Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 31, Περιοδικό Άρδην

η εισβολή των ξένων λέξεων

Τε­λευ­ταί­α, το γλωσ­σι­κό μας σύμφυρ­μα έ­χει ε­μπλου­τι­σθεί μ’ έ­να α­κό­μα στοι­χεί­ο που προ­σφέ­ρε­ται, ο­πτι­κά και α­κου­στι­κά, σε δό­σεις ό­λο και ι­σχυ­ρό­τε­ρες. Πρό­κει­ται για τις ξέ­νες λέ­ξεις.
Στη δια­δρο­μή της νε­ώ­τε­ρης ι­στο­ρί­ας μας, οι ε­πα­φές και οι ε­πι­μει­ξί­ες με άλ­λους λα­ούς –πο­λε­μι­κές ή ει­ρη­νι­κές– ά­φη­σαν τα ί­χνη τους στη γλώσ­σα μας ό­πως έ­χει συμ­βεί με τις γλώσ­σες των πε­ρισ­σό­τε­ρων λα­ών, ι­διαί­τε­ρα στην Ευ­ρώ­πη.
Ξέ­νες κα­το­χές που ε­γκα­τα­στά­θη­καν σε πε­ριο­χές της χώ­ρας μας, ή και ά­με­σες πο­λι­τι­κές ε­πιρ­ρο­ές, α­πει­λή­σα­νε σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις να ε­κτο­πί­σου­νε με τη γλώσ­σα τους τη δι­κή μας, ή να τη νο­θέ­ψου­νε σε βαθ­μό ση­μα­ντι­κό. Η α­πει­λή περ­νού­σε μέσ’ απ’ την ξε­νο­μα­νί­α της άρ­χου­σας τά­ξης των ντό­πιων –αυ­τοί ή­ταν και οι μορ­φω­μέ­νοι– μα κι απ’ τις πρα­κτι­κές ε­κεί­νες α­νά­γκες που ε­πι­βά­λα­νε την ε­πι­κοι­νω­νί­α με τις υ­πη­ρε­σί­ες (αρ­χές) του ξέ­νου κρά­τους.
Έ­νας Θια­κός, ο κ. Πά­νος Καλ­λί­νι­κος, δη­μο­σί­ευ­σε (“Νό­στος” – 1971 – Τεύ­χος 14) α­ντί­γρα­φο συμ­βο­λαί­ου του 1824, που α­φο­ρού­σε πώ­λη­ση πλοί­ου με ση­μαί­α ιο­νι­κή. δια­βά­ζο­με λοι­πόν σ’ ε­κεί­νο τα συμ­βό­λαιο, α­νά­με­σα σ’ άλ­λα: “ε­πα­ρου­σιά­σθη­σαν εις το κάν­γγε­λο (δηλ. γρα­φεί­ο) ε­μού νο­τα­ρί­ου (δηλ. συμ­βο­λαιο­γρά­φου)”· “τα μέ­λη δη­λούν ούτω: προ­πριε­τά­ριος (δηλ. ι­διο­κτή­της) ο καπ. Πα­πα­δό­που­λος… εις τον μαρ­τί­γον ο­νό­μα­τι Α­ΓΙΟΣ ΝΙ­ΚΟ­ΛΑ­ΟΣ, αν­κο­ρά­δο (δη­λα­δή α­γκυ­ρο­βο­λη­μέ­νο) εις ε­τού­το το πόρ­τον (δηλ. λι­μά­νι) κα­πε­τα­νιγ­γιά­δο (δηλ. πλοιαρ­χού­με­νο) α­πό τον ί­διον”· και πα­ρα­κά­τω λέ­ξεις ό­πως “προ­πριε­τά” δηλ. ι­διο­κτη­σί­α, “γκα­ρα­ντί­ρη” δηλ. εγ­γυ­η­θή, “α­σή­κω­σαν την πα­ρόν κό­πιαν” κ.α.
Ο Κ. Δη­μα­ράς, στην “Ι­στο­ρί­α της Νε­ο­ελ­λη­νι­κής Λο­γο­τε­χνί­ας” (εκ­δ. δ΄ σελ. 228) και με α­φορ­μή τα παι­δι­κά χρό­νια του Σο­λω­μού, γρά­φει πως στη Ζά­κυν­θο “η γλώσ­σα των ευ­γε­νών εί­ναι η ι­τα­λι­κή. ι­τα­λι­κά μι­λούν και ι­τα­λι­κά δι­δά­σκο­νται στο σπί­τι τους τ’ αρ­χο­ντό­που­λα”.
Ξέ­νες γλώσ­σες ε­πι­κρα­τού­σαν κι α­νά­με­σα στους Φα­να­ριώ­τες. Ε­πί­σης, η γαλ­λι­κή και η γερ­μα­νι­κή κυ­ριαρ­χού­σαν στην ο­θω­νι­κή Α­θή­να, πρω­τεύ­ου­σα του νε­ο­σύ­στα­του κρά­τους.
Τε­λι­κά, τα φαι­νό­με­να αυ­τά ε­ξα­φα­νί­στη­καν, οι κίν­δυ­νοι ξε­πε­ρά­στη­καν, μα­ζί με τη με­τα­βο­λή των συν­θη­κών πού τα εί­χαν προ­κα­λέ­σει. Α­κό­μα κι αυ­τές οι α­ρι­στο­κρα­τί­ζου­σες μειο­ψη­φί­ες ε­γκα­τα­λεί­ψα­νε τη συ­νή­θεια να μι­λά­νε α­να­με­τα­ξύ τους, ι­τα­λι­κά στα Ε­πτά­νη­σα, αλ­λού γαλ­λι­κά ή γερ­μα­νι­κά.
