Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 31, Περιοδικό Άρδην

η κυπριακή ιδιαιτερότητα και οι ιδεολογικές χρήσεις της

του Σάββα Παύλου

Σ’ ό­λα τα μέ­ρη του ελ­λη­νι­σμού πα­λιά και μέ­χρι σή­με­ρα, οι ι­διαι­τε­ρό­τη­τες των δια­φό­ρων πε­ριο­χών ή­ταν και εί­ναι σε ποι­κί­λες μορ­φές α­ντα­γω­νι­σμού και α­ντί­θε­σης με τα ε­πι­κρα­τή­σα­ντα γε­νι­κά και, κυ­ρί­ως, εκ­πο­ρευό­με­να α­πό το κέ­ντρο. Οι α­ντι­θέ­σεις αυ­τές, νό­μι­μες και γό­νι­μες, δεν λει­τουρ­γούν στη βά­ση του αλ­λη­λο­α­πο­κλει­σμού, ό­που η θέ­ση του ε­νός προ­ϋ­πο­θέ­τει την άρ­ση του άλ­λου, αλ­λά προ­κα­λούν μια νέ­α μί­ξη και δη­μιουρ­γι­κό­τη­τα μέ­σα στο γε­νι­κό­τε­ρο αί­σθη­μα σύ­μπλευ­σης και συ­μπό­ρευ­σης. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, τα τε­λευ­ταί­α χρό­νια, ση­μειώ­νε­ται σ’ ό­λα σχε­δόν τα μέ­ρη της Ελ­λά­δας η α­νά­δυ­ση του το­πι­κού (πε­ρι­φε­ρεια­κά λο­γο­τε­χνι­κά πε­ριο­δι­κά, εκ­δό­σεις, αν­θο­λο­γί­ες σύγ­χρο­νης λο­γο­τε­χνι­κής κα­τά­θε­σης δια­φό­ρων πε­ριο­χών, με­λέ­τες για την το­πι­κή λο­γο­τε­χνί­α και πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, κ.λπ.) που δί­νει νέ­ες προ­ε­κτά­σεις στη σύγ­χρο­νη πο­λι­τι­στι­κή ζω­ή της χώ­ρας. Πέ­ραν της α­νά­πτυ­ξης του πά­ντο­τε ζω­ο­γό­νου πο­λυ­κε­ντρι­σμού, με την τά­ση αυ­τή α­να­δει­κνύ­ο­νται μορ­φές και δη­μιουρ­γί­ες ι­κα­νές και ά­ξιες που α­γνο­ού­νται -εκ­δη­λώ­νε­ται πολ­λές φο­ρές η α­ντί­θε­ση στην α­ξιο­λό­γη­ση και τον Κα­νόνα που ε­πέ­βα­λε η κυ­ρί­αρ­χη ο­πτι­κή του α­θη­να­ϊ­κού μο­νο­κε­ντρι­σμού- ή, α­κό­μη, προ­τεί­νο­ντας μια πιο λι­τή και υ­πό­γεια πα­ρου­σί­α, εκ­φρά­ζε­ται η άρ­νη­ση στη σύγ­χρο­νη εκ­δο­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα του κέ­ντρου που χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται α­πό τις συ­ντα­γές της ε­μπο­ρι­κό­τη­τας, τις δη­μό­σιες σχέ­σεις, την ε­ξάρ­τη­ση α­πό τα μέ­σα μα­ζι­κής ε­νη­μέ­ρω­σης και τα φώ­τα δη­μο­σιό­τη­τας και γε­νι­κό­τε­ρα τη φι­λο­λο­γι­κή και λο­γο­τε­χνι­κή γκλα­μου­ριά.
Γι’ αυ­τό πρέ­πει να διευ­κρι­νί­σω ε­δώ ό­τι, με­λε­τώ­ντας την κυ­πρια­κή ι­διαι­τε­ρό­τη­τα και τις ι­δε­ο­λο­γι­κές χρή­σεις της, δεν α­να­φέ­ρο­μαι στις γό­νι­μες και νό­μι­μες α­ντι­θέ­σεις της σύ­μπλευ­σης και της συ­μπό­ρευ­σης αλ­λά σ’ ε­κεί­νη τη στά­ση που κα­θιε­ρώ­νει και θε­σμο­θε­τεί την κυ­πρια­κή α­πο­μό­νω­ση και την ε­παρ­χια­κή ε­πα­νά­παυ­ση κα­θώς και τον πε­ριο­ρι­σμό στα καθ’ η­μάς, την τά­ση α­να­γω­γής του κυ­πρια­κού ε­παρ­χιω­τι­σμού σε αύ­ταρ­κες πο­λι­τι­στι­κό μόρ­φω­μα, της πε­ρι­χα­ρά­κω­σης α­πό το νε­ο­ελ­λη­νι­κό.
Για­τί η κυ­πρια­κή ι­διαι­τε­ρό­τη­τα α­πέ­κτη­σε ι­διαί­τε­ρο υ­περ­το­νι­σμό, προ­ή­χθη σε κυ­ρί­αρ­χο στοι­χεί­ο που δια­χω­ρί­ζεται α­πό το ευ­ρύ­τε­ρο νε­ο­ελ­λη­νι­κό. Πι­στεύ­ω ό­τι αυ­τό εί­ναι α­πο­τέ­λε­σμα της ήτ­τας του ε­θνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κού κι­νή­μα­τος της Κύ­πρου λό­γω κυ­ρί­ως της τουρ­κι­κής α­νά­σχε­σης, των ε­σω­τε­ρι­κών α­δυ­να­μιών και του ρό­λου των ξέ­νων συμ­φε­ρό­ντων στην πε­ριο­χή.
Η πρό­τα­σή μου αυ­τή προς το πα­ρόν πα­ρα­μέ­νει α­να­πό­δει­κτη, ί­σως η ο­λο­κλή­ρω­ση της ει­σή­γη­σής μου να τη στη­ρί­ξει εν μέ­ρει.
Πα­λαιό­τε­ρα, κα­τά την ε­πο­χή της τουρ­κο­κρα­τί­ας, οι α­να­φο­ρές στον κυ­πρια­κό ελ­λη­νι­σμό τό­σον εκ μέ­ρους των Τούρ­κων και των ξέ­νων ό­σον, κυ­ρί­ως, εκ μέ­ρους των Κυ­πρί­ων και των άλ­λων Ελ­λή­νων, δεν δια­φο­ρο­ποιού­σε την Κύ­προ α­πό τον υ­πό­λοι­πο ελ­λη­νι­σμό. Στην παί­ζου­σα ά­μα και σπου­δά­ζου­σα Βα­βυ­λω­νί­α του Βυ­ζά­ντιου, πα­ρά τις α­ντι­θέ­σεις, ι­διω­μα­τι­κές δια­φο­ρές και πα­ρε­ξη­γή­σεις με­τα­ξύ των πρω­τα­γω­νι­στών της, α­νά­με­σά τους και ο Κύ­πριος, κατ’ αρ­χάς και εν τέ­λει, ό­λοι ο­μο­νο­ούν και συ­μπο­ρεύ­ο­νται.
Ο υ­περ­το­νι­σμός και η χρή­ση της κυ­πρια­κής ι­διαι­τε­ρό­τη­τας ως στοι­χεί­ο δια­χω­ρι­σμού της Κύ­πρου α­πό τον υ­πό­λοι­πο ελ­λη­νι­σμό ε­γκαι­νιά­ζε­ται α­πό την αγ­γλο­κρα­τί­α. Για να α­ντι­με­τω­πί­σουν τις διεκ­δι­κή­σεις και το α­νερ­χό­με­νο ε­θνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό κί­νη­μα της ελ­λη­νι­κής πλειο­ψη­φί­ας για αυ­το­διά­θε­ση και έ­νω­ση με τον ελ­λη­νι­κό μη­τρο­πο­λι­τι­κό κορ­μό, οι Άγ­γλοι κι­νού­νται στα πλαί­σια ε­νός προ­γράμ­μα­τος ε­ξαγ­γλι­σμού, που τα­κτι­κά το πα­ρα­με­ρί­ζουν λό­γω των α­ντι­δρά­σε­ων και των δυ­σκο­λιών για ε­πί­τευ­ξή του, και ε­νός προ­γράμ­μα­τος ε­θνι­κού α­πο­χρω­μα­τι­σμού των Ελ­λή­νων του νη­σιού με τον υ­περ­το­νι­σμό της ι­διω­μα­τι­κής ταυ­τό­τη­τας και των δια­φο­ρο­ποιών, α­πό τον υ­πό­λοι­πο ελ­λη­νι­σμό, στοι­χεί­ων για τη δη­μιουρ­γί­α μιας κυ­προ­κε­ντρι­κής ε­θνι­κής συ­νεί­δη­σης που δεν θα προ­σα­να­το­λί­ζε­ται προς την Ελ­λά­δα2. Την ί­δια ώ­ρα, και πρέ­πει να το προ­σέ­ξου­με αυ­τό, για να αυ­ξή­σουν τις δυ­σκο­λί­ες στο ε­νω­τι­κό κί­νη­μα και για να ε­δραιώ­σουν κα­λύ­τε­ρα τα ε­ρεί­σμα­τά τους, ε­νί­σχυαν τον ε­κτουρ­κι­σμό και την δη­μιουρ­γί­α τουρ­κι­κής ε­θνι­κής συ­νεί­δη­σης στα μέ­λη της μου­σουλ­μα­νι­κής μειο­νό­τη­τας, που αρ­κε­τά απ’ αυ­τά ελ­λη­νο­φω­νού­σαν α­φού ή­ταν α­πό­γο­νοι ε­ξι­σλα­μι­σθέ­ντων, σε δύ­σκο­λες πε­ριό­δους, Ελ­λή­νων3.
