Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 31, Περιοδικό Άρδην

αποτύπωση του ψυχισμού στην γλώσσα

του Πέτρου Χαριτάτου

Γεν­νιέ­σαι μέ­σα σε μια γλώσσα.Μα­θαί­νεις τους δι­κούς της ό­ρους ε­νώ με­γα­λώ­νεις, για να ο­νο­μά­ζεις τον κό­σμο γύ­ρω σου αλ­λά και τον κό­σμο μέ­σα σου. Πλά­θε­σαι με τις έν­νοιες που δια­μόρ­φω­σε η κοι­νω­νί­α σου, και που εκ­φρά­ζει με τη γλώσ­σα της. Άλ­λα βιώ­μα­τα και α­ντι­λή­ψεις εν­σω­μα­τώ­νει η ε­κεί γλώσ­σα, κι άλ­λα η ε­δώ. Άλ­λη εί­ναι η α­ντί­λη­ψη του Έλ­λη­να γιά την ε­πι­τυ­χί­α και την α­πο­τυ­χί­α, κι άλ­λη του Άγ­γλου γιά το success και το failure. Γι αυ­τό, ε­νώ το λε­ξι­κό δί­νει ως ι­σο­δύ­να­μες τις λέ­ξεις “α­πο­τυ­χί­α” και “failure”, οι έν­νοιές τους α­πο­κλί­νουν η μιά α­πό την άλ­λη. Το ί­διο συμ­βαί­νει με άλ­λες έν­νοιες, ό­πως του πό­νου. Θα δού­με πιό κά­τω πώς λει­τουρ­γεί αυ­τή η διά­θλα­ση των εν­νοιών, μέ­σα α­πό το πρί­σμα της κά­θε κοι­νω­νί­ας.
Σχέ­ση με την ‘τύ­χη’
Τύ­χη, ε­πι­τυ­χί­α, ευ­τυ­χί­α
Α­τυ­χί­α, α­πο­τυ­χί­α, δυ­στυ­χί­α
Αυ­τή η σει­ρά λέ­ξε­ων α­πο­τυ­πώ­νει την α­ντί­λη­ψή μας για την τύ­χη και τη μοί­ρα, που δεν εί­ναι η ί­δια στα ελ­λη­νι­κά και σε άλ­λες γλώσ­σες. Η κά­θε λέ­ξη έ­χει στη ρί­ζα της την τύ­χη. Δη­λα­δή την α­ντί­λη­ψη ό­τι δεν μπο­ρείς ό­λα να τα προ­βλέ­πεις και να τα ε­λέγ­χεις. Ό­τι α­σή­μα­ντοι πα­ρά­γο­ντες συ­χνά προ­κα­λούν τε­ρά­στιες συ­νέ­πειες. Ό­τι αυ­τό που θε­ω­ρείς σί­γου­ρο μπο­ρεί να α­να­τρα­πεί με τρό­πο α­προσ­δό­κη­το.