Πα­ράλ­λη­λα, εί­χα­με και το φαι­νό­με­νο των ξέ­νων λέ­ξε­ων που άρ­χι­σαν να περ­νούν στη γλώσ­σα που χρη­σι­μο­ποιού­σε ο λα­ός απ’ την αρ­χή των νε­ώ­τε­ρων χρό­νων. Ό­πως έ­γρα­φε ο Μα­νό­λης Τρια­ντα­φυλ­λί­δης (“Οι Ξέ­νες Γλώσ­σες και η Α­γω­γή”, 1946, σελ. 79), ο δα­νει­σμός τους α­πό μια γλώσ­σα σε άλ­λη εί­ναι φαι­νό­με­νο κα­νο­νι­κό για λα­ό με ι­στο­ρί­α, ό­σο δεν έ­ζη­σε α­πο­κλει­σμέ­νος μέ­σα σε τεί­χη. Εί­ναι, τό­νι­ζε ο ί­διος (“Αι Ξέ­ναι Λέ­ξεις εις τας άλ­λας Γλώσ­σας”, 1907, σελ. 55 και 110), λέ­ξεις που προ­σαρ­μό­ζο­νται στη ζω­ντα­νή γλώσ­σα, με πα­ρά­γω­γα, με με­τα­φο­ρές, που παίρ­νουν την προ­φο­ρά των άλ­λων ελ­λη­νι­κών λέ­ξε­ων, ό­πως το κάρ­βου­νο, η σκού­πα, το τα­βά­νι, η τα­βα­νό­σκου­πα.
Δεν ε­πρό­κει­το ό­μως μό­νο γι’ αυ­τές. Ε­πρό­κει­το και για κεί­νες που έ­φτα­ναν ε­δώ ξέ­νες και ε­κτο­πί­ζα­νε α­ντί­στοι­χες δι­κές μας. Η χρή­ση τους άρ­χι­σε και δια­δό­θη­κε με πλή­ρη ε­πί­γνω­ση πως δεν εί­ναι ελ­λη­νι­κές ή μάλ­λον γι’ αυ­τό α­κρι­βώς: ε­πει­δή ή­τα­νε ξέ­νες. α­πό ξε­νο­λα­τρεί­α, πι­θη­κι­σμό, μα­νί­α για ε­πί­δει­ξη – έ­νας άλ­λος τρό­πος να ξε­χω­ρί­ζουν με­ρι­κοί απ’ τους πολ­λούς. Πα­λι­ό­τε­ρα, οι τέ­τοιες λέ­ξεις, έ­μπαι­ναν πρώ­τα μέ­σα σε κο­σμι­κούς κύ­κλους, με­ρι­κές εισ­δύ­α­νε στα ευ­ρύ­τε­ρα στρώ­μα­τα –ό­πως το “μερ­σί”, το “μα­ντάμ” (ή μαν­δάμ) , το “κο­μπλέ”, το “κο­μπλι­μάν”– άλ­λες πά­λι περ­νού­σαν κι ύ­στε­ρα έ­φευ­γαν, ό­πως οι συ­νή­θειες πού έρ­χο­νται και φεύ­γου­νε με τη μό­δα.
Σή­με­ρα ό­μως, η ει­κό­να μας πα­ρου­σιά­ζε­ται ου­σια­στι­κά δια­φο­ρε­τι­κή και με ση­μά­δια κρί­σης βα­θύ­τε­ρης.
Πλή­θος ξέ­νες λέ­ξεις εισ­δύ­ουν και ε­μπλέ­κο­νται στη γλώσ­σα μας, κι ό­χι πά­ντα α­σύν­δε­τη η κά­θε μια τους, μο­να­χή της, αλ­λά και συν­δυα­σμοί ξέ­νων λέ­ξε­ων κι ο­λό­κλη­ρες εκ­φρά­σεις. Κρα­τούν τη δι­κή τους ξέ­νη γρα­φή, δια­βά­ζο­νται κι ε­πα­να­λαμ­βά­νο­νται με προ­σπά­θεια να δια­τη­ρή­σουν και τη δι­κή τους προ­φο­ρά. Η χρή­ση τους δεν εί­ναι συ­νή­θεια που χα­ρα­κτη­ρί­ζει ο­ρι­σμέ­νους κοι­νω­νι­κούς κύ­κλους· εί­ναι γνώ­ρι­σμα της ση­με­ρι­νής κοι­νω­νι­κής ζω­ής μας γε­νι­κό­τε­ρα.
Το φαι­νό­με­νο δεν εί­ναι α­πο­κλει­στι­κά ελ­λη­νι­κό. Ό­μως, έ­να τέ­τοιο φαι­νό­με­νο, την ι­στο­ρι­κή στιγ­μή πού εμ­φα­νί­ζε­ται σε κά­θε συ­γκε­κρι­μέ­νη χώ­ρα, συ­να­ντά τη δι­κή της ε­θνι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τις δι­κές της ει­δι­κές συν­θή­κες. Και εί­ναι αυ­τά που κα­θο­ρί­ζουν, σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, τις δια­στά­σεις του και τη ση­μα­σί­α του.
Οι α­γω­γοί απ’ ό­που περ­νά σή­με­ρα μια ξέ­νη γλώσ­σα, και ει­σβάλ­λει, στη ζω­ή και στη γλώσ­σα άλ­λων λα­ών, εί­ναι πολ­λοί.
Έ­νας γάλ­λος, ο Etiemble, που έ­γρα­ψε για το ί­διο φαι­νό­με­νο στη Χώ­ρα του (“Parlez-vous Franglais?”, Ed. Gallimard 1964), ξε­χω­ρί­ζει τον δια­βρω­τι­κό ρό­λο της δια­φή­μι­σης και πα­ρα­τη­ρεί πως έ­χει κα­τα­στεί “το α­νά­γνω­σμα, το μό­νο, των πε­ρισ­σό­τε­ρων πο­λι­τών”, θα προ­σθέ­τα­με πως εί­ναι και α­κρό­α­μα. αλ­λά εί­ναι κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο κι απ’ τα δυο, κά­τι άλ­λο: έ­να σύν­θε­το όρ­γα­νο ε­πι­κοι­νω­νί­ας (μα­ζι­κής), έ­να σύ­μπλεγ­μα συμ­βό­λων και μέ­σων ο­πτι­κού εί­τε α­κου­στι­κού ε­ρε­θι­σμού, ό­που με­τέ­χει και ο λό­γος.