Εξ άλ­λου η δια­δι­κα­σί­α της ε­θνο­γέ­νε­σης, με την έν­νοια του σύγ­χρο­νου έ­θνους-κρά­τους, εί­χε βρα­δύ­τε­ρους ρυθ­μούς στους τουρ­κό­φω­νους πλη­θυ­σμούς, τό­σον στην Κύ­προ ό­σο και στην πο­λυε­θνι­κή Ο­θω­μα­νι­κή αυ­το­κρα­το­ρί­α. Η τα­κτι­κά, δυ­στυ­χώς, ε­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη θέ­ση (εί­τε για λό­γους σύμ­βα­σης με κυ­ρί­αρ­χα μο­ντέ­λα α­νά­δυ­σης εί­τε για λό­γους τή­ρη­σης ί­σων α­πο­στά­σε­ων ό­πως ε­πι­βά­λλει μια προ­ο­δευ­τί­ζου­σα ι­δε­ο­λο­γί­α) ό­τι, δη­λα­δή, ο νε­ο­κυ­πρια­κι­σμός ή­ταν μια προ­σπά­θεια των Άγ­γλων που α­πευ­θυ­νό­ταν και στους Τουρ­κο­κυ­πρί­ους α­πο­δει­κνύ­ε­ται, α­πό τα ι­στο­ρι­κά δε­δο­μέ­να, ως κα­τα­σκευα­σμέ­νη και α­στή­ρι­κτη. Οι α­παι­τή­σεις της μου­σουλ­μα­νι­κής μειο­νό­τη­τας του νη­σιού δεν προ­κα­λού­σαν κα­νέ­να πρό­βλη­μα στην α­ποι­κιο­κρα­τί­α. Το πρό­βλη­μα ή­ταν πά­ντα οι α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κές διεκ­δι­κή­σεις του κυ­πρια­κού ελ­λη­νι­σμού4.
Μπρο­στά λοι­πόν στην αγ­γλι­κή τα­κτι­κή η ο­ποί­α, για να α­ντι­με­τω­πί­σει το αί­τη­μα της έ­νω­σης της Κύ­πρου με την Ελ­λά­δα, τό­νι­ζε τη διά­κρι­ση του κυ­πρια­κού πο­λι­τι­σμού α­πό τον ευ­ρύ­τε­ρο ελ­λη­νι­κό, την ύ­παρ­ξη δηλ. ι­διαί­τε­ρων γνω­ρι­σμά­των [=κυ­πρια­κή ι­διαι­τε­ρό­τη­τα] που τον δια­φο­ρο­ποιού­σαν ση­μα­ντι­κά, αρ­κε­τοί Κύ­πριοι δια­νο­ού­με­νοι ε­γκολ­πώ­θη­καν την ά­πο­ψη ό­τι η εμ­μο­νή σε ι­διω­μα­τι­κά στοι­χεί­α ε­νί­σχυε το ο­πλο­στά­σιο του ε­χθρού, γι’ αυ­τό πρό­τει­ναν την πλή­ρη ε­ναρ­μό­νι­ση με τα πα­νελ­λη­νί­ως κα­θιε­ρω­μέ­να ό­σον α­φο­ρά, κυ­ρί­ως, τη γλωσ­σι­κή έκ­φρα­ση και τη θε­μα­το­γρα­φί­α5.
Εν­δει­κτι­κό πα­ρά­δειγ­μα: Το 1950, ο Γλαύ­κος Α­λι­θέρ­σης έ­στει­λε στο πε­ριο­δι­κό Κυ­πρια­κά Γράμ­μα­τα έ­να μέ­ρος α­πό τα ποι­ή­μα­τά του που ή­ταν γραμ­μέ­να στην κυ­πρια­κή διά­λε­κτο, ό­μως η διεύ­θυν­ση του πε­ριο­δι­κού τα α­πέρ­ρι­ψε. Σε ε­πι­στο­λή του προς τον Α­λι­θέρ­ση, σχε­τι­κή με τη μη δη­μο­σί­ευ­σή τους, ο Νί­κος Κρα­νι­διώ­της α­νέ­φε­ρε και τα α­κό­λου­θα­ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά λό­για:
“Ω­ραί­α, γνή­σια, κα­λο­δου­λε­μέ­να. Μα ε­μείς πο­λε­μού­με τώ­ρα αυ­τή τη τα­κτι­κή. Αν κά­πο­τε λό­γοι ι­στο­ρι­κοί ε­πέ­βα­λαν τη δη­μιουρ­γί­α κυ­πρια­κής ι­διω­μα­τι­κής ποί­η­σης, σή­με­ρα, ι­στο­ρι­κοί λό­γοι ε­πι­βάλ­λουν α­κρι­βώς το α­ντί­θε­το. Δε θέ­λου­με να ε­νι­σχύ­σου­με την προ­σπά­θεια της [α­ποι­κια­κής] κυ­βέρ­νη­σης να μας πα­ρου­σιά­ζει σαν ‘ι­διά­ζου­σα ε­θνι­κό­τη­τα’ -ε­μάς τους Κύ­πριους- με ι­διαί­τε­ρη γλώσ­σα, ι­διαί­τε­ρη λο­γο­τε­χνί­α, ι­διαί­τε­ρες πα­ρα­δό­σεις κ.λπ.”6
Στη συ­ζή­τη­ση για τα θέ­μα­τα αυ­τά α­ξιο­ση­μεί­ω­τη εί­ναι και η πα­ρέμ­βα­ση του Στρα­τή Τσίρ­κα με α­φορ­μή τη με­λέ­τη του Γλαύ­κου Α­λι­θέρ­ση γιά τον Βα­σί­λη Μι­χα­η­λί­δη. Πα­ρου­σιά­ζο­ντας τη με­λέ­τη στην ε­φη­με­ρί­δα του Κα­ΐ­ρου Πά­ροι­κος, ο Στρα­τής Τσίρ­κας συ­νι­στού­σε προ­σο­χή για το θέ­μα του ι­διώ­μα­τος, για­τί, ό­πως ο Χί­τλερ στον τε­λευ­ταί­ο πό­λε­μο α­πο­κα­λύ­φθη­κε αυ­τό­κλη­τος προ­στά­της της λο­γο­τε­χνί­ας στις δια­λέ­κτους της Προ­βη­γκί­ας και της Βρετ­τά­νης, α­φού ό,τι μπο­ρού­σε να δια­σπά­σει την ε­θνι­κή ε­νό­τη­τα της κα­τα­κτη­μέ­νης Γαλ­λί­ας ή­τα­νε κα­λό και συμ­φέ­ρον γι αυ­τόν, έ­τσι και οι άν­θρω­ποι της α­ποι­κιο­κρα­τί­ας μπο­ρεί να προ­κα­λού­σαν πα­ρό­μοια, ει­δι­κά την ε­πο­χή αυ­τή που υ­πήρ­χε προ­πα­γάν­δι­ση ι­δε­ών για κυ­πρια­κό έ­θνος και κυ­πρια­κό κρά­τος7.
