Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 31, Περιοδικό Άρδην

Νέα τάξη, εκκλησία και αριστερά

του Δημήτρη Τούμπανη

Ο ελ­λη­νι­κός λα­ός δεν χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται α­πό κα­νε­νός εί­δους θρη­σκευ­τι­κό φα­νατι­σμό και εί­ναι πο­λύ δύ­σπι­στος και κρι­τι­κός α­πέ­να­ντι στον ορ­θό­δο­ξο κλή­ρο.
Ταυ­τό­χρο­να ό­μως εί­ναι α­ντι­κει­με­νι­κό γε­γο­νός και δι­κή του πε­ποί­θη­ση ό­τι η ορ­θό­δο­ξη θρη­σκευ­τι­κή πί­στη α­πο­τε­λεί στοι­χεί­ο της ε­θνι­κής του συ­νεί­δη­σης. Γι’ αυ­τό α­πο­φά­σι­σε η ι­στο­ρί­α, οι συν­θή­κες γέν­νη­σης του σύγ­χρο­νου ελ­λη­νι­κού κρά­τους, οι μα­κρό­χρο­νοι σκλη­ροί α­γώ­νες για την α­πο­τί­να­ξη της ο­θω­μα­νι­κής κυ­ριαρ­χί­ας -α­γώ­νες που ε­μπνέ­ο­νταν ό­χι μό­νο απ’ τις ι­δέ­ες της Γαλ­λι­κής Ε­πα­νά­στα­σης αλ­λά και απ’ τις πα­ρα­δό­σεις του χρι­στια­νι­κού Βυ­ζά­ντιου. Χά­ρη σ’ αυ­τό το γε­γο­νός, η Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α α­πο­τέ­λε­σε απ’ την αρ­χή δο­μι­κό στοι­χεί­ο του ελ­λη­νι­κού ε­θνι­κού κρά­τους, δη­λα­δή του κα­πι­τα­λι­στι­κού κρά­τους, και έ­ναν απ’ τους κύ­ριους ι­δε­ο­λο­γι­κούς πυ­λώ­νες του. Έ­ως σή­με­ρα ε­ξα­κο­λου­θεί να εί­ναι η ε­πί­ση­μη κρα­τι­κή Εκ­κλη­σί­α, και κα­τέ­χει ση­μα­ντι­κές κρα­τι­κές αρ­μο­διό­τη­τες. Έ­τσι η ξαφ­νι­κή δια­μά­χη που ξέ­σπα­σε α­νά­με­σα σ’ αυ­τήν και την κυ­βέρ­νη­ση με α­φορ­μή το ζή­τη­μα των ταυ­το­τή­των, ή­ταν, πράγ­μα­τι, για τον πο­λύ κό­σμο κά­τι α­να­πά­ντε­χο. Προ­κά­λε­σε σύγ­χυ­ση ι­δί­ως σε κά­ποια “α­ρι­στε­ρά” κε­φά­λια που συ­νη­θί­ζουν να προ­σεγ­γί­ζουν τα ζω­ντα­νά γε­γο­νό­τα μέ­σα α­πό νε­κρά και μη­χα­νι­στι­κά σχή­μα­τα και κα­θό­λου με την μαρ­ξι­στι­κή δια­λε­κτι­κή.
Ας πού­με απ’ την αρ­χή ό­τι η δια­μά­χη δεν α­φο­ρά μό­νο τις ταυ­τό­τη­τες. Έ­χει γί­νει πλέ­ον φα­νε­ρό ό­τι το κρά­τος θέ­λει να δια­χω­ρι­στεί απ’ την ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α, αλ­λά και να κα­τα­πο­λε­μή­σει την ε­πιρ­ρο­ή της στην κοι­νω­νί­α με την δύ­να­μη του κρα­τι­κού μη­χα­νι­σμού. Ο λό­γος; Οι νέ­ες α­νά­γκες και οι προ­σα­να­το­λι­σμοί της κυ­ρί­αρ­χης τά­ξης στις συν­θή­κες της ι­μπε­ρια­λι­στι­κής πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης.
Η κυ­βέρ­νη­ση, δια­μέ­σου μιας ε­ξω­κοι­νο­βου­λευ­τι­κής ε­πι­τρο­πής που εμ­φα­νί­σθη­κε απ’ το που­θε­νά για να προ­στα­τέ­ψει τά­χα το α­πόρ­ρη­το των προ­σω­πι­κών μας δε­δο­μέ­νων, (ε­πι­τρο­πή Δα­φέρ­μου), αλ­λά και ε­νός ε­ξω­κοι­νο­βου­λευ­τι­κού υ­πουρ­γού Δι­καιο­σύ­νης, του Στα­θό­που­λου, έ­κα­νε γνω­στή την α­πό­φα­σή της να προ­χω­ρή­σει στην έκ­δο­ση νέ­ων δελ­τί­ων α­στυ­νο­μι­κής ταυ­τό­τη­τας στα στοι­χεί­α των ο­ποί­ων δεν θα πε­ρι­λαμ­βά­νο­νταν πλέ­ον το θρή­σκευ­μα και η ι­θα­γέ­νεια του κα­τό­χου.
Η κυ­βέρ­νη­ση, αν και προ­χώ­ρη­σε σ’ αυ­τό το μέ­τρο στο ό­νο­μα του “εκ­συγ­χρο­νι­σμού”, δεν έ­κα­νε τί­πο­τε πε­ρισ­σό­τε­ρο απ’ το να ε­φαρ­μό­σει, ό­πως συμ­βαί­νει σ’ ό­λη την Ευ­ρώ­πη, την πε­ρι­βό­η­τη συνθήκη του Σέν­γκεν. Πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο δεν εί­χε κα­τά νου την προ­στα­σί­α των προ­σω­πι­κών δε­δο­μέ­νων του πο­λί­τη α­φού η νέ­α ταυ­τό­τη­τα με το σύ­στη­μα του ρα­βδω­τού κω­δι­κού (bar code) στην πί­σω ό­ψη, έ­χει σχε­δια­στεί ν’ α­πλο­ποι­ή­σει την πρό­σβα­ση των αρ­χών σ’ έ­να α­νοι­κτό η­λε­κτρο­νι­κό φά­κε­λο προ­σω­πι­κών δε­δο­μέ­νων.
Ό­πως έ­γι­νε γνω­στό α­πό δη­μο­σιεύ­μα­τα στον Τύ­πο, με­ρι­κά απ’ τα α­να­ρίθ­μη­τα δε­δο­μέ­να που κα­τα­χω­ρούν στον η­λε­κτρο­νι­κό φά­κε­λο οι α­πό μη­χα­νής προ­στά­τες των α­το­μι­κών μας δι­καιω­μά­των εί­ναι:
• Φυ­λε­τι­κή ή ε­θνι­κή προ­έ­λευ­ση.
• Πο­λι­τι­κά φρο­νή­μα­τα.
• Θρη­σκευ­τι­κές πε­ποι­θή­σεις.
• Συμ­με­το­χή σε σω­μα­τεί­α και συν­δι­κα­λι­στι­κές ορ­γα­νώ­σεις.
• Ε­ρω­τι­κή ζω­ή.
• Ποι­νι­κές διώ­ξεις και ποι­νι­κές κα­τα­δί­κες.
Στον φά­κε­λο αυ­τό θα υ­πάρ­χει συ­νε­χής ρο­ή κά­θε εί­δους στοι­χεί­ων, και θα βρί­σκε­ται σε “ο­n line” δί­κτυο υ­πο­λο­γι­στών, ώ­στε να εί­ναι α­νά πά­σα στιγ­μή στην διά­θε­ση των μη­χα­νι­σμών α­στυ­νό­μευ­σης και κα­τα­στο­λής, ό­χι μό­νο στην Ελ­λά­δα αλ­λά και ό­που αλ­λού κρί­νε­ται α­να­γκαί­ο.
Ε­νώ­πιον μιας τέ­τοιας πρό­κλη­σης προς την κοι­νή δη­μο­κρα­τι­κή συ­νεί­δη­ση, θα πε­ρί­με­νε κα­νείς από την “Α­ρι­στε­ρά”, που έ­χει δο­κι­μα­στεί σκλη­ρά απ’ την συ­νή­θεια των αρ­χών να φα­κε­λώ­νουν τους πο­λί­τες, να ξε­ση­κω­θεί κα­τά της α­να­βί­ω­σης αυ­τής της εμ­φυ­λιο­πο­λε­μι­κής πρα­κτι­κής, α­νά­γοντας –αν προ­τι­μού­σε– το φα­κέ­λω­μα σε κύ­ριο ζή­τη­μα. Ό­μως δεν κού­νη­σε ού­τε το δα­κτυ­λά­κι της. Α­ντί­θε­τα, βρή­κε ό­τι οι α­ντιρ­ρή­σεις της Εκ­κλη­σί­ας θέ­τουν σε κίν­δυ­νο το α­πόρ­ρη­το των προ­σω­πι­κών μας δε­δο­μέ­νων, και ε­πι­πλέ­ον τα αν­θρώ­πι­να δι­καιώ­μα­τα των θρη­σκευ­τι­κών μειο­ψη­φιών!.. Για το δι­καί­ω­μα της πλειο­ψη­φί­ας του ελ­λη­νι­κού λα­ού να ε­πι­ζή­σει ως έ­θνος, ή έ­στω να α­πο­φα­σί­ζει ο ί­διος για την μοί­ρα του, ού­τε λό­γος…
Ένας νέος …Λούθηρος!