Στην Ελ­λά­δα, η ε­πι­χει­ρη­μα­τι­κή προ­βο­λή στο κοι­νό και η δια­φή­μι­ση εί­ναι, σή­με­ρα, ι­σχυ­ρός α­γω­γός απ’ ό­που ξε­χύ­νε­ται η ξέ­νη γλώσ­σα στον τό­πο, α­να­κα­τεύ­ε­ται με τη δι­κή μας, ή και την ε­κτο­πί­ζει.
Στην πα­ρα­λια­κή ο­δό α­πό τη Γλυ­φά­δα ως το κέ­ντρο της πρω­τεύ­ου­σας, ε­πι­γρα­φές ελ­λη­νι­κές, ή με ελ­λη­νι­κή γρα­φή, εί­ναι ε­λά­χι­στες. Τρά­πε­ζες α­ναρ­τή­σα­νε σ’ ό­λα σχε­δόν τα υ­πο­κα­τα­στή­μα­τα και τη λέ­ξη Βank κι α­πό δί­πλα, την ε­πω­νυ­μί­α της, η κά­θε μια, ξε­νό­γλωσ­ση. Οι λέ­ξεις μας: α­κρο­γιά­λι, α­κτή, α­κρο­θα­λασ­σιά, πε­ρι­γιά­λι, αμ­μου­διά –ό­λες– ε­ξα­φα­νί­ζο­νται· πή­ραν τη θέ­ση τους, στη Βού­λα, στη Ρα­φή­να, στο Μα­ρα­θώ­να, σχε­δόν πα­ντού, τα Beach και τα Coast. Σ’ έ­να προ­ά­στιο της Α­θή­νας, κά­θε δρό­μος, α­νε­ξαί­ρε­τα, έ­χει τώ­ρα την ο­νο­μα­σί­α του και ξε­νό­γλωσ­σα. Έ­να… γρα­φείoν κη­δειών, α­νάρ­τη­σε κι αυ­τό την ξε­νό­γλωσ­ση πι­να­κί­δα του Funeral Home. Η α­νώ­νυ­μη μά­ζα της πε­λα­τεί­ας κα­λεί­ται ν’ α­γο­ρά­σει στα Self-Service, πα­ρα­κι­νεί­ται να στα­μα­τή­σει και να ψω­νί­σει. Μ’ έ­να Stop and Shop. Οι κύ­ριοι κα­λού­νται σε Man’s house για τη Man’s Fashion. Α­κό­μα κι οι κρα­τι­κές α­να­κοι­νώ­σεις μας μι­λούν για τα camping.
Απ’ το ρα­διό­φω­νο: οι Έλ­λη­νες, που εν­θαρ­ρύ­νο­νται τώ­ρα ι­διαί­τε­ρα ν’ α­σχο­λού­νται με τα πο­δο­σφαι­ρι­κά, μα­θαί­νουν πως δεν υ­πάρ­χει πια τερ­μα­το­φύ­λα­κας αλ­λά γκολ­κή­περ. τα α­πορ­ρυ­πα­ντι­κά δια­φη­μί­ζο­νται πώς εί­ναι “σπό­τλες”.
Για τα πε­ρισ­σό­τε­ρα απ’ ό­λα τού­τα, που α­να­φέρ­θη­καν εν­δει­κτι­κά μέσ’ α­πό έ­να πλή­θος πε­ρι­πτώ­σε­ων, η πρό­χει­ρη δι­καιο­λο­γί­α θα μπο­ρού­σε ν’ α­να­ζη­τη­θεί στις α­νά­γκες του του­ρι­σμού. Δι­καιο­λο­γί­α α­πα­ρά­δε­κτη, αν μά­λι­στα α­ντι­λαμ­βα­νό­μα­στε τον του­ρι­σμό σαν υ­πη­ρε­τι­κό της οι­κο­νο­μί­ας και ό­χι σαν κύ­ρια α­πο­στο­λή μας πά­νω στη γη. Αλ­λά και α­βά­σι­μη: για­τί οι του­ρί­στες έρ­χο­νται για τις φυ­σι­κές ο­μορ­φιές και τους αρ­χαιο­λο­γι­κούς θη­σαυ­ρούς της Χώ­ρας μας. Την προ­τί­μη­σή τους μπο­ρεί να την ε­νι­σχύ­σουν ο­ρι­σμέ­νες τε­χνι­κές-ορ­γα­νω­τι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις. Αλ­λά η υ­πο­στο­λή της ε­θνι­κής γλώσ­σας και η α­νάρ­τη­ση σε δρό­μους και πλα­τεί­ες μιας ξέ­νης δεν α­πο­τε­λεί α­να­γκαί­ο ό­ρο για ο­ποιο­δή­πο­τε του­ρι­στι­κό ρεύ­μα. Σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, μια λο­γι­κή πα­ράλ­λη­λη χρή­ση ξέ­νων γλωσ­σών εί­ναι του­ρι­στι­κά σκό­πι­μη. Αυ­τά πού συμ­βαί­νουν, ό­μως, υ­περ­βαί­νουν κά­θε του­ρι­στι­κή σκο­πι­μό­τη­τα.
