Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 31, Περιοδικό Άρδην

το εθνικό γλωσσικό ζήτημα κ το παράδειγμα των άλλων ευρωπαϊκών γλωσσών

του Γιαν. Γιαννουλοπούλου

Ό­ταν ο Ferguson, στο γνω­στό άρ­θρο του “Diglossia“, ο­ρί­ζει την κοι­νω­νι­κή δι­γλωσ­σί­α, πε­ρι­γρά­φει τα κύ­ρια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά των δι­γλωσ­σι­κών κα­τα­στά­σε­ων και ει­σά­γει μια τυ­πο­λο­γί­α του φαι­νο­μέ­νου, οι γλώσ­σες που χρη­σι­μο­ποιεί ως ο­ρί­ζου­σες [defining languages] εί­ναι: τα α­ρα­βι­κά, τα νέ­α ελ­λη­νι­κά, τα ελ­βε­τι­κά γερ­μα­νι­κά και η κρε­ο­λή της Α­ϊ­τής (Ferguson 1959, 326).
Αν και ο Ferguson θε­ω­ρεί ό­τι η κοι­νω­νι­κή δι­γλωσ­σί­α δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται σε κά­ποια γε­ω­γρα­φι­κή πε­ριο­χή ή γλωσ­σι­κή οι­κο­γέ­νεια, αλ­λά μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει σε ο­ποια­δή­πο­τε άλ­λη γλωσ­σι­κή κοι­νό­τη­τα δια­θέ­τει γρα­πτό λό­γο, εί­ναι πι­θα­νή δε α­κό­μη και σε γλωσ­σι­κές κοι­νό­τη­τες χω­ρίς γρα­πτό λό­γο (Ferguson 1959, 337 και σημ.18), ό­ταν πα­ρου­σιά­ζει τα ε­πι­χει­ρή­μα­τα των υ­πο­στη­ρι­κτών της υ­πέρ­θε­της ποι­κι­λί­ας και των υ­πο­στη­ρι­κτών της χα­μη­λής ποι­κι­λί­ας, βρί­σκε­ται α­ντι­μέ­τω­πος με έ­να ε­πι­χεί­ρη­μα που εί­ναι σα­φέ­στα­τα γε­ω­γρα­φι­κά και ι­στο­ρι­κά προσ­διο­ρι­σμέ­νο.
Οι υ­πο­στη­ρι­κτές της υ­πέρ­θε­της ποι­κι­λί­ας (ας πού­με οι κα­θα­ρευου­σιά­νοι) θε­ω­ρούν ό­τι αυ­τή συν­δέ­ει τη γλωσ­σι­κή τους κοι­νό­τη­τα με το έν­δο­ξο πα­ρελ­θόν ή την πα­γκό­σμια κοι­νό­τη­τα, ε­νώ οι υ­πο­στη­ρι­κτές της χα­μη­λής ποι­κι­λί­ας (ας πού­με οι δη­μο­τι­κι­στές) χρη­σι­μο­ποιούν ως ε­πι­χεί­ρη­μα το γε­γο­νός ό­τι άλ­λα “σύγ­χρο­να έ­θνη” δεν έ­χουν με­γά­λες διά­φο­ρες α­νά­με­σα στον γρα­πτό και τον προ­φο­ρι­κό τους λό­γο (Ferguson 1959, 339).
Υ­πάρ­χει λοι­πόν έ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό στην ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α των γλωσ­σι­κών ζη­τη­μά­των που α­ξί­ζει να προ­σε­χτεί: η α­πό­πει­ρα νο­μι­μο­ποί­η­σης της ά­πο­ψης που έ­χει η κά­θε πλευ­ρά στο πα­ρά­δειγ­μα των άλ­λων γλωσ­σών (των σύγ­χρο­νων ε­θνών ή των ι­σχυ­ρών ε­θνών). Το γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα στην Ελ­λά­δα του τέ­λους του 19ου αιώ­να και των αρ­χών του 20ού εί­ναι πράγ­μα­τι “ο­ρί­ζου­σα πε­ρί­πτω­ση” για να δει κα­νείς το “κα­θρέ­φτι­σμα” στις γλώσ­σες των ευ­ρω­πα­ϊ­κών ε­θνών.
