Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 31, Περιοδικό Άρδην

συνέντευξη του Εμμ. Μικρογιαννάκη στην Άννα Δοντά

Συ­νέ­ντευ­ξη του κο­σμή­το­ρος της Φι­λο­σο­φι­κής Σχο­λής του Πα­νε­πι­στη­μί­ου Α­θη­νών, κα­θη­γη­τή της Ι­στο­ρί­ας κ. Εμ­μα­νου­ήλ Μι­κρο­γιαν­νά­κη, στην Άν­να Δο­ντά.
Αρ­χί­σα­με τη συ­νέ­ντευ­ξη-συ­ζήτη­ση α­πό τι άλ­λο, πα­ρά από την πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση και τις αλ­λα­γές που αυ­τή φέρ­νει στη ζω­ή και τη δια­μόρ­φω­ση του ι­στο­ρι­κού και πο­λι­τι­στι­κού μέλ­λο­ντος της χώ­ρας μας. Α­να­πό­φευ­κτο το “πή­γαι­νε-έ­λα” με το πα­ρελ­θόν απ’ ό­που α­ντλού­με “οι­κο­δο­μι­κά υ­λι­κά” –ό­πως λε­ει ο κα­θη­γη­τής– για το χτί­σι­μο του και­νούρ­γιου. Για ό­σους το θε­ω­ρούν και­νούρ­γιο…
Η πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση –λε­ει ο καθ. Ε. Μι­κρο­γιαν­νά­κης– ό­πως και να την πά­ρει κα­νείς, εί­ναι μια με­γά­λη πρό­κλη­ση. Ως οι­κο­νο­μι­κή κί­νη­ση ή ως πο­λι­τι­στι­κή. Άλ­λοι την παίρ­νουν ως ι­σο­πέ­δω­ση, αυ­τή εί­ναι η μορ­φή που παίρ­νει σή­με­ρα, ι­σχυ­ρί­ζο­νται. Στην Ελ­λά­δα η έν­νοια του κοι­νού υ­πήρ­ξε. Οι Έλ­λη­νες εί­χαν την έν­νοια του κοι­νού. Δηλαδή, ε­νώ κα­τοι­κού­σαν στη Μασ­σα­λί­α ή τον Εύ­ξει­νο Πό­ντο ή σε πολ­λές άλ­λες ελ­λη­νί­δες πό­λεις, εί­χαν την έν­νοια της κοι­νό­τη­τος. Ναι μεν εί­με­θα Έλ­λη­νες με αυ­το­νο­μί­α, έ­χο­με ό­μως κά­τι κοι­νόν. Υ­πήρ­χε η έν­νοια του κοι­νού και η έν­νοια του ι­δί­ου (ι­διαι­τέ­ρου). Δεν ή­θε­λαν να μοιά­ζει η μια πό­λις με την άλ­λη –αυ­τό λέ­γε­ται αυ­το­νο­μί­α– αλ­λά απ’ το άλ­λο μέ­ρος ή­θε­λαν να έ­χουν κά­τι το κοι­νόν. Κά­θε πό­λις αλ­λά και κά­θε ά­το­μον θέ­λει ι­διαι­τε­ρό­τη­τα. Ό­μως εί­με­θα ό­λοι Έλ­λη­νες και ως Έλ­λη­νες πρέ­πει να το­νί­σου­με το κοι­νόν. Πού θα το­νι­σθεί το κοι­νόν; Στην Ο­λυ­μπί­α, στα Ί­σθμια, στα Νέ­με­α, στα Πύ­θια. Ε­κεί θ’ α­πο­κτή­σου­με την έν­νοια της κοι­νό­τη­τος. Και αυ­τή θα μας δια­στεί­λει από τον πέ­ριξ βαρ­βα­ρι­κό κό­σμο. Ά­ρα και ως κοι­νό­τη­τα Ελ­λη­νι­κού Έ­θνους έ­χου­με κά­τι ι­διαί­τε­ρον (από το εί­δος) α­πό τον υ­πό­λοι­πο βαρ­βα­ρι­κό κό­σμο. Αυ­τό το τό­νι­ζαν. Εί­ναι γνω­στόν ό­τι στην Ο­λυ­μπί­α δεν έ­μπαι­νε κα­νείς μη Έλ­λην.