Ύ­στε­ρα, σε ποιους ξέ­νους και σε ποιους του­ρί­στες α­πο­βλέ­πουν αυ­τοί που στέλ­νουν στις ελ­λη­νι­κές ε­φη­με­ρί­δες δια­φη­μί­σεις με κεί­να τα Beach, τα SuperΜarket, τα Chryso­theque; ή αυ­τοί που υ­πα­γο­ρεύ­ουν στους εκ­φω­νη­τές τα Spotless και τα αλ­λά η­χη­ρά —στην κυ­ριο­λε­ξί­α— πα­ρό­μοια;
Έ­γρα­ψε ο Μα­νό­λης Τρια­ντα­φυλ­λί­δης για τις ξέ­νες λέ­ξεις που μέ­σα στο λα­ϊ­κό στό­μα πο­λι­το­γρα­φού­νται, ε­ξελ­λη­νί­ζο­νται, τε­λεί­ως, παίρ­νουν τον το­νι­σμό και την κλί­ση των άλ­λων ελ­λη­νι­κών λέ­ξε­ων. Τώ­ρα ό­μως το ελ­λη­νι­κό λα­ϊ­κό στό­μα σχε­δόν α­δρα­νεί. Βομ­βαρ­δί­ζε­ται το μά­τι και τ’ αυ­τί του Έλ­λη­να, και δεν του μέ­νει πα­ρά να ε­πα­να­λαμ­βά­νει, μα­ϊ­μου­δί­ζο­ντας α­θέ­λη­τα: “φέ­τος θα πά­με στη Beach και θα μεί­νου­με σε Camping”. έ­τσι τα δια­βά­ζει στη δια­φή­μι­ση, έ­τσι τ’ α­κού­ει κι α­πό το ρα­διό­φω­νο.
Οι ξέ­νες λέ­ξεις φτά­νουν στη χώ­ρα μας με τους τί­τλους ξέ­νων τρα­γου­διών σε χι­λιά­δες δί­σκους, με τα ε­μπο­ρεύ­μα­τα που ει­σά­γο­νται, με νέ­α προ­ϊ­ό­ντα της σύγ­χρο­νης τε­χνο­λο­γί­ας, με νέ­ες με­θό­δους της τε­χνι­κής, αλ­λά και της εκ­με­τάλ­λευ­σης και διοί­κη­σης συγ­χρο­νι­σμέ­νων ε­πι­χει­ρή­σε­ων, με την ε­γκα­τά­στα­ση ξέ­νων τρα­πε­ζών και ε­ται­ρειών, α­κό­μα και με την κα­θη­με­ρι­νή χρη­σι­μο­ποί­η­ση ε­νός ο­ρι­σμέ­νου λε­ξι­λο­γί­ου στη συ­ναλ­λα­γή των ξέ­νων με το σερ­βι­τό­ρο, τον κα­τα­στη­μα­τάρ­χη, τον πω­λη­τή. Ό­λα τού­τα τα δη­μιουρ­γεί η ε­ξέ­λι­ξη της ζω­ής και των α­να­γκών της και συμ­βαί­νουν σ’ ό­λες σχε­δόν τις χώ­ρες της Δυ­τι­κής Ευ­ρώ­πης: οι ξέ­νες γλώσ­σες και οι ξέ­νες λέ­ξεις φτά­νουν πα­ντού. Πρό­βλη­μα αρ­χί­ζει να υ­πάρ­χει απ’ την ώ­ρα που δια­πι­στώ­νε­ται η μο­νι­μό­τε­ρη ε­γκα­τά­στα­σή τους μέ­σα στη ζω­ή και μέ­σα στη γλώσ­σα μιας χώ­ρας, χω­ρίς ν’ αλ­λοιώ­νο­νται, χω­ρίς ν’ α­φο­μοιώ­νο­νται, χω­ρίς να χά­νουν τί­πο­τα α­πό τα ξε­νι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τους γνω­ρί­σμα­τα.
Ση­μειώ­θη­κε ή­δη πως οι ε­πι­δρά­σεις ή η διείσ­δυ­ση ξέ­νης γλώσ­σας στις γλώσ­σες άλ­λων λα­ών εί­ναι φαι­νό­με­νο γε­νι­κότε­ρο. Δεν εί­ναι ό­μως ί­δια η έ­κτα­ση και το βά­θος των συ­νε­πειών, δη­λα­δή οι κίν­δυ­νοι. Χρειά­ζε­ται να ε­κτι­μή­σου­με σω­στά, ότι σε κά­θε συ­γκε­κρι­μέ­νο ε­θνι­κό σύ­νο­λο αυ­τές οι συ­νέ­πειες δεν κα­θο­ρί­ζο­νται α­πό τη δύ­να­μη της γλώσ­σας που ει­σβάλ­λει αλ­λά α­πό τη δύ­να­μη —α­κρι­βέ­στε­ρα: απ’ την α­δυ­να­μί­α— της γλώσ­σας που δέ­χε­ται την ει­σβο­λή· και ό­χι μό­νο της γλώσ­σας, αλ­λά της ό­λης πνευ­μα­τι­κής στάθ­μης και κοι­νω­νι­κής υ­πο­δο­μής στην κά­θε α­ντί­στοι­χη χώ­ρα.
Έ­νας Ι­σπα­νός φι­λό­σο­φος, ο J. L. Aranguren, ε­ξο­ρι­σμέ­νος απ’ την πα­τρί­δα του για λό­γους πο­λι­τι­κούς, γρά­φει πως οι γλώσ­σες α­πο­τελ­μα­τώ­νο­νται ό­ταν α­πο­τελ­μα­τώ­νο­νται και τα έ­θνη πού τις μι­λούν (Human Communication, World University Library, London, 1967). Τα έ­θνη που δη­μιουρ­γούν, πα­ρα­τη­ρεί ο ί­διος, προ­ε­κτεί­νουν τη γλώσ­σα τους μέσ’ απ’ τις ε­να­σχο­λή­σεις τους και ε­πι­νο­ούν λέ­ξεις για να ντύ­σουν τις πρά­ξεις τους· για­τί η γλώσ­σα, κα­τα­λή­γει πα­ρα­κά­τω, εί­ναι η έκ­φρα­ση του αν­θρώ­πι­νου πνεύ­μα­τος και της σκέ­ψης, που ε­ξε­λίσ­σο­νται.
