Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 31, Περιοδικό Άρδην

Τα διδάγματα της Γένοβας

 

Το να ρω­τά­ει κά­ποιος τους η­γέ­τες του G8 τι πρέ­πει να γί­νει για το χρέ­ος του α­να­πτυσσό­με­νου κό­σμου μοιά­ζει σα να ρω­τά­ει τους φυ­λα­κι­σμέ­νους στις φυ­λα­κές υ­ψί­στης α­σφα­λεί­ας τι πρέ­πει να γί­νει για το έ­γκλη­μα. Το χρέ­ος εί­ναι η ά­με­ση συ­νέ­πεια της τρα­πε­ζι­κής δο­μής α­πό την ο­ποί­α πλου­τί­ζουν οι χώ­ρες του G8. Οι η­γέ­τες του εί­ναι οι τε­λευ­ταί­οι άν­θρω­ποι στη γη που θα έ­πρε­πε να α­να­λά­βουν την α­ντι­με­τώ­πι­σή του.
Το ί­διο ι­σχύ­ει για τη φτώ­χεια στην Α­φρι­κή. Για 150 χρό­νια, κά­ποια πλού­σια κρά­τη α­πο­φά­σι­ζαν πώς θα έ­πρε­πε να “βο­η­θή­σουν” την Α­φρι­κή. Το νέ­ο “Σχέ­διο Μάρ­σαλ” του G8 για την ή­πει­ρο δεν εί­ναι πιο πε­φω­τι­σμέ­νο α­πό τα σχή­μα­τα που α­περ­γά­ζο­νταν κά­ποια α­πό τα μέ­λη του το 1860.
Το πρό­βλη­μα δεν εί­ναι οι α­πο­φά­σεις που λαμ­βά­νει το G8. Το πρό­βλη­μα εί­ναι ό­τι τις α­πο­φά­σεις λαμ­βά­νει το G8. Αυ­τό εί­ναι τό­σο προ­φα­νές που φαί­νε­ται πως δεν χρειά­ζε­ται καν να α­να­φερ­θεί, αλ­λά με­ρι­κές α­πό τις Ορ­γα­νώ­σεις για την Ανά­πτυ­ξη που α­σκούν κρι­τι­κή στα νέ­α σχέ­δια του G8 δεν δια­μαρ­τύ­ρο­νται ε­πει­δή αυ­τά α­πο­τε­λούν μια νέ­α μορ­φή α­ποι­κιο­κρα­τί­ας, αλ­λά ε­πει­δή αυ­τή η α­ποι­κιο­κρα­τί­α δεν χρη­μα­το­δο­τεί­ται ε­παρ­κώς. Δια­βά­ζο­ντας τις α­ντι­δρά­σεις με­ρι­κών α­πό τις Ορ­γα­νώ­σεις που για πο­λύ και­ρό θαύ­μα­ζα, δεν μπο­ρού­σα να μην α­να­ρω­τη­θώ με ποιον εί­ναι.
Η σύγ­χυ­ση ε­πι­τεί­νε­ται α­πό την διαπίστωση, ό­σο ο­δυ­νη­ρή κι αν εί­ναι, ό­τι οι η­γέ­τες του G8, ο τύ­πος και ε­κα­τομ­μύ­ρια αν­θρώ­πων για τους ο­ποί­ους αυ­τά τα θέ­μα­τα δεν εί­χαν νό­η­μα ως έ­να ή δυο χρό­νια πριν, τα συ­ζη­τούν τώ­ρα ε­πει­δή έ­γι­ναν συ­γκρού­σεις στους δρό­μους. Δεν μπο­ρεί να εί­ναι α­λή­θεια το ό­τι ο Κάρ­λο Τζου­λιά­νι πέ­θα­νε ά­δι­κα.
Α­ντί­θε­τα με ε­κεί­νους που περ­νούν τη ζω­ή τους κά­νο­ντας ευ­γε­νι­κά δια­βή­μα­τα, ο Κάρ­λο α­νά­γκα­σε τους ο­κτώ άν­δρες στο Πα­λά­τι των Δουκών να υ­πε­ρα­σπι­στούν τους ε­αυ­τούς τους ό­πως πο­τέ πριν στο πα­ρελ­θόν, απέναντι στην κα­τη­γο­ρί­α ό­τι οι πρά­ξεις τους εί­ναι α­θέ­μι­τες.
