Άρδην τ.5

Η μακρόσυρτη αγωνία της ελληνικής δεξιάς

Συγγραφέας: Γιώργος Καραμπελιάς

Η απόπειρα του 1990-93, να αναλάβει μια δεξιά κυβέρνηση την εφαρμογή του προγράμματος λιτότητας και την διασφάλιση της «σύγκλισης» με τις Βρυξέλλες, απεδείχθη αποτυχημένη, αναντίστοιχη με την ελληνική πραγματικότητα και πρόωρη. Ολόκληρη η μεταπολιτευτική περίοδος σφραγίζεται, στην Ελλάδα, από την ηγεμονία της αριστεράς, και λόγω της υφής της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας είναι αδύνατο μια πολιτική λιτότητας, η οποία έρχεται στην Ελλάδα σχετικά καθυστερημένα, στη δεκαετία του ’90, να διεκπεραιωθεί, σε συνθήκες τυπικής δημοκρατίας, από τη δεξιά. Η δεξιά κυβέρνησε στην δεκαετία του ’70 ως οιονεί «αριστερά», με τις καραμανλικές «σοσιαλμανίες», την πολιτική παροχών της κυβέρνησης Ράλλη, την απαρχή οικοδόμησης ενός κοινωνικού κράτους.
Ακόμα και η άνοδος στην εξουσία του 1990 προετοιμάστηκε με την συγκυβέρνηση αριστεράς-δεξιάς και την μεγαλύτερη, στην ιστορία του, κρίση του ΠΑΣΟΚ.

Δεδομένης, δηλαδή, της κοινωνικής και πολιτικής ηγεμονίας της αριστεράς στην Ελλάδα, η πραγματοποίηση της «σύγκλισης», η είσοδος στη «νέα εποχή» δεν ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί με μέτρα βίαιων αποκρατικοποιήσεων, αλλά μάλλον σταδιακών, ούτε μιας ταχύτατης κατεδάφισης ενός κοινωνικού κράτους που μόλις είχε οικοδομηθεί, αλλά μάλλον με την παρατεταμένη συρρίκνωση του.

Η αντιμετώπιση των ελλειμμάτων θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με δύο τρόπους, είτε με επιμονή στην βίαιη συρρίκνωση του κρατικού τομέα, είτε με την αύξηση της φορολογίας. Όπως είναι γνωστό, το ΠΑΣΟΚ, την εποχή του θριάμβου του, στις αρχές της δεκαετίας του ’80, ενίσχυσε τον κρατικό τομέα όχι με αύξηση της φορολόγησης αλλά με εκείνη του εξωτερικοί δανεισμού και της διόγκωσης των ελλειμμάτων.

Η Νέα Δημοκρατία του Μητσοτάκη, του Μάνου και Ανδριανόπουλου -που, Πειραιώτης ων, λειτουργεί κατ’ αναλογία ως ο… Ανδρουλάκης του δεξιού χώρου- επιχείρησε την αντίστροφη κίνηση, την σύγκλιση και την εξισορρόπηση μέσω κυρίως των ιδιωτικοποιήσεων και του περιορισμοί του κοινωνικού κράτους, μάλλον, και όχι της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης. Προσπάθησε δηλαδή να κάνει μια τυπικά «θατσερική» πολιτική, ακόμα και με μείωση των ανώτερων φορολογικών συντελεστών.

Όμως μια τέτοια πολιτική σε μια χώρα με υποτυπώδες κοινωνικό κράτος και με ασθενική αστική τάξη, η οποία μάλλον βολεύεται στην αγορά αφορολόγητων ομολόγων παρά στις επενδύσεις, δεν ήταν δυνατό να επιτύχει την συναίνεση της πλειοψηφίας, ούτε βεβαίως να αποσπάσει την συμφωνία των περιβόητων «διαπλεκομένων», ΜΜΕ και εργολάβων, τα οποία σφόδρα επιθυμούν την ανάμειξη του κράτους για να ‘ μπορούν να εξασφαλίζουν παραγγελίες και δουλειές. Γι’ αυτό εξάλλου και ο Έβερτ και οι «καραμανλικοί» υπονόμευσαν τη Νέα Δημοκρατία, σε αγαστή «διαπλοκή» με τα διαπλεκόμενα και έριξαν την κυβέρνηση Μητσοτάκη, συνεπικουρούντος και του Σαμαρά.

