Άρδην τ.5

Νέο ΠΑΣΟΚ ή υπέρβαση του ΠΑΣΟΚ;

Συγγραφέας: Σταύρος Λυγερός

Άρδην τ. 05

Εάν πιστέψουμε την τρέχουσα φιλολογία, το εκλογικό αποτέλεσμα της 22ας Σεπτεμβρίου αποτυπώνει μία εντυπωσιακή στροφή της ελληνικής κοινωνίας προς τα αριστερά. τα επιχειρήματά τους μοιάζουν αποστομωτικά: Νέα νίκη του ΠΑΣΟΚ, σε συνδυασμό με την περαιτέρω εκλογική συρρίκνωση της Ν.Δ., αποκλεισμός της «Άνοιξης» από τη Βουλή, άλμα και θριαμβευτική επάνοδος του Συνασπισμού, άνοδος του ΚΚΕ και δυναμικό ντεμπούτο του ΔΗΚΚΙ. Θα περίμενε κανείς ότι το νέο πολιτικό σκηνικό θα είχε προκαλέσει τουλάχιστον ανησυχία στο μεγάλο κεφάλαιο. Αντ’ αυτού, οι μεγάλοι επιχειρηματίες και ευρύτερα η κοινωνική ελίτ που άλλοτε ονομαζόταν κατεστημένο δεν κρύβουν την ικανοποίησή τους για το εκλογικό αποτέλεσμα. Επειδή όλοι αυτοί οι παράγοντες -αν μη τι άλλο- έχουν συνείδηση των συμφερόντων τους, η μόνη εξήγηση για τη συμπεριφορά τους είναι ότι δεν παρασύρονται από τις συμβατικές ταξινομήσεις της πολιτικής γεωγραφίας.

Η ειδοποιός διαφορά της τελευταίας εκλογικής αναμέτρησης σε σύγκριση με τις προηγούμενες είναι ότι έχουν διαφοροποιηθεί σημαντικά οι κοινωνικές στοχεύσεις και αναφορές των δύο μεγάλων κομμάτων. Με την πλήρη επικράτηση του Κώστα Σημίτη στην ηγεσία του, το ΠΑΣΟΚ επέτυχε όχι μόνο να διεισδύσει εκλογικά στο χώρο της κεντροδεξιάς, αλλά και να εκφράσει πολιτικά τα ανερχόμενα μεσοστρώματα. Εξ ου και οι κραυγές αγωνίας του Ανδρέα Ανδριανόπουλου, ο οποίος, με την ευαισθησία του διανοούμενου πολιτικού, διατυπώνει το φόβο ότι η Ν.Δ. κινδυνεύει να χάσει τον ίδιο το ζωτικό της χώρο και ρόλο από την επέλαση του «Σημιτισμού». Το «νέο ΠΑΣΟΚ» εμφανίζεται σημαιοφόρος της σταθερότητας, εξωθώντας τη Ν.Δ. του Μιλτιάδη Έβερτ στο ρόλο του «τυχοδιώκτη» της πολιτικής σκηνής.