Εί­ναι μια θε­με­λιώ­δης πο­λι­τι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα που πολ­λοί α­πό αυ­τούς που ζουν σε μια ά­νε­τη με­τριο­πά­θεια τεί­νουν να ξε­χά­σουν: η σύ­γκρου­ση εί­ναι α­να­γκαί­α προ­ϋ­πό­θε­ση για την αλ­λα­γή.
Το πρό­βλη­μα βέ­βαια με τις συ­γκρού­σεις στη Γέ­νο­βα εί­ναι πως δεν ή­ταν πά­ντο­τε κα­θα­ρό για ποιο λό­γο κά­ποιοι χτυ­πιό­ντου­σαν
Ο Ι­σλα­μι­στής α­κτι­βι­στής Χάμ­ζα Γιου­σούφ Χάν­σον δια­κρί­νει δύ­ο μορ­φές πο­λι­τι­κής δρά­σης. Ο­ρί­ζει την α­ρα­βι­κή λέ­ξη χα­μάς ως εν­θου­σιώ­δη, αλ­λά έ­ξυ­πνη, ορ­γή.
Και τη λέ­ξη Χα­μόκ ως ε­κτός ε­λέγ­χου, α­νό­η­τη ορ­γή. Η λέ­ξη α­μόκ προ­έρ­χε­ται α­πό τη δεύ­τε­ρη λέ­ξη. Και αυ­τό κα­τέ­λα­βε το μαύ­ρο μπλοκ. Την Πα­ρα­σκευ­ή και το Σάβ­βα­το, οι “λευ­κές φόρ­μες” ε­φάρ­μο­σαν την “χα­μάς”, προ­σπα­θώ­ντας να γκρε­μί­σουν τους φρά­κτες γύ­ρω α­πό την κόκ­κι­νη ζώ­νη, χω­ρίς να α­πα­ντούν στα χτυ­πή­μα­τα της α­στυ­νο­μί­ας. Το γε­γο­νός αυ­τό έ­στρε­ψε το “μαύ­ρο μπλόκ” σε εκ­δη­λώ­σεις “Χα­μόκ”.
Το ση­μα­ντι­κό σε σχέ­ση με την “Χα­μάς” εί­ναι ό­τι γί­νε­ται εύ­κο­λα κα­τα­νο­η­τή. Ο κό­σμος μπο­ρεί να κα­τα­λά­βει α­μέ­σως τι κά­νεις και για­τί.
Α­πό την άλ­λη, το “Χα­μόκ” α­φή­νει τους θε­α­τές του εμ­βρό­ντη­τους. Η “Χα­μάς”, για πα­ρά­δειγ­μα, θα μπο­ρού­σε να εί­χε κα­τα­στρέ­ψει τα Μα­κντό­ναλ­τς στο Γουά­ιτ­χολ, την Πρω­το­μα­γιά του 2000, αλ­λά θα ά­φη­νε ά­θι­κτα το Πορ­το­γα­λι­κό ε­στια­τό­ριο και το κα­τά­στη­μα σου­βε­νίρ.
Η χα­μάς ε­ξη­γεί­ται. Εί­ναι μια δια­δή­λω­ση, με την πλή­ρη έν­νοια της λέ­ξης: μια κι­νη­το­ποί­η­ση και μια έκ­θε­ση των λό­γων που ο­δή­γη­σαν στην κι­νη­το­ποί­η­ση. Το α­μόκ, α­ντί­θε­τα, δεν ε­πι­ζη­τεί τον δη­μό­σιο διά­λο­γο. Η χα­μάς εί­ναι ρι­ζο­σπα­στι­κή. Το α­μόκ εί­ναι α­ντι­δρα­στι­κό.
Αν κά­ποιος δεν μπο­ρεί να κά­νει τη διά­κρι­ση, ό­πως κά­ποια μέ­λη του μαύ­ρου μπλοκ με τα ο­ποί­α συ­νο­μί­λη­σα, θα πρέ­πει να δει πώς α­ντέ­δρα­σε η α­στυ­νο­μί­α στα δύ­ο εί­δη ορ­γής.