Δεν εί­ναι βέ­βαια χω­ρίς ση­μα­σί­α ό­τι ή­ταν οι εκ­πρό­σω­ποι του Συ­να­σπι­σμού (αλ­λά ό­χι μό­νο αυ­τοί) που πε­ριέ­τρε­χαν πιο δρα­στή­ρια τα φι­λό­ξε­να για την πε­ρί­πτω­ση κα­νά­λια για να στη­ρί­ξουν την κυ­βερ­νη­τι­κή πο­λι­τι­κή στο θέ­μα της α­πά­λει­ψης του θρη­σκεύ­μα­τος, και, με την συ­ναί­νε­ση ο­λό­κλη­ρης σχε­δόν της “Α­ρι­στε­ράς”, ά­να­ψαν το πρά­σι­νο φως στην κυ­βέρ­νη­ση υ­πεν­θυ­μί­ζο­ντας ό­τι α­πο­τε­λεί πά­για θέ­ση της ο χω­ρι­σμός της εκ­κλη­σί­ας απ’ το κρά­τος!
Ο μαρ­ξι­σμός, βέ­βαια, υ­πο­στη­ρί­ζει ό­τι το μο­να­δι­κό πά­γιο σ’ αυ­τόν τον κό­σμο εί­ναι ό­τι δεν υ­πάρ­χει τί­πο­τε πά­γιο. Αλ­λά ας μη μι­λά­με για σχοι­νί στο σπί­τι του κρε­μα­σμέ­νου. ­Η ε­πί­ση­μη “Α­ρι­στε­ρά”, ε­δώ και τρί­α τέ­ταρ­τα του αιώ­να, σε και­ρούς στε­νής α­ντι­κο­μου­νι­στι­κής συμ­μα­χί­ας Εκ­κλη­σί­ας και κρά­τους, εί­χε κα­τα­χω­νιά­σει το “πά­γιο” της αί­τη­μα στην α­πέ­ρα­ντη λη­σμο­νιά. Τό­τε βέ­βαια θα εί­χε δια­φο­ρε­τι­κή σημασία η α­να­κί­νη­ση ε­νός τέ­τοιου ζη­τή­μα­τος. Ό­μως ό­χι μό­νο δεν το έ­θε­σε, αλ­λά ε­πι­χει­ρού­σε να συμ­φι­λιω­θεί με την Εκ­κλη­σί­α κα­θώς κο­ρυ­φαί­α στε­λέ­χη της εκ­κλη­σια­ζό­ντου­σαν ε­πι­δει­κτι­κά στην Μη­τρό­πο­λη, ή φι­λού­σαν το χέ­ρι του Σε­ρα­φείμ! Ό­τι η θρη­σκεί­α εί­ναι “το ό­πιο του λα­ού”, πε­ριέρ­γως το θυ­μή­θη­καν μό­νο την στιγ­μή που μπή­κε στο στό­χα­στρο της νέ­ας τά­ξης, ως έ­να βα­σι­κό συ­στα­τι­κό της ε­θνι­κής συ­νεί­δη­σης!
Δεν υ­πάρ­χουν υ­πε­ρι­στο­ρι­κές α­λή­θειες και αι­τή­μα­τα. Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση ση­μα­σί­α έ­χει ποια κυ­βέρ­νη­ση παίρ­νει ποιο μέ­τρο. Μια ερ­γα­τι­κή ή μια κα­πι­τα­λι­στι­κή κυ­βέρ­νη­ση; Τα ί­δια, φαι­νο­με­νι­κά, μέ­τρα ε­φαρ­μο­σμέ­να α­πό δια­φο­ρε­τι­κές κυ­βερ­νή­σεις μπο­ρεί να έ­χουν το α­ντί­θε­το α­κρι­βώς πε­ριε­χό­με­νο. Κι’ ε­δώ πρό­κει­ται για την κυ­βέρ­νη­ση των δου­λο­πρε­πών υ­παλ­λη­λί­σκων της νέ­ας Ρώ­μης και των δυ­τι­κο-Ευ­ρω­παί­ων ε­ταί­ρων της. Ας μη το ξε­χνά­με. Οι νέ­ες ταυ­τό­τη­τες και ο­λό­κλη­ρη η εκ­στρα­τεί­α κα­τά της εκ­κλη­σί­ας δεν μπο­ρεί να εί­ναι τί­πο­τε πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό μια κα­λή υ­πη­ρε­σί­α στους ε­ντο­λείς τους.
Αλ­λά υ­πάρ­χει και μια άλ­λη πλευ­ρά στο ζή­τη­μα: Ο χω­ρι­σμός Εκ­κλη­σί­ας-κρά­τους θα μπο­ρού­σε να εί­ναι μια ι­στο­ρι­κής ση­μα­σί­ας α­να­τρο­πή, α­φού θέ­τει τέ­λος στο κα­θε­στώς που ί­σχυε α­πό γε­νέ­σε­ως του σύγ­χρο­νου ελ­λη­νι­κού κρά­τους. Δεν θα έ­πρε­πε “ο κυ­ρί­αρ­χος λα­ός” να έ­χει λό­γο πά­νω σ’ αυ­τό; Για­τί η Α­ρι­στε­ρά δεν βγή­κε αυ­τή πρώ­τη να προ­τεί­νει έ­να δη­μο­ψή­φι­σμα; Ή για­τί δεν υ­πο­στή­ρι­ξε έ­στω την πρό­τα­ση της Εκ­κλη­σί­ας ν’ α­πο­φα­σί­σει ο λα­ός για τις ταυ­τό­τη­τες, ά­ρα και για τις σχέ­σεις Εκ­κλη­σί­ας – κρά­τους; Ή μή­πως “ο κυ­ρί­αρ­χος λα­ός” εί­ναι μια μπούρ­δα για λα­ϊ­κή κα­τα­νά­λω­ση και τις α­πο­φά­σεις πρέ­πει να τις παίρ­νουν κά­ποιοι “φω­τι­σμέ­νοι” και να τις ε­πι­βάλ­λουν στην “α­μόρ­φω­τη και κα­θυ­στε­ρη­μέ­νη πλε­μπά­για”;
Ας τους υ­πεν­θυ­μί­σου­με –αν έ­χει κά­ποια α­ξί­α για την α­ξιο­θρή­νη­τη πλέ­ον Α­ρι­στε­ρά μας– ό­τι για τους ι­δρυ­τές του ε­πι­στη­μο­νι­κού σο­σια­λι­σμού, “Η α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της ερ­γα­τι­κής τά­ξης εί­ναι έρ­γο της ί­διας της ερ­γα­τι­κής τά­ξης και κα­νείς δεν μπο­ρεί να το κά­νει για λο­γα­ρια­σμό της και μά­λι­στα ε­να­ντί­ον της.”
Και δεν ε­πρό­κει­το μό­νο για το θρή­σκευ­μα. Πα­κέ­το μ’ αυ­τό πη­γαί­νει και η α­πά­λει­ψη της ι­θα­γέ­νειας. Οι η­γε­τι­κοί κύ­κλοι της “Α­ρι­στε­ράς” δεν α­ντέ­δρα­σαν ού­τε γι’ αυ­τή. Τή­ρη­σαν σι­γή ι­χθύ­ος. Να υ­πο­θέ­σου­με ό­τι δεν εί­ναι μό­νο υ­πέρ του χω­ρι­σμού της Εκ­κλη­σί­ας αλ­λά και του ελ­λη­νι­κού έ­θνους απ’ το κρά­τος; Ό­τι εί­ναι υ­πέρ του ε­θνι­κού του α­ποχρω­μα­τι­σμού; Ε­ντε­λώς φε­ρέ­φω­να της “νέ­ας ε­πο­χής” κα­τά­ντη­σαν;
Προ­φα­νώς, μα­ζί με την ΕΣ­ΣΔ, κα­τάρ­ρευ­σε πλή­ρως και το η­θι­κό των η­γε­τών της πα­ρα­δο­σια­κής “Α­ρι­στε­ράς” και των ε­τε­ρό­φω­των δο­ρυ­φό­ρων τους. Δεν έ­χουν πλέ­ον το κου­ρά­γιο να προ­βάλ­ουν ο­ποια­δή­πο­τε ου­σια­στι­κή α­ντί­στα­ση και πα­ρα­δί­δο­νται στον ι­μπε­ρια­λι­σμό τό­σο ε­παί­σχυ­ντα και ο­λο­κλη­ρω­τι­κά ό­σο και η σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τί­α στις πα­ρα­μο­νές του πρώ­του πα­γκό­σμιου πό­λε­μου.
Δεν α­ντι­δρούν στο η­λε­κτρο­νι­κό φα­κέ­λω­μα, αν και γνω­ρί­ζουν πως πρό­κει­ται για την ελ­λη­νι­κή ε­φαρ­μο­γή της σύμ­βα­σης Σέν­γκεν, την ο­ποί­α στα λό­για κα­τα­δι­κά­ζουν. δεν α­ντι­δρούν στο ε­θνι­κό α­ποχρω­μα­τι­σμό της χώ­ρας (σε τού­τους τους ύ­πο­πτους και ε­πι­κίν­δυ­νους και­ρούς) πα­ρό­τι εκ των πραγ­μά­των και μό­νο θα δη­μιουρ­γού­νταν έ­να πα­νί­σχυ­ρο παλ­λα­ϊ­κό μέ­τω­πο, ι­κα­νό ν’ α­να­τρέ­ψει α­μέ­σως την κυ­βέρ­νη­ση και να στρέ­ψει την πο­ρεί­α της χώ­ρας μα­κριά απ’ τους “νε­ο­τα­ξί­τι­κους” μο­νό­δρο­μους. Αλ­λά αυ­τό εί­ναι αμ­φί­βο­λο αν το θέ­λουν και σί­γου­ρα δεν το τολ­μούν.