Εν­δει­κτι­κό των το­πο­θε­τή­σε­ων και της ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­ας που α­να­πτύ­χθη­κε γύ­ρω α­πό το θέ­μα αυ­τό εί­ναι και το α­κό­λου­θο α­πό­σπα­σμα α­πό συ­νέ­ντευ­ξη του ποι­η­τή Κώ­στα Μό­ντη: “θυ­μά­μαι, ό­ταν ε­ξέ­δω­σα τα πρώ­τα μου ποι­ή­μα­τα στο κυ­πρια­κό γλωσ­σι­κό ι­δί­ω­μα, ε­λέ­χθη α­πό κο­ντό­φθαλ­μο κρι­τι­κό πως αυ­τά τα πράγ­μα­τα μας α­πο­κό­πτουν α­πό τον ε­θνι­κό κορ­μό. Εί­ναι α­κρι­βώς το α­ντί­θε­το που συμ­βαί­νει. Το κυ­πρια­κό γλωσ­σι­κό ι­δί­ω­μα εί­ναι μια ρί­ζα της πα­νελ­λή­νιας γλώσ­σας. Μια ρί­ζα που δεν έ­δω­σε α­κό­μα τους καρ­πούς και τους χυ­μούς που μπο­ρού­σε να δώ­σει εις την πα­νελ­λή­νια γλώσ­σα”8.
Αυ­τή η ε­πο­χή, των έ­ντο­νων προ­βλη­μα­τι­σμών και συ­ζη­τή­σε­ων για τα ι­διαί­τε­ρα πο­λι­τι­στι­κά στοι­χεί­α του νη­σιού, συ­μπί­πτει με τις ε­πι­σκέ­ψεις του Γ. Σε­φέ­ρη στην Κύ­προ. Μας εν­δια­φέ­ρει, πι­στεύ­ω, να δού­με πως α­ντι­με­τώ­πι­σε το θέ­μα ο ποι­η­τής. Ο Σε­φέ­ρης πλη­ρο­φο­ρεί­ται α­μέ­σως για τους προ­βλη­μα­τι­σμούς των κυ­πρια­κών πνευ­μα­τι­κών κύ­κλων. Τη δεύ­τε­ρη μέ­ρα της πρώ­της ε­πί­σκε­ψής του στο νη­σί, το 1953, κα­τα­γρά­φει τη συ­ζή­τη­σή του με τον για­τρό και λό­γιο Κύ­προ Χρυ­σάν­θη που του α­νέ­φε­ρε ό­τι α­πο­φεύ­γουν να στρα­φούν στις το­πι­κές πα­ρα­δό­σεις και στην ι­διαί­τε­ρη λα­ο­γρα­φί­α, γλώσ­σα κτλ. του νη­σιού, για να μη γί­νει εκ­με­τάλ­λευ­ση α­πό τους Άγ­γλους ό­τι η Κύ­προς δεν εί­ναι ελ­λη­νι­κή9.
Φαί­νε­ται ό­τι αυ­τές οι α­πό­ψεις προ­βλη­μά­τι­σαν έ­ντο­να τον Σε­φέ­ρη γι αυ­τό και τις εν­σω­μά­τω­σε στο α­νέκ­δο­το μυ­θι­στό­ρη­μά του Βαρ­νά­βας Κα­λο­στέ­φα­νος δί­νο­ντας ταυ­το­χρό­νως και τη δι­κή του α­πά­ντη­ση: Ο Πα­να­γιώ­της, Κύ­πριος ή­ρω­ας του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος που εί­ναι με­λε­τη­τής της ι­στο­ρί­ας και των πα­ρα­δό­σε­ων του νη­σιού, α­να­φέ­ρει στον Σταύ­ρο, τον Ελ­λα­δί­τη α­φη­γη­τή, ό­τι η κυ­προ­λο­γι­κή με­λέ­τη που κα­τα­πιά­νε­ται “εί­ναι α­κό­μη μια δου­λειά που θα πρέ­πει να βγει ό­ταν ε­λευ­θε­ρω­θού­με”. Στην α­πο­ρί­α του Σταύ­ρου, για­τί αυ­τή η στά­ση, α­πα­ντά: “Για­τί τώ­ρα, ό­πως εί­ναι τα πράγ­μα­τα, κά­θε ερ­γα­σί­α που δεί­χνει την ι­διορ­ρυθ­μί­α της Κύ­πρου μας βλά­πτει. Έ­χω την ε­ντύ­πω­ση πως θα την αρ­πά­ξουν αυ­τοί (εν­νο­ού­σε τους Άγ­γλους) για να προ­σθέ­σουν έ­να α­κό­μη ε­πι­χεί­ρη­μα πως δεν εί­μα­στε Έλ­λη­νες[…]”.
Η α­πά­ντη­ση του Κύ­πριου με­λε­τη­τή προ­κα­λεί την α­ντί­δρα­ση του Σταύ­ρου που θα το­νί­σει: “Μα ό­λη η Ελ­λά­δα εί­ναι έ­τσι, ό­που και να πας, θα βρεις μια το­πι­κή πα­ρά­δο­ση α­κό­μη και στα ά­το­μα εί­ναι το ί­διο”. Ο Σταύ­ρος θα προ­σθέ­σει α­κό­μη πιο έ­ντο­να: “Τέ­τοια εί­ναι η ι­διο­συ­γκρα­σί­α μας, δε δε­χτή­κα­με πο­τέ τους ο­δο­στρω­τή­ρες”10.
Φαί­νε­ται ό­τι η συ­ζή­τη­ση του Σε­φέ­ρη με τους Κύ­πριους λό­γιους, για το θέ­μα των ι­διω­μα­τι­κών στοι­χεί­ων, συ­νε­χί­στη­κε για­τί στην πρό­τα­ξη της συ­νέ­ντευ­ξης που πή­ρε α­πό τον ποι­η­τή για το πε­ριο­δι­κό Κυ­πρια­κά Γράμ­μα­τα, ο Κύ­προς Χρυ­σάν­θης θα το­νί­σει και τα α­κό­λου­θα:
“Εί­ναι φα­νε­ρό πως η ζω­ντα­νή πα­ρά­δο­ση που ζει α­κό­μα στην ε­παρ­χί­α, προ­πα­ντός στα α­πο­μο­νω­μέ­να μέ­ρη που δεν τα έ­πνι­ξε η σω­ρεί­α των λο­γί­ων γυ­πών, κα­τα­σπα­ρά­ζο­ντας την ελ­λη­νι­κή α­γνό­τη­τα αι­σθή­μα­τος, δια­νο­ή­μα­τος και εκ­φρά­σε­ως, έ­χει κα­τα­κυ­ριεύ­σει τον Σε­φέ­ρη. Δυο τρεις φο­ρές έ­χω α­ντι­λη­φθή μια ευ­χή του να συ­νερ­γα­στεί με την ε­παρ­χί­α, για­τί βρί­σκει τό­ση πα­ρά­δο­ση σ’ αυ­τή. Μου φαί­νε­ται πως δε θ’ αρ­γή­σει να γί­νει πραγ­μα­τι­κό­τη­τα η ευ­χή του, αρ­χί­ζο­ντας τη συ­νερ­γα­σί­α με τα Κυ­πρια­κά Γράμ­μα­τα. Αυ­τό ό­μως μας ο­δη­γεί και κά­που αλ­λού: στην τό­νω­ση της πί­στε­ώς μας στα δι­κά μας ι­διά­ζο­ντα στοι­χεί­α. Πι­στεύ­ου­με, δη­λα­δή, πως α­πό τα δι­κά μας στοι­χεί­α τα ι­διά­ζο­ντα στην ελ­λη­νι­κή ε­παρ­χί­α, ό­πως εί­ναι η Κύ­προς (ό­χι βέ­βαια διοι­κη­τι­κής), μπο­ρού­με να δη­μιουρ­γή­σου­με έρ­γο ι­διό­τυ­πο χω­ρίς να προ­δώ­σου­με το ελ­λη­νι­κό στοι­χεί­ο. Κά­τι τέ­τοιο πι­στεύ­ει ο Σε­φέ­ρης: πως κά­θε ε­παρ­χί­α α­πό τα ι­διά­ζο­ντα στοι­χεί­α της μπο­ρεί να δώ­σει έρ­γα α­νώ­τε­ρης πνο­ής, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά μά­λι­στα του φυ­λε­τι­κού μας συ­νό­λου”11.