Η συ­νε­ξέ­τα­ση της ελ­λη­νι­κής πε­ρί­πτω­σης με τις ευ­ρω­πα­ϊ­κές γλώσ­σες εί­ναι υ­παρ­κτή βέ­βαια και σε πα­λιό­τε­ρα κεί­με­να. Ή­δη ο Σο­λω­μός στον “Διά­λο­γο” (1824) κά­νει μια σύ­γκρι­ση που τον στε­να­χω­ρεί: “Η­σύ­χα­σαν, τέ­λος πά­ντων, γρά­φο­ντας τη γλώσ­σα του λα­ού τους, τα σο­φά έ­θνη, και α­ντί ε­κεί­ναις οι α­νη­συ­χί­αις να μας εί­ναι πα­ρά­δειγ­μα για να ταις α­πο­φύ­γου­με, ε­πέ­σα­με εις χει­ρό­τε­ρα σφάλ­μα­τα” (Σο­λω­μός 1957,447).
Ω­στό­σο η ε­πο­χή της α­να­θέρ­μαν­σης της συ­ζή­τη­σης για τη γλώσ­σα στα τέ­λη του 19ου αιώ­να και ύ­στε­ρα α­πό μια “50ε­τί­α α­ξιο­ση­μεί­ω­της σύ­μπνοιας σχε­τι­κά με το γλωσ­σι­κό” (Σκο­πε­τέ­α 1988, 99), προ­σφέ­ρει νέ­α δε­δο­μέ­να μιας και η γλωσ­σι­κή δια­μά­χη πλέ­ον δεν α­φο­ρά τη γλώσ­σα ε­νός έ­θνους σε ε­πα­να­στα­τι­κό α­να­βρα­σμό, αλ­λά τη γλώσ­σα ε­νός νε­α­ρού κρά­τους που πρέ­πει συν τοις άλ­λοις να κερ­δί­σει και την ευ­ρω­πα­ϊ­κή υ­πό­λη­ψη.
Οι α­πό­ψεις που ε­ξε­τά­ζω α­νή­κουν στους πρω­τα­γω­νι­στές της γλωσ­σι­κής δια­μά­χης (Ψυ­χά­ρης, Krumbacher, Τρια­ντα­φυλ­λί­δης/Χα­τζι­δά­κις, Μι­στριώ­της, Σκιάς), αν και ι­διαί­τε­ρο εν­δια­φέ­ρον θα εί­χε να ε­ξε­τα­στούν και οι πε­ρι­φε­ρεια­κοί συ­ζη­τη­τές (δη­μο­σιο­γρά­φοι, λο­γο­τέ­χνες, σχο­λια­στές) που με­τα­φέ­ρουν με πιο ει­κο­νι­κό τρό­πο το κλί­μα της ε­πο­χής. Τα σχε­τι­κά κεί­με­να εί­ναι γραμ­μέ­να α­νά­με­σα στα 1902 και στο 1911, χρο­νιά που ο Βε­νι­ζέ­λος δέ­χε­ται να ψη­φι­στεί άρ­θρο του Συ­ντάγ­μα­τος που ό­ρι­ζε την κα­θα­ρεύ­ου­σα “ε­πί­ση­μη” γλώσ­σα του κρά­τους (Φρα­γκου­δά­κη 1996, 31).
Οι γλώσ­σες που ε­πα­νέρ­χο­νται συ­χνό­τα­τα στην ελ­λη­νι­κή α­ντι­πα­ρά­θε­ση της ε­πο­χής και των δια­νο­η­τών που ε­ξε­τά­ζω εί­ναι η γαλ­λι­κή, η γερ­μα­νι­κή και η ι­τα­λι­κή. Αυ­τές εί­ναι οι γλώσ­σες της Ε­σπε­ρί­ας, οι γλώσ­σες των “πο­λι­τι­σμέ­νων” ή των “πε­πο­λι­τι­σμέ­νων” ε­θνών. Πο­λύ πιο σπά­νια, αλ­λά και άλ­λης ποιό­τη­τας, εί­ναι η α­να­φο­ρά σε γλώσ­σες άλ­λων λα­ών, ό­πως οι Σέρ­βοι ή οι Ρώ­σοι, οι Ά­ρα­βες ή οι Νορ­βη­γοί και οι Δα­νοί.
Τα ση­μα­ντι­κό­τε­ρα ση­μεί­α της γλωσ­σι­κής συ­ζή­τη­σης στα ο­ποί­α εμ­φα­νί­ζε­ται η Ευ­ρώ­πη εί­ναι:
Η α­νεύ­ρε­ση α­να­λο­γιών ή δια­φο­ρών α­νά­με­σα στο ελ­λη­νι­κό γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα και τα ευ­ρω­πα­ϊ­κά γλωσ­σι­κά ζη­τή­μα­τα, α­νεύ­ρε­ση που α­να­γκα­στι­κά ε­κτεί­νε­ται και στη συγ­χρο­νί­α και στη δια­χρο­νί­α των γλωσ­σών.