Προ­τι­μούν να μας γυ­ρί­σουν στις α­παρ­χές του ε­πι­στη­μο­νι­κού σο­σια­λι­σμού ξι­φουλ­κώ­ντας κα­τά των ου­ρα­νών, ε­νώ το κο­μου­νι­στι­κό κί­νη­μα έ­χει προ πολ­λού δια­κη­ρύ­ξει ό­τι το πρό­βλη­μα βρί­σκε­ται ε­δώ στην γη. Και βέ­βαια τα ό­σα κα­τα­λο­γί­ζουν στην Εκ­κλη­σί­α (αν και δεν α­φο­ρούν μό­νο αυ­τή) εί­ναι σω­στά και γνω­στά, πλην ό­μως λει­τουρ­γούν ε­ντε­λώς α­πο­προ­σα­να­το­λι­στι­κά α­φού δεν τολ­μούν ν’ α­πα­ντή­σουν στο αυ­το­νό­η­το ε­ρώ­τη­μα: Για­τί το α­ντιδρα­στι­κό και δο­σί­λο­γο κα­θε­στώς που μας κυ­βερ­νά α­πο­φά­σι­σε ξαφ­νι­κά να τα βά­λει με τους ρα­σο­φό­ρους σκο­τα­δι­στές, με τους χου­ντι­κούς, τους βα­σι­λι­κούς, και να κα­τε­δα­φί­σει τον κε­ντρι­κό πυ­λώ­να του κα­θε­στώ­τος; Την ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α;
Αλ­λά ό­χι, για την “α­ρι­στε­ρούς” μας δεν υ­πάρ­χει τί­πο­τε το πε­ρί­ερ­γο στην υ­πό­θε­ση. Έ­χουν α­να­κα­λύ­ψει στο πρό­σω­πο του Ση­μί­τη έ­να νέ­ο Λού­θη­ρο(!) που με κα­θυ­στέ­ρη­ση κά­ποιων αιώ­νων α­πο­φά­σι­σε να α­παλ­λά­ξει την ι­μπε­ρια­λι­στι­κή μας δη­μο­κρα­τί­α απ’ τα φε­ου­δαρ­χι­κά κα­τά­λοι­πα που την… α­τι­μά­ζουν!
Α­κού­στη­κε κι αυ­τό α­πό με­ρι­κούς. Τους δια­φεύ­γει ό­μως –ό­χι μό­νο α­πό βλα­κεί­α, αλ­λά και α­πό πρό­θε­ση– ό­τι ο Έλ­λην “Λού­θη­ρος” δεν ε­νερ­γεί αυ­το­βού­λως και σε α­νύ­πο­πτο χρό­νο, αλ­λά με­τά α­πό κοι­νο­ποί­η­ση σχε­τι­κής έκ­θε­σης του α­με­ρι­κά­νι­κου Στέ­ητ Ντι­πάρ­τμε­ντ, κατ’ ε­πι­τα­γήν του Κο­γκρέ­σου, για τις πα­γκό­σμιες θρη­σκευ­τι­κές ε­λευ­θε­ρί­ες.
Το Στέ­ητ Ντι­πάρ­τμε­ντ έ­χει α­να­λά­βει να δη­μο­σιεύ­ει κά­θε Σε­πτέμ­βρη εκ­θέ­σεις μ’ αυ­τό το α­ντι­κεί­με­νο. Εκ­θέ­σεις που βα­σί­ζο­νται σε νό­μο που ψή­φι­σε το Κο­γκρέ­σο το 1998 για λο­γα­ρια­σμό ο­λό­κλη­ρης της υ­φη­λί­ου και ε­ρή­μην της. Την International Religion Act!
Το Στέητ Ντιπάρτμεντ φρουρός της θρησκευτικής ελευθερίας
Την έκ­θε­ση συ­νέ­τα­ξε το γρα­φεί­ο Αν­θρω­πί­νων Δι­καιω­μά­των και στις ε­πτά σε­λί­δες που α­να­φέ­ρο­νται στην Ελ­λά­δα, γί­νε­ται μνεί­α κά­ποιων πλη­ρο­φο­ριών σύμ­φω­να με τις ο­ποί­ες, τον Φε­βρουά­ριο του ’98, το Ευ­ρω­πα­ϊ­κό Δι­κα­στή­ριο Αν­θρω­πί­νων Δι­καιω­μά­των κα­τα­δί­κα­σε την Ελ­λά­δα για πα­ραβί­α­ση της Ευ­ρω­πα­ϊ­κής Συν­θή­κης Αν­θρω­πί­νων Δι­καιω­μά­των με την κα­τη­γο­ρί­α ό­τι εί­χε α­σκη­θεί δί­ω­ξη ε­να­ντί­ον κά­ποιων Προ­τε­στα­ντών για προ­ση­λυ­τι­σμό. Α­φού κά­νει ε­κτε­νή α­να­φο­ρά στις κρα­τού­σες συν­θή­κες, η έκ­θε­ση α­να­φέ­ρει ό­τι “μη ορ­θό­δο­ξες ο­μάδ­ες α­ντι­με­τω­πί­ζουν διοι­κη­τι­κά ε­μπό­δια ή νο­μι­κούς πε­ριο­ρι­σμούς στην ά­σκη­ση της θρη­σκευ­τι­κής τους πρα­κτι­κής” και υ­πο­γραμ­μί­ζει με ση­μα­σί­α πως το Σύ­νταγ­μα της Ελ­λά­δας α­πα­γο­ρεύ­ει τον θρη­σκευ­τι­κό προ­ση­λυ­τι­σμό.
Ση­μειώ­νε­ται ε­πί­σης ό­τι οι Έλ­λη­νες ι­στο­ρι­κά συν­δέ­ουν την Ορ­θό­δο­ξη Εκ­κλη­σί­α με την ε­θνό­τη­τά τους, με α­πο­τέ­λε­σμα να πα­ρα­τη­ρού­νται κοι­νω­νι­κές δια­κρί­σεις κα­τά με­λών θρη­σκευ­τι­κών μειο­νο­τή­των. Η δε Εκ­κλη­σί­α “έ­χει με­γά­λη, πο­λι­τι­κή και οι­κο­νο­μι­κή δύ­να­μη. Κα­τέ­χει τε­ρά­στια πε­ριου­σί­α, αν και δεν εί­ναι κα­τα­γραμ­μέ­νη.”
Οι συ­ντά­χτες της έκ­θε­σης θε­ώ­ρη­σαν πε­ριτ­τό ν’ α­πο­κρύ­ψουν κά­ποιες δρα­στη­ριό­τη­τες της α­με­ρι­κά­νι­κης Πρε­σβεί­ας στην Α­θή­να. Α­να­γνω­ρί­ζουν με ι­κα­νο­ποί­η­ση ό­τι ερ­γά­ζε­ται στα­θε­ρά στην χώ­ρα μας για τις “θρη­σκευ­τι­κές ε­λευ­θε­ρί­ες”. Μα­θαί­νου­με πως ο γνω­στός μας κύ­ριος Μπερ­νς συ­να­ντιέ­ται “σε τα­κτά δια­στή­μα­τα με α­ξιω­μα­τού­χους υ­πευ­θύ­νους για τις θρη­σκευ­τι­κές υ­πο­θέ­σεις στα Υπουρ­γεί­α των Ε­ξω­τε­ρι­κών και της Παι­δεί­ας. Α­ξιω­μα­τού­χοι της Πρε­σβεί­ας και τον Γε­νι­κού Προ­ξε­νεί­ου στην Θεσ­σα­λο­νί­κη συ­να­ντώ­νται σε τα­κτά δια­στή­μα­τα με διά­φο­ρες θρη­σκευ­τι­κές ο­μά­δες, με τις Προ­τε­στα­ντι­κές, Κα­θο­λι­κές, Ε­βρα­ϊ­κές και Μου­σουλ­μα­νι­κές κοι­νό­τη­τες. Τον Ια­νουά­ριο του 1998, προ­σκλή­θη­καν οι η­γέ­τες διά­φο­ρων θρη­σκευ­τι­κών ο­μά­δων στην Πρε­σβεί­α για να συ­ζη­τή­σουν με ε­πι­σκέ­πτες μέ­λη τον Κο­γκρέ­σου την κα­τά­στα­ση που α­ντι­με­τω­πί­ζει η πί­στη τους στην Ελ­λά­δα”.