Εισβάλλοντας στον άλλοτε προνομιακό κοινωνικό χώρο της Ν.Δ., ο νέος αρχηγός του ΠΑΣΟΚ εξώθησε το Μιλτιάδη Έβερτ να παίξει το χαρτί της «λαϊκής δεξιάς». Για να εξισορροπήσει τις απώλειες από την ιδεολογικοπολιτική και εκλογική διείσδυση του ΠΑΣΟΚ στην κεντροδεξιά, ο αρχηγός της Ν.Δ. επιχείρησε να διεισδύσει στο χώρο των μικρομεσαίων και των φτωχών, που πλήττονται ιδιαιτέρως από την οικονομική κρίση και τη λιτότητα. Η διαφοροποίηση των κοινωνικών στοχεύσεων κι αναφορών των δύο μεγάλων κομμάτων αποτυπώνεται και στο γεγονός ότι η ήττα της Ν.Δ. έγινε δεκτή σχεδόν με ικανοποίηση από τους οικονομικούς κύκλους. Ο Μιλτιάδης Έβερτ δεν τους ενέπνεε εμπιστοσύνη και αξιοπιστία. Το γεγονός ότι λοξοδρόμησε -καιροσκοπικά αλλά υπέρ του δέοντος- προς την κατεύθυνση της «λαϊκής δεξιάς» ενίσχυσε το κλίμα απόρριψής του. Οι θεμελιακές αυτές διαφοροποιήσεις είναι ακόμα στα πρώτα τους βήματα και δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα ολοκληρωθούν, αφού οι επιλογές των δυο ηγεσιών αμφισβητούνται εντόνως από τις καραδοκούσες εσωκομματικές αντιπολιτεύσεις. Γι’ αυτό και δεν είναι ακόμα σαφείς οι επιπτώσεις της εν εξελίξει μετατόπισης των παραδοσιακών διαχωριστικών γραμμών. κατά τα άλλα:

– Η ήττα του Αντώνη Σαμαρά μόνο απογοήτευση δεν προκάλεσε στο κατεστημένο. Ίσως δεν υπάρχει καμμία άλλη περίπτωση, που ο αποκλεισμός ενός κόμματος από τη Βουλή να προκάλεσε τόση ικανοποίηση. Η «Άνοιξη» είναι ένα δεξιογενές κόμμα, αλλά το γεγονός αυτό δεν την ταξινομεί αυτομάτως και στο χώρο της δεξιάς. Εάν αναζητούσε κανείς το στίγμα της με μοναδικό κριτήριο το πρόγραμμά της, θα την τοποθετούσε αβίαστα στο χώρο της κεντροαριστεράς. Η αλήθεια είναι ότι η ρητορική του Αντώνη Σαμαρά έχει προκαλέσει τις οξύτατες κατηγορίες ότι η «Άνοιξη» ενσαρκώνει ένα επικίνδυνο κράμα εθνικισμού και λαϊκισμού. Ο αποκλεισμός της εγείρει πρόβλημα πολιτικής επιβίωσης, με την έννοια ότι το εγχείρημα που ξεκίνησε το 1993 εκ των πραγμάτων καταρρέει. Ο λόγος του Αντώνη Σαμαρά για τα εθνικά θέματα, παρ’ ότι κατά κανόνα είναι ακραίος, θα λείψει από τη νέα Βουλή, ακόμα περισσότερο γιατί σ’ αυτήν κυριαρχούν οι αντίρροπες απόψεις και προσεγγίσεις.

– Η μικρή άνοδος του ΚΚΕ δεν απασχόλησε πολύ κανένα, γιατί το κόμμα αυτό έχει τα τελευταία χρόνια εισέλθει σε μία πορεία περιχαράκωσης στο φρούριο της ιδεολογικής του καθαρότητας.

– Το εντυπωσιακό εκλογικό άλμα του Συνασπισμού από καμμία συνιστώσα του κατεστημένου δεν βιώθηκε σαν απειλή, αφού άλλωστε, ένα σημαντικό μέρος των νέων ψηφοφόρων που προήλθε από τη Ν.Δ. Ο Συνασπισμός αποτελεί ένα θεσμικό κεντροαριστερό κόμμα απολύτως ενσωματωμένο στο πολιτικό σύστημα, με συμβατές απόψεις και πρακτικές. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παρουσία του στη Βουλή θα εμπλουτίσει τον κοινοβουλευτικό διάλογο και με τις ιδέες και με την ευαισθησία του.