Η α­να­φο­ρά στη γλωσ­σι­κή πο­λι­τι­κή των ευ­ρω­πα­ϊ­κών κρα­τών, κυ­ρί­ως σε ό,τι α­φο­ρά την α­ντι­με­τώ­πι­ση των “ξε­νι­σμών”.
Η ει­κό­να που έ­χουν –ή ο­φεί­λουν να έ­χουν– οι Ευ­ρω­παί­οι για την Ελ­λά­δα και την ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα, αλ­λά και για την Ελ­λά­δα ε­ξαι­τί­ας του γλωσ­σι­κού ζη­τή­μα­τος.

Η ανεύρεση αναλογιών
Για τους δη­μο­τι­κι­στές η ελ­λη­νι­κή δι­γλωσ­σί­α α­πο­τε­λεί έ­ναν α­πα­ρά­δε­κτο α­να­χρο­νι­σμό. Οι ευ­ρω­πα­ϊ­κές γλώσ­σες έ­λυ­σαν πα­ρό­μοια ζη­τή­μα­τα αιώ­νες πριν, με την δη­μιουρ­γί­α ε­θνι­κών γλωσ­σών. Το γε­γο­νός ό­τι στην Ελ­λά­δα ο αρ­χα­ϊ­σμός προ­βάλ­λει σο­βα­ρές α­ντι­στά­σεις στην κα­θιέ­ρω­ση της φυ­σι­κής γλώσ­σας ως ε­πί­ση­μης κα­θυ­στε­ρεί τη χώ­ρα α­πό την έ­ντα­ξή της στα πο­λι­τι­σμέ­να έ­θνη. “Η Ελ­λά­δα ό­ταν νο­μί­ζει ό­τι ε­πι­στρέ­φει στον Ξε­νο­φώ­ντα, δεί­χνει ό­τι δεν έ­χει ε­λευ­θε­ρω­θεί α­πό την η­θι­κή σκλα­βιά στον Τούρ­κο” (Psicharis [1902] 1986α, 38). “Στην Ια­πω­νί­α ο α­φέ­ντης μι­λά στον υ­πη­ρέ­τη του σε μια γλώσ­σα στην ο­ποί­α ο υ­πη­ρέ­της δεν έ­χει δι­καί­ω­μα να α­πα­ντή­σει. Εί­ναι γνω­στό ό­τι τέ­τοιου τύ­που δι­γλωσ­σί­α εί­ναι κοι­νή σε ό­λη την Α­να­το­λή. Οι Κι­νέ­ζοι και οι Ά­ρα­βες έ­χουν δύ­ο γλώσ­σες και δυο γραμ­μα­τι­κές, τη γρα­πτή και την προ­φο­ρι­κή. Αυ­τή εί­ναι μια ά­πο­ψη κοι­νή στην Α­να­το­λή, που της α­ρέ­σει να φρο­ντί­ζει μό­νο το ε­ξω­τε­ρι­κό των πραγ­μά­των, χω­ρίς να προ­χω­ρά­ει στην ου­σί­α τους. Και οι Έλ­λη­νες δεν έ­χουν ξε­φύ­γει α­κό­μη α­πό αυ­τήν την μό­λυν­ση”(Psicharis [1902] 1986α, 37). “Δια­φο­ρές α­νά­με­σα στην προ­φο­ρι­κή και τη γρα­πτή γλώσ­σα υ­πάρ­χουν πα­ντού. Αλ­λά στους πε­ρισ­σό­τε­ρους λα­ούς πε­ριο­ρί­ζο­νται σε συ­ντα­κτι­κά και υ­φο­λο­γι­κά θέ­μα­τα. Μό­νο η νέ­α ελ­λη­νι­κή α­νά­με­σα στις ευ­ρω­πα­ϊ­κές γλώσ­σες κα­τέ­χει μια ε­ντε­λώς ι­διαί­τε­ρη θέ­ση”( Krumbacher 1902, 7).