Την Πα­ρα­σκευ­ή, αν και η α­στυ­νο­μί­α ή­ταν ο­πλι­σμέ­νη μέ­χρι τα δό­ντια και ξε­περ­νού­σε κα­τά πο­λύ α­ριθ­μη­τι­κά το μαύ­ρο μπλοκ, το ά­φη­σε α­νε­νό­χλη­το να τρι­γυρ­νά­ει γύ­ρω α­πό τον σταθ­μό του Μπρι­νιό­λε, σπά­ζο­ντας κά­θε βι­τρί­να και αυ­το­κί­νη­το που έ­βρι­σκε μπρο­στά του.
Στη συ­νέ­χεια, το Σάβ­βα­το το βρά­δυ, στις έ­ρευ­νες για τον ε­ντο­πι­σμό των υ­πευ­θύ­νων των τα­ρα­χών, η α­στυ­νο­μί­α ει­σέ­βα­λε στα σχο­λεί­α ό­που διέ­με­ναν τα μέ­λη του μη-βί­αιου Κοι­νω­νι­κού Φό­ρουμ της Γέ­νο­βα και τους ε­πι­τέ­θη­κε. Η α­στυ­νο­μί­α, ό­πως και ο­ποιοσ­δή­πο­τε άλ­λος στη Γέ­νο­βα, γνώ­ρι­ζε κα­λά πως το μαύ­ρο μπλοκ κα­τασκή­νω­νε σε έ­να πάρ­κιν­γκ, χι­λιό­με­τρα μα­κριά.
Δεν εί­ναι δύ­σκο­λο να κα­τα­λά­βει κα­νείς ποιες εκ­δη­λώ­σεις ε­νο­χλούν το ι­τα­λι­κό φα­σι­στι­κό κρά­τος και ποιες δέ­χε­ται ή α­κό­μα και εν­θαρ­ρύ­νει.
Αν ο Κάρ­λο Τζου­λιά­νι δεν πέ­θα­νε ά­δι­κα, ή­ταν ε­πει­δή το Κοι­νω­νι­κό Φό­ρουμ της Γέ­νο­βας εί­χε κα­τα­στή­σει τό­σο σα­φή τον σκο­πό που ε­πι­θυ­μού­σε. Το “χα­μόκ” του πυ­ρο­δό­τη­σε μια τό­σο βιαί­α α­ντί­δρα­ση ε­πει­δή άλ­λοι άν­θρω­ποι εκ­δή­λω­ναν ε­νέρ­γειες “χα­μάς”.
Η “χα­μάς” μας ο­δη­γεί στο να ε­πι­λέ­γου­με τους ε­χθρούς μας προ­σε­κτι­κά. Και αν υ­πάρ­χει κά­τι στο ο­ποί­ο οι ε­τε­ρό­κλη­τες συλ­λο­γι­κό­τη­τες που πα­ρε­βρέ­θη­καν στην Γέ­νο­βα συμ­φω­νούν, αυ­τό εί­ναι η ταυ­τό­τη­τα με­ρι­κών α­πό τους α­ντι­πά­λους μας.
Υ­πάρ­χουν, για πα­ρά­δειγ­μα, κά­ποιες πο­λυε­θνι­κές ε­πι­χει­ρή­σεις τις οποίες α­κτι­βι­στές και μη θε­ω­ρούν ε­πι­κίν­δυ­νες για την κοι­νω­νί­α.
Σχε­δόν ό­λοι συμ­φω­νούν ό­τι ο κό­σμος θα ή­ταν κα­λύ­τε­ρος χω­ρίς τις ε­πι­χει­ρή­σεις που α­σκούν πί­ε­ση ε­να­ντί­ον της δρά­σης για την αλ­λα­γή του κλί­μα­τος, υ­πέρ της δη­μιουρ­γί­ας της πυ­ραυ­λι­κής ά­μυ­νας του Μπους, της πα­ρα­γω­γής βομ­βών θραυ­σμά­των, των ε­ται­ριών οι ο­ποί­ες α­παι­τούν τον έ­λεγ­χο των υ­πη­ρε­σιών υ­γεί­ας και της εκ­παί­δευ­σης, που ι­διω­τι­κο­ποιούν το νε­ρό σε πό­λεις του τρί­του κό­σμου και το πω­λούν στους κα­τοί­κους τους σε πολ­λα­πλά­σια τι­μή, που κα­τα­κρε­ουρ­γούν τα δά­ση του Α­μα­ζο­νί­ου, που δη­μιουρ­γούν φυ­τά με στεί­ρους σπό­ρους.