Ε­δώ θα ή­ταν αρ­κε­τά δια­φω­τι­στι­κό για τους σκο­πούς της με­λέ­της μας να στα­θού­με σε μια συ­ζή­τη­ση και ι­δε­ο­λο­γι­κή πά­λη για την ταυ­τό­τη­τα των Κυ­πρί­ων με α­φορ­μή τα ι­διαί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τους. Α­φορ­μή ο “κύ­πριος χα­ρα­κτήρ” του Αι­σχύ­λου. Ως γνω­στόν ο χα­ρα­κτήρ στη γραμ­μα­τι­κή α­πο­τε­λεί και το ση­μεί­ο εκ­κί­νη­σης της δια­φο­ράς= της κα­τά­λη­ξης. Στη συ­ζή­τη­ση ε­μπλέ­κο­νται Άγ­γλοι, Κύ­πριοι και ο Σε­φέ­ρης. Στις Ι­κέτιδες λοι­πόν του Αι­σχύ­λου, ό­ταν ο χο­ρός των γυ­ναι­κών δια­κη­ρύσ­σει ό­τι το γέ­νος τους εί­ναι α­πό το Άρ­γος, ο Βα­σι­λιάς το α­πο­κλεί­ει
Και Νεί­λος αν θρέ­ψειε τοιού­τον φυ­τόν,
Κύ­πριος χα­ρα­κτήρ τ’ εν γυ­ναι­κεί­οις τύ­ποις
ει­κώς πέ­πλη­κται τε­κτό­νων προς αρ­σέ­νων·

Τέ­τοια σπο­ρά ο Νεί­λος
μο­να­χά τή­νε θρέ­φει, ή κι α­κό­μα,
θυ­μί­ζε­τε Κυ­πραί­ι­κο κο­ντύ­λι
νά­χει χα­ρά­ξει την μορ­φή ο­λω­νών σας
ο­δη­γη­μέ­νη α­πό α­ντρί­κιο χέ­ρι
[μετ. Α. Τά­σου]
Ο “κύ­πριος χα­ρα­κτήρ” του Αι­σχύ­λου έ­γι­νε λά­βα­ρο και τα­κτι­κά “χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε ως το α­να­ντίρ­ρη­το και α­με­τα­κί­νη­το φι­λο­λο­γι­κό τεκ­μή­ριο της μη ελ­λη­νι­κό­τη­τας της Κύ­πρου”12.
Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ο Χιλ­λ, στο έρ­γο του A History of Cyprus, α­να­φε­ρό­με­νος στον “Κύ­πριο χα­ρα­κτή­ρα” του Αι­σχύ­λου έ­γρα­ψε τα ε­ξής:“Obviously, in the face of such a fact, attempts which have been made, and will doubtless continue to be made, to prove that the Cypriots were pure Greeks, must be futile”13.
Η χρή­ση αυ­τού του α­πο­σπά­σμα­τος του Αι­σχύ­λου α­πό τους υ­πο­στη­ρι­χτές του α­πο­κλει­σμού της Κύ­πρου α­πό τον ελ­λη­νι­κό κό­σμο προ­κά­λε­σε λοι­πόν συ­ζη­τή­σεις που συ­νε­χί­ζο­νται α­κό­μη μέ­χρι σή­με­ρα, συσ­σω­ρεύ­ο­ντας αρ­κε­τές με­λέ­τες. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τις θέ­σεις του Χιλ­λ α­να­πα­ρά­γει και ε­πα­να­λαμ­βά­νει και ο Κώ­στας Γραι­κός, έ­νας α­πό τους βα­σι­κούς υ­πο­στη­ρι­κτές του κυ­πρια­κού α­πο­μο­νω­τι­σμού, στην Κυ­πρια­κή Ι­στο­ρί­α του που εκ­δό­θη­κε το 198014.
Στον Χιλ­λ α­πά­ντη­σε α­μέ­σως ο Λο­ΐ­ζος Φι­λίπ­που και ο Κων­στα­ντί­νος Σπυ­ρι­δά­κις και αρ­γό­τε­ρα στη συ­ζή­τη­ση μπή­καν και οι Κυ­ριά­κος Χα­τζη­ϊ­ω­άν­νου, με τρί­α δη­μο­σιεύ­μα­τα, Στέ­λιος Χα­τζη­στυλ­λής και Κ. Ε. Χα­τζη­στε­φά­νου. Στη συ­ζή­τη­ση αυ­τή, οι Κύ­πριοι με­λε­τη­τές α­ντέ­κρου­σαν τον Χιλλ υ­πο­στη­ρί­ζο­ντας κυ­ρί­ως ό­τι το “κύ­πριος χα­ρα­κτήρ” εκ­φρά­ζει το­πι­κή και ό­χι ε­θνο­λο­γι­κή διά­κρι­ση (Σπυ­ρι­δά­κις, Χα­τζη­στυλ­λής), ό­τι α­πλώς ση­μαί­νει “χάλ­κι­νο κο­ντύ­λι” (Χα­τζη­ιω­άν­νου) ή ό­τι ο στί­χος πρέ­πει να α­ντι­κα­τα­στα­θεί (Χα­τζη­στε­φά­νου)15.
Ο Σε­φέ­ρης σχο­λιά­ζει και α­ντι­κρού­ει την ά­πο­ψη του Χιλ­λ, πα­ρα­πέ­μπο­ντας, στον στί­χο 887 της τρα­γω­δί­ας Πέρ­σαι ό­που ο Αι­σχύ­λος, α­να­φέ­ρο­ντας διά­φο­ρα ελ­λη­νι­κά μέ­ρη, συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει και τις κυ­πρια­κές πό­λεις Πά­φος, Σό­λοι και Σα­λα­μί­να. Στο α­πό­σπα­σμα αυ­τό του Αι­σχύ­λου πε­ριέ­χο­νται και οι στί­χοι:
Σα­λα­μί­να τε
τας νυν μα­τρό­πο­λις των­ δ’
αι­τί­α στε­ναγ­μών
που ο ποι­η­τής έ­θε­σε ως ε­πι­γρα­φή στο ποί­η­μα “Σα­λα­μί­να της Κύ­προς” ώ­στε εύ­λο­γα μπο­ρού­με να υπο­θέ­­σου­με ό­τι η ε­νέρ­γειά του αυ­τή λει­τουρ­γεί και ως α­πά­ντη­ση στην ά­πο­ψη του Χιλ­λ. Στον Βαρ­νά­βα Κα­λο­στέ­φα­νο θα α­να­φέ­ρει ξα­νά την ά­πο­ψη του Χιλ­λ και με α­γα­νά­κτη­ση θα τη σχο­λιά­σει. Πα­ρα­πέ­μπο­ντας στα ι­δα­νι­κά του “άλ­λου πο­λέ­μου” θα α­να­φω­νή­σει: “Μα για ν’ α­κού­με τέ­τοια πο­λε­μή­σα­με;” Α­κό­μη, την ά­πο­ψη του Χιλλ θα την ταυ­τί­σει με τους SS και τους να­ζή­δες που υ­πο­τό­νι­ζαν την πο­λι­τι­στι­κή συ­νέ­χεια και πρό­βαλ­λαν τη φυ­λε­τι­κή και αι­μα­το­λο­γι­κή κα­θα­ρό­τη­τα.
Με­τά το 1960, με την α­πο­χώ­ρη­ση της α­ποι­κιο­κρα­τί­ας, ε­γκα­θι­δρύ­ε­ται το κυ­πρια­κό κρά­τος. Ε­πί­ση­μη γλώσ­σα του εί­ναι η ελ­λη­νι­κή για τους Έλ­λη­νες πο­λί­τες και η τουρ­κι­κή για τους Τούρ­κους. Και πα­ρά τη διαιώ­νι­ση της αγ­γλι­κής στη λει­τουρ­γί­α της κυ­βερ­νη­τι­κής μη­χα­νής, και πα­ρά την κρί­ση της ε­θνι­κής συ­νεί­δη­σης (ό­πως καί­ρια έ­χει ση­μειώ­σει ο Θε­ό­δω­ρος Πα­πα­δό­που­λος, λό­γω της συμ­βί­ω­σης με την ε­πι­λο­γή του κυ­πρια­κού κρά­τους ε­νώ προ­η­γου­μέ­νως υ­πήρ­χαν άλ­λοι στό­χοι και προ­σα­να­το­λι­σμοί16) οι κύ­κλοι των δια­νο­ου­μέ­νων και των κυ­πρια­κών πνευ­μα­τι­κών θε­σμών έ­χουν βρει έ­να modus vivendi στο θέ­μα των δια­λε­κτι­κών στοι­χεί­ων και των πα­νελ­λη­νί­ως κα­θιε­ρω­μέ­νων που ι­σχύ­ει και σή­με­ρα και λύ­νει το πρό­βλη­μα α­πλά και πι­στεύ­ω ορ­θά: Στα ε­πί­ση­μα πε­ρι­βάλ­λο­ντα, χρή­ση της πα­νελ­λή­νιας γλωσ­σι­κής έκ­φρα­σης, στα ι­διω­τι­κά πε­ρι­βάλ­λο­ντα, “ό,τι βού­λε­ταί τις τού­τω χρή­τω”.