Άν­να Δο­ντά: Μπο­ρού­με να πού­με ό­τι η ση­με­ρι­νή πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση έ­χει κά­τι κοι­νό με την Αρ­χαί­α Ελ­λά­δα;
Ε. Μι­κρο­γιαν­νά­κης: Ό­λος ο κό­σμος έ­χει σή­με­ρα με­ρι­κά πράγ­μα­τα που εί­ναι κοι­νά. Δηλαδή η αν­θρω­πό­της δεν μπο­ρεί να ζή­σει ως αν­θρω­πό­της χω­ρίς να έ­χει κά­ποια κοι­νά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Τα κοι­νά αυ­τά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της αν­θρω­πό­τη­τος εί­ναι τα Πα­νελ­λή­νια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά. Η έν­νοια της Ε­λευ­θε­ρί­ας, της Δι­καιο­σύ­νης, της Φι­λο­σο­φί­ας κ.λπ. εί­ναι κοι­νή για ό­λους. Ο ελ­λη­νι­κός πο­λι­τι­σμός έ­γι­νε πα­γκό­σμιος και ου­σια­στι­κά η αν­θρω­πό­τη­τα σή­με­ρα εί­ναι ελ­λη­νο­κε­ντρι­κή εί­τε το θέ­λουν εί­τε ό­χι. Και ο χρι­στια­νι­σμός α­πό τον ελ­λη­νι­σμό δη­μιουρ­γή­θη­κε(!). Ε­μείς το χαι­ρό­με­θα, διό­τι δεν εί­ναι πα­ράλ­λη­λοι ο Ελ­λη­νι­σμός και ο Χρι­στια­νι­σμός. Μό­νον Ελ­λη­νι­σμός υ­πάρ­χει. Οι Έλ­λη­νες δη­μιουρ­γού­σαν θε­ό­τη­τες: “κάλ­λιον τού­το εις τέ­λος α­περ­γά­ζο­νται”, γρά­φει ο Πλά­των. Ε­γώ λοι­πόν λε­ω: μες στον κό­σμο αυ­τόν ελ­λη­νι­κές α­ξί­ες υ­πάρ­χουν πα­ντού. Σ’ ό­λο τον κό­σμο εί­ναι διά­χυ­τες τό­σο πο­λύ, έ­χουν γί­νει κοι­νές ώ­στε να μην α­να­γνω­ρί­ζο­νται ως ελ­λη­νι­κές.
Α. Δ.: Ως προς τον πε­ριο­ρι­σμό της Ελ­λη­νι­κής γλώσ­σης που φέ­ρει μα­ζί της η πα­γκο­σμιο­ποί­η­ση α­νη­συ­χεί­τε;
K. Μ.: Οι Γάλ­λοι εί­παν: δεν υ­πάρ­χει Γάλ­λος αλ­λά γαλ­λι­κά. Δεν υ­πάρ­χει Ελ­λά­δα χω­ρίς γλώσ­σα. Η α­λή­θεια εί­ναι ό­τι η γλώσ­σα δεν εί­ναι μό­νον πρώ­τη αρ­χή πο­λι­τι­σμού αλ­λά εί­ναι και φο­ρεύς Πο­λι­τι­σμού. Ο Λέ­νιν εί­πε –πριν τον Κίσ­σι­γκερ- ό­τι “ο λα­ός ε­ξα­φα­νί­ζε­ται αν του ξε­ρι­ζώ­σεις την γλώσ­σα”. Η γλώσ­σα εί­ναι πο­λυ­σύν­θε­τη, βα­ριά πνευ­μα­τι­κή α­ξί­α. Και η ελ­λη­νι­κή, η βα­σί­λισ­σα της γλώσ­σας.
Α. Δ.: Κα­θο­ρί­ζει η γλώσ­σα την ταυ­τό­τη­τά μας;
Ε. Μ.: Α­πο­λύ­τως. Και ε­δώ πρέ­πει να υ­πο­γραμ­μί­σου­με ό­τι ο μό­νος λα­ός στον κό­σμο που κα­τα­βάλ­λει κά­θε προ­σπά­θεια να την φθεί­ρει εί­ναι ο ελ­λη­νι­κός! Η ε­πέμ­βα­ση στην γλώσ­σα α­πα­γο­ρεύ­ε­ται. Η πιο συ­γκλο­νι­στι­κή προ­σπά­θεια ν’ α­πα­γο­ρευ­τεί κά­θε και­νο­το­μί­α στην γλώσ­σα ή­ταν του Στά­λιν. Έ­στει­λε ε­πι­στο­λή στην Πρά­βδα λέ­γο­ντάς τους ό­τι “δεν θ’ αλ­λά­ξεις τί­πο­τα στην γλώσ­σα”. Ή­ταν έ­τοι­μοι να κά­νουν και­νο­το­μί­ες.