Κά­πο­τε το κρά­τος εί­χε τη δύ­να­μη να αντιμετωπίζει τέ­τοιες α­πει­λές. Τώ­ρα το κρά­τος ε­γκα­τα­λεί­πει τις δι­καιο­δο­σί­ες του και αρ­νεί­ται, ό,τι κι αν λε­ει ο λα­ός, να δια­λύ­σει τα ορ­μη­τή­ρια απ’ ό­που οι λη­στές του πα­γκό­σμιου βα­σι­λεί­ου ε­πι­δρά­μουν στις ζω­ές μας. Η χα­μάς λέ­ει ό­τι θα πρέ­πει να τις α­να­τρέ­ψου­με μό­νοι μας.
Εί­ναι προ­φα­νές ό­τι τα κρά­τη δεν μπο­ρούν να α­να­χαι­τί­σουν την υ­περ­βο­λι­κή δύ­να­μη των πο­λυε­θνι­κών, ενώ άλ­λο­τε μπο­ρού­σαν να ρί­ξουν το τεί­χος του Βε­ρο­λί­νου που οι ί­διοι έ­χτι­σαν.
Και υ­πο­ψιά­ζο­μαι ό­τι οι πε­ρισ­σό­τε­ροι Βρε­τα­νοί πο­λί­τες θα χαι­ρό­ντου­σαν να δουν τις έ­δρες της Μον­σά­ντο ή της Μπάλ­φορ Μπίτ­τυ κα­τε­στραμ­μέ­νες α­πό μη-βί­αιους δια­δη­λω­τές της ά­με­σου δρά­σης, ό­πως χά­ρη­καν ό­ταν εί­δαν τον Λόρ­δο Άρ­τσερ να πη­γαί­νει στη φυ­λα­κή.
Τέ­τοια πράγ­μα­τα μπο­ρούν να γί­νουν, ό­πως έ­δει­ξαν οι ει­ρη­νι­κοί δια­δη­λω­τές που δια­δή­λω­σαν στα χω­ρά­φια της GM, σε πυ­ρη­νι­κά ερ­γα­στή­ρια και στρα­τιω­τι­κές βά­σεις σε ό­λη χώ­ρα. Ό­ταν η δρά­ση έχει σαφείς στόχους, τό­τε εί­ναι λι­γό­τε­ρο πι­θα­νό να ξε­σπά­σει βί­α, και εί­ναι δυ­σκο­λό­τε­ρο να α­πο­προ­σα­να­το­λι­στείς α­πό τους στό­χους σου.
Αν και μια τέ­τοια λο­γι­κή πιθανώς θα ε­ξω­θή­σει τους φι­λε­λεύ­θε­ρους υ­πο­στη­ρι­κτές μας να α­πο­τρα­βη­χτούν, θα προ­σελ­κύ­σει ω­στό­σο το μα­ζι­κό εν­δια­φέ­ρον της κοι­νής γνώ­μης, χω­ρίς το ο­ποί­ο κα­μιά πο­λι­τι­κή αλ­λα­γή δεν μπο­ρεί να συμ­βεί.
Το κί­νη­μά μας εί­ναι, α­πό α­ριθ­μη­τι­κή ά­πο­ψη, το με­γα­λύ­τε­ρο κί­νη­μα στην ι­στο­ρί­α του κό­σμου. Έ­χου­με την κα­λύ­τε­ρη δυ­να­τό­τη­τα για δη­μο­κρα­τι­κές αλ­λα­γές, σε σύ­γκρι­ση με τα προ­η­γού­με­να 50 χρό­νια.
Αλ­λά, αν και με φο­βί­ζει που το δια­πι­στώ­νω, εί­ναι τώ­ρα προ­φα­νές ό­τι δεν μπο­ρού­με να νι­κή­σου­με δί­χως να α­νε­βά­σου­με τη θερ­μο­κρα­σί­α. Το α­πο­προ­σα­να­το­λι­στι­κό και ε­νο­χλη­τι­κό μά­θη­μα της Γέ­νο­βας εί­ναι το ί­διο, πανάρχαιο μά­θη­μα της πο­λι­τι­κής: τα λό­για α­πό μό­να τους δεν αρ­κούν.

Πέ­μπτη, 24 Ιου­λί­ου 2001,
ε­φη­με­ρί­δα Γκάρ­ντιαν
George Monbiot
Μετάφραση:
Γιώργος Ρακκάς

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*