Ξε­κι­νώ­ντας απ’ τις δια­πι­στώ­σεις του Ι­σπα­νού σο­φού θα μπο­ρού­σα­με να πα­ρα­τη­ρή­σα­με: α) σε κά­θε ε­πο­χή, ο­ρι­σμέ­να έ­θνη βρί­σκο­νται στην πρω­το­πο­ρί­α των τε­χνι­κών πραγ­μα­το­ποι­ή­σε­ων, της ε­πι­νό­η­σης νέ­ων με­θό­δων, των νέ­ων α­ντι­λή­ψε­ων, νέ­ων ι­δε­ών, νέ­ων τρό­πων ζω­ής. Εί­ναι λοι­πόν φυ­σι­κό, αυ­τές να ντύ­νουν πρώ­τες, με τη δι­κή τους γλώσ­σα, τις νέ­ες δη­μιουρ­γί­ες· β) ο τρό­πος, ό­μως, πού τα άλ­λα έ­θνη πα­ρα­κο­λου­θούν αυ­τές τις ε­ξε­λί­ξεις, η α­φο­μοιω­τι­κή τους ι­κα­νό­τη­τα, η γο­νι­μό­τη­τα της ε­πι­κοι­νω­νί­ας τους με τα και­νού­ργια, α­ντα­να­κλούν και στη γλώσ­σα τους. Έ­να έ­θνος ζω­ντα­νό, με γλώσ­σα αλ­λά και σκέ­ψη ζω­ντα­νή, α­να­ζη­τεί και βρί­σκει τις δι­κές του λέ­ξεις για τις νέ­ες έν­νοιες και τα και­νού­ργια πράγ­μα­τα ή, παίρ­νει τις ξέ­νες και τις α­φο­μοιώ­νει, τις κά­νει δι­κές του, ό­πως μας ε­δί­δα­ξε ο Μα­νό­λης Τρια­ντα­φυλ­λί­δης.
Στην Ελ­λά­δα σή­με­ρα δια­κρί­νου­με δύ­ο συ­μπτώ­μα­τα: α) μειω­μέ­νη ι­κα­νό­τη­τα της γλώσ­σας ν’ α­ντα­πο­κρι­θεί στις πολ­λα­πλα­σια­ζό­με­νες νέ­ες α­νά­γκες, να δώ­σει στις πα­λαιές λέ­ξεις και νέ­ες ση­μα­σί­ες, να πα­ρα­γά­γει απ’ τις υ­πάρ­χου­σες και άλ­λες, να πλά­σει και­νούρ­γιες ή, τέ­λος, ν’ α­φο­μοιώ­σει, ε­ξελ­λη­νί­ζο­ντας, ξέ­νες· β) συ­νε­χή και διευ­ρυ­νό­με­νη διείσ­δυ­ση και πα­ρεμ­βο­λή της ξέ­νης μέ­σα στη δι­κή μας που δεί­χνει να την ε­κτο­πί­ζει. Φυ­σι­κά, δεν εί­ναι τα μό­να· εί­ναι ό­μως τα πιο έκ­δη­λα μιας α­πει­λής που αρ­χί­ζει να δια­γρά­φε­ται σα­φέ­στα­τα: η ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα φαί­νε­ται σα να υ­πο­χω­ρεί μέ­σα στην ί­δια τη Χώ­ρα, σα να ε­γκα­τα­λεί­πε­ται α­πό μας τους ί­διους.
Η γλώσ­σα μας και οι ε­πι­στή­μο­νες
Σή­με­ρα, τα ε­πι­στη­μο­νι­κά-τε­χνι­κά ε­πι­τεύγ­μα­τα ε­πη­ρε­ά­ζουν ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο, σχε­δόν κα­θο­ρί­ζουν, το ρυθ­μό και τη μορ­φή της κα­θη­με­ρι­νής ζω­ής μας. Συ­να­κό­λου­θα γί­νε­ται ό­λο και πιο α­να­γκαί­α η συμ­με­το­χή ε­πι­στη­μο­νι­κά κα­ταρ­τι­σμέ­νων στε­λε­χών σε ό­λους σχε­δόν τους το­μείς κοι­νω­νι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας – κρα­τι­κής και ι­διω­τι­κής. ο α­ριθ­μός τους πολ­λα­πλα­σιά­ζε­ται, ο κοι­νω­νι­κός ρό­λος τους γί­νε­ται α­πο­φα­σι­στι­κά ση­μα­ντι­κός. Εί­ναι οι μη­χα­νι­κοί, οι φυ­σι­κοί και χη­μι­κοί, οι οι­κο­νο­μο­λό­γοι, οι ε­πι­στη­μο­νι­κά κα­ταρ­τι­σμέ­νοι λο­γι­στές, τα στε­λέ­χη τα κα­τάλ­λη­λα για τη σύγ­χρο­νη α­ντί­λη­ψη και τις με­θό­δους διοί­κη­σης των ε­πι­χει­ρή­σε­ων. Και εί­ναι αυ­τοί πού πλη­ρο­φο­ρού­νται και υ­πο­δέ­χο­νται, με­τα­φέ­ρουν ύ­στε­ρα στο κοι­νω­νι­κό σύ­νο­λο, τις νέ­ες γνώ­σεις και πλη­ρο­φο­ρί­ες, τις νέ­ες με­θό­δους, τα νέ­α προ­ϊ­ό­ντα, τις νέ­ες έν­νοιες, τους νέ­ους το­μείς ε­πι­χει­ρη­μα­τι­κής ή ε­παγ­γελ­μα­τι­κής δρα­στη­ριό­τη­τας. Ό­λα τού­τα περ­νούν μέσ’ απ’ τη δι­κή τους ε­ξει­δι­κευ­μέ­νη κα­τάρ­τι­ση και δια­νο­η­τι­κή ερ­γα­σί­α, κι ύ­στε­ρα με­τα­δί­δο­νται σ’ ε­μάς τους πολ­λούς.