Το ΠΑΣΟΚ εξάλλου, ιδιαίτερα μετά την άνοδο Σημίτη, διασφαλίζει -όσο μπορεί να διασφαλιστεί- μια σταδιακότερη προσαρμογή στα κριτήρια του Μάαστριχτ, επιλέγοντας μια πολιτική που δίνει μεγαλύτερο βάρος στην φορολογία -ιδιαίτερα των μικρομεσαίων, των αγροτών, της παραοικονομίας και των… συνταξιούχων- παρά στην βίαιη συρρίκνωση του κρατικού τομέα, θα λέγαμε ότι πραγματοποιεί μάλλον μια συμμαχία «σοσιαλ-δημοκρατικού» τύπου ανάμεσα στο μεγάλο κεφάλαιο και τον προστατευμένο τομέα των μισθωτών -ιδιαίτερα του κρατικού τομέα- διαρρηγνύοντας την κλασική μικρομεσαία συμμαχία του ΠΑΣΟΚ.

Απέναντι σε μια τέτοια εξέλιξη, η λογική του Έβερτ και της ηγετικής ομάδας της Νέας Δημοκρατίας ήταν να οικοδομηθεί ένα αντίπαλο μπλοκ, ανάμεσα σε μικρομεσαίους και μεγάλο κεφάλαιο, με το σύνθημα του περιορισμού του κράτους, της σταθεροποίησης της φορολογικής επιβάρυνσης και της «ανάπτυξης». Μια τέτοια απεύθυνση συνδυάστηκε και με μια εντονότερη αναφορά στα εθνικά θέματα. Με τη διαφορά όμως ότι το κεφάλαιο… έλειπε από τη συμμαχία μια και η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ διασφαλίζει αποτελεσματικά τα κέρδη του και η αναφορά στην ανάγκη εθνικότερης στάσης το έπεισε για τον «τυχοδιωκτισμό» του Έβερτ. Το ελληνικό κεφάλαιο είναι στη συντριπτική του πλειοψηφία «ενδοτικό».

Η εσωκομματική αντιπολίτευση, με επίκεντρο την ομάδα Μητσοτάκη, αλλά κυρίως ο διανοούμενος Ανδριανόπουλος υποστηρίζουν πως η Νέα Δημοκρατία θα πρέπει να μεταβληθεί εκ νέου σε ένα κόμμα «προγραμματικής δεξιάς» και, παρά την σημερινή κυριαρχία της αριστεράς, να προβάλει μελλοντικά ως μία αξιόπιστη λύση, όταν η «αριστερά» θα έχει κάνει ήδη το μεγαλύτερο μέρος της «βρωμοδουλειάς», όπως έγινε στη Γαλλία και την Ισπανία («βρωμοδουλειά» που στην Ελλάδα δεν έχει μόνο οικονομική και κοινωνική διάσταση, αλλά αφορά και την εθνική, δηλαδή την αποδοχή μιας προδιαγεγραμμένης συρρίκνωσης). Η δεξιά θα πρέπει δηλαδή να περάσει από ένα στάδιο «εκσυγχρονισμού» της και να λειτουργήσει περισσότερο ως ομάδα πίεσης και think tank του εκσυγχρονισμού -κατά το προηγούμενο των ρεπουμπλικάνων στις ΗΠΑ- και μόνο μετά από αυτή την διαδικασία να διεκδικήσει και πάλι την εξουσία.

Κατά συνέπεια, άσχετα με τις πιθανές εξελίξεις στη Νέα Δημοκρατία, άμεσα, και δεδομένης της μελλοντικής όξυνσης των οικονομικών και εθνικών προβλημάτων, η ουσιαστική και πραγματική διάσπαση είναι αναπόφευκτη, ακόμα και αν -πράγμα απίθανο-η τυπική ενότητα διατηρηθεί. Η Νέα Δημοκρατία θα διαχωριστεί με βάση δύο στρατηγικές:

Α. Μια «λαϊκή», εθνική και παραδοσιακή δεξιά, η οποία θα προσπαθήσει να αποσπάσει τους μικρομεσαίους από την αριστερή αντιπολίτευση και της οποίας η «τύχη» θα κριθεί από την εξέλιξη της συγκυρίας κυρίως στα εθνικά θέματα.

Β. Μια εκσυγχρονιστική, φιλελεύθερη δεξιά που θα προσπαθήσει να ανταγωνιστεί το σημιτικό ΠΑΣΟΚ στο ίδιο το «γήπεδο» του, εκείνο του εκσυγχρονισμού.

Είναι προφανές πως μια λύση Σουφλιά θα αποτελούσε μάλλον την ιδανικότερη λύση διότι θα εξασφάλιζε την ηγεμονία στη δεύτερη πτέρυγα και την υποταγή της πρώτης, χωρίς διάσπαση του κόμματος. Όμως αυτή δεν έγινε δυνατή, τουλάχιστον σε μια πρώτη φάση, και μάλλον θα ακολουθηθεί η χωριστική λογική, τυπικά ή άτυπα. Το καθαρτήριο θα διαρκέσει ακόμα για αρκετό καιρό.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*