Η έκ­θε­ση δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται βέ­βαια ού­τε στην Ορ­θο­δο­ξί­α, ού­τε στην Ελ­λά­δα. Α­νά­λο­γες α­να­φο­ρές γί­νο­νται για πολ­λές χώ­ρες με­τα­ξύ των ο­ποί­ων η Τουρ­κί­α και η τούρ­κι­κη ι­σλα­μι­κή Εκ­κλη­σί­α. Ε­κεί το Οι­κου­με­νι­κό Πα­τριαρ­χεί­ο α­να­φέ­ρε­ται ως θύ­μα δια­κρί­σε­ων. Ευ­τυ­χώς ό­μως “ο στρα­τός και η δι­καιο­σύ­νη, με την υ­πο­στή­ρι­ξη της κο­σμι­κής ε­λίτ στην χώ­ρα, συ­νέ­χι­σαν την ι­διω­τι­κή και δη­μό­σια εκ­στρα­τεί­α κα­τά του ι­σλα­μι­κού φο­ντα­με­ντα­λι­σμού, που θε­ω­ρούν α­πει­λή για την κο­σμι­κή δη­μο­κρα­τία”(!). Προ­στί­θε­ται δε ό­τι η εκ­στρα­τεί­α διευ­ρύν­θη­κε για να συ­μπε­ρι­λά­βει και πο­λι­τι­κούς συ­ντη­ρη­τι­κών κομ­μά­των και μου­σουλ­μά­νους ε­πι­χει­ρη­μα­τί­ες.
Ό­πως εί­ναι γνω­στό, προς χά­ριν της “δη­μο­κρα­τί­ας”, τέ­θη­κε ε­κτός νό­μου και δια­λύ­θη­κε το ι­σλα­μι­κό κόμ­μα (Κόμ­μα της Ευ­η­με­ρί­ας) του Ερ­μπα­κάν, το πιο με­γά­λο τουρ­κι­κό κόμ­μα, που υ­πο­στη­ρί­χτη­κε στις πα­ρα­μο­νές της διά­λυ­σής του απ’ το 32% και πλέ­ον των ψη­φο­φό­ρων αλ­λά δεν του ε­πέ­τρε­ψαν να κυ­βερ­νή­σει ε­ξα­να­γκά­ζο­ντας τον Ερ­μπα­κάν σε πα­ραί­τη­ση και α­πα­γο­ρεύ­ο­ντας την πε­ραι­τέ­ρω α­νά­μι­ξή του στην πο­λι­τι­κή. Το ι­σλα­μι­κό κόμ­μα εμ­φα­νί­στη­κε ξα­νά σαν Κόμ­μα της Α­ρε­τής αλ­λά και πά­λι τέ­θη­κε ε­κτός νό­μου. (Σχε­τι­κό με την έκ­θε­ση ρε­πορ­τάζ μπο­ρεί να βρει ο εν­δια­φε­ρό­με­νος στην “Ε­λευ­θε­ρο­τυ­πί­α”, γραμ­μέ­νο απ’ τον Δ.Π. Δή­μα, στις 21/9/1999).
Το Υ­ΠΕΞ αντί των καθ’ ύλην αρμόδιων υπουργείων
Ό­τι οι κι­νή­σεις της κυ­βέρ­νη­σης ε­να­ντί­ον της Εκ­κλη­σί­ας υ­πα­γο­ρεύ­τη­καν α­πό ξέ­να κέ­ντρα α­πο­δει­κνύ­ε­ται κι απ’ το χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό γε­γο­νός ό­τι το ζή­τη­μα α­ντι­με­τω­πί­στη­κε αρ­χι­κά ό­χι από το υ­πουρ­γεί­ο Παι­δεί­ας ή της Δι­καιο­σύ­νης αλ­λά από το υ­πουρ­γεί­ο Ε­ξω­τε­ρι­κών, δηλ. τον Γιωρ­γά­κη Πα­παν­δρέ­ου και τον το­πο­τη­ρη­τή του Στέ­ητ Ντι­πάρ­τμε­ντ, Ελ­λη­νο­α­με­ρι­κά­νο Α­λέ­ξαν­δρο Ρό­ντος.
Ο νυν υ­πουρ­γός Δι­καιο­σύ­νης, Μιχ. Στα­θό­που­λος, πριν κα­τα­λά­βει τον υ­πουρ­γι­κό του θώ­κο, έ­δω­σε ε­ξε­τά­σεις ως πρό­ε­δρος της ε­πι­τρο­πής που έ­στη­σε ο Γ. Πα­παν­δρέ­ου στο υ­πουρ­γεί­ο του. Στις 26/5/ 2000 ε­ξη­γού­σε στην Βά­να Φω­το­πού­λου, δη­μο­σιο­γρά­φο της “Ε­λευ­θε­ρο­τυ­πί­ας”, ό­τι η ε­πι­τρο­πή θα α­σχο­λού­νταν με θέ­μα­τα ό­πως ο θρη­σκευ­τι­κός προ­ση­λυ­τι­σμός, οι α­ντιρ­ρη­σί­ες συ­νεί­δη­σης, η δι­δα­σκα­λί­α των θρη­σκευ­τι­κών στα σχο­λεί­α, αλ­λά και η α­να­γρα­φή του θρη­σκεύ­μα­τος στις ταυ­τό­τη­τες:
“Το υ­πουρ­γεί­ο Ε­ξω­τε­ρι­κών, γνω­ρί­ζο­ντας τα προ­βλή­μα­τα που δη­μιουρ­γού­νται α­πό τις κα­τα­δι­κα­στι­κές α­πο­φά­σεις σε βά­ρος της χώ­ρας μας για πα­ρα­βιά­σεις της Ευ­ρω­πα­ϊ­κής Σύμ­βα­σης των Δι­καιω­μά­των τον Αν­θρώ­που σχε­τι­κά με ζη­τή­μα­τα θρη­σκευ­τι­κής ε­λευ­θε­ρί­ας, συ­γκρό­τη­σε ε­πι­τρο­πή προ­κει­μέ­νου να συ­ζη­τή­σει ποια νο­μο­θε­τι­κά μέ­τρα μπο­ρού­με να πά­ρου­με και πως θα α­ντι­με­τω­πί­σου­με την κα­τά­στα­ση.”
“Τρί­α μέ­λη της ε­πι­τρο­πής, που εί­ναι γνω­στό ό­τι πρό­σκει­νται στην Εκ­κλη­σί­α, α­να­φέ­ρει ο Στα­θό­που­λος ως α­πό­δει­ξη ό­τι η Εκ­κλη­σί­α δεν ή­θε­λε τον διά­λο­γο, α­πο­χώ­ρη­σαν προ­βάλ­λο­ντας ως λό­γους ό­τι δεν εί­χε αρ­μο­διό­τη­τα το υ­πουρ­γεί­ο Ε­ξω­τε­ρι­κών, κα­θώς και θέ­μα προ­ε­δρί­ας.”
Να λοι­πόν ποιος βρί­σκε­ται πί­σω απ’ τον Λού­θη­ρο-Ση­μί­τη! Να σε ποιόν προ­σφέ­ρουν τις υ­πη­ρε­σί­ες τους κά­ποιοι “α­ρι­στε­ροί” που στο ό­νο­μα των υ­πο­τι­θέ­με­νων “πά­γιων θέ­σε­ών” τους έ­σπευ­σαν να γί­νουν συ­νή­γο­ροι του Ση­μί­τη και να α­να­θέ­σουν στην νέ­α τά­ξη την “υ­πό­θε­ση του πο­λι­τι­σμού”!
Αλ­λά για­τί ο Ση­μί­της, και οι πε­ρί αυ­τόν, ε­φαρ­μό­ζουν τό­σο πρό­θυ­μα τις α­με­ρι­κά­νι­κες υ­πο­δεί­ξεις;
Εί­ναι μα­ριο­νέ­τες των Α­με­ρι­κά­νων; Θα λέ­γα­με μάλ­λον ό­τι έ­χουν πλέ­ον συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει ό­τι ο ρό­λος της μα­ριο­νέ­τας εί­ναι ο μο­να­δι­κός που τους α­πέ­μει­νε.
Τί­πο­τε δεν εί­ναι αιώ­νιο. Η πο­λι­τι­κή ε­λίτ και η οι­κο­νο­μι­κή ο­λι­γαρ­χί­α δεν χρειά­ζο­νται πλέ­ον την πα­τρί­δα, συ­νε­πώς ού­τε την θρη­σκεί­α, και ού­τε καν την οι­κο­γέ­νεια. Ό­λα αυ­τά πλέ­ον δεν εί­ναι πα­ρά α­να­χρο­νι­σμοί που στέ­κο­νται ε­μπό­διο σε ό,­τι θε­ω­ρούν για τον ε­αυ­τό τους μο­νό­δρο­μο: την εν­σω­μά­τω­σή τους στον πα­γκο­σμιο­ποι­η­μέ­νο ι­μπε­ρια­λι­σμό των πο­λυε­θνι­κών ε­ται­ριών και την νέ­α τά­ξη. Το μό­νο πρό­βλη­μά τους εί­ναι να σύ­ρουν με την α­πά­τη, την βί­α και με κά­θε μέ­σο, τον ελ­λη­νι­κό λα­ό στον δρό­μο που αυ­τοί ε­πέ­λε­ξαν για λο­γα­ρια­σμό του και χω­ρίς πο­τέ να ζη­τή­σουν την γνώ­μη του.
Στο νέ­ο κό­σμο της οι­κο­νο­μι­κής πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης και της νέ­ας τά­ξης, που για την αρ­χι­τε­κτο­νι­κή του τον πρώ­το λό­γο έ­χει α­σφα­λώς η α­με­ρι­κά­νι­κη υ­περ­δύ­να­μη, δεν υ­πάρ­χει χώ­ρος για έ­θνη, ε­θνι­κές οι­κο­νο­μί­ες, ε­θνι­κές νο­μο­θε­σί­ες, ε­θνι­κές κυ­βερ­νή­σεις, ε­θνι­κούς στρα­τούς, ε­θνι­κούς πο­λι­τι­σμούς, ε­θνι­κές θρη­σκεί­ες κλπ.