Για τους αρ­χα­ϊ­στές, αλ­λά και για τον Χα­τζι­δά­κι, στην Ελ­λά­δα α­πλώς ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται –τη­ρου­μέ­νων των α­να­λο­γιών- ό,τι εί­χε συμ­βεί στα πο­λι­τι­σμέ­να έ­θνη της Ε­σπε­ρί­ας. Δη­μιουρ­γεί­ται δη­λα­δή ε­θνι­κή γλώσ­σα στη­ριγ­μέ­νη στη λό­για πα­ρά­δο­ση. Άλ­λω­στε κα­τά τον Μι­στριώ­τη: “πα­ντα­χού τα Πα­νε­πι­στή­μια εί­ναι τα χαλ­κεί­α της δη­μιουρ­γί­ας των ε­θνι­κών γλωσ­σών”(Μι­στριώ­της 1911, 7). Και μά­λι­στα “η ι­στο­ρί­α δι­δά­σκει ό­τι εις πά­ντα τα με­γά­λα έ­θνη συ­ντε­λέ­σθη πρώ­τον η ε­θνι­κή ε­νό­της και έ­πει­τα με­τά μα­κρό­τα­τον χρό­νον ε­πήλ­θε ως συ­νέ­χεια ε­κεί­νης γλωσ­σι­κή (αρ­χ. Έλ­λη­νες, Ρω­μαί­οι, Γάλ­λοι, Γερ­μα­νοί, Ρώ­σοι)” (Σκιάς 1903,28).
Οι αρ­χα­ϊ­στές, αλ­λά και ο Χα­τζι­δά­κις, έ­χουν να ι­κα­νο­ποι­ή­σουν δύ­ο εκ πρώ­της ό­ψε­ως α­ντι­φα­τι­κές α­νά­γκες. Απ’ τη μια να α­πο­δεί­ξουν ό­τι στην Ελ­λά­δα δεν υ­πάρ­χει κα­νέ­να ι­διαί­τε­ρο πρό­βλη­μα δι­γλωσ­σί­ας (πο­λύ δια­φο­ρε­τι­κό α­πό ό,τι στα άλ­λα ευ­ρω­πα­ϊ­κά έ­θνη) και α­πό την άλ­λη να ε­πι­μεί­νουν στη μο­να­δι­κό­τη­τα της ελ­λη­νι­κής στην α­διά­σπα­στη συ­νέ­χειά της. Να κερ­δί­σουν, δη­λα­δή την ευ­ρω­πα­ϊ­κή υ­πό­λη­ψη, μιας και “η Δύ­ση θαύμαζε την αρ­χαί­α Ελ­λά­δα τό­σο ό­σο η σύγ­χρο­νη Ελ­λά­δα θαύ­μα­ζε την Δύ­ση και την αρ­χαί­α γλώσ­σα”, κα­τά την ε­πι­τυ­χή έκ­φρα­σή του Toynbee (βλ. Fishman1972, 140).
Ο Χα­τζι­δά­κις στην πε­ρί­φη­μη α­πά­ντη­σή του στον Krumbacher κα­τα­φέρ­νει να δια­τη­ρή­σει αυ­τή την ευαί­σθη­τη ι­σορ­ρο­πί­α, άλ­λοι λι­γό­τε­ρο ψύ­χραι­μοι δια­πι­στώ­νουν ό­τι: “Δεν εί­ναι ό­σιον ου­δέ δί­καιον να αυ­το­κτο­νή­σω­μεν, αλ­λά προ­τι­μό­τε­ρον να σφα­για­σθώ­μεν, αν ε­πι­τρέ­ψη τού­το ο κα­λού­με­νος Ευ­ρω­πα­ϊ­κός πο­λι­τι­σμός, ον το η­μέ­τε­ρον γέ­νος ε­δη­μιούρ­γη­σεν” (Μι­στριώ­της1911,4).