Α. Δ.: Κα­τά την γνώ­μη σας, ε­μείς για­τί κα­τα­στρέ­φου­με την γλώσ­σα μας;
Ε. Μ.: Αυ­τό το θε­ω­ρώ πο­λύ ύ­πο­πτο. Κατ’ αρ­χήν εί­ναι α­φελ­λη­νι­στι­κή ε­νέρ­γεια. Η ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα αυ­τή καθ’ ε­αυ­τή εί­ναι κατ’ ε­ξο­χήν ελ­λη­νι­κή α­ξί­α. Και ί­σως εί­ναι το πιο τρα­νό δείγ­μα ελ­λη­νι­κό­τη­τας, αυ­τό α­κρι­βώς εί­ναι που δεν δέ­χο­νται πολ­λοί σή­με­ρα. Δεν α­πο­κλεί­ε­ται στο μέλ­λον –δεν ξέ­ρω σε ποιο μέλ­λον– να ε­πι­στρέ­ψουν (τα ελ­λη­νι­κά) πά­λι σε μια μορ­φή ατ­τι­κι­σμού. Δηλ. να ’χου­με πά­λι έ­ναν νέ­ο-ατ­τι­κι­σμό, ό­πως κα­τά και­ρούς εί­χα­με στην ι­στο­ρί­α.
Α. Δ.: Έ­χε­τε υπ’ ό­ψιν σας ό­τι μειώ­θη­κε πε­ραι­τέ­ρω το μά­θη­μα των αρ­χαίων Ελ­λη­νι­κών στην Α΄ Λυ­κεί­ου α­πό 6 ώ­ρες σε 4 και στην Β΄ Λυ­κεί­ου α­πό 5 σε 2 ή ό­τι η αλ­λη­λο­γρα­φί­α Υ­πουρ­γεί­ου ό­πως π.χ. του Υπ. Ε­θν. Α­μύ­νης γί­νε­ται με Λα­τι­νι­κά στοι­χεί­α, ή την βαρ­βα­ρο­ποί­η­ση της ελ­λη­νι­κής γλώσ­σης με τα λε­γό­με­να greeklisch;
Ε. Μ.: Πολ­λά α­νη­συ­χη­τι­κά θέ­μα­τα υ­πάρ­χουν. Δεν εί­ναι τό­σο το πό­σο μειώ­νο­νται οι ώ­ρες αλ­λά η δια­βο­λή που γί­νε­ται. Ε­κεί α­κρι­βώς εί­ναι το με­γά­λο κα­κό. Ό­ταν λε­ει κά­ποιος ό­τι “δεν α­ξί­ζει ο ελ­λη­νι­κός πο­λι­τι­σμός”, μπο­ρεί κα­νείς να το α­ντι­με­τω­πί­σει . Ό­ταν ό­μως ε­δώ στο Πα­νε­πι­στή­μιο –α­κού­στε έ­να εί­δος πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης εν σμι­κρώ– πε­τά­ει (και αυ­τό εί­ναι το με­γα­λύ­τε­ρο κα­κό που γί­νε­ται σε βά­ρος της Ελ­λά­δας) ό­τι δεν εί­ναι Ελ­λη­νι­κός Πο­λι­τι­σμός αλ­λά κοι­νή με­σο­γεια­κή κλη­ρο­νο­μιά; Περ­νά­ει δηλαδή ό­τι δεν υ­πήρ­χε δια­χω­ρι­σμός σε Έλ­λη­νες και ό­λους τους άλ­λους, αλ­λά ό­τι ό­λοι ή­σαν έ­να… Του λες ό­τι: οι πη­γές λέ­νε άλ­λα. Δεν μπο­ρεί να γί­νει σύγ­χυ­ση. Υ­πήρ­χαν δια­κρι­τι­κά στοι­χεί­α. Άλ­λο οι ελ­λη­νί­δες πό­λεις άλ­λο η βαρ­βα­ρι­κή