Την θέ­ση τους βαθ­μιαί­α κα­τα­λαμ­βά­νουν η οι­κο­νο­μί­α και τα οι­κου­με­νι­κά συμ­φέ­ρο­ντα των πο­λυε­θνι­κών, η ο­μά­δα πο­λι­τι­κών α­πο­φά­σε­ων G7, τα νο­μο­θε­τι­κά σώ­μα­τα της Ουά­σι­γκτον, οι ε­πι­τρο­πές των Βρυ­ξε­λών, το δι­κα­στή­ριο της Χά­γης, το ΝΑ­ΤΟ, το πο­λι­τι­στι­κό ευαγ­γέ­λιο του Χό­λι­γου­ντ, και, ό­σον α­φο­ρά τις θρη­σκεί­ες, θα πρέ­πει κι αυ­τές να πα­γκο­σμιο­ποι­η­θούν. Να πά­ψουν να υ­φί­στα­νται ως δια­κρι­τι­κό των ε­θνών και σαν συ­νε­κτι­κός ι­στός τους. Να συγ­χω­νευ­τούν σ’ έ­να πα­γκό­σμιο θε­ο­λο­γι­κό μο­νο­πώ­λιο, μί­α πα­γκό­σμια παν­θε­ϊ­στι­κή θρη­σκεί­α η ο­ποί­α ή­δη έ­χει δρο­μο­λο­γη­θεί μέ­σα απ’ την σχε­δια­ζό­με­νη συγ­χώ­νευ­ση των εκ­κλη­σιών και των αι­ρέ­σεών τους, υ­πό την πρω­το­κα­θε­δρί­α της ι­σχυ­ρό­τε­ρης και α­ντι­δρα­στι­κό­τε­ρης: του κα­θο­λι­κι­σμού και του Βα­τι­κα­νού.
Πα­ρε­μπι­πτό­ντως, τον σκο­πό αυ­τό ή­θε­λε να ε­ξυ­πη­ρε­τή­σει και η πρό­σφα­τη ε­πί­σκε­ψη του δια­βό­η­του Βο­ϊ­τί­λα, του Πο­λω­νού Πά­πα στην Α­θή­να, (με πρό­σκλη­ση του Πρό­ε­δρου της Δη­μο­κρα­τί­ας Κ. Στε­φα­νό­που­λου), ο ο­ποί­ος με­τά απ’ την Α­θή­να ε­πι­σκέ­φτη­κε την Συ­ρί­α και λει­τούρ­γη­σε σε ι­σλα­μι­κό τέ­με­νος της Δα­μα­σκού!
Στον κό­σμο της μιας πα­γκό­σμιας αρ­χής και της ι­σο­πέ­δω­σης, κά­θε εί­δους α­νε­ξάρ­τη­τη συλ­λο­γι­κό­τη­τα και ο­μα­δο­ποί­η­ση υ­πο­κρύ­πτει κιν­δύ­νους για την μί­α και μο­να­δι­κή οι­κου­με­νι­κή ε­ξου­σί­α και δεν μπο­ρεί να εί­ναι α­νε­κτή. Γι’ αυ­τό άλ­λω­στε δεν πρό­κει­ται να έ­χουν κα­νέ­να α­πο­τέ­λε­σμα οι προ­σπά­θειες του Χρι­στό­δουλoυ να πε­τύ­χει έ­να βο­λι­κό συμ­βι­βα­σμό πεί­θο­ντας τους ι­σχυ­ρούς της νέ­ας τά­ξης ό­τι δεν την αμ­φι­σβη­τεί και ό­τι θα μπο­ρού­σε πο­λύ κα­λά να γί­νει έ­νας πο­λύ χρή­σι­μος συ­νερ­γά­της τους, να εν­σω­μα­τω­θεί πει­θαρ­χι­κό­τα­τα στην Ευ­ρω­πα­ϊ­κή Έ­νω­ση, αρ­κεί να του ε­πι­τρα­πεί να δια­τη­ρή­σει την αυ­το­τέ­λεια της Εκ­κλη­σί­ας του.
Α­νε­ξάρ­τη­τα απ’ το τι εί­ναι ο Χρι­στό­δου­λος προ­σω­πι­κά, η ιε­ραρ­χί­α και οι πα­πά­δες, η Ορ­θό­δο­ξη θρη­σκεί­α και Εκ­κλη­σί­α ό­πως και κά­θε άλ­λη ε­θνι­κή θρη­σκεί­α στον κό­σμο, α­πο­τε­λεί ως δια­κρι­τι­κό στοι­χεί­ο του ε­θνι­κού κρά­τους, έ­να εξ α­ντι­κει­μέ­νου σο­βα­ρό ε­μπό­διο στον δρό­μο της πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης και της νέ­ας τά­ξης. Πρέ­πει ν’ α­να­τρα­πεί. Το ί­διο το ε­θνι­κό κρά­τος πρέ­πει να α­πο­διαρ­θρω­θεί, με στρα­τιω­τι­κά μέ­σα αν χρεια­στεί και με την χρη­σι­μο­ποί­η­ση των α­δυ­νά­μων ε­θνι­κών και θρη­σκευ­τι­κών μειο­ψη­φιών ε­νά­ντια στις ι­σχυ­ρό­τε­ρες πλειο­ψη­φί­ες. Αυ­τοί εί­ναι και οι στό­χοι του International Religion Act.
Ο Ση­μί­της ού­τε θέ­λει ού­τε εί­ναι δυ­να­τό να κα­ταρ­γή­σει δια νό­μου την θρη­σκεί­α. Ερ­γά­ζε­ται για να την φέ­ρει στα μέ­τρα της νέ­ας τά­ξης. Να την με­τα­τρέ­ψει α­πό υ­πη­ρέ­τη της πά­λαι πο­τέ ε­θνι­κής α­στι­κής τά­ξης, σε υ­πη­ρέ­τη της πα­γκό­σμιας ε­ξου­σί­ας των πο­λυε­θνι­κών. Δεν σκο­πεύ­ει α­πλά να χω­ρί­σει την Εκ­κλη­σί­α απ’ το κρά­τος, αλ­λά να την πα­γκο­σμιο­ποι­ή­σει, να την κα­τα­στή­σει στή­ριγ­μα του α­να­δυό­με­νου πα­γκό­σμιου ι­μπε­ρια­λι­στι­κού κρά­τους.
Εί­ναι ντρο­πή για την Α­ρι­στε­ρά με ε­κτός τό­που και χρό­νου σο­φι­στεί­ες να στη­ρί­ζει αυ­τή α­κρι­βώς την πο­λι­τι­κή του Ση­μί­τη. Α­κό­μα και η α­νο­χή και η ου­δε­τε­ρό­τη­τα ι­σο­δυ­να­μεί με προ­σφο­ρά υ­πη­ρε­σιών στην νέ­α τά­ξη και κα­τα­πρό­δω­ση του ελ­λη­νι­κού λα­ού.
Οι ε­πι­κλή­σεις των σκαν­δά­λων της Εκ­κλη­σί­ας, της φύ­σης και του ρό­λου της (πράγ­μα­τα που ο ελ­λη­νι­κός λα­ός ου­δό­λως α­γνο­εί) εί­ναι μια α­πο­προ­σα­να­το­λι­στι­κή δη­μα­γω­γί­α. Στά­χτη στα μά­τια του ελ­λη­νι­κού λα­ού. Ο ο­ποί­ος ό­μως έ­χει α­πο­δεί­ξει με τις πρά­ξεις του ό­τι εί­ναι πο­λύ πιο μπρο­στά απ’ ό­λους τους “η­γέ­τες” του. Με το α­λά­θη­το έν­στι­κτο του έ­χει συλ­λά­βει τι κρύ­βε­ται πί­σω απ’ την ε­πι­φά­νεια και τι πραγ­μα­τι­κά δια­κυ­βεύ­ε­ται στην δια­μά­χη Εκ­κλη­σί­ας και κρά­τους.
Το ζή­τη­μα της Εκ­κλη­σί­ας εί­ναι δι­κό του ζή­τη­μα και μα­ταιο­πο­νούν ό­σοι τον συμ­βου­λεύ­ουν να το α­να­θέ­σει στην νέ­α τά­ξη. Κι’ ας προ­σθέ­σου­με με την ευ­και­ρί­α πως ού­τε η άλ­λη “πά­για θέ­ση” πε­ρί της α­παλ­λο­τρί­ω­σης της εκ­κλη­σια­στι­κής πε­ριου­σί­ας (την ο­ποί­α μνη­μο­νεύ­ει και η έκ­θε­ση του Στέ­ητ Ντι­πάρ­τμε­ντ) μπο­ρεί να τον δε­λε­ά­σει και να τον ε­ξα­πα­τή­σει. Κα­τα­λα­βαί­νει πο­λύ κα­λά, αυ­τό που α­γνο­ούν κά­ποιοι “φω­τι­σμέ­νοι” η­γέ­τες του, ό­τι, υ­πό το πα­ρόν κα­θε­στώς, η πε­ριου­σί­α της Εκ­κλη­σί­ας, δεν θα πε­ρά­σει στους φτω­χούς και τους α­πό­κλη­ρους αλ­λά στα χέ­ρια του χρη­μα­τι­στι­κού κε­φα­λαί­ου.