Η αντιμετώπιση των “ξενισμών”
Η προ­σπά­θεια των ελ­λή­νων αρ­χα­ϊ­στών να κα­θα­ρί­σουν τη γλώσ­σα α­πό ι­τα­λι­κά, τουρ­κικά, σλα­βι­κά στοι­χεί­α πα­ρα­βάλ­λε­ται και α­να­ζη­τά νο­μι­μο­ποί­η­ση στην κα­θα­ρι­στι­κή κί­νη­ση των Γερ­μα­νών, κί­νη­ση που βρή­κε την έκ­φρα­σή της στους “συλ­λό­γους των γερ­μα­νο­φρό­νων” και στη “Γε­νι­κή Γερ­μα­νι­κή Γλωσ­σι­κή Έ­νω­σι” (Τρια­ντα­φυλ­λί­δης 1905, 179). Ό­ταν ο Χα­τζι­δά­κις θέ­λει να α­ντι­κρού­σει τον Krumbacher, που υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται το δι­καί­ω­μα ύ­παρ­ξης δά­νειων στοι­χεί­ων στην ελ­λη­νι­κή δια­μαρ­τύ­ρε­ται ως ε­ξής: “[…] ο κ. Kr. εκ της Γερ­μα­νί­ας, ή­τοι εκ της χώ­ρας α­κρι­βώς ε­κεί­νης εν η α­μεί­λι­κτος α­πό μα­κρού έ­χει κη­ρυ­χθεί πό­λε­μος κα­τά των ξέ­νων λέ­ξε­ων. Το φαι­νό­με­νον τού­το α­να­μι­μνή­σκει με του γε­γο­νό­τος, ό­τι δη­λα­δή Ευ­ρω­πα­ϊ­καί τι­νές κυ­βερ­νή­σεις εκ­διώ­κου­σι μεν α­μει­λί­κτως εκ των ι­δί­ων χω­ρών τα μο­να­χι­κά τάγ­μα­τα, υ­πο­στη­ρί­ζου­σι δε αυ­τά εκ­θύ­μως εν τη Α­να­το­λή. Buon per Levante!” (Χα­τζι­δά­κις 1905, 587).
Αυ­τός ο α­δό­κι­μος πα­ραλ­λη­λι­σμός των δύ­ο κα­θα­ρι­στι­κών κι­νή­σε­ων δί­νει την α­φορ­μή στον Τρια­ντα­φυλ­λί­δη να γρά­ψει την πραγ­μα­τεί­α “Ξε­νη­λα­σί­α ή Ι­σο­τέ­λεια” και να α­πο­δεί­ξει τη δια­φο­ρά α­νά­με­σα στη γερ­μα­νι­κή κα­θα­ρι­στι­κή κί­νη­ση, που α­φο­ρά κυ­ρί­ως ό­ρους της γρα­φειο­κρα­τί­ας, α­κα­τά­λη­πτους α­πό τον γερ­μα­νι­κό λα­ό, και την ελ­λη­νι­κή κα­θα­ρι­στι­κή κί­νη­ση, που ξε­κί­νη­σε πό­λε­μο ε­νά­ντια σε λέ­ξεις ό­πως πόρ­τα, ντου­φέ­κι, μπαλ­κό­νι. Και στην ε­μπε­ρι­στα­τω­μέ­νη με­λέ­τη του Τρια­ντα­φυλ­λί­δη ω­στό­σο δια­κρί­νε­ται η α­νη­συ­χί­α για το μέλ­λον της ελ­λη­νι­κής στην ευ­ρω­πα­ϊ­κή της πο­ρεί­α. “Α­πο­τέ­λε­σμα του α­δυ­σώ­πη­του πο­λέ­μου τον ο­ποί­ο ε­κη­ρύ­ξα­με ε­να­ντί­ον των ξέ­νων λέ­ξε­ων, είναι ότι εδη­μιουρ­γή­σα­με εις την γλώσ­σα μας θέ­σιν μο­να­δι­κή με­τα­ξύ ό­λων των γλωσ­σών του κό­σμου, α­πο­κλεί­σα­ντες α­πό τον γρα­πτό λό­γο λέ­ξεις, αι ο­ποί­αι, ό­χι μό­νον εις την ι­δι­κή μας γλώσ­σαν εί­ναι πα­γκοί­νου χρή­σε­ως, αλ­λά εί­ναι α­νε­γνω­ρι­σμέ­ναι και π­ο­λι­το­γρα­φη­μέ­ναι α­πό ό­λους σχε­δόν τους ευ­ρω­πα­ϊ­κούς λα­ούς” (Τρια­ντα­φυλ­λί­δης 1905, 155).