Σε ποια γλώσ­σα ό­μως; Θα έ­πρε­πε στη γλώσ­σα της μιας ε­θνι­κής κοι­νό­τη­τας ο­πού α­νή­κο­με και ε­κεί­νοι και ε­μείς, σε γλώσ­σα δη­λα­δή που ε­ξε­λίσ­σε­ται και δια­μορ­φώ­νε­ται σαν ε­νιαί­ο σύ­στη­μα γρα­πτού και προ­φο­ρι­κού λό­γου. Ό­μως, ε­νιαί­ο γλωσ­σι­κό σύ­στη­μα δεν έ­χο­με και ό­σοι δε­χό­μα­στε πως η γλώσ­σα εί­ναι έ­να με τη σκέ­ψη, πρέ­πει να πα­ρα­δε­χτού­με πως, α­φού η γλώσ­σα του Έλ­λη­να ε­πι­στή­μο­να εί­ναι δια­σπα­σμέ­νη, εί­ναι και η σκέ­ψη του… Ό­ταν, λοι­πόν, ο ε­πι­στή­μο­νας δέχεται τον σύγ­χρο­νο κα­ταιω­νι­σμό α­πό νέ­ες πλη­ρο­φο­ρί­ες, με­θό­δους, προ­ϊ­ό­ντα, και μα­ζί τους τις α­ντί­στοι­χες νέ­ες λέ­ξεις και ό­ρους, η κα­τά­στα­ση της ε­θνι­κής του γλώσ­σας καλ­λιερ­γεί αυ­τό που ο Γιώρ­γος Θε­ο­το­κάς χα­ρα­κτή­ρι­σε “α­ο­ρι­στί­α του νου”, που κά­νει “τα πράγ­μα­τα να ξε­φεύ­γουν, τα ό­ριά τους να εί­ναι θο­λά, η ου­σί­α τους α­κα­τα­στά­λα­χτη”, τό­τε, η αυ­θόρ­μη­τη διέ­ξο­δος βρί­σκε­ται στην αυ­τού­σια με­τα­φο­ρά του ξέ­νου ό­ρου. Την ξε­κι­νά και την κα­θιε­ρώ­νει με τον προ­φο­ρι­κό λό­γο για­τί η ξέ­νη λέ­ξη προ­σφέ­ρει διέ­ξο­δο στην α­βε­βαιό­τη­τα και α­μη­χα­νί­α. Ύ­στε­ρα, ή με­τα­φέ­ρε­ται έ­τσι ξε­νό­γλωσ­σα και στο γρα­πτό, ή ε­πι­χει­ρεί­ται μια λε­κτι­κή με­τα­γλώτ­τι­ση στην ελ­λη­νι­κή. Γλώσ­σα ό­μως πα­ρα­μέ­νει, βα­σι­κά, ε­κεί­νη πού μι­λιέ­ται. Η με­τα­γλώτ­τι­ση στη γρα­πτή ελ­λη­νι­κή σπα­νίως α­πο­δί­δει την ου­σί­α προ­ϋ­πάρ­χει η πα­ραί­τη­ση απ’ την προ­σπά­θεια να ε­ντα­χθεί αυ­τή η ου­σί­α σε μια δό­μη­ση ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας, άρα και σκέ­ψης, για­τί με τον προ­φο­ρι­κό λό­γο έ­χο­με α­πο­δε­χθεί: και τη δι­κή μας α­δυ­να­μί­α, και το βό­λε­μα με τη χρή­ση της ξέ­νης.
Δυο σύγ­χρο­νοι α­με­ρι­κα­νοί φι­λό­σο­φοι, οι J. Fodor και J. Katj, γρά­φουν πως “δεν κα­τέ­χει κα­νείς μια γλώσ­σα ό­ταν μό­νο μπο­ρεί να μι­μεί­ται προ­τά­σεις που έ­χει α­κού­σει α­πό πριν, άλ­λα τό­τε μό­νο ό­ταν μπο­ρεί να κα­τα­νο­εί και να πα­ρά­γει προ­τά­σεις που δεν έ­χει α­πό πριν πο­τέ του α­κού­σει”(“Δευ­κα­λί­ων” 1969 -1). Η γλώσ­σα που λι­γό­τε­ρο μπο­ρούν να κα­τέ­χουν σή­με­ρα οι Έλ­λη­νες ε­πι­στή­μο­νες εί­ναι η ελ­λη­νι­κή. Έ­τσι, φτά­σα­με να δια­βά­ζο­με για το Marketing για τα Data, για τα Quota για τα Compilers ή, α­κό­μα, να μας προ­σφέ­ρε­ται στο γρα­πτό λό­γο μια α­ντί­στρο­φη ε­πε­ξή­γη­ση: ελ­λη­νι­κή λε­κτι­κή α­πό­δο­ση και δί­πλα, μέ­σα σε πα­ρέν­θε­ση, η πρω­τό­τυ­πη ξε­νι­κή δια­τύ­πω­ση. ε­πε­ξη­γού­με τα ελ­λη­νι­κά χρη­σι­μο­ποιώ­ντας τα ξέ­να.
Α­πό τις ξέ­νες λέ­ξεις, ό­σες εί­ναι το ντύ­μα χει­ρο­πια­στών ε­πι­νο­η­μά­των που μπαί­νουν στην κα­θη­με­ρι­νή ζω­ή, αυ­τές περ­νά­νε και στο λα­ό. Άλ­λες, που α­ντα­πο­κρί­νο­νται σε α­φη­ρη­μέ­νες έν­νοιες, σε με­θό­δους, σε νέ­ους κλά­δους της ε­πι­στή­μης, κυ­κλο­φο­ρούν γύ­ρω μας σα σύμ­βο­λα ε­νός νέ­ου ιε­ρα­τεί­ου. Κι ο μέ­σος Έλ­λη­νας, ι­διαί­τε­ρα ο νέ­ος, α­ντι­λαμ­βά­νε­ται πως, για να προ­σεγ­γί­σει τα Marketing, τα Data και τα Compilers και να ε­πι­κοι­νω­νή­σει μ’ αυ­τό το και­νούρ­γιο ιε­ρα­τεί­ο και τις γνώ­σεις πού κρα­τά, χρειά­ζε­ται μιαν άλ­λη γλώσ­σα. η δι­κή του τού εί­ναι α­νε­παρ­κής.
