει­τουρ­γοί ε­πί χού­ντας, ί­σως και οι πε­ρισ­σό­τε­ροι Έλ­λη­νες, θα έ­πρε­πε, κα­τά τον Ν. Ση­φου­νά­κη, να εί­ναι χου­ντι­κοί!
Α­πό την άλ­λη, προ­βάλ­λουν με ό­λα τα μέ­σα την “υ­ψη­λή” προ­σω­πι­κό­τη­τα του Βαρ­θο­λο­μαί­ου. Και τον υ­πο­κι­νούν ως πο­λι­τι­κό “α­ντί­πα­λο” της ελ­λη­νι­κής εκ­κλη­σί­ας με στό­χο να την δια­σπά­σουν. [Ή­δη προ­σχώ­ρη­σαν δέ­κα (10) ιε­ράρ­χες με το μέ­ρος του Βαρ­θο­λο­μαί­ου]. Τον χρη­σι­μο­ποί­η­σαν μέ­χρι και για “α­ντι­πε­ρι­σπα­σμό” για να υ­πο­βαθ­μι­στεί η ε­πί­ση­μη ε­πί­σκε­ψη του Πά­πα στην Α­θή­να, και για να μειω­θεί ο ε­μπνευ­σμέ­νος α­ντί­λο­γος του Χρι­στο­δού­λου, κι ας ή­τα­νε ο Πο­ντί­φι­κας κα­λε­σμέ­νος α­πό τον Πρό­ε­δρο της Δη­μο­κρα­τί­ας.
Και ξε­χνούν ό­τι ο μεν Χρι­στό­δου­λος, ως Αρ­χιε­πί­σκο­πος, εί­ναι θε­σμός του ελ­λη­νι­κού κρά­τους. Ε­κλεγ­μέ­νος δη­μο­κρα­τι­κά α­πό την ελ­λη­νι­κή Ιε­ρά Σύ­νο­δο. Και άρ­ρη­κτα συν­δε­δε­μέ­νος με τα πε­πρω­μέ­να του τα­λαί­πω­ρου ελ­λη­νι­σμού.
Ε­νώ ο Βαρ­θο­λο­μαί­ος (ό­χι φυ­σι­κά α­πό δι­κή του υ­παι­τιό­τη­τα) δεν εί­ναι ε­κλεγ­μέ­νος α­πό που­θε­νά. Εί­ναι α­πλώς διο­ρι­σμέ­νος ως Πα­τριάρ­χης α­πό τον Τούρ­κο Νο­μάρ­χη Κων/λε­ως. Τυγ­χά­νει ε­πί­σης και Τούρ­κος υ­πή­κο­ος. Και υ­πήρ­ξε στο πα­ρελ­θόν, ό­πως εί­ναι γνω­στό, και α­ξιω­μα­τι­κός του τουρ­κι­κού στρα­τού. Εί­ναι ως έ­να βαθ­μό και εκ­φρα­στής της τουρ­κι­κής πο­λι­τι­κής. Κα­τη­γο­ρή­θη­κε για συ­κο­φά­ντης του κουρ­δι­κού έθνους και του Α. Ο­τσα­λάν. Ε­τά­χθη υ­πέρ των βα­σα­νι­σμών και κα­τά των Αν­θρω­πί­νων Δι­καιω­μά­των (βλέ­πε Α­θηναϊκή 26-12-1998). Μ’ αυ­τές ό­μως τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις εί­ναι δυ­να­τόν το Οι­κου­με­νι­κό Πα­τριαρ­χεί­ο να παί­ξει τον ρό­λο της κε­φα­λής και της συ­σπεί­ρω­σης των Ορ­θο­δό­ξων Εκ­κλη­σιών;!
Α­ντί, δη­λα­δή, η κυβέρνηση Σημίτη και οι Ση­φου­νά­κη­δες να θέ­σουν θέ­μα απεξάρτησης του οι­κουμενικού πατριαρχείου από την τουρκική κηδεμονία –που προ­ήλ­θε α­πό κά­ποιες δυ­σμε­νείς “Συμ­φω­νί­ες” του πα­ρελ­θό­ντος– για να μπο­ρέ­σει (το Πα­τριαρ­χεί­ο) να παί­ξει τον ρό­λο του η­γέ­τη της Ορ­θο­δο­ξί­ας (σή­με­ρα, μά­λι­στα, που αυ­τοί οι λα­οί δια­τρέ­χουν τη με­γα­λύ­τε­ρη η­θι­κο-πο­λι­τι­κή κρί­ση α­πό τις πιέ­σεις της Α­με­ρι­κής και της “ρω­μαιο­κα­θο­λι­κής” Ευ­ρώ­πης και εί­ναι έ­τοι­μοι να “προ­σκυ­νή­σουν” την “πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση” του ΝΑ­ΤΟ), στέλ­νουν για μι­κρο­πο­λι­τι­κή τον Βαρ­θο­λο­μαί­ο στη Μυ­τι­λή­νη να ευ­λο­γή­σει την ελ­λη­νο-τουρ­κι­κή “φι­λί­α”. Γε­γο­νός που προ­κά­λε­σε την ορ­γή του γεν­ναί­ου πα­τριώ­τη Δη­μή­τρη Βου­νά­τσου, Νο­μάρ­χη της Λέ­σβου.