Ε­θνικές θρησκείες στις παλιές και νέες αυτοκρατορίες
Η νέ­α τά­ξη δεν εί­ναι πα­ρά έ­νας οι­κου­με­νι­κός ο­λο­κλη­ρω­τι­σμός, μια πα­γκό­σμια ι­μπε­ρια­λι­στι­κή αυ­το­κρα­το­ρί­α υ­πό την η­γε­μο­νί­α της α­με­ρι­κά­νι­κης υ­περ­δύ­να­μης. Ό­λες οι αυ­το­κρα­το­ρί­ες στην ι­στο­ρί­α ή­ταν απ’ την φύ­ση τους κα­θε­στώ­τα πα­ρα­σι­τι­κά, ο­λο­κλη­ρω­τι­κά και βάρ­βα­ρα, που έ­βλα­ψαν και πι­σω­δρό­μη­σαν τον πο­λι­τι­σμό. Στον α­ντί­πο­δα της ε­ξου­σί­ας τους ή­ταν πα­ρό­ντα τα έ­θνη τα οποία στραγ­γά­λι­ζαν, οι ε­θνι­κές τους πα­ρα­δό­σεις, οι θρη­σκεί­ες τους, ο ε­θνι­κός τους πο­λι­τι­σμός.
Η με­λέ­τη μιας άλ­λης πα­γκό­σμιας αυ­το­κρα­το­ρί­ας που γνώ­ρι­σε η ι­στο­ρί­α, της Ρω­μα­ϊ­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας, της ο­ποί­ας ο­ρι­σμέ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά α­να­κυ­κλώ­νο­νται σή­με­ρα, πολ­λά έ­χει να μας δι­δά­ξει για την τύ­χη που ε­πι­φυ­λάσ­σει στα έ­θνη του κό­σμου και τους λα­ούς η νέ­α τά­ξη σή­με­ρα.
Για τις θρη­σκεί­ες στην αρ­χαί­α Ρώ­μη α­να­φε­ρό­μα­στε συ­νή­θως στους διωγ­μούς που υ­πέ­στη­σαν οι χρι­στια­νοί. Αλ­λά αυ­τό συ­νέ­βαι­νε τους τρεις πρώ­τους αιώ­νες. Ό­ταν, το 306, ο Κων­στα­ντί­νος ο Μέ­γας ε­στέ­φθη αυ­το­κρά­το­ρας και έ­κα­νε αρ­γό­τε­ρα τον χρι­στια­νι­σμό ε­πί­ση­μη θρη­σκεί­α του κρά­τους και τον ε­αυ­τό του πα­τριάρ­χη, οι ό­ροι α­ντι­στρά­φη­καν. Υ­πό διωγ­μό τέ­θη­καν οι πα­λιές ει­δω­λο­λα­τρι­κές θρη­σκεί­ες που α­πο­τε­λού­σαν και την ταυ­τό­τη­τα της ε­θνι­κής και πο­λι­τι­στι­κής ι­διαι­τε­ρό­τη­τας των λα­ών οι ο­ποί­οι ζού­σαν κά­τω απ’ την ε­ξου­σί­α της Ρώ­μης, μιας ι­διαι­τε­ρό­τη­τας που η κε­ντρι­κή ε­ξου­σί­α ή­θε­λε να σβή­σει.
Α­ντί­θε­τα ο χρι­στια­νι­σμός ε­πι­κρά­τη­σε ε­πει­δή η δι­δα­σκα­λί­α του εί­χε οι­κου­με­νι­κό χα­ρα­κτή­ρα, κα­θώς α­πευ­θυ­νό­τα­ν ό­χι σε έ­θνη αλ­λά στις κα­τα­πιε­ζό­με­νες τά­ξεις ό­λου του κό­σμου, γε­γο­νός που του ε­πέ­τρε­ψε να α­πλώ­σει την ε­πιρ­ρο­ή του σ’ ο­λό­κλη­ρη την Ρω­μα­ϊ­κή αυ­το­κρα­το­ρί­α αλ­λά και πέ­ρα απ’ αυ­τήν. Χά­ρη στην οι­κου­με­νι­κή του φύ­ση μπο­ρού­σε –κά­τω α­πό προ­ϋ­πο­θέ­σεις– να λει­τουρ­γή­σει σαν συ­νε­κτι­κός ι­στός της Αυ­το­κρα­το­ρί­ας και, ε­πι­σκιά­ζο­ντας τις ε­θνι­κές και πο­λι­τι­στι­κές ι­διαι­τε­ρό­τη­τες των λα­ών, να με­τα­βά­λει τους πο­λί­τες σε υ­πη­κό­ους του Αυ­το­κρά­το­ρα.
Ο χρι­στια­νι­σμός δη­μιούρ­γη­σε στους κόλ­πους της Ρω­μα­ϊ­κής αυ­το­κρα­το­ρί­ας την α­να­γκαί­α ι­δε­ο­λο­γι­κή και ψυ­χο­λο­γι­κή ο­μοιο­γέ­νεια που ε­πέ­τρε­ψε την α­να­γέν­νη­σή της στην Α­να­το­λή (Βυ­ζά­ντιο) και την χι­λιε­τή πα­ρά­τα­ση της ύ­παρ­ξής της.
Κά­τι α­νά­λο­γο ο­νει­ρεύ­ε­ται σή­με­ρα ο πα­γκο­σμιο­ποι­η­μέ­νος ι­μπε­ρια­λι­σμός ε­πι­χει­ρώ­ντας να σβή­σει τα έ­θνη, τις θρη­σκευ­τι­κές, τις πο­λι­τι­στι­κές τους ι­διαι­τε­ρό­τη­τες και την ι­στο­ρί­α τους. θέ­λει κι αυ­τός μια πα­γκό­σμια θρη­σκεί­α και ελ­πί­ζει να το πε­τύ­χει θέ­το­ντας υ­πό διωγ­μό τις ε­θνι­κές θρη­σκεί­ες.
Η δια­φο­ρά ό­μως εί­ναι ό­τι ο χρι­στια­νι­σμός δεν ε­πι­βλή­θη­κε απ’ τα πά­νω, απ’ τους πρά­κτο­ρες και τις σι­δη­ρό­φρα­κτες λε­γε­ώ­νες της Ρώ­μης. Τον α­σπά­στη­καν οι λα­οί ε­πει­δή γεν­νή­θη­κε απ’ τα κά­τω, σαν κί­νη­μα των δού­λων, των α­πε­λεύ­θε­ρων, των φτω­χών και α­πό­κλη­ρων, των λα­ών που υ­πέ­τα­ξε και κα­τέ­στρε­ψε η Ρώ­μη. Δεν θα εί­χε την ί­δια τύ­χη αν ή­ταν μια ε­πι­νό­η­ση των αυ­το­κρα­τό­ρων της που θα ε­πι­χει­ρού­σαν να την ε­πι­βά­λουν με εκ­βια­σμούς και βί­α στα ί­δια τους τα θύ­μα­τα.
Βέ­βαια και οι βυ­ζα­ντι­νοί αυ­το­κρά­το­ρες με­τα­χει­ρί­στη­καν βί­α. Αλ­λά την ε­πο­χή που ο χρι­στια­νι­σμός εί­χε ή­δη ε­πι­κρα­τή­σει και ή­ταν κρα­τι­κή θρη­σκεί­α. Ή­θε­λαν να ε­πι­τα­χύ­νουν την με­τα­μόρ­φω­ση του κό­σμου τους και να α­πο­κλεί­σουν τον κίν­δυ­νο της πα­λιν­δρό­μη­σης. Με νο­μο­θε­τι­κά δια­τάγ­μα­τα α­πα­γό­ρευ­σαν τις θρη­σκευ­τι­κές λα­τρεί­ες που λί­γο πριν ή­ταν προ­στα­τευό­με­νες. Σε δεύ­τε­ρη φά­ση προ­σπά­θη­σαν να τις ε­ξα­λεί­ψουν ε­ντε­λώς κλεί­νο­ντας τα ιε­ρά, α­φαι­ρώ­ντας τις πε­ριου­σί­ες των ε­θνι­κών, δί­νο­ντας έ­ρει­σμα στον χρι­στια­νι­κό κλή­ρο να κα­τα­στρέ­ψει τους πα­γα­νι­στι­κούς βω­μούς, τα α­γάλ­μα­τα, τα να­ϊ­κά οι­κο­δο­μή­μα­τα, να κλεί­σει φι­λο­σο­φι­κές σχο­λές, να κα­τα­στρέ­ψει αρ­χαί­α κεί­με­να, να προ­κα­λέ­σει τε­λι­κά μια τε­ρά­στια πο­λι­τι­στι­κή κα­τα­στρο­φή και να ε­πι­βά­λει στους πι­στούς των πα­λιών θρη­σκειών την ί­δια κτη­νώ­δη με­τα­χεί­ρι­ση που λί­γο πριν υ­φίσταντο οι χρι­στια­νοί.