Η Ευρώπη και η Ελλάδα
Η συ­ζή­τη­ση για τα ι­τα­λι­κά, τουρ­κι­κά, σλα­βι­κά δά­νεια της ελ­λη­νι­κής ή για το αν οι Ρώ­σοι ή οι Ά­ρα­βες α­ντι­με­τω­πί­ζουν α­ντί­στοι­χα γλωσ­σι­κά ζη­τή­μα­τα, ευ­κο­λό­τα­τα και συ­χνό­τα­τα, με­τα­τρέ­πε­ται σε συ­ζή­τη­ση για τους Έλ­λη­νες, το νε­α­ρό βα­σί­λειό τους, τη θέ­ση τους στην Α­να­το­λή και το βλέμ­μα που τους α­πευ­θύ­νουν οι ευ­ρω­πα­ϊ­κοί πο­λι­τι­σμέ­νοι λα­οί. Τμή­μα αυ­τής της συ­ζή­τη­σης εί­ναι και το αν έ­χουν το δι­καί­ω­μα ξέ­νοι ε­ρευ­νη­τές (κλασ­ι­κό πα­ρά­δειγ­μα ο Krumbacher) ή Έλ­λη­νες που δεν κα­τοι­κούν στην Ελ­λά­δα (Ψυ­χά­ρης, Πάλ­λης) να πα­ρεμ­βαί­νουν στο ελ­λη­νι­κό γλωσ­σι­κό ζή­τη­μα. Βα­σι­κό μέ­λη­μα των υ­πο­στη­ρι­κτών του κα­θα­ρι­σμού εί­ναι να μην κα­τα­τάσ­σε­ται η ελ­λη­νι­κή πε­ρί­πτω­ση δι­γλωσ­σί­ας στην ί­δια κα­τη­γο­ρί­α με άλ­λες ε­ξω­ευ­ρω­πα­ϊ­κές πε­ρι­πτώ­σεις: “αν ού­τως α­το­πώ­τα­τα ε­ξευ­τε­λι­ζό­με­θα προ των λο­γί­ων της Ε­σπε­ρί­ας τασ­σό­με­νοι εν τη αυ­τή μοί­ρα προς τους βαρ­βά­ρους της Α­σί­ας και τους μου­ζί­κους της Ρω­σί­ας” (Χα­τζι­δά­κις 1905, 747), δια­μαρ­τύ­ρε­ται ο Χα­τζι­δά­κις και α­πο­ρεί αν ο Krumbacher “φρο­νεί ό­τι εί­με­θα α­φυέ­στε­ροι των Ρώ­σων και των Σέρ­βων, άλ­λως τε και α­φού ε­πα­νει­λημ­μέ­νως φρο­ντί­ζει να συ­νά­πτη η­μάς προς αυ­τούς”.
Ω­στό­σο η αρ­χα­ϊ­στι­κή πλευ­ρά, ε­νώ ε­πι­διώ­κει τη θε­τι­κή μα­τιά της Ευ­ρώ­πης, συγ­χρό­νως δεν δι­στά­ζει να κα­ταγ­γεί­λει ε­κεί­να τα ε­πι­στη­μο­νι­κά πο­ρί­σμα­τα της ευ­ρω­πα­ϊ­κής ε­πι­στή­μης που ο­δη­γούν σε ερ­μη­νεί­ες που δεν συμ­φέ­ρουν την ά­πο­ψή τους. Ο ί­διος ο Χα­τζι­δά­κις θε­ω­ρεί “ά­το­πα ε­πι­χει­ρή­μα­τα” ό­τι “α) εν πά­ση γλώσ­ση η ι­κα­νό­της προς δή­λω­σιν των γραμ­μα­τι­κών σχέ­σε­ων εί­ναι α­πο­λύ­τως ί­ση, β) πά­σαι αι γλώσ­σαι αλ­λοιού­νται συν τω χρό­νω, γ) πά­σαι μεν αι γλώσ­σαι εί­ναι ι­σό­τι­μοι και ί­σης α­ξί­ας προς αλ­λή­λας” (Χα­τζι­δά­κις 1905, 377).
Οι δη­μο­τι­κι­στές εί­ναι πιο συ­νε­πείς στις α­πό­ψεις τους. Πι­στεύ­ουν ό­τι με την κα­θιέ­ρω­ση της ο­μι­λου­μέ­νης ως ε­πί­ση­μης γλώσ­σας, η χώ­ρα θα προ­χω­ρή­σει στην πρό­ο­δο ευ­κο­λό­τε­ρα και ε­παρ­κέ­στε­ρα. Δέ­χο­νται τη συμ­με­το­χή ξέ­νων στην ελ­λη­νι­κή συ­ζή­τη­ση για το γλωσ­σι­κό και δεν κα­τα­νο­ούν την υ­πε­ρευαί­σθη­τη α­ντί­δρα­ση ο­ρι­σμέ­νων αρ­χα­ϊ­στών. Ο Ψυ­χά­ρης πι­στεύ­ει ό­τι “για να ξα­να­κερ­δί­σει η Ελ­λά­δα την α­γά­πη των Φι­λελ­λή­νων, για να δη­μιουρ­γή­σει μια α­τμό­σφαι­ρα κα­λής φή­μης, δεν υ­πάρ­χει λό­γος να εί­ναι τό­σο ευαί­σθη­τη ή α­νί­κα­νη να α­νε­χτεί μια άλ­λη μα­τιά ή να σκέ­φτε­ται ό­τι η πα­ρα­μι­κρή κρι­τι­κή θα τραυ­μά­τι­ζε το ε­θνι­κό της prestige”(Psicharis [1902] 1986β, 50).