Με­τά την ε­θνι­κή κα­τα­στρο­φή του 1974, η κα­τά­στα­ση αλ­λά­ζει. Εκ­με­ταλ­λευό­με­νοι τα κο­λοσ­σιαί­α συ­ναι­σθή­μα­τα που προ­κά­λε­σε η προ­δο­σί­α της Χού­ντας και η τουρ­κι­κή κα­το­χή κι α­κό­μη το αί­σθη­μα ε­γκα­τά­λει­ψης, φό­βου και α­να­σφά­λειας, διά­φο­ροι κύ­κλοι, συ­νε­πι­κου­ρού­με­νοι α­πό ι­σχυ­ρά ξέ­να κέ­ντρα, προ­ω­θούν τη νε­ο­κυ­πρια­κή ι­δε­ο­λο­γί­α, ό­ρος που πα­γιώ­νε­ται αυ­τή την πε­ρί­ο­δο και γί­νε­ται πα­γκοί­νως γνω­στός. Προ­τεί­νε­ται πια και προ­βάλ­λε­ται με πεί­σμα η α­πο­κο­πή και α­πό τους πο­λι­τι­στι­κούς δε­σμούς με τον ευ­ρύ­τε­ρο ελ­λη­νι­κό χώ­ρο και η δη­μιουρ­γί­α μιας νέ­ας ε­θνι­κής ταυ­τό­τη­τας, της νε­ο­κυ­πρια­κής, που θα συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει Ελ­λη­νο­κύ­πριους και Τουρ­κο­κύ­πριους. Οι αρ­γό­συρ­τες, μέ­σα στους αιώ­νες, πο­λυ­σύν­θε­τες δια­δι­κα­σί­ες της ε­θνο­γέ­νε­σης έγι­ναν έ­να α­πλό πά­τη­μα κου­μπιού που οι νε­ο­κυ­πρια­κές κα­τα­στά­σεις πί­ε­ζαν με ε­πι­μο­νή για να κα­το­χυ­ρω­θεί αυ­τή η και­νούρ­για, αυ­τό­μα­τη και in vitro, ε­θνο­γέ­νε­ση. Η ι­δε­ο­λο­γι­κή αυ­τή πλε­κτά­νη των νε­ο­κυ­πρί­ων υ­πέ­στη ό­μως α­νε­λέ­η­το σφυ­ρο­κό­πη­μα α­πό τους κύ­κλους ε­κεί­νους του νη­σιού που συ­νει­δη­το­ποί­η­σαν έ­γκαι­ρα πό­σο α­πο­προ­σα­να­το­λι­στι­κή και ε­πι­κίν­δυ­νη ή­ταν. Εν τέ­λει οι νε­ο­κύ­πριοι α­να­δι­πλώ­θη­καν,·δεν προ­ω­θούν την ι­δε­ο­λο­γί­α της α­πο­μό­νω­σης με τό­σο θρα­σύ, χο­ντρο­κομ­μέ­νο και κα­κό­γου­στο τρό­πο, αλ­λά με πιο ή­πιες και πιο ε­πε­ξερ­γα­σμέ­νες δια­δι­κα­σί­ες.
Μέ­σα σ’ αυ­τά τα δε­δο­μέ­να, της εύ­σχη­μης και soft έκ­φρα­σης της α­πο­μο­νω­τι­κής ι­δε­ο­λο­γί­ας, ε­ντάσ­σε­ται και η χρή­ση του κα­βα­φι­κού ποι­ή­μα­τος “Ε­πά­νο­δος α­πό την Ελ­λά­δα” που ση­μειώ­νε­ται τώ­ρα τε­λευ­ταί­α σε με­ρι­κούς κύ­κλους.
Οι ε­κά­στο­τε ε­πι­λο­γές και προ­βο­λές ποι­η­μά­των που δη­μιουρ­γούν αλ­λε­πάλ­λη­λες συ­ζη­τή­σεις και προ­βλη­μα­τι­σμούς δεν εί­ναι τυ­χαί­ες αλ­λά ε­ντάσ­σο­νται στην πο­λι­τι­κή συ­γκυ­ρί­α και στα ι­δε­ο­λο­γι­κά ζη­τού­με­να. Στην πε­ρί­πτω­ση του Κα­βά­φη υ­πάρ­χουν και άλ­λα ποι­ή­μα­τά του που δια­πλέ­κο­νται με τις το­πι­κές συν­θή­κες και ι­διαι­τε­ρό­τη­τες τμη­μά­των ελ­λη­νι­σμού και θα μπο­ρού­σαν να προ­σφερ­θούν στη συ­ζή­τη­σή μας για τα ι­διαί­τε­ρα το­πι­κά στοι­χεί­α των Ελ­λή­νων της Κύ­πρου. Οι “Πο­σει­δω­νιά­ται” π.χ., οι Ι­τα­λιώ­τες Έλ­λη­νες που ξέ­χα­σαν την ελ­λη­νι­κή τους γλώσ­σα, ξέ­πε­σαν και άρ­χι­σαν να ζουν και να ο­μι­λούν βαρ­βα­ρι­κά “βγαλ­μέ­νοι -ω συμ­φο­ρά!- απ’ τον ελ­λη­νι­σμό”. Ή το ποί­η­μα “Πάρ­θεν” που α­να­φέ­ρε­ται στο “Τρα­πε­ζού­ντιον ά­σμα” στη “λύ­πη των Γραι­κών των μα­κρι­νών ε­κεί­νων, που ί­σως ό­λο πί­στευαν που θα σω­θού­με α­κό­μη” ό­μως θα α­κού­σουν σε λί­γο το φο­βε­ρό “η Ρω­μα­νί­α πάρ­θεν”. Τα δύ­ο κα­βα­φι­κά ποι­ή­μα­τα, με την αλ­λο­τρί­ω­ση των Πο­σει­δω­νι­ατών και το πως βιώ­νει έ­να τμή­μα του ελ­λη­νι­σμού, στον μα­κρι­νό Πό­ντο, την πτώ­ση της Πό­λης, εί­ναι α­πα­ραί­τη­τα για την κα­τα­νό­η­ση της κυ­πρια­κής ι­διαι­τε­ρό­τη­τας που ζει τον κίν­δυ­νο του α­φα­νι­σμού μα­ζί με ποι­κι­λώ­νυ­μες αλ­λο­τριώ­σεις ταυ­το­χρό­νως. Στο ποί­η­μα “Ε­πά­νο­δος α­πό την Ελ­λά­δα” α­να­φέ­ρο­νται τα “νε­ρά της Κύ­πρου, της Συ­ρί­ας και της Αι­γύ­πτου/ α­γα­πη­μέ­να των πα­τρί­δων μας νε­ρά”, τα ποι­η­τι­κά υ­πο­κεί­με­να- εκ­πρό­σω­ποι της ελ­λη­νι­στι­κής πε­ριό­δου, δια­τυ­πώ­νουν ευ­κρι­νώς: “Εί­με­θα Έλ­λη­νες κ’ ε­μείς – τι άλ­λο εί­με­θα;-/ αλ­λά με α­γά­πες και με συ­γκι­νή­σεις της Α­σί­ας,/ αλ­λά με α­γά­πες και με συ­γκι­νή­σεις/ που κά­πο­τε ξε­νί­ζουν τον ελ­λη­νι­σμό.”
Η α­να­φο­ρά στο ποί­η­μα αυ­τό γί­νε­ται πολ­λές φο­ρές για τη νο­μι­μο­ποί­η­ση των δια­φό­ρων ι­δε­ο­λο­γη­μά­των που συ­νο­δεύ­ουν την προ­βο­λή της κυ­πρια­κής ι­διαι­τε­ρό­τη­τας, φορ­τί­ζο­ντας τους στί­χους του με διά­φο­ρες με­γε­θύν­σεις, υ­περ­το­νι­σμούς και ερ­μη­νευ­τι­κά τερ­τί­πια που η συ­νο­λι­κή θέ­ση του ποι­ή­μα­τος τα α­πορ­ρί­πτει. Για­τί στο ποί­η­μα έ­χου­με την ε­νο­ποιό και διεισ­δυ­τι­κή δύ­να­μη του ελ­λη­νι­σμού μιας ε­πο­χής που νι­κη­φό­ρα α­πλώ­νε­ται, εν­σω­μα­τώ­νει και εν­σω­μα­τώ­νε­ται στο χώ­ρο της Α­να­το­λής, ό­ταν η ελ­λη­νι­κή λα­λιά εί­χε φτά­σει στον Ιν­δό πο­τα­μό. Έ­τσι ό­πως προ­βάλ­λε­ται στην Κύ­προ, σε ώ­ρες κα­τα­στρο­φής και συρ­ρί­κνω­σης, α­να­πα­ρά­γει ι­δε­ο­λο­γί­α, δεν α­ντι­στοι­χεί με τις πραγ­μα­τι­κές συν­θή­κες ύ­παρ­ξης του κυ­πρια­κού ελ­λη­νι­σμού, και α­πό την δια­φο­ρά, μέ­σα στο νι­κη­φό­ρο και ε­νο­ποιό πνεύ­μα, με­τα­βαί­νου­με σε πρά­ξεις α­πο­μό­νω­σης και α­πο­κο­πής, εν ώ­ρα ήτ­τας.