Σή­με­ρα η ι­στο­ρί­α φαί­νε­ται να ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται του­λά­χι­στον σε κά­ποιες της πλευ­ρές. Μό­νο που τώ­ρα οι προ­σπά­θειες του ι­μπε­ρια­λι­σμού θα α­πο­δει­χτούν ό­χι α­πλά α­τε­λέ­σφο­ρες αλ­λά ι­κα­νές να πε­τυ­χαί­νουν το ε­ντε­λώς α­ντί­θε­το: να ο­ξύ­νουν τα ε­θνι­κά πά­θη, να πλα­ταί­νουν και να βα­θαί­νουν την ε­πιρ­ρο­ή των ε­θνι­κών θρη­σκειών. Δεν εί­ναι α­πλή υ­πό­θε­ση για το μέλ­λον, αλ­λά το βλέ­που­με να συμ­βαί­νει μπρο­στά στα μά­τια μας.
Ταξική πάλη και θρησκεία
Το ζή­τη­μα της θρη­σκευ­τι­κής πί­στης δεν εί­ναι νο­μι­κό ού­τε α­στυ­νο­μι­κό ζή­τη­μα.
Το σο­σια­λι­στι­κό και κομ­μου­νι­στι­κό κί­νη­μα βα­σί­ζε­ται στον μαρ­ξι­σμό του ο­ποί­ου φι­λο­σο­φι­κή βά­ση εί­ναι ο δια­λε­κτι­κός και ι­στο­ρι­κός υ­λι­σμός. Και ο υ­λι­σμός αυ­τός εί­ναι βέ­βαια α­πό­λυ­τα α­θε­ϊ­στι­κός, κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά α­πορ­ρι­πτι­κός α­πέ­να­ντι σε κά­θε θρη­σκεί­α. Ο μαρ­ξι­σμός θε­ω­ρεί ό­λες τις σύγ­χρο­νες θρη­σκεί­ες ό­πιο του λα­ού, όρ­γα­να της κα­πι­τα­λι­στι­κής α­ντί­δρα­σης που της χρη­σι­μεύ­ουν για την υ­πε­ρά­σπι­ση της εκ­με­τάλ­λευ­σης και την α­πο­χαύ­νω­ση της ερ­γα­τι­κής τά­ξης.
Ό­μως, ταυ­τό­χρο­να, το κί­νη­μα του ε­πι­στη­μο­νι­κού σο­σια­λι­σμού, απ’ την γέν­νη­σή του, ή­ταν κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά α­ντί­θε­το στην κα­τα­πί­ε­ση του θρη­σκευ­τι­κού φρο­νή­μα­τος των πο­λι­τών από το κα­πι­τα­λι­στι­κό κρά­τος. Α­ντί­θε­το και σε κά­ποιους α­ναρ­χι­κούς και άλ­λους δή­θεν ε­πα­να­στά­τες, που προ­σπα­θού­σαν να φαί­νο­νται πιο “α­ρι­στε­ροί” από τους μαρ­ξι­στές και ή­θε­λαν να μπά­σουν στο πρό­γραμ­μα του ερ­γα­τι­κού κόμ­μα­τος τον α­θε­ϊ­σμό, να κη­ρύ­ξουν μ’ αυ­τή την έν­νοια τον πό­λε­μο στην θρη­σκεί­α.
Ο Έν­γκελ­ς κα­τη­γο­ρεί γι’ αυ­τό τους μπλαν­κι­στές χα­ρα­κτη­ρί­ζο­ντας “α­νο­η­σί­α τη θο­ρυ­βώ­δη κή­ρυ­ξη πο­λέ­μου α­πό μέ­ρους τους κα­τά της θρη­σκεί­ας, και δη­λώ­νει ό­τι μια τέ­τοια κή­ρυ­ξη πο­λέ­μου, εί­ναι ο κα­λύ­τε­ρος τρό­πος να ζω­ντα­νέ­ψει το εν­δια­φέ­ρον προς την θρη­σκεί­α και να δυ­σκο­λευ­τεί ο πραγ­μα­τι­κός μα­ρα­σμός της θρη­σκεί­ας.” (Α­να­φέ­ρε­ται απ’ τον Λέ­νιν στο: Ερ­γα­τι­κό Κόμ­μα και θρη­σκεί­α, Μά­ης 1909).
Ο Έν­γκελ­ς ε­πί­σης χα­ρα­κτη­ρί­ζει κου­τα­μά­ρα την πά­λη του Βί­σμαρ­κ ε­νά­ντια στους κλη­ρι­κό­φρο­νες, την πε­ρι­βό­η­τη “πά­λη υ­πέρ τον πο­λι­τι­σμού”. Το α­πο­τέ­λε­σμά της ή­ταν να δυ­να­μώ­σει η μα­χη­τι­κή κλη­ρι­κο­φρο­σύ­νη των κα­θο­λι­κών και να βλά­ψει την υ­πό­θε­ση του πραγ­μα­τι­κού πο­λι­τι­σμού. Με το να θέ­τεις τις θρη­σκευ­τι­κές διαι­ρέ­σεις πά­νω απ’ τις πο­λι­τι­κές, κιν­δυ­νεύ­εις να τρα­βή­ξεις την προ­σο­χή της ερ­γα­τι­κής πρω­το­πο­ρί­ας και της α­γω­νι­στι­κής νε­ο­λαί­ας από τα κα­θή­κο­ντα της τα­ξι­κής πά­λης στην κα­τεύ­θυν­ση μιας ε­πι­φα­νεια­κής και α­στι­κά α­πα­τη­λής α­ντι­κλη­ρι­κο­φρο­σύ­νης. Να δια­σπά­σεις την ερ­γα­τι­κή τά­ξη α­πο­μο­νώ­νο­ντας την ά­θε­η πρω­το­πο­ρί­α της απ’ την πι­στή στην θρη­σκεί­α μά­ζα.
Στο φό­ντο μιας τέ­τοιας ε­θνι­κής προ­ϊ­στο­ρί­ας, η γερ­μα­νι­κή σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τί­α τά­χτη­κε υ­πέρ της ε­λευ­θε­ρί­ας των ι­η­σου­ϊ­τών, και της κα­τάρ­γη­σης κά­θε εί­δους α­στυ­νο­μι­κών μέ­τρων ε­νά­ντια στην μια ή την άλ­λη θρη­σκεί­α. Το πρό­γραμ­μα της Ερ­φούρ­της κα­το­χύ­ρω­σε αυ­τή την τα­κτι­κή της σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τί­ας με έ­να πε­ρί­φη­μο ση­μεί­ο ό­που α­να­κή­ρυτ­τε την θρη­σκεί­α “ι­διω­τι­κή υ­πό­θε­ση κά­θε πο­λί­τη”.
Ο μαρ­ξι­σμός δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται στον χα­ρα­κτη­ρι­σμό της θρη­σκεί­ας ως ό­πιο του λα­ού. Πά­ει πά­ρα πέ­ρα απ’ τους ε­γκυ­κλο­παι­δι­στές του 18ου αιώ­να, απ’ τον Φό­ϋ­ερ­μπαχ και τους Γερ­μα­νούς φι­λό­σο­φους, τον Μπά­ουερ και την Α­γί­α του Οι­κο­γέ­νεια. Δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται ό­πως αυ­τοί σε α­φη­ρη­μέ­να α­θε­ϊ­στι­κά κη­ρύγ­μα­τα. Ε­ξη­γεί τις υ­λι­κές ρί­ζες της θρη­σκευ­τι­κής πί­στης και με την συ­γκε­κρι­μέ­νη πρα­κτι­κή της τα­ξι­κής πά­λης ε­πι­διώ­κει την ε­ξά­λει­ψή τους.
Για τον α­στό δια­νο­ού­με­νο και τον μι­κρο­α­στό ρι­ζο­σπά­στη, η Εκ­κλη­σί­α έ­χει ε­πιρ­ρο­ή στα λα­ϊ­κά στρώ­μα­τα ε­πει­δή εί­ναι α­μόρ­φω­τα και κα­θυ­στε­ρη­μέ­να. Αυ­τή η ά­πο­ψη ι­σχυ­ρί­ζε­ται ό­τι θα νι­κή­σει τις θρη­σκευ­τι­κές προ­λή­ψεις με την διά­δο­ση των α­θε­ϊ­στι­κών α­ντι­λή­ψε­ων και γε­νι­κά με την πο­λι­τι­στι­κή δου­λειά μέ­σα στις λα­ϊ­κές μά­ζες.
Μια τέ­τοια ά­πο­ψη εί­ναι ε­πι­φα­νεια­κή, ψεύ­τι­κη και κα­θό­λου μαρ­ξι­στι­κή. Προ­σεγ­γί­ζει το ζή­τη­μα ό­χι υ­λι­στι­κά αλ­λά ι­δε­ο­κρα­τι­κά, δη­λα­δή με την μέ­θο­δο των πα­πά­δων. Οι ρί­ζες της θρη­σκεί­ας βρί­σκο­νται στο αί­σθη­μα του αν­θρώ­που ό­τι εί­ναι έρ­μαιο τυ­φλών α­νε­ξέ­λε­γκτων δυ­νά­με­ων που βρί­σκο­νται έ­ξω και πά­νω απ’ αυ­τόν, που τον ο­ρί­ζουν, που δεν τις εν­νο­εί και δεν μπο­ρεί να τις ε­λέγ­ξει. Στους αρ­χαί­ους και­ρούς, οι δυ­νά­μεις αυ­τές ή­ταν τα φυ­σι­κά φαι­νό­με­να μπρο­στά στα ο­ποί­α έ­νιω­θε ε­ντε­λώς α­νί­σχυ­ρος, τα φο­βό­ταν και τα θε­ο­ποιού­σε. “Ο φό­βος δη­μιούρ­γη­σε τους θε­ούς”.