Η γλώσ­σα μας δεν α­φο­μοιώ­νει πια
Θα πα­ρα­τη­ρη­θεί ί­σως, πως ό,τι συμ­βαί­νει ε­δώ με τις ξέ­νες λέ­ξεις που α­ντα­πο­κρί­νο­νται σε και­νούρ­για πράγ­μα­τα ή έν­νοιες, συμ­βαί­νει και στη Δυ­τι­κή Ευ­ρώ­πη — ό­χι φυ­σι­κά στην ί­δια έ­κτα­ση. Χρη­σι­μο­ποιούν και οι Γάλ­λοι π.χ. το Marketing, ό­πως έ­χουν ει­σα­γά­γει και το Leader. Μό­νο πως ε­κεί, η α­φο­μοί­ω­ση μέσ’ απ’ τον προ­φο­ρι­κό και το γρα­πτό λό­γο εί­ναι ευ­χε­ρής. Για­τί οι γλώσ­σες τους εί­ναι ό­λες λα­τι­νο­γε­νείς, το αλ­φά­βη­το κοι­νό, η ο­πτι­κή προ­σέγ­γι­ση οι­κεί­α και, γι’ αυ­τούς τους λό­γους, ευ­χε­ρής η α­φο­μοί­ω­ση κα­τά την προ­σφο­ρά. η ξέ­νη λέ­ξη εν­σω­μα­τώ­νε­ται στη ντό­πια λα­λιά. Ε­δώ ό­μως, το ση­μειώ­σα­με, δια­τη­ρεί­ται τώ­ρα ξέ­νη γρα­φή, ε­πι­χει­ρεί­ται η δια­τή­ρη­ση και της ξέ­νης προ­φο­ράς (μά­λι­στα η τε­λευ­ταί­α προ­σέ­χε­ται και ε­λέγ­χε­ται α­πό με­ρι­κούς γλωσ­σο­μα­θείς μας πο­λύ αυ­στη­ρά). Η διείσ­δυ­ση της ξέ­νης γλώσ­σας λοι­πόν αλ­λοιώ­νει τη δι­κή μας κα­τά τη φυ­σιο­γνω­μί­α και αυ­τή η αλ­λοί­ω­ση, δη­λα­δή η νό­θευ­ση της φυ­σιο­γνω­μί­ας της γλώσ­σας μας, α­πει­λεί και την ε­θνι­κή μας φυ­σιο­γνω­μί­α. Πρά­γμα πο­λύ ση­μα­ντι­κό, για ό­σους βέ­βαια εν­δια­φέ­ρο­νται ου­σια­στι­κά για την ελ­λη­νι­κό­τη­τα του λα­ού μας και του τό­που μας.
Η ε­πε­κτει­νό­με­νη ε­πι­κοι­νω­νί­α μας με τον έ­ξω κό­σμο, ι­διαί­τε­ρα τον Δυ­τι­κό, ο πολ­λα­πλα­σια­σμός του α­ριθ­μού των νέ­ων που τρέ­πο­νται προς α­νώ­τε­ρες σπου­δές, οι νέ­οι το­μείς πού α­νοί­γει η α­νά­πτυ­ξη των ε­πι­στη­μών και η γε­νι­κή –α­κρι­βέ­στε­ρα α­ό­ρι­στη– αί­σθη­ση πως κά­τι αλ­λά­ζει στις α­ντι­λή­ψεις και με­θό­δους δι­δα­σκα­λί­ας, βρή­καν τον Τό­πο α­πα­ρά­σκευο, α­νά­με­σα σ’ άλ­λα, στην Παι­δεί­α και, σ’ α­διά­σπα­στη συ­νάρ­τη­ση μ’ αυ­τή, και στη Γλώσ­σα. Εί­ναι η ί­δια πά­λι κοι­νή α­φε­τη­ρί­α, απ’ ό­που ξε­κι­νά α­κό­μα μια δια­φο­ρά α­νά­με­σα σ’ ε­κεί­νο που συ­νέ­βαι­νε χτες και σ’ αυ­τό που πα­ρα­τη­ρεί­ται σή­με­ρα.
Άλ­λο­τε, οι γο­νείς πα­ρε­σκεύ­α­ζαν τα παι­διά τους για α­νώ­τε­ρες σπου­δές που θα πα­ρα­κο­λου­θού­σαν στα ελ­λη­νι­κά α­νώ­τα­τα εκ­παι­δευ­τι­κά ι­δρύ­μα­τα. Οι σπου­δές στο Ε­ξω­τε­ρι­κό α­πο­τε­λού­σαν χρή­σι­μο με­τα­πτυ­χια­κό συ­μπλή­ρω­μα, πε­ρισ­σό­τε­ρο για ει­δί­κευ­ση. το πο­σο­στό πού συ­νέ­χι­ζε μ’ αυ­τές ή­ταν πε­ριο­ρι­σμέ­νο.
Σή­με­ρα, χι­λιά­δες οι­κο­γέ­νειες πα­ρα­σκευά­ζουν τα παι­διά τους να ξε­κι­νή­σουν τις πα­νε­πι­στη­μια­κές σπου­δές τους στο Ε­ξω­τε­ρι­κό. Μα­ζί με άλ­λες συ­νέ­πειες αυ­τού του φαι­νο­μέ­νου, δια­πι­στώ­νε­ται και τού­τη: η εκ­μά­θη­ση της ξέ­νης γλώσ­σας δεν εί­ναι πια μέ­σο για πε­ρισ­σό­τε­ρη μόρ­φω­ση, για μιαν α­με­σό­τε­ρη ε­πι­κοι­νω­νί­α με τους πνευ­μα­τι­κούς θη­σαυ­ρούς και τα ε­πι­τεύγ­μα­τα άλ­λων λα­ών, ή έ­στω για πρό­σθε­τες πρα­κτι­κές α­νά­γκες του ε­παγ­γελ­μα­τι­κού βί­ου. Στη συ­νεί­δη­ση και στην κρί­ση του νέ­ου Έλ­λη­να και των γο­νιών του, η ξέ­νη γλώσ­σα προ­βάλ­λει τώ­ρα σαν το α­να­γκαί­ο, το βα­σι­κό όρ­γα­νο της ε­πι­στη­μο­νι­κής του κα­τάρ­τι­σης α­πό τα πρώ­τα της βή­μα­τα. Έ­τσι, ο νέ­ος που απ’ το Γυ­μνά­σιο προ­γραμ­μα­τί­ζει α­νώ­τε­ρες σπου­δές στο Ε­ξω­τε­ρι­κό το­πο­θε­τεί πρώ­τη, στην κρί­ση του και στη συ­νεί­δη­ση του, την ξέ­νη γλώσ­σα. τη δι­κή του την ε­κτι­μά σα δευ­τε­ρό­τε­ρη. Κά­τι χει­ρό­τε­ρο: η τέ­λεια εκ­μά­θη­ση του φαί­νε­ται α­να­γκαί­α για την ξέ­νη γλώσ­σα. η δι­κή του τού χρειά­ζε­ται μό­νο για να συ­νεν­νο­εί­ται ε­νώ, για να μορ­φω­θεί και να στα­διο­δρο­μή­σει, του χρειά­ζε­ται η άλ­λη.