– Το δυναμικό ντεμπούτο του ΔΗΚΚΙ είναι το μόνο στοιχείο του εκλογικού αποτελέσματος που δημιούργησε μία κάποια απαρέσκεια στο κατεστημένο. Το κόμμα του Δημήτρη Τσοβόλα, ως κόμμα διαμαρτυρίας, πλευροκόπησε από τα αριστερά το ΠΑΣΟΚ. Θα επιχειρήσει να λειτουργήσει σαν χώρος υποδοχής της λαϊκής δυσαρέσκειας, όπως λειτούργησε σαν σημαία ευκαιρίας για το πιο σκληρό τμήμα των «αντισημιτικών» ψηφοφόρων του χώρου.

Βαπτισμένος πια και με τη λαϊκή ετυμηγορία, ο Κώστας Σημίτης σχημάτισε μία κυβέρνηση, η σύνθεση της οποίας είναι ενδεικτική των προθέσεών του όχι μόνο να σταθεροποιήσει την αρχηγική θέση του, αλλά και να επιβάλλει τη δική του «μεταπολίτευση» στο ΠΑΣΟΚ. Όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, το «νέο καθεστώς» εξωθεί στο περιθώριο τους πρωταγωνιστές της προηγούμενης κατάστασης που δεν προσχώρησαν εγκαίρως και εκτοξεύει στο κέντρο της σκηνής νέα πρόσωπα, που κατά κανόνα αντλούν την ισχύ τους από την ταύτισή τους με το νέο αρχηγό. Τα μέλη του σκληρού πυρήνα της ομάδας Σημίτη, που στη συντριπτική πλειοψηφία τους ασκούσαν αμελητέο ή δευτερεύοντα ρόλο στη δομή εξουσίας του παπανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ, σήμερα ασκούν πολύ μεγαλύτερη εξουσία απ’ όση αντιστοιχεί στα επίσημα αξιώματα που κατέχουν.

Μετά την εκλογική νίκη και μ’ ένα κυβερνητικό σχήμα κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του, ο πρωθυπουργός έχει τα χέρια του λυμένα, αλλά ταυτοχρόνως δεν μπορεί να επικαλεσθεί πια κανένα πρόσχημα και καμμιά δικαιολογία. Έχει αποκτήσει τον απόλυτο έλεγχο, αλλά έχει επιφορτισθεί και όλη την ευθύνη για τις θετικές και αρνητικές συνέπειες, που θα έχει το επόμενο διάστημα η κυβερνητική πολιτική και πρακτική. Για ένα διάστημα, ο Κώστας Σημίτης δεν έχει να φοβάται ούτε τις επιθέσεις της Ρηγίλλης, ούτε την οργανωμένη αμφισβήτηση των εσωκομματικών αντιπάλων του. Η συντηρητική παράταξη είναι εγκλωβισμένη στις αντιθέσεις που τροφοδοτεί η μάχη της διαδοχής. Το χάσμα, όμως, που έχει αναπτυχθεί στους κόλπους της δεν αναμένεται να γεφυρωθεί, γιατί η Ν.Δ. είναι πια δύο κόμματα σε συσκευασία ενός. Όσον αφορά το εσωκομματικό μέτωπο, οι αντισημιτικές δυνάμεις δεν διαθέτουν ούτε τον αναμφισβήτητο ηγέτη, ούτε την ιδεολογικοπολιτική συνοχή για να ασκήσουν συγκροτημένη εσωκομματική αντιπολίτευση. Το κλίμα, άλλωστε, δεν είναι ακόμα ευνοϊκό για τέτοιες πρωτοβουλίες.