που δεν ή­ταν πό­λις ου­σια­στι­κά. Στην κά­θο­δο των Μυ­ρί­ων, περ­νώ­ντας οι Έλ­λη­νες τα δύ­σβα­τα βου­νά, ό­ταν αίφ­νης έ­βλε­παν μια πό­λη α­να­φω­νού­σαν: “α! ε­δώ εί­ναι ελ­λη­νίς πό­λις”! Τι σημαί­νει αυ­τό: ό­τι ε­κεί υ­πήρ­χε Γυ­μνά­σιο ό­που ε­γυ­μνά­ζο­ντο γυ­μνοί! Εκ­πλη­κτι­κό αυ­τό. Το Γυ­μνά­σιο, η πα­λαί­στρα εί­ναι δια­κρι­τι­κά στοι­χεί­α του ελ­λη­νι­κού πο­λι­τι­σμού. Ό­ταν η Ιε­ρου­σα­λήμ παρ’ ο­λί­γον να γί­νει ελ­λη­νι­κή πό­λη, οι αρ­χιε­ρείς του Ισ­ρα­ήλ ε­γυ­μνώ­θη­σαν και με­τεί­χον της ελ­λη­νι­κής διαί­της. Αυ­τό ε­κί­νη­σε α­μέ­σως τους Μακ­κα­βαί­ους και έ­κα­ναν την ε­πα­νά­στα­ση που έ­γι­νε τό­τε. Το Γυ­μνά­σιον λοι­πόν, ο Να­ός, η Βι­βλιο­θή­κη, το Ω­δεί­ον, το Θέ­α­τρον. Στο Γυ­μνά­σιο ο Έλ­λη­νας γυ­μνώ­νε­ται. Ο Θου­κυ­δί­δης λε­ει ό­τι αφ’ ό­του οι Έλ­λη­νες γυ­μνώ­θη­καν έ­κα­ναν με­γά­λο πο­λι­τι­σμό. Εί­ναι με­γά­λη υ­πό­θε­ση το γυ­μνού­σθαι. Ό­ποιος γυ­μνω­θεί και γύ­μνω­ση γί­νε­ται στο Γυ­μνά­σιον (ό­χι ο­που­δή­πο­τε) γυ­μνώ­νει και την ψυ­χή. Δεν γυ­μνώ­νεις μό­νο το σώ­μα. Και ό­ταν γυ­μνώ­νεις την ψυ­χή βλέ­πεις το ά­πει­ρον με­γα­λεί­ον της. Η ψυ­χή του αν­θρώ­που εί­ναι α­βυσ­σα­λέ­α και ε­κεί την εκ­θέ­τεις. Και λες: Τι εί­ναι η ψυ­χή του αν­θρώ­που; Πρέ­πει να δώ­σεις α­πα­ντή­σεις. Και σ’ αυ­τή την προ­σπά­θεια… συ­να­ντιέ­σαι με τον Πλά­τω­να και την μια ψυ­χή του κό­σμου της ο­ποί­ας εί­σαι μο­ρί­διο. Σή­με­ρα, ό­μως, το σχο­λεί­ο θε­ω­ρεί­ται ως ά­θροι­σμα γνώ­σε­ων. Δεν κά­νου­με παι­δεί­α ό­πως πρέ­πει. Ε­γώ προ­σπα­θώ να δώ­σω μια πα­ρόρ­μη­ση, να ε­ρε­θί­σω τους φοι­τη­τές μου για­τί α­πο­βλέ­πω στο “ψυ­χής κάλ­λος”.
Α. Δ.: Τε­λευ­ταί­ως, κ. κα­θη­γη­τά, γί­νο­νται, τό­σο δη­μο­σί­ως ό­σον και ι­διω­τι­κώς, συ­ζη­τή­σεις στις ο­ποί­ες δια­χω­ρί­ζε­ται ο ελ­λη­νι­κός α­πό τον χρι­στια­νι­κό πο­λι­τι­σμό προ­κα­λώ­ντας σε αρ­κε­τούς πο­λί­τες κά­πο­τε σύγ­χυ­ση.