Στην σύγ­χρο­νη κα­πι­τα­λι­στι­κή κοι­νω­νί­α, οι τυ­φλές και α­νε­ξέ­λε­γκτες δυ­νά­μεις, ό­χι μό­νο για τις λα­ϊ­κές μά­ζες μα και για τους ί­διους τους κα­πι­τα­λι­στές και τις κυ­βερ­νή­σεις τους, εί­ναι οι δυ­νά­μεις της αυ­θόρ­μη­της και α­ναρ­χού­με­νης α­γο­ράς. Οι κι­νή­σεις της δεν μπο­ρούν να προ­βλε­φτούν και εί­ναι δυ­να­τό ξαφ­νι­κά και α­να­πά­ντε­χα να προ­κα­λέ­σουν την κα­τα­στρο­φή, τον ό­λε­θρο, να με­τα­τρέ­ψουν τον ερ­γά­τη και τον μι­κρο­νοι­κο­κύ­ρη σε ζη­τιά­νο, την ερ­γα­ζό­με­νη γυ­ναί­κα σε πόρ­νη, να φέ­ρουν την πεί­να και τον θά­να­το. Ό­σο υ­πάρ­χουν αυ­τές οι συν­θή­κες και οι μά­ζες υ­πο­φέ­ρουν μέ­σα στο κα­πι­τα­λι­στι­κό κά­τερ­γο, κα­νέ­να βι­βλί­ο, κα­μιά δια­φω­τι­στι­κή εκ­στρα­τεί­α δεν πρό­κει­ται να ξε­ρι­ζώ­σει την θρη­σκεί­α απ’ την ψυ­χή τους.
Απ’ αυ­τό βέ­βαια δεν βγαί­νει ό­τι η δια­φω­τι­στι­κή δου­λειά εί­ναι βλα­βε­ρή ή πε­ριτ­τή, αλ­λά ό­τι η α­θε­ϊ­στι­κή και α­ντι­κλη­ρι­κή προ­πα­γάν­δα πρέ­πει να υ­πο­τάσ­σε­ται στην τα­ξι­κή πά­λη των εκ­με­ταλ­λευο­μέ­νων ε­νά­ντια στους εκ­με­ταλ­λευ­τές. Για να το πού­με και αλ­λιώς: οι μαρ­ξι­στές λέ­νε ό­χι στην διά­σπα­ση του τα­ξι­κού με­τώ­που με τα­κτι­κές που διαι­ρούν τους ερ­γά­τες σε ά­θε­ους και σε πι­στούς. Μό­νο η πά­λη για την α­να­τρο­πή του κα­πι­τα­λι­σμού ο­δη­γεί στην υ­πέρ­βα­ση τον θρη­σκευ­τι­κών προ­λή­ψε­ων και στον μα­ρα­σμό της θρη­σκεί­ας.
Ό­ταν τα μέ­σα της κοι­νω­νι­κής πα­ρα­γω­γής μπουν κά­τω απ’ τον δη­μο­κρα­τι­κό έ­λεγ­χο της κοι­νό­τη­τας, ό­ταν η ί­δια η πα­ρα­νω­γή ορ­γα­νω­θεί ορ­θο­λο­γι­κά και σχε­δια­σμέ­να, τό­τε το πα­ρόν και το μέλ­λον του αν­θρώ­που μπαί­νει κά­τω απ’ τον λο­γι­κό του έ­λεγ­χο και δεν μέ­νει χώ­ρος για υ­περ­φυ­σι­κές δυ­νά­μεις, για θε­ούς και για διά­βο­λους.
Η “Α­ρι­στε­ρά” δυ­στυ­χώς κά­νει σή­με­ρα το α­ντί­θε­το: υ­πο­τάσ­σει και θυ­σιά­ζει την τα­ξι­κή πά­λη, της ο­ποί­ας κο­ρυ­φαί­α στιγ­μή εί­ναι η πά­λη ε­νά­ντια στην ι­μπε­ρια­λι­στι­κή πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση και την νέ­α τά­ξη, σε μια κάλ­πι­κη και υ­πο­κρι­τι­κή πά­λη ε­νά­ντια στην Εκ­κλη­σί­α, η ο­ποί­α ό­χι μό­νο προ­κα­λεί βα­θιές δια­σπά­σεις στο μέ­τω­πο των ερ­γα­ζο­μέ­νων αλ­λά, στην συ­γκε­κρι­μέ­νη στιγ­μή, υ­πη­ρε­τεί την προ­σπά­θεια α­να­μόρ­φω­σης του θρη­σκευ­τι­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος σύμ­φω­να με τους σχε­δια­σμούς και τις α­νά­γκες της νέ­ας τά­ξης.
Ό­ταν η Εκ­κλη­σί­α, για τους δι­κούς της λό­γους συ­γκρού­ε­ται με την μι­ση­τή στον λα­ό κυ­βέρ­νη­ση Ση­μί­τη πά­νω στο ζή­τη­μα των ταυ­το­τή­των, ό­ταν οι πιο μα­χη­τι­κές χρι­στια­νι­κές ορ­γα­νώ­σεις ξε­ση­κώ­νο­νται ε­νά­ντια στο η­λε­κτρο­νι­κό φα­κέ­λω­μα, ό­ταν κι­νη­το­ποιού­νται ε­κα­το­ντά­δες χι­λιά­δες λα­ού και συλ­λέ­γο­νται ε­κα­τομ­μύ­ρια υ­πο­γρα­φές ε­νά­ντια στην κυ­βερ­νη­τι­κή α­πό­φα­ση, η Α­ρι­στε­ρά έ­χει μια μο­να­δι­κή ευ­και­ρί­α να πα­ρέμ­βει, να α­ξιο­ποι­ή­σει την λα­ϊ­κή δια­μαρ­τυ­ρί­α και να πλα­τύ­νει την α­ντί­στα­ση, να στρέ­ψει το ρεύ­μα ε­νά­ντια στην κυ­βέρ­νη­ση ε­πι­βάλ­λο­ντάς της μια κα­τα­λυ­τι­κή ήτ­τα. Α­να­γκά­ζο­ντας την να πά­ρει πί­σω τον νό­μο για τις ταυ­τό­τη­τες. Έ­χει μια χρυ­σή ευ­και­ρί­α να κα­ταγ­γεί­λει τις α­συ­νέ­πειες και τις υ­πο­χω­ρή­σεις της εκ­κλη­σια­στι­κής η­γε­σί­ας, να ε­ξη­γή­σει στους χρι­στια­νούς ερ­γα­ζό­με­νους τις δι­κές της θέ­σεις, με­τα­χει­ρι­ζό­με­νη με σε­βα­σμό τις ό­ποιες θρη­σκευ­τι­κές τους πε­ποι­θή­σεις. Αυ­τό δεν θα ά­ρε­σε ού­τε στην κυ­βέρ­νη­ση αλ­λά ού­τε στην εκ­κλη­σια­στι­κή ιε­ραρ­χί­α, που θέ­λει να κρα­τά­ει το “ποί­μνιο” μα­ντρω­μέ­νο και μα­κριά απ’ την Α­ρι­στε­ρά, θα ή­ταν και έ­να τε­ρά­στιο βή­μα μπρο­στά στην τα­ξι­κή πά­λη και στην πραγ­μα­τι­κή α­πε­λευ­θέ­ρω­ση του λα­ού απ’ τις θρη­σκευ­τι­κές προ­λή­ψεις. Α­ντί γι’ αυ­τό η “Α­ρι­στε­ρά” προ­τι­μά να κά­νει α­ντι­θρη­σκευ­τι­κές μπουρ­μπου­λή­θρες α­ντι­πα­ρα­θέ­το­ντας τα μι­κρά πρω­το­πό­ρα τμή­μα­τα της ερ­γα­τι­κής τά­ξης και της νε­ο­λαί­ας στις λα­ϊ­κές μά­ζες. Και τι μπο­ρεί να πε­τύ­χει μ’ αυ­τό; Τί­ποτ’ άλ­λο απ’ το να πε­ρά­σουν τα σχέ­δια του Ση­μί­τη και των πα­τρώ­νων του. Απ’ το να κερ­δί­σει η νέ­α τά­ξη α­κό­μα μια νί­κη.
Αυ­τή η στά­ση εί­ναι έ­νας δια­συρ­μός της Α­ρι­στε­ράς. Έ­να άλ­μα στην αυ­το-εκ­μη­δέ­νι­σή της.
Σή­με­ρα δεν εί­ναι οι θρη­σκεί­ες αλ­λά η νέ­α τά­ξη η μέ­γι­στη α­πει­λή, ο μέ­γι­στος ε­χθρός της αν­θρω­πό­τη­τας. Δεν εί­ναι Α­ρι­στε­ρός, ού­τε δη­μο­κρά­της, αυ­τός που δεν υ­πο­τάσ­σει κά­θε με­ρι­κό και δευ­τε­ρεύ­ον ζή­τη­μα ό­πως εί­ναι και η θρη­σκεί­α, στο κύ­ριο, που εί­ναι ο α­γώ­νας ε­νά­ντια στον σύγ­χρο­νο πα­γκο­σμιο­ποι­η­μέ­νο ι­μπε­ρια­λι­σμό και την νέ­α του πα­γκό­σμια τά­ξη, που κα­τα­στρέ­φει την χώ­ρα, τον λα­ό της, και τους λα­ούς ό­λου του κό­σμου.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*