Ο κίν­δυ­νος, σαν ε­περ­χό­με­νος, εί­χε ε­πι­ση­μαν­θεί σχε­τι­κά έ­γκαι­ρα. Το Μάρ­τιο του 1964 ο Ευάγ­γε­λος Πα­πα­νού­τσος έ­λε­γε: “Λέ­με συ­νή­θως, ή έ­ντα­ξή μας στην Ευ­ρω­πα­ϊ­κή Κοι­νό­τη­τα (Κοι­νή Α­γο­ρά κλπ.) πό­σο ευερ­γε­τι­κή θα εί­ναι, ή τι κιν­δύ­νους κλεί­νει μέ­σα της κ.λπ., αλ­λά δεν έ­χο­με, νο­μί­ζω, πολ­λοί συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει το τι μας πε­ρι­μέ­νει απ’ αυ­τή την έ­ντα­ξη, ε­άν δεν λύ­σο­με με­ρι­κά βα­σι­κά προ­βλή­μα­τα της ε­θνι­κής μας ζω­ής. Ε­δώ, ό­πως γε­μί­σα­με κά­πο­τε, και γε­μί­ζο­με, α­πό ξέ­να ε­μπο­ρι­κά γρα­φεί­α, α­πό βιο­μη­χα­νί­ες, που α­ντι­προ­σω­πεύ­ουν ερ­γο­στά­σια ε­ξω­τε­ρι­κού, α­πό του­ρι­στι­κά γρα­φεί­α, α­πό Τρά­πε­ζες, θα χρεια­στεί να έ­χο­με μια γλώσ­σα ζω­ντα­νή, ε­θνι­κή, ώ­στε μα­ζί με αυ­τή τη γλώσ­σα να δια­τη­ρή­σο­με την ε­θνι­κή μας συ­νεί­δη­ση και υ­πό­στα­ση. Δια­φο­ρε­τι­κά μας πε­ρι­μέ­νει ο Φρα­γκο­λε­βα­ντι­νι­σμός: θα αρ­χί­σο­με να μι­λά­με τα Γαλ­λι­κά, τα Αγ­γλι­κά ή τα Γερ­μα­νι­κά, να τα γρά­φο­με, να τα α­παι­τού­με και να μι­λού­με την Ελ­λη­νι­κή μο­νά­χα στο σπί­τι με τους γε­ρο­ντό­τε­ρους ή με τις υ­πη­ρέ­τριές μας…”.
Σή­με­ρα ο κίν­δυ­νος δεν έρ­χε­ται πια αλ­λά άρ­χι­σε να φτά­νει και ν’ α­πλώ­νε­ται. Εί­ναι, ί­σως, σύ­μπτω­μα μιας βα­θύ­τε­ρης ε­θνι­κής κρί­σης; Το 1922, ο Δη­μή­τρης Γλη­νός (“Γλώσ­σα και Έ­θνος”) έ­γρα­φε: “Λα­οί που δεν έ­χουν συ­νεί­δη­ση του ε­γώ των και αυ­το­πε­ποί­θη­ση λα­τρεύ­ουν κά­θε τι το ξέ­νο και το με­τα­φέ­ρουν αυ­τού­σιο στον ε­αυ­τό τους”. Ε­μείς αρ­χί­σα­με να με­τα­φέ­ρο­με αυ­τού­σια και την ξέ­νη γλώσ­σα, α­φού σπά­σα­με τη δι­κή μας, της α­νοί­ξα­με τα ρήγ­μα­τα, την κα­τα­κερ­μα­τί­σα­με. Τη συ­νεί­δη­σή μας δεν την έ­χο­με χά­σει (α­κό­μα). τι γί­νε­ται ό­μως με την αυ­το­πε­ποί­θη­σή μας;

*Το κεί­με­νο του Α­να­στά­σιου Πε­πο­νή εί­χε δη­μο­σιευ­τεί σε μια πρώ­τη ε­κτε­νέ­στε­ρη μορ­φή στο «Βή­μα» κα­τά τη διάρ­κεια της δι­κτα­το­ρί­ας το 1972 και στη συ­νέ­χεια εί­χε κυ­κλο­φο­ρή­σει α­πό την Ε­ται­ρεί­α Με­λέτης Ελ­λη­νι­κών Προ­βλη­μά­των στις Εκ­δό­σεις Κέ­δρος μα­ζί με κεί­με­να των Α­λ. Αρ­γυ­ρί­ου, Ι.Θ. Κα­κρι­δή, Κ. Κου­λου­φά­κου, Τ. Σι­νό­που­λου, με τον τί­τλο Το γλωσ­σι­κό μας πρό­βλη­μα. Δη­μο­σιεύ­ου­με τα μέ­ρη που α­φο­ρούν στην ει­σβο­λή των ξέ­νων λέ­ξε­ων και τύ­πων.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*