Ε. Μ.: Ά­ρα ε­τέ­θη­μεν προ δι­λήμ­μα­τος. Οι α­πα­ντή­σεις θα δι­χα­στούν. Άλ­λοι θα πουν ό­τι “ε­γώ θέ­λω τον ελ­λη­νι­κό πο­λι­τι­σμό” και έ­χουν ευ­λό­γως πολ­λά πράγ­μα­τα να πα­ρα­θέ­σουν. Άλ­λος θα σας πει “ε­γώ θέ­λω τον χρι­στια­νι­κό πο­λι­τι­σμό” και έ­χει να πει πλεί­στα ό­σα για να υ­πε­ρα­σπι­στεί την α­πό­φα­σή του. Ο άλ­λος θα πει “ε­γώ δεν δέ­χο­μαι ού­τε τον έ­να ού­τε τον άλ­λον. Θέ­λω κά­τι και­νούρ­γιο”. Τί­πο­τα ό­μως δεν αρ­χί­ζεις στα τυ­φλά, ό­σο κι αν θέ­λου­με να εί­με­θα ρι­ζο­σπα­στι­κοί, εκ των πραγ­μά­των δεν μπο­ρεί κα­νείς να οι­κο­δο­μή­σει στην άμ­μο. Υ­πάρ­χουν και άλ­λοι που δέ­χο­νται αμ­φό­τε­ρα. Ε­κλεί­σα­με λοι­πόν τέσ­σε­ρις πε­ρι­πτώ­σεις. Γι’ αυ­τό μι­λού­με για τε­τρά­λημ­μα.
Α. Δ.: Αυ­τό δεν μας ο­δη­γεί σε σχι­ζο­φρέ­νεια;
Κ. Μ.: Ό­χι κα­θό­λου. Οι Έλ­λη­νες εί­ναι πιο Έλ­λη­νες αν τε­θούν προ του δι­λήμ­μα­τος και ε­πι­λέ­ξουν!! Να κα­τα­λά­βουν το βά­θος που υ­πάρ­χει. Διό­τι οι Έλ­λη­νες, αν εί­ναι γνή­σιοι, α­ρέ­σκο­νται να παί­ζουν με χά­σμα­τα. Να συ­νε­νώ­νουν διε­στώ­τα. “Εκ των δια­φε­ρό­ντων καλ­λί­στη η αρ­μο­νί­α. Ό­χι α­πό τα ό­μοια”. Οι Έλ­λη­νες δη­μιούρ­γη­σαν τρα­γω­δί­α για­τί ή­ξε­ραν να παί­ζουν με α­ντι­θέ­σεις. Ό­σο πιο με­γά­λο το χά­σμα τό­σο η­ρέ­σκο­ντο να το γε­φυ­ρώ­νουν. Αυ­τή εί­ναι η γο­η­τεί­α του ελ­λη­νι­κού πο­λι­τι­σμού, Γι’ αυ­τό εί­πε ο Α­ρι­στο­τέ­λης ό­τι “σε κά­θε κοι­νω­νί­α υ­πάρ­χουν οι ο­λί­γοι και οι πολ­λοί και πρέ­πει να προ­σπα­θού­με να φέ­ρου­με σε σχέ­ση τους ο­λί­γους με τους πολ­λούς. Διό­τι ού­τε η Δη­μο­κρα­τί­α ού­τε η ο­λι­γαρ­χί­α εί­ναι κα­λό κα­θε­στώς, αλ­λά η συ­νέ­νω­ση αυ­τών των δύ­ο εί­ναι το κα­λύ­τε­ρο Πο­λί­τευ­μα”. Και αυ­τό το κατ’ ε­ξο­χήν πο­λί­τευ­μα που λέ­γε­ται Πο­λι­τεί­α δεν το κα­τά­λα­βαν!
Η α­πά­ντη­ση λοι­πόν ε­δώ εί­ναι: δεν μας τρο­μά­ζει το χά­σμα. Διό­τι ε­κεί α­κρι­βώς εί­ναι η πρό­κλη­ση να δη­μιουρ­γή­σεις!
Α. Δ.: Κύ­ριε κα­θη­γη­τά, συ­νή­θως α­να­ρω­τιό­μα­στε αν το Πο­λί­τευ­μα που έ­χου­με εί­ναι α­πο­λύ­τως Δη­μο­κρα­τι­κό ή ό­χι. Τι α­κρι­βώς έ­χου­με;
Ε. Μ.: Δεν χρειά­ζε­ται α­πό­λυ­τη Δη­μο­κρα­τί­α. Δεν μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει Δη­μο­κρα­τί­α α­πό­λυ­τη.