Ο μόνος πραγματικός εχθρός της κυβέρνησης Σημίτη είναι τα προβλήματα της χώρας, με τα οποία πρέπει να αναμετρηθεί. Μόνο εάν χάσει αυτή τη μάχη, που αποτελεί και την πεμπτουσία της πολιτικής, θα απειληθεί πραγματικά και από τα κόμματα τη αντιπολίτευσης και από τους εσωκομματικούς αντιπάλους. Ο γενικός αποκλεισμός των μη σημιτικών, ωστόσο, αναζωπυρώνει τη διαχωριστική γραμμή του συνεδρίου και καλλιεργεί τις προϋποθέσεις για να εκδηλωθεί, με την πρώτη ευκαιρία, εσωκομματική αντιπολίτευση. Το πιθανότερο είναι ότι το ηγετικό στέλεχος που θα συσπειρώσει και θα ενοποιήσει σε ιδεολογικοπολιτική βάση τις αντισημιτικές δυνάμεις θα αναδειχθεί τα επόμενα δύο-τρία χρόνια, μέσα από τις διεργασίες, που θα συντελεσθούν στους κόλπους του ΠΑΣΟΚ και οι οποίες είναι πολύ πιθανόν ότι θα διαφοροποιήσουν σημαντικά τη διάταξη των δυνάμεων και τη διαχωριστική γραμμή του συνεδρίου. Μ’ αυτή την έννοια, οι επιδόσεις της κυβέρνησης απέναντι στα προβλήματα του τόπου δεν θα καθορίσουν μόνο τη δύναμη αντίστασης του πρωθυπουργού στις αναπόφευκτες εσωκομματικές αμφισβητήσεις, αλλά και το ποιος θα αναδειχθεί σε εναλλακτική λύση στην ηγεσία Σημίτη.

Ευκαιρίες για εσωκομματική αμφισβήτηση δεν θα λείψουν τους επόμενους μήνες. Οι δύσκολες πολιτικές επιλογές, που θα κληθεί να κάνει η κυβέρνηση ωθούν τον Κώστα Σημίτη στην αναζήτηση ερεισμάτων και εκτός ΠΑΣΟΚ για να αντεπεξέλθει. Η ανάγκη αυτή προσδίδει και άμεσο πολιτικό νόημα στην επιδίωξή του να προωθήσει το σχήμα της κεντροαριστεράς. Ο πρωθυπουργός αντιλαμβάνεται αυτό το σχήμα όχι μόνο σαν μια ιδεολογικοπολιτική υπέρβαση του ΠΑΣΟΚ, αλλά -τουλάχιστον- σαν διεύρυνση στο οργανωτικό πεδίο. Στόχος του είναι να προσεγγίσει και να ενσωματώσει όχι μόνο δυνάμεις του Συνασπισμού, αλλά και δυνάμεις του ευρύτερου κεντρώου ή κεντροδεξιού χώρου, που συγκλίνουν στις δικές του εκσυγχρονιστικές αντιλήψεις, προσφέροντας ως αντάλλαγμα τη συμμετοχή στην άσκηση εξουσίας. προς το παρόν, όμως, δεν φαίνεται να έχει ξεκαθαρίσει ούτε μέχρι που θέλει να φθάσει, ούτε πως θα φθάσει. Θα παίξει και με το χαρτί του εκλογικού συστήματος, χωρίς, όμως, να αναλάβει πρόωρα δεσμεύσεις. Η όλη στρατηγική του Κώστα Σημίτη συνδέεται και με την πρόθεσή του να προσδέσει στο δικό του αρχηγικό άρμα τις φίλιες προς αυτόν εξωπασοκικές δυνάμεις για να τις χρησιμοποιήσει και σαν αντίβαρο στην πίεση, που θα ασκήσει προσεχώς η εσωκομματική αντιπολίτευση. Γι’ αυτό και στο παιχνίδι της κεντροαριστεράς δεν έχει καμμία θέση το ΔΗΚΚΙ, που θεωρείται εχθρική δύναμη.