Συμπεράσματα
Α­πό την με­λέ­τη των κει­μέ­νων του ε­θνι­κού γλωσ­σι­κού ζη­τή­μα­τος των αρ­χών του 20ού αιώ­να δια­φαί­νε­ται η πα­ρου­σί­α της Ευ­ρώ­πης σε μια τρι­πλή μορ­φή. Η Ευ­ρώ­πη-πρό­τυ­πο, η ι­σχυ­ρή Ευ­ρώ­πη και η Ευ­ρώ­πη-πα­ρα­τη­ρη­τής (Σκο­πε­τέ­α 1988, 163).
Αρ­χα­ϊ­στές και δη­μο­τι­κι­στές διε­ξά­γουν τη συ­ζή­τη­ση για την ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα σε έ­να πε­ρι­βάλ­λον ό­που οι γλώσ­σες των ευ­ρω­πα­ϊ­κών ε­θνών θε­ω­ρού­νται ως πρό­τυ­πο, μιας και αυ­τά εί­ναι τα έ­θνη που βα­δί­ζουν την ο­δό του πο­λι­τι­σμού. Γι’ αυ­τό και έ­χει για τους Έλ­λη­νες ι­διαί­τε­ρη ση­μα­σί­α το ό­τι η Ευ­ρώ­πη πα­ρα­κο­λου­θεί –ή θε­ω­ρούν ό­τι πα­ρα­κο­λου­θεί- τη γλώσ­σα τους και την α­ντι­πα­ρά­θε­ση γι’ αυ­τήν.
Δια­φο­ρές με­τα­ξύ αρ­χα­ϊ­στών και δη­μο­τι­κι­στών υ­πάρ­χουν. Οι δη­μο­τι­κι­στές προ­τεί­νουν έ­ναν πιο ε­ξορ­θο­λο­γι­σμέ­νο τρό­πο για την έ­ντα­ξη της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας στο δρό­μο των ευ­ρω­πα­ϊ­κών γλωσ­σών και την ε­πί­λυ­ση του α­να­χρο­νι­στι­κού γλωσ­σι­κού ζη­τή­μα­τος. Οι αρ­χα­ϊ­στές βα­σα­νί­ζο­νται α­πό μια πλεγ­μα­τι­κή σχέ­ση με το αρ­χαιο­ελ­λη­νι­κό πα­ρελ­θόν και την Ευ­ρώ­πη και γι’ αυ­τό προ­σπα­θούν να α­πο­δεί­ξουν ό­τι η σύγ­χρο­νη ελ­λη­νι­κή α­ξί­ζει την υ­πό­λη­ψη της Ευ­ρώ­πης, α­φού εί­ναι λί­γο-πο­λύ η ί­δια γλώσ­σα με την αρ­χαί­α ελ­λη­νι­κή.
Δια­φο­ρές υ­πάρ­χουν ε­πί­σης και α­νά­με­σα στους υ­πο­στη­ρι­κτές της ί­διας ά­πο­ψης. Η α­κρό­τη­τα των α­πό­ψε­ων ή η ο­ξύ­τη­τα του ύ­φους του Μι­στριώ­τη ή του Ψυ­χά­ρη δεν συ­να­ντιέ­ται στις α­πό­ψεις του Χα­τζι­δά­κι ή του Τρια­ντα­φυλ­λί­δη. Τα πα­ρα­δείγ­μα­τα των ξέ­νων γλωσ­σών που χρη­σι­μο­ποιούν ε­ξαρ­τώ­νται και α­πό τη γε­νι­κή αί­γλη των ευ­ρω­πα­ϊ­κών γλωσ­σών και α­πό πιο συ­γκε­κρι­μέ­νες αι­τί­ες, π.χ. τη χώ­ρα σπου­δών ή δια­μο­νής του κα­θε­νός. Πά­ντως οι υ­παρ­κτές δια­φο­ρές στο ε­σω­τε­ρι­κό της κά­θε πλευ­ράς δεν φαί­νε­ται να δη­μιουρ­γούν ρωγ­μές στην ε­νό­τη­τα του κά­θε με­τώ­που.