Α. Δ.: Και τό­τε τι ή­ταν η Α­θη­να­ϊ­κή Δη­μο­κρα­τί­α. Δεν εί­χαν οι Α­θη­ναί­οι Δη­μο­κρα­τί­α;
Κ. Μ.: Ού­τε εί­χαν, ού­τε την χρειά­ζο­νταν! Εί­χαν εν μέ­ρει Δη­μο­κρα­τί­α. Και η τρα­γω­δί­α ή­ταν ό­τι ε­πε­δί­ω­καν να την κά­νουν πε­ρισ­σό­τε­ρη… Την εί­χαν. Οι Α­θη­ναί­οι ε­δη­μιούρ­γη­σαν την Τρα­γω­δί­α και τους τρα­γι­κούς διό­τι η ί­δια η πό­λις ή­ταν τρα­γι­κή. Το με­γα­λεί­ο της εί­ναι στην τρα­γι­κό­τη­τά της. Η πό­λις των Α­θη­νών γρά­φει μια τρα­γω­δί­α η ί­δια. Οι Φοί­νισ­σες, η Ε­κά­βη, οι Ι­κέ­τι­δες, η Ε­λέ­νη κ.λπ. εί­ναι μέ­ρη της με­γά­λης τρα­γω­δί­ας των Α­θη­νών.
Α. Δ.: Μια τε­λευ­ταί­α ε­ρώ­τη­ση: μπο­ρεί, και αν ναι σε τι, να μας βο­η­θή­σει η ι­στο­ρι­κή μνή­μη;
Ε. Μ.: Ό­λη μας η ζω­ή εί­ναι να βλέ­που­με μπρο­στά. Ό­λοι οι άν­θρω­ποι και ό­λοι οι Πο­λι­τι­σμοί θέ­λουν να βλέ­πουν μπρο­στά και ζουν κα­νο­νι­κά σχε­διά­ζο­ντας το μέλ­λον. Αλ­λά σ’ αυ­τήν την προ­σπά­θεια αι­σθα­νό­μα­στε -και εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ό­λης της ι­στο­ρί­ας- ό­τι ό­ποιος έ­χει έ­φε­ση προς τα ε­μπρός γυ­ρί­ζει πί­σω! Θέ­λει να βρει τις ρί­ζες του. Δεν μπο­ρώ να κά­νω με­γά­λο πέ­ταγ­μα χω­ρίς ρί­ζα. Ά­ρα εί­ναι α­να­γκαιό­τη­τα, αν θέ­λω να α­νυ­ψω­θώ, να πά­ω στη ρί­ζα. Έ­χει πα­ρα­τη­ρη­θεί και σε με­γά­λους πο­λι­τι­σμούς και σε ά­το­μα ό­τι, ό­ταν θέ­λη­σαν να δη­μιουρ­γή­σουν ι­στο­ρί­α, “γύ­ρι­σαν πί­σω” και αν δεν εί­χαν πα­ρελ­θόν, το κα­τα­σκεύ­α­σαν! Οι Ρω­μαί­οι δεν εί­χαν ι­στο­ρί­α· την δη­μιούρ­γη­σαν α­φού έ­σκυ­ψαν και βρή­καν ρί­ζες στο ελ­λη­νι­κό πα­ρελ­θόν. Πή­ραν τον Αι­νεί­α, που εί­ναι μια α­πό­με­ρη μορ­φή στην Ι­λιά­δα, και τον έ­κα­ναν ε­θνι­κό τους ή­ρω­α. Οι Α­με­ρι­κα­νοί εί­παν: “δεν μπο­ρού­με να δε­χθού­με και να θε­ω­ρή­σου­με ό­τι πρό­γο­νοί μας εί­ναι οι ε­ρυ­θρό­δερ­μοι. Η ρί­ζα μας εί­ναι στην Ευ­ρώ­πη”. Η μα­νί­α των Α­με­ρι­κα­νών να το­νί­σουν την ευ­ρω­πα­ϊ­κή τους ρί­ζα εί­ναι συ­γκλο­νι­στι­κή.
Προς στιγ­μήν μπο­ρεί να πει κά­ποιος: “ε­γώ δεν θέ­λω κα­μί­α ρί­ζα. Θέ­λω να οι­κο­δο­μή­σω μό­νος μου”. Του λες: “οι­κο­δό­μη­σε, να κοι­τά­ζεις μό­νο μπρο­στά”. Ό­ταν κοι­τά­ζεις μπρο­στά δια­πι­στώ­νεις ό­τι το μέλ­λον δεν οι­κο­δο­μεί­ται ά­νευ λί­θων. Και λί­θοι υ­πάρ­χουν. Βρί­σκει λοι­πόν και κά­νει την ε­πι­λο­γή που χρειά­