Ο ό­ρος “ε­πι­τυ­χί­α” εκ­φρά­ζει την τύ­χη που συ­νο­δεύ­ει την προ­σπά­θεια, και ό­χι την α­ξί­α, την ε­πι­μέ­λεια ή την μέ­θο­δο. Α­ντι­θέ­τως, το αγ­γλι­κό success και το γαλ­λι­κό succès στη­ρί­ζο­νται στο λα­τι­νι­κό successus, που πε­ριέ­χει την έν­νοια της α­κο­λου­θί­ας και της δια­δο­χής. Πιό κο­ντά στη δι­κή μας ε­τυ­μο­λο­γί­α ή­ταν το γαλ­λι­κό réussite (16ος αιώ­νας), που προ­έρ­χε­ται α­πό το ι­τα­λι­κό riuscita, που έ­χει την έν­νοια της ε­ξό­δου, δη­λα­δή της ευ­νο­ϊ­κής έκ­βα­σης, ό­που πά­λι η τύ­χη βά­ζει το χέ­ρι της. Το συ­νει­δη­το­ποιεί ό­μως πλέ­ον ο ση­με­ρι­νός Γάλ­λος;
Κα­τά α­νά­λο­γο τρό­πο και η “α­πο­τυ­χί­α” εί­ναι ρι­ζω­μέ­νη στην τύ­χη. Στα ελ­λη­νι­κά δεν πε­ριέ­χει την έν­νοια του σφάλ­μα­τος ή του φται­ξί­μα­τος, και —κατ’ αρ­χάς— δεν α­ντα­να­κλά αρ­νη­τι­κά στο πρό­σω­πο που α­πέ­τυ­χε. Αλ­λιώς συμ­βαί­νει με το αγ­γλι­κό failure (13ος αιώ­νας) που προ­έρ­χε­ται α­πό το γαλ­λι­κό faillir, με την έν­νοια του ε­λατ­τω­μα­τι­κού (be wanting, defective), και προ­γε­νέ­στε­ρα α­πό το λα­τι­νι­κό fallere με την έν­νοια της α­πο­γο­ή­τευ­σης (deceive, disappoint an expectation), σύ­μ­­φω­να με τους ο­ρι­σμούς του Oxford Dictionary of Etymology. Ο­μοί­ως το γαλ­λι­κό échec (11ου αιώ­να) συν­δέ­ε­ται με τον ό­ρο Chah mat, ο βα­σι­λιάς πέ­θα­νε, ε­νώ το ρή­μα échouer (16ου αιώ­να) προ­έρ­χε­ται α­πό το λα­τι­νι­κό excautare, δη­λα­δή προ­σά­ρα­ξη στα βρά­χια ε­νός ά­τυ­χου ή α­δέ­ξιου ναυ­τι­κού.
Κυτ­τώ­ντας λοι­πόν τους πα­ρα­πά­νω ό­ρους και α­ντι­λή­ψεις, μπο­ρού­με να βγά­λου­με τρί­α συ­μπε­ρά­σμα­τα.
Πρώ­το, ό­πως δεί­χνει η σει­ρά “α­τυ­χί­α – α­πο­τυ­χί­α -δυ­στυ­χί­α”, το ελ­λη­νι­κό πρό­τυ­πο έ­χει ε­σω­τε­ρι­κή λο­γι­κή συ­νο­χή, μιας και η τύ­χη εί­ναι στη ρί­ζα της κά­θε έν­νοιας. Α­ντι­θέ­τως, σε άλ­λες γλώσ­σες, η έκ­βα­ση των πραγ­μά­των συ­νή­θως α­πο­δί­δε­ται στην ευ­θύ­νη, με­ρι­κές δε φο­ρές στην τύ­χη.
Δεύ­τε­ρο, η α­ντί­λη­ψη που κου­βα­λά η ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα εί­ναι πλη­σιέ­στε­ρη στις αν­θρώ­πι­νες δυ­να­τό­τη­τες, σε α­ντί­θε­ση με α­ντι­λή­ψεις που α­πο­δί­δουν στον άν­θρω­πο μια α­κα­τα­νί­κη­τη βού­λη­ση. Η ευ-τυ­χί­α και η δυσ-τυ­χί­α, εξ ο­ρι­σμού δεν εί­ναι στο χέ­ρι μας, διό­τι άλ­λες οι βου­λές των αν­θρώ­πων και άλ­λες των θε­ών, δη­λα­δή της τύ­χης. Αυ­τό δεν ση­μαί­νει πως εί­σαι μοι­ρο­λά­τρης, αλ­λά πως θα κά­νεις το κα­λύ­τε­ρο που μπο­ρείς, έ­χο­ντας μια προ­σγειω­μέ­νη α­ντί­λη­ψη για την ε­λευ­θε­ρί­α ε­πι­λο­γής που δια­θέ­τεις, και για την ευ­θύ­νη που προ­κύ­πτει. Δεν ε­λέγ­χεις τα τυ­χαί­α στοι­χεί­α της ζω­ής, και συ­νε­πώς δέ­χε­σαι πως υ­πάρ­χουν δυ­νά­μεις ι­σχυ­ρό­τε­ρες α­πό σέ­να. Ο θρή­σκος τις α­πο­δί­δει στον Θε­ό, κι ο μη θρή­σκος στην τύ­χη. Γλύ­τω­σες α­πό α­τύ­χη­μα; Εί­χες Ά­γιο. Συ­νέ­βη έ­να κα­λό; Δό­ξα τω Θε­ώ. Α­να­μέ­νεις μιαν έκ­βα­ση; Έ­χει ο Θε­ός. Θα γί­νει κά­τι; Θε­ού θέ­λο­ντος. Σου εύ­χο­νται “κα­λή τύ­χη”; Α­πα­ντάς “πρώ­τα ο Θε­ός”. Αυ­τές εί­ναι εκ­φρά­σεις που χρη­σι­μο­ποιεί α­κό­μα κι έ­νας ά­θε­ος.