Για να ε­πι­στρέ­ψου­με στον Ferguson (1959, 339): “Πο­λύ συ­χνά οι α­πο­φα­σι­στι­κές τά­σεις για την α­νά­πτυ­ξη της standard γλώσ­σας εί­ναι ή­δη ε­νερ­γές και λί­γη σχέ­ση έ­χουν με την ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α των υ­πο­στη­ρι­κτών της κά­θε πλευ­ράς”. Η α­νά­πτυ­ξη του συ­στή­μα­τος της κοι­νής νε­ο­ελ­λη­νι­κής ί­σως να ’χε πράγ­μα­τι λί­γη σχέ­ση με την ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α αρ­χα­ϊ­στών και δη­μο­τι­κι­στών. Σο­βα­ρό­τε­ρη σχέ­ση ό­μως μοιά­ζει να υ­πάρ­χει α­νά­με­σα στη μα­τιά των Ελ­λή­νων για τη σχέ­ση της γλώσ­σας τους αλ­λά και της ταυ­τό­τη­τάς τους με τις ευ­ρω­πα­ϊ­κές γλώσ­σες και την -ι­δω­μέ­νη μυ­θο­λο­γι­κά, ε­νιαί­α και α­δια­φο­ρο­ποί­η­τη- ευ­ρω­πα­ϊ­κή ταυ­τό­τη­τα. Και αυ­τή η σχέ­ση δεν φαί­νε­ται να α­φο­ρά μό­νο τα ι­στο­ρι­κά μας εν­δια­φέ­ρο­ντα.
Βιβλιογραφικές αναφορές
Ferguson, CH. 1959, “Diglossia”. Word 15:325-340.
Krumbacher, K. 1902. Das Problem der neugriechischen Schriftsprache. Μό­να­χο: Verlag der K.B. Akademie.
Fishman, J.A. Language and Nationalism: Two Integrative Essays. Rowley, Mass.: Newbury House.
Psicharis J.N. [1902] 1986α. The literary battle in Greece. Στο The Language Question in Greece. Μτφρ. Chiensis. Α­θή­να: Βι­βλιο­θή­κη Ι­στο­ρι­κών Με­λε­τών. – [1902] 1986β. The gospel riots in Greece. Στο The Language Question in Greece. Μτφρ. Chiensis. Α­θή­να: Βι­βλιο­θή­κη Ι­στο­ρι­κών Με­λε­τών.
Σκιάς, Α. 1903. Ο Α­λη­θής χα­ρα­κτήρ του λε­γο­μέ­νου γλωσ­σι­κού ζη­τή­μα­τος. Ε­πι­στη­μο­νι­κή Ε­πε­τη­ρίς Ε­θνι­κού Πα­νε­πι­στη­μί­ου 1902-3, Πα­ράρ­τη­μα. Α­θή­να: Σα­κελ­λα­ρί­ου.
Σκο­πε­τέ­α, Ε. 1988. Το “Πρό­τυ­πο Βα­σί­λειο” και η “Με­γά­λη Ι­δέ­α”. Α­θή­να: Πο­λύ­τυ­πο.
Σο­λω­μός, Δ. 1957. Ά­πα­ντα: Ποι­ή­μα­τα και Πε­ζά. Α­θή­να: Ορ­γα­νι­σμός Εκ­δό­σε­ως Δι­δα­κτι­κών Βι­βλί­ων.
Τρια­ντα­φυλ­λί­δης, Μ. [1905] 1963. Ξε­νη­λα­σί­α ή Ι­σο­τέ­λεια; Στο Ά­πα­ντα Μα­νό­λη Τρια­ντα­φυλ­λί­δη. 1ος τόμ. Θεσ­σα­λο­νί­κη: Ιν­στι­τού­το Νε­ο­ελ­λη­νι­κών Σπου­δών. Ί­δρυ­μα Μα­νό­λη Τρια­ντα­φυλ­λί­δη.
*Η Γιάν­να Γιαν­νου­λο­πού­λου εί­ναι γλωσ­σο­λό­γος.
** Το άρ­θρο α­πο­τε­λεί α­να­δη­μο­σί­ευ­ση α­πό το “Ι­σχυ­ρές και α­σθε­νείς γλώσ­σες στην Ε.Ε. Ό­ψεις του γλωσ­σι­κού η­γε­μο­νι­σμού”, Θεσ­σα­λο­νί­κη: Κέ­ντρο Ελ­λη­νι­κής Γλώσ­σας, 1996.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*