Ξε­ση­κώ­νουν και τον Μη­τρο­πο­λί­τη Θη­βών Ιε­ρώ­νυ­μο να αμ­φι­σβη­τεί ως Αρ­χιε­πί­σκο­πο ο­λό­κλη­ρης της Ελ­λά­δας τον Χρι­στό­δου­λο. Διό­τι οι εκ­κλη­σί­ες των “Νέ­ων Χω­ρών” δεν α­νή­κουν στην ελ­λα­δι­κή Εκ­κλη­σί­α σύμ­φω­να με τον Ιε­ρώ­νυ­μο. (Νέ­ες Χώ­ρες θε­ω­ρούν: Κρή­τη, Δω­δε­κά­νη­σα, Ά­γιον Ό­ρος κ.λπ). Διό­τι κά­ποια Ιε­ρά Σύ­νο­δος το 1850, ό­πως ι­σχυ­ρί­ζε­ται, εί­χε α­πο­φα­σί­σει ό­τι η Εκ­κλη­σί­α της Ελ­λά­δος θα διοι­κεί­ται Αυ­τό­νο­μα. (Της Ελ­λά­δας, φυ­σι­κά, του 1850.)
Οι εκ­συγ­χρο­νι­στές, των ο­ποί­ων έν­θερ­μος θια­σώ­της τυγ­χά­νει και ο Ν. Ση­φου­νά­κης, α­φού διέ­σπα­σαν πρώ­τα το Κί­νη­μα και διέρ­ρη­ξαν ό­λους τους ι­δε­ο­λο­γι­κούς δε­σμούς που έ­νω­ναν τα μέ­λη του Κι­νή­μα­τος, αφού “σνο­μπά­ρι­σαν” και τον ί­διο τον Αν­δρέ­α, άνοι­ξαν το “ασκό του Αιό­λου” και έ­φε­ραν την ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νί­α στα μέ­τρα τους, δη­λα­δή στα ση­με­ρι­νά χά­λια της. Ό­μως, για να ο­λο­κλη­ρω­θεί το έρ­γο της πο­λυ­διά­σπα­σης του ελ­λη­νι­κού λα­ού και για να πα­ρα­λύ­σει κά­θε ί­χνος θέ­λη­σης για Α­ντί­στα­ση, έ­βα­λαν σε ε­νέρ­γεια τη διά­σπα­ση και της εκ­κλη­σί­ας.
Αλ­λά ο­φεί­λου­με α­κό­μα κά­τι να προ­σθέ­σου­με σχε­τι­κά με τον “με­γά­λο” κ. Ση­φου­νά­κη. Πριν α­πό έ­να χρό­νο ε­πι­τέ­θη­κε δη­μό­σια στον Χρι­στό­δου­λο: “Κύ­ριε Χρι­στό­δου­λε”, έ­λε­γε, “στα χρό­νια της χού­ντας, ό­ταν κά­ποιοι κα­τε­βά­σα­τε την ελ­λη­νι­κή ση­μαί­α και α­νε­βά­σα­τε τη ση­μαί­α με το που­λί, ε­μείς δώ­σα­με μά­χες για τη δη­μο­κρα­τί­α”. Ε­πει­δή έ­δω­σε μά­χες για τη Δη­μο­κρα­τί­α, ό­πως λέ­ει, ση­μαί­νει ό­τι έ­χει το δι­καί­ω­μα να βρί­ζει χυ­δαί­α τον Αρ­χιε­πί­σκο­πο Χρι­στό­δου­λο και το Νο­μάρ­χη Δημήτρη Βου­νά­τσο;
Για­τί δεν βρί­ζει ό­μως ο κ. Ση­φου­νά­κης και κά­ποιον άλ­λον που ή­ταν πρό­σφα­τα Υ­πουρ­γός Δι­καιο­σύ­νης; Ο ο­ποί­ος ε­πί χού­ντας υ­πήρ­ξε και διώ­κτης των μαρ­ξι­στι­κών βι­βλί­ων; Και κα­τέ­δω­σε ε­νώ­πιον των χου­ντι­κών δι­κα­στών δη­μο­σιο­γρά­φο ως ε­πι­κίν­δυ­νο Κομ­μου­νι­στή. Ο ο­ποί­ος, ε­πί πλέ­ον, πή­ρε ε­πί χού­ντας και δά­νειο και σύ­ντα­ξη πρώ­ην Αν­θυ­πα­σπι­στή! (Ε­δώ ό­μως κα­τα­πί­νει τη γλώσ­σα του ο “παλ­λη­κα­ράς” και κά­θε­ται φρό­νι­μα στο ί­διο υπουρ­γι­κό τρα­πέ­ζι).
Ο α­να­φε­ρό­με­νος πρώ­ην Υ­πουρ­γός ό­μως, έ­χει πο­λύ πιο βε­βα­ρη­μέ­νο πα­ρελ­θόν, διό­τι στην πε­ρί­ο­δο της κα­το­χής υ­πήρ­ξε έν­στο­λος συ­νερ­γά­της των ξέ­νων Κα­τα­κτη­τών. (Ού­τε ε­δώ τολ­μά­ει να βγά­λει γλώσ­σα ο κ. Ση­φου­νά­κης διό­τι ο άλ­λος έ­χει… με­γα­λύ­τε­ρη γλώσ­σα)!

Με­τά τι­μής
Γεώργιος Μανδίκος
Α­ντι­στα­σια­κός
Α­θή­να, 2.7.2001

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*