Ο Κώστας Σημίτης αποδεικνύεται άριστος μαθητής του Ανδρέα Παπανδρέου, τουλάχιστον σ’ ότι αφορά τον αρχηγισμό. Η δική του αρχηγική λειτουργία είναι επί της ουσίας πιο ακραία, γιατί κάνει μεγαλύτερη χρήση της εξουσίας του και ασκεί πιο ασφυκτικό έλεγχο, χωρίς να εγκαταλείπει τελείως τα προσχήματα. Ο νέος αρχηγός μαζί με το σκήπτρο κληρονόμησε και το παλαιό αίτημα των προεστών του ΠΑΣΟΚ (και δικό του) για τη συγκρότηση αυτού που ο Γιώργος Γεννηματάς ονόμαζε «ενιαίο κέντρο καθοδήγησης» της παράταξης, που θα δεσμεύει τον πρόεδρο για τη συνεπή άσκηση αυτής της πολιτικής και που θα έχει λόγο στην επιλογή των στελεχών. Είναι ακριβώς αυτό που με κάθε τρόπο προσπαθεί να εμποδίσει ο Κώστας Σημίτης, ο οποίος δεν έχει καμμία διάθεση να μοιρασθεί την εξουσία του, ή έστω να την θέσει υπό τον έλεγχο μίας ηγετικής ομάδας.

Ορισμένοι επιτελείς υποστηρίζουν ότι ο Κώστας Σημίτης είναι αποφασισμένος να προωθήσει στην κορυφή μία νέα γενιά στελεχών, με βάση τα οποία θα εμπεδώσει την ηγεμονία του στο ΠΑΣΟΚ και θα κυβερνήσει τη χώρα. Σύμφωνα με τα όσα αφήνουν σαφώς να εννοηθούν, η πρώτη φάση προβλέπει αυτό που ζούμε τώρα, δηλαδή την αναβάθμιση συμμάχων, που διαθέτουν πείρα και κύρος στην κοινωνία. Σε δεύτερη φάση θα προαχθούν σε υπουργικές θέσεις εξαπτέρυγα, που είναι σήμερα υφυπουργοί. Το σχέδιο αυτό προβλέπει την περιθωριοποίηση των εσωκομματικών αντιπάλων.

Η αλήθεια είναι ότι ο Κώστας Σημίτης δεν κατάφερε να υπερβεί το σύνδρομο του ομαδάρχη και τη μειοψηφική λογική του, με αποτέλεσμα να μην λειτουργεί ως ηγέτης όλου του ΠΑΣΟΚ, παρ’ ότι υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις. μερικά ανοίγματα χρειαζόντουσαν για να ξεθωριάσει τελείως η διαχωριστική γραμμή του συνεδρίου και το νέο ΠΑΣΟΚ να γίνει υπόθεση όλων των στελεχών. Το ερώτημα είναι εάν αυτό αποτελεί στόχο του πρωθυπουργού. Η κυρίαρχη πρακτική παραπέμπει περισσότερο σε αλλαγή καθεστώτος παρά σε απλή διαδοχή. Θύματα αυτής της νοοτροπίας και πρακτικής δεν είναι μόνο οι μη σημιτικοί. Σε αρκετές περιπτώσεις θίγονται ευθέως και σύμμαχοι του πρωθυπουργού, που αποτελούν και τη βιτρίνα της κυβέρνησης. Δίπλα σε κάθε σύμμαχο υπουργό έχουν τοποθετηθεί υφυπουργοί-εξαπτέρυγα, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ο απόλυτος έλεγχος.

Αδιάψευστη απόδειξη για τη νέα τάξη πραγμάτων, ή για την ακρίβεια για τη νέα δομή εξουσίας, είναι ότι όσοι διεκδικούν κρατικά αξιώματα κι όσοι θέλουν να κάνουν συναλλαγές με την πολιτική ηγεσία πολιορκούν τα γραφεία των «κολλητών» του πρωθυπουργού κι όχι τα γραφεία των αρμόδιων υπουργών. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που εκδηλώνεται ένα νέο κύμα αλαζονείας. Μία πιο χυδαίας αλαζονείας, γιατί η -έστω πρωτόγονη- ιδεολογική φόρτιση του 1981 έχει αντικατασταθεί από το αγοραίο, από τον κυνισμό και σε ορισμένες περιπτώσεις και από την ιδιοτέλεια.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*