Με­τα­βαί­νω τώ­ρα σε έ­να άλ­λο θέ­μα της σύγ­χρο­νης δια­πά­λης και α­ντι­πα­ρά­θε­σης με ά­ξο­να την κυ­πρια­κή ι­διαι­τε­ρό­τη­τα και/ή πα­νελ­λή­νια πρα­κτι­κή: Α­να­φέ­ρο­μαι στην έκ­δο­ση δια­βα­τη­ρί­ων α­φή­νο­ντας, λό­γω ελ­λεί­ψε­ως χρό­νου, το ση­μα­ντι­κό θέ­μα της τυ­πο­ποί­η­σης των το­πω­νυ­μί­ων και των γε­ω­γρα­φι­κών ο­νο­μά­των ό­που η δια­πά­λη αυ­τή κο­ρυ­φώ­θη­κε.
Λοι­πόν, ύ­στε­ρα α­πό μα­κρό­χρο­νες προ­σπά­θειες, οι Κύ­πριοι α­πέ­κτη­σαν δια­βα­τή­ρια με α­να­γρα­φή του ο­νό­μα­τός τους στα ελ­λη­νι­κά για πρώ­τη φο­ρά. Προ­η­γου­μέ­νως ή­ταν στα αγ­γλι­κά. Μα­ζί με το ό­νο­μα στα ελ­λη­νι­κά θα υ­πήρ­χε και η λα­τι­νι­κή με­τα­γρα­φή του για την ε­πι­κοι­νω­νί­α του κα­τό­χου με το διε­θνές πε­ρι­βάλ­λον. Για το θέ­μα αυ­τό, η κυ­πρια­κή Ε­πι­τρο­πή για την τυ­πο­ποί­η­ση των ο­νο­μά­των, μα­ζί με την α­ντί­στοι­χη ελ­λα­δι­κή, υ­πέ­βα­λαν το κοι­νό έγ­γρα­φο στον Ορ­γα­νι­σμό Η­νω­μέ­νων Ε­θνών, το 1987, για τον τρό­πο με­τα­γρα­φής των ο­νο­μά­των που κά­λυ­πτε και τον το­μέ­α των δια­βα­τη­ρί­ων της Κύ­πρου και της Ελλά­δας. Το έγ­γρα­φο έ­γι­νε ε­πί­ση­μα δε­κτό α­πό τα Η­νω­μέ­να Έ­θνη και α­πο­τε­λεί έν­δει­ξη α­να­γνώ­ρι­σης, εκ μέ­ρους των ξέ­νων, των δε­σμών της Κύ­πρου και της Ελ­λά­δας, του­λά­χι­στον στο θέ­μα της γλώσ­σας.
Η Ε­πι­τρο­πή Τυ­πο­ποί­η­σης ο­νο­μά­των ει­ση­γή­θη­κε και δύ­ο πρό­νοιες που α­πο­δει­κνύ­ουν ό­τι κι­νή­θη­κε με σε­βα­σμό για διά­φο­ρες ι­διο­μορ­φί­ες και δεν έ­δρα­σε ι­σο­πε­δω­τι­κά: Ο πο­λί­της α­να­γρά­φει το ό­νο­μά του στα ελ­λη­νι­κά ό­πως ο ί­διος ε­πι­θυ­μεί (π.χ. Γε­ώρ­γιος, Γιώρ­γος, Γιωρ­γής, Γιωρ­γά­κης) κι αυ­τό με­τα­γρά­φε­ται στα λα­τι­νι­κά σύμ­φω­να με τους κα­νό­νες με­τα­γρα­φής και, α­κό­μη, για ό­σους Κύ­πριους πο­λί­τες έ­χουν συμ­φέ­ρο­ντα στο ε­ξω­τε­ρι­κό α­πό πα­λιά που τα έ­χουν κα­το­χυ­ρώ­σει με το ό­νο­μα του πα­λιού δια­βα­τη­ρί­ου, ό­που το ό­νο­μά τους ή­ταν γραμ­μέ­νο με τον ξε­πε­ρα­σμέ­νο αγ­γλό­στρο­φο τρό­πο, θα α­να­γρά­φε­ται και η πα­λαιό­τε­ρη μορ­φή.
Ό­μως, με α­πό­φα­ση της Βου­λής, ό­λα α­νε­τρά­πη­σαν και ε­πι­στρέ­ψα­με εν πολ­λοίς στον πα­λιό αγ­γλό­στρο­φο τρό­πο της με­τα­γρα­φής των ελ­λη­νι­κών ο­νο­μά­των. Προ­βλή­θη­κε πά­λι το θέ­μα της κυ­πρια­κής ι­διαι­τε­ρό­τη­τας ό­μως, κατ’ α­κρί­βειαν, η ε­νέρ­γεια αυ­τή ή­ταν υ­πε­ρά­σπι­ση της αγ­γλι­κής νο­ο­τρο­πί­ας και πα­ρά­δο­σης που ε­πέ­βα­λε η α­ποι­κιο­κρα­τί­α. Προ­σω­πι­κά πι­στεύ­ω ό­τι το σύ­στη­μα με­τα­γρα­φής που υ­πέ­δει­ξε η Ε­πι­τρο­πή Τυ­πο­ποί­η­σης εί­ναι σω­στό και ι­κα­νο­ποι­η­τι­κό. Ό­μως αν κά­ποιος δια­φω­νεί σε με­ρι­κά ση­μεί­α, πρέ­πει, για την αλ­λα­γή τους, να έλ­θει σε ε­πα­φή και με τις α­ντί­στοι­χες ελ­λα­δι­κές κα­τα­στά­σεις και θε­σμούς, ού­τως ώ­στε οι αλ­λα­γές που θα ε­πέλ­θουν να α­πο­φα­σι­στούν α­πό κοι­νού και ό­χι ό­πως γί­νε­ται τώ­ρα που η κυ­πρια­κή Βου­λή α­πο­κό­πτει σε φέ­τες τον ε­νιαί­ο γλωσ­σι­κό χώ­ρο της Ελ­λά­δας και της Κύ­πρου.
Για­τί πράγ­μα­τι αυ­τό έ­γι­νε. Με την αι­τιο­λο­γί­α της κυ­πρια­κής ι­διαι­τε­ρό­τη­τας, προ­ω­θή­θη­κε η δι­χο­το­μι­κή λο­γι­κή και υ­πο­νο­μεύ­θη­κε η ε­νιαί­α στά­ση της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας α­πέ­να­ντι στα διε­θνή πε­ρι­βάλ­λο­ντα. Έ­τσι ο κά­τοι­κος της Ελ­λά­δας που ο­νο­μά­ζε­ται π.χ. ΓΕ­ΩΡ­ΓΙΟΣ ΚΛΗ­ΡΙ­ΔΗΣ θα με­τα­γρά­φε­ται στα λα­τι­νι­κά GEORGIOS KLIRIDIS ε­νώ ο κά­τοι­κος της Κύ­πρου με το ί­διο ό­νο­μα θα με­τα­γρά­φε­ται GEORGE CLERIDES17.
Κυ­ρί­ες και κύ­ριοι
α­να­φέ­ρα­με προ­η­γου­μέ­νως τη θέ­ση του ποι­η­τή Κώ­στα Μό­ντη, ό­τι το γλωσ­σι­κό ι­δί­ω­μα εί­ναι μια ρί­ζα της πα­νελ­λή­νιας κοι­νής που μπο­ρεί να δώ­σει καρ­πούς και χυ­μούς στην πα­νελ­λή­νια γλώσ­σα, τη θέ­ση του ποι­η­τή Γ. Σε­φέ­ρη πως κά­θε ε­παρ­χί­α, α­πό τα ι­διά­ζο­ντα στοι­χεί­α της, μπο­ρεί να δώ­σει έρ­γα α­νώ­τε­ρης πνο­ής, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά μά­λι­στα του ε­θνι­κού μας συ­νό­λου.