Τρί­το, η ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα α­πει­κο­νί­ζει μιά σο­φό­τε­ρη ε­μπει­ρί­α για το πό­σο μπο­ρεί ο άν­θρω­πος να ε­λέγ­χει έ­ναν κό­σμο ό­που κυ­ριαρ­χεί η α­συ­νέ­χεια και το α­πρό­βλε­πτο. Άλ­λες γλώσ­σες, α­ντι­θέ­τως, πε­ριέ­χουν την πε­ποί­θη­ση πως ο άν­θρω­πος κυ­ριαρ­χεί στα πράγ­μα­τα, εφ’ό­σον α­κο­λου­θεί κά­ποια μέ­θο­δο. Το ό­τι η ελ­λη­νι­κή α­ντί­λη­ψη εί­ναι πιο ρε­α­λι­στι­κή, προ­κύ­πτει α­πό το πα­ρά­δειγ­μα των ό­σων συ­νέ­βη­σαν το 1989 με την κα­τάρ­ρευ­ση του σο­βιε­τι­κού συ­στή­μα­τος. Τε­ρά­στιες υ­πη­ρε­σί­ες ε­λέγ­χου και κα­τα­σκο­πεί­ας, κι α­πό τις δυό πλευ­ρές, δεν μπό­ρε­σαν να προ­βλέ­ψουν —α­κό­μα λι­γό­τε­ρο να ε­λέγ­ξουν (δη­λα­δή να ε­μπο­δί­σουν ή να προ­κα­λέ­σουν)— αυ­τό που έ­μελ­λε να συμ­βεί. Κι ό­μως, συ­νε­χί­ζουν να πι­στεύ­ουν στο πρό­τυ­πο του κό­σμου σαν λο­γι­κού μη­χα­νι­σμού με μο­χλούς και δεί­κτες.