Κλεί­νω με τα λό­για του κ. Τρα­χα­νά, διευ­θυ­ντή των Πα­νε­πι­στη­μια­κών εκ­δό­σε­ων Κρή­της που τό­σα συ­νει­σέ­φε­ραν στον ε­μπλου­τι­σμό της ελ­λη­νι­κής βι­βλιο­γρα­φί­ας για τις θε­τι­κές, κυ­ρί­ως, αλ­λά και τις αν­θρω­πι­στι­κές ε­πι­στή­μες18. Α­να­φε­ρό­με­νος λοι­πόν στους λό­γους της ε­πι­τυ­χί­ας αυ­τών των εκ­δό­σε­ων τό­νι­σε:
“Εκ των υ­στέ­ρων εί­ναι εύ­κο­λο να δει κα­νείς ό­τι, για έ­να τέ­τοιο πεί­ρα­μα ε­θνι­κής εμ­βέ­λειας, η Κρή­τη α­πο­τε­λού­σε το ι­δα­νι­κό πε­ρι­βάλ­λον. Με­τα­ξύ άλ­λων και για έ­να λό­γο πο­λύ ι­διαί­τε­ρο. Ό­τι ο κρη­τι­κός το­πι­κι­σμός δεν ή­ταν πο­τέ ε­σω­στρε­φής και ε­παρ­χιώ­τι­κος. Εί­χε πά­ντα -και κυ­ρί­ως α­πό την ε­πο­χή του Ε­λευ­θε­ρί­ου Βε­νι­ζέ­λου- μια ι­σχυ­ρή ε­θνι­κή συ­νι­στώ­σα. Ε­μπε­ριεί­χε πά­ντα και μια πρό­τα­ση προς το έ­θνος.”19
Πώς ξε­φεύ­γει α­πό την α­πο­μό­νω­ση και τον ε­παρ­χιω­τι­σμό της, ποια πρό­τα­ση προς το έ­θνος ε­μπε­ριέ­χει η ι­δε­ο­λο­γί­α και πρα­κτι­κή της Κύ­πρου;
Σημειώσεις
1. Ει­σή­γη­ση στο Συ­νέ­δριο: Η Ελ­λη­νι­κή Λο­γο­τε­χνί­α στο Κέ­ντρο και στην Κύ­προ (Α­θή­να 17-19 Σε­πτεμ­βρί­ου 1998. Συν­διορ­γα­νω­τές: Ε­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων, Ελ­λη­νι­κή Ε­ται­ρεί­α Γε­νι­κής και Συ­γκρι­τι­κής Γραμ­μα­το­λο­γί­ας, Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου, Πα­νε­πι­στή­μιο Α­θη­νών, Σπί­τι της Κύ­πρου).
2. Η αγ­γλι­κή α­ποι­κιο­κρα­τί­α διέ­δι­δε συ­στη­μα­τι­κά ό­τι οι Κύ­πριοι δεν ή­ταν Έλ­λη­νες αλ­λά ασ­συ­ρια­κής ή φοι­νι­κι­κής κα­τα­γω­γής (Α­λέ­ξης Αδ. Κύ­ρου, Ελ­λη­νι­κή ε­ξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή, Α­θή­να 1955, σ. 367 – 368. Βλ. και Κ. Κα­ρα­μά­νος, Κύ­προς, Α­θή­να ,1954, σ. 3). Τις α­πό­ψεις αυ­τές πρό­βαλ­λαν κα­τά κό­ρον και οι τουρ­κι­κές υ­πη­ρε­σί­ες. Βλ. Turkish Views on Cyprus, εκ­δ. Turkish Information Office, Νέ­α Υόρ­κη, (1955), ό­που υ­πο­στη­ρί­ζε­ται ό­τι η Κύ­προς δεν εί­χε ο­ποιο­δή­πο­τε ι­στο­ρι­κό ή γε­ω­γρα­φι­κό δε­σμό με την Ελ­λά­δα. Α­κό­μη ό­τι οι Κύ­πριοι δεν εί­χαν ο­ποιο­δή­πο­τε φυ­λε­τι­κό δε­σμό με την Ελ­λά­δα για­τί “they belong to a race which historians describe as Mediterranean, or Mediterranean “Levantines” (σ. 8-9).
3. Κώ­στας Π. Κύρ­ρης, “Η τουρ­κι­κή εκ­παί­δευ­ση (1850-1905)” με α­να­φο­ρά στην εκ­παί­δευ­ση της ελ­λη­νι­κής κοι­νό­τη­τας της Κύ­πρου, Ε­πε­τη­ρί­δα Κέ­ντρου Με­λε­τών Ιε­ράς Μο­νής Κύκ­κου. Λευ­κω­σί­α 1990, αρ. 1, σ. 239-272. Για τις ι­δε­ο­λο­γι­κές κα­τα­σκευές της αγ­γλο­κρα­τί­ας βλ. α­κό­μη Michael Given, “Inventing the Eteocypriots: Imperialist Archaeology and the Manipulation of Ethnic identity”, στο Journal of Mediterranean Archa­e­o­logy, Με­γά­λη Βρε­τα­νί­α, 11.1 (1998), σ. 3-29, και “Star of the Parthe­non, Cypriot Melange: Education and Re­pre­sentation in Colonial Cyprus”, στο Journal of Mediterranean Archaeology, Με­γά­λη Βρε­τα­νί­α, 1997, νοl. 7, Νο 1, σ. 59 – 82.
4. Πά­νω στην Πρά­σι­νη γραμ­μή [συ­ζή­τη­ση], περ. Πλα­νό­διον, Α­θή­να, Δε­κέμ­βριος 1994, αρ. 21, σ. 616. Αυ­τή η θέ­ση ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται και στο κεί­με­νο του Μ. Πιε­ρή, “Ό­ψεις της ‘νε­ο­κυ­πρια­κής’ ι­δε­ο­λο­γί­ας”, περ. Πλα­νό­διον, Α­θή­να, Δε­κέμ­βριος 1996, αρ. 24, σ. 646.
5. Το μέ­ρος αυ­τό κα­θώς και τα δύ­ο ε­πό­με­να (= στά­ση του Σε­φέ­ρη και “Κύ­πριος χα­ρα­κτήρ”) στη­ρί­ζο­νται στην α­νέκ­δο­τη δι­δα­κτο­ρι­κή μου δια­τρι­βή: Σε­φέ­ρης και Κύ­προς, Λευ­κω­σί­α 1994, σ. 176 – 188 και 284 – 290.
6. Αν­δρέ­ας Πα­στελ­λάς, “Α­πό το α­νέκ­δο­το έρ­γο του Γλαύ­κου Α­λι­θέρ­ση”, περ. Ε­πι­θε­ώ­ρη­σις Λό­γου και Τέ­χνης, Λευ­κω­σί­α, Φε­βρουά­ριος 1970, αρ. 2, σ. 78.
7. Στρα­τής Τσίρ­κας, “Γλαύ­κου Α­λι­θέρ­ση ‘Βα­σί­λης Μι­χα­η­λί­δης’”, εφ. Πά­ροι­κος, Κά­ι­ρο, 21 Αυ­γού­στου 1957.
8. Τά­κης Χα­τζη­γε­ωρ­γί­ου, Κώ­στας Μόντης. Συ­νέ­ντευ­ξη-α­να­το­μί­α των ποι­η­τι­κών μας πραγ­μά­των, εφ. Κή­ρυ­κας, Λευ­κω­σί­α, 29 Δε­κεμ­βρί­ου 1985, σ. 17. Η συ­ζή­τη­ση για τη χρή­ση της δια­λέ­κτου στη λο­γο­τε­χνί­α, βέ­βαια κά­τω α­πό δια­φο­ρε­τι­κά δε­δο­μέ­να, συ­νε­χί­ζε­ται μέ­χρι σή­με­ρα. Βλ. Κώ­στας Μόντης, “Για­τί οι Κύ­πριοι πρέ­πει να γρά­φουν και στο κυ­πρια­κό γλωσ­σι­κό ι­δί­ω­μα”, Μι­χά­λης Πα­σιαρ­δής, “Δια­λε­κτι­κή ποί­η­ση”, στον τό­μο: Ε­θνι­κή Ε­ται­ρεί­α Ελ­λή­νων Λο­γο­τε­χνών Κύ­πρου, Συ­μπό­σιο Ποί­η­σης και κρι­τι­κής, Λευ­κω­σί­α 1980, σ. 49-52 και 72-73 α­ντι­στοί­χως. Βλ. και Κ. Γ. Για­γκουλ­λής, Η κυ­πρια­κή διά­λε­κτος στη Λο­γο­τε­χνί­α (Α­πό τον 11ο αιώ­να ως σή­με­ρα), Λευ­κω­σί­α 1986, σ. 53-55. Βλ. α­κό­μη: Αν­δρέ­ας Πα­στελ­λάς, “Έ­να Πρό­βλη­μα: Δια­λε­κτι­κή ποί­η­ση”, (που γρά­φτη­κε με α­φορ­μή την ποι­η­τι­κή συλ­λο­γή Οι κα­μοί του Χωρ­κά­τη του Κώ­στα Μαρ­κί­δη) περ. Κυ­πρια­κά Χρο­νι­κά, Λευ­κω­σί­α, Σε­πτέμ­βριος 1961, αρ. 11, σ. 467-469.
9. Γ. Σε­φέ­ρης, Μέ­ρες ΣΤ΄, εκ­δ. Ί­κα­ρος, Α­θή­να, 1986, σ. 100.
10. Βαρ­νά­βας Κα­λο­στέ­φα­νος, σ.χ. 25.
11. Κύ­προς Χρυ­σάν­θης, “Μια συ­νέ­ντευ­ξη με τον ποι­η­τή Γ. Σε­φέ­ρη”, περ. Κυ­πρια­κά Γράμ­μα­τα, Λευ­κω­σί­α, Ια­νουά­ριος 1954, αρ. 223, σ. 37 – 38.
12. Κ. Ε. Χα­τζη­στε­φά­νου, “Ο φε­ρό­με­νος ως ‘Κύ­πριος Χα­ρα­κτήρ’ του Αι­σχύ­λου και η διά­λυ­ση ε­νός μύ­θου. Μια νέ­α διόρ­θω­ση και ερ­μη­νεί­α των Αι­σχύ­λου Ι­κε­τί­δων” 282 – 283, στον τό­μο: Με­λέ­ται και υ­πο­μνή­μα­τα Ι­Ι,1992, έκ­δ. Ί­δρυ­μα Αρ­χιε­πι­σκό­που Μα­κα­ρί­ου Γ’, Λευ­κω­σί­α, 1992, σ. 301.
13. George Hill, A History of Cyprus, Cambridge University Press, α­νατ. 1972, το­μος Ι σ. 94.
14. Κώ­στας Γραι­κός, Κυ­πρια­κή Ι­στο­ρί­α, Λευ­κω­σί­α 1980, σ. 46.
15. Λο­ΐ­ζος Φί­λιπ­που, Sir George Hill: “A History of Cyprus” Vol. I, περ. Πά­φος, Ιού­νιος 1940, αρ. 6, σ. 231 – 234, Κων­στα­ντί­νος Σπυ­ρι­δά­κις, “ ‘Κύ­πριος Χα­ρα­κτήρ’ παρ’ Αι­σχύ­λω”, Κυ­πρια­καί Σπου­δαί, Λευ­κω­σί­α 1948, τό­μος Ι’, ο. 37- 43. Και α­νά­τυ­πο. (Βλ. τώ­ρα: Κων­στα­ντί­νος Σπυ­ρι­δά­κης, Με­λέ­ται, Δια­λέ­ξεις, Λό­γοι, Άρθρα, Λευ­κω­σί­α 1972, τό­μος Α’, μέ­ρος Β’, σ. 125 – 130). Ky­riakos Hadjioannou, “On the interp­re­tation of the ‘Κύ­πριος Χα­ρα­κτήρ’ of Aeschylus”, Stelios Hadjistyllis, “ ‘Κύ­πριος Χα­ρα­κτήρ’ (A. Supp. 282): A discussion of a new interpretation”, (και οι δύ­ο με­λέ­τες στον τό­μο: Ε­ται­ρεί­α Κυ­πρια­κών Σπου­δών, Πρα­κτι­κά Β’ Διε­θνούς Κυ­πριο­λο­γι­κού Συ­νε­δρί­ου, τό­μος Α’, Αρ­χαί­ον Τμή­μα, Λευ­κω­σί­α 1985, σ. 509 – 513 και 515 – 520 α­ντι­στοί­χως. Και οι δύ­ο με­λέ­τες κυ­κλο­φό­ρη­σαν και ως α­νά­τυ­πα). Κυ­ριά­κος Χα­τζη­ϊ­ω­άν­νου, Η αρ­χαί­α Κύ­προς εις τας ελ­λη­νι­κάς πη­γάς, τό­μος Γ’ μέ­ρος Α’, Λευ­κω­σί­α 1975, σ. 402 – 405 και τό­μος Ε’, Λευ­κω­σί­α 1983, σ. 111 – 115. Κ. Ε. Χα­τζη­στε­φά­νου, “Ο φε­ρό­με­νος ως ‘Κύ­πριος Χα­ρα­κτήρ’ του Αι­σχύ­λου και η διά­λυ­ση ε­νός μύ­θου. Μια νέ­α διόρ­θω­ση και ερ­μη­νεί­α των Αι­σχύ­λου Ι­κε­τί­δων” 282 – 283, στον τό­μο: Με­λέ­ται και υ­πο­μνή­μα­τα II, 1992, έκ­δ. Ί­δρυ­μα Αρ­χιε­πι­σκό­που Μα­κα­ρί­ου Γ’, Λευ­κω­σί­α 1992, σ. 301.
16. Θε­ό­δω­ρος Πα­πα­δό­που­λος, “Η κρί­σις της κυ­πρια­κής συ­νει­δή­σε­ως”, στον τό­μο: Ε­ΠΟΚ, Φι­λο­λο­γι­κή Κύ­προς 1964, Λευ­κω­σί­α 1964, σ. 204 – 209. Βλ. α­κό­μη γιά τους προ­βλη­μα­τι­σμούς αυ­τής της πε­ριό­δου: Τά­κης Χα­τζη­δη­μη­τρί­ου, “Κυ­πρια­κό πρό­βλη­μα”, περ. Κυ­πρια­κά Χρο­νι­κά, Λευ­κω­σί­α, Ιού­λιος – Αύ­γου­στος 1961, αρ. 9, σ. 383 – 366, Α­λέ­κος Κων­στα­ντι­νί­δης, “Η κα­τάρ­ρευ­ση της χρυ­σής γέ­φυ­ρας”, περ. Κυ­πρια­κά Χρο­νι­κά, Λευ­κω­σί­α, Ια­νουά­ριος – Μά­ιος 1964, αρ. 39 – 43, σ. 468 – 472, Ή­βη Με­λε­ά­γρου, “Α­να­το­μί­α μιας ε­ξα­ε­τί­ας”, περ. Κυ­πρια­κά Χρο­νι­κά, Λευ­κω­σί­α, Ια­νουά­ριος – Φε­βρουά­ριος 1967, αρ. 56, σ. 3 – 9
17. Σάβ­βας Παύ­λου, “Βου­λή και δια­βα­τή­ρια ή πε­ρί ε­νί­ων βλα­χο­δη­μάρ­χων”, εφ. Το Πα­ρα­σκή­νιο, Λευ­κω­σί­α, 15 Μαρ­τί­ου 1996, σ. 2. Βλ. και ε­πη­υ­ξη­μέ­νη μορ­φή στην εφ. Η Ση­με­ρι­νή. Λευ­κω­σί­α, 17 Μαρ­τί­ου 1996, σ. 10.
18. Σάβ­βας Παύ­λου, “Κρή­τη – Κύ­προς και η σύγ­χρο­νη πνευ­μα­τι­κή κα­τά­θε­σή τους”, εφ. Η Ση­με­ρι­νή, Λευ­κω­σί­α, 14 Ο­κτω­βρί­ου 1996, σ. 5.
19. εφ. Η Κα­θη­με­ρι­νή, Α­θή­να, 22 Σε­πτεμ­βρί­ου 1996, έν­θε­το 7 Η­μέ­ρες, σ. 30.

Ένα Σχόλιο

  1. Μια διευκρινιστική ερώτηση.
    Σε ένα σημείο αναφέρεται:

    «Ο Σε­φέ­ρης σχο­λιά­ζει και α­ντι­κρού­ει την ά­πο­ψη του Χιλ­λ, πα­ρα­πέ­μπο­ντας, στον στί­χο 887 της τρα­γω­δί­ας Πέρ­σαι»
    Μπορείτε να μου δώσετε τη βιβλιογραφική παραπομπή; Πού γίνεται αυτός ο σχολιασμός και η αντίκρουση;

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*