Σχέ­ση με τον “πό­νο”
Πώς εκ­φρά­ζε­ται στις κοι­νω­νί­ες η συμ­με­το­χή στα συ­ναι­σθή­μα­τα του άλ­λου; Στα αγ­γλι­κά, σε α­να­λο­γί­α με τις λέ­ξεις sympathy και antipathy, φτιά­ξαν με ελ­λη­νι­κές ρί­ζες την λέ­ξη empathy, που την ο­ρί­ζουν ως “ι­κα­νό­τη­τα να νιώ­θεις τα συ­ναι­σθή­μα­τα ε­νός άλ­λου, σαν νά­τα­νε δι­κά σου”. Ε­πει­δή στα ελ­λη­νι­κά η λέ­ξη ε­μπά­θεια εί­ναι δε­μέ­νη με συ­γκε­κρι­μέ­να αρ­νη­τι­κά συ­ναι­σθή­μα­τα, ε­άν θέ­λα­με να με­τα­φρά­σου­με το empathy θα έ­πρε­πε να συν­θέ­σου­με λέ­ξεις ό­πως “εν­δο­πά­θεια”. Ό­μως κά­τι τέ­τοιο δεν χρειά­ζε­ται, διό­τι έ­χου­με έ­να πλού­σιο λε­ξι­λό­γιο γι αυ­τές τις έν­νοιες, που στη­ρί­ζε­ται στον πό­νο, δη­λα­δή τον φυ­σι­κό πό­νο, κά­τι που υ­φί­στα­σαι σ’έ­να μέ­ρος του σώ­μα­τος και που εκ­φρά­ζεις με το α­με­τά­βα­το ρή­μα “πο­νώ”. Ό­μως γί­νε­ται με­τα­βα­τι­κό ό­ταν λέ­με “σε πο­νώ”, με την έν­νοια της συ­μπό­νιας και της α­πο­νιάς, που δη­μιουρ­γεί ι­διό­τη­τες ό­πως πο­νό­ψυ­χος, πο­νε­τι­κός, πο­νε­μέ­νος, ά­πο­νος. Έ­τσι, σε α­ντί­θε­ση με το empathy που εκ­φρά­ζει συ­ναί­σθη­μα, ε­δώ υ­πάρ­χει μια έ­ντα­ση που εί­ναι σω­μα­τι­κή, που ξε­κι­νά α­πό τα σπλά­χνα σου, ό­πως εκ­φρά­ζουν και οι ό­ροι φι­λεύ­σπλα­χνος, σπλα­χνι­κός, ά­σπλα­χνος ή α­νάλ­γη­τος.
Θα μπο­ρού­σες να πείς στα αγ­γλι­κά το I hurt for you, ή α­κό­μα I hurt with you, ή το α­νά­λο­γο στα γαλ­λι­κά; Αλ­λά οι κοι­νω­νί­ες τους εκ­φρά­ζουν λι­γό­τε­ρη σω­μα­τι­κό­τη­τα μέ­σω της γλώσ­σας, κι έ­τσι τέ­τοιες εκ­φρά­σεις μάλ­λον θ’α­κού­γο­νταν σαν πα­ρά­πο­νο ε­ρω­τι­κά στε­ρη­μέ­νου, πα­ρά συ­μπά­σχο­ντος συ­ναν­θρώ­που. Το πλη­σιέ­στε­ρο, γι αυ­τούς, θα ή­ταν I feel (ή I share) your pain (έκ­φρα­ση προ­σφι­λής στον τέ­ως α­με­ρι­κα­νό πρό­ε­δρο Κλί­ντον) αλ­λά α­κό­μα και τό­τε, δεν έ­χουν μπεί στο πε­τσί του άλ­λου.
Ε­ρω­τή­μα­τα για διε­ρεύ­νη­ση
Οι δια­φο­ρές στην γλώσ­σα α­πο­τυ­πώ­νουν δια­φο­ρές στον ψυ­χι­σμό. Ό­πως δεί­χνουν τα πα­ρα­δείγ­μα­τα της “τύ­χης” και του “πό­νου”, το πώς νιώ­θεις κά­τι συν­δέ­ε­ται με το πώς το εκ­φρά­ζεις. Εί­δα­με δύ­ο ο­μά­δες συ­σχε­τι­σμών, και ί­σως θα ά­ξι­ζε να με­λε­τη­θούν κι άλ­λοι, μέ­σα α­πό δια­φο­ρε­τι­κές γλώσ­σες. Ε­πί­σης, μέ­νο­ντας μό­νο στα ελ­λη­νι­κά, θα μπο­ρού­σε κα­νείς να ψά­ξει πώς ε­ξε­λίσ­σε­ται ο ψυ­χι­σμός (ή συ­γκε­κρι­μέ­νες πτυ­χές του) σε σχέ­ση με τις εκ­φρά­σεις που χρη­σι­μο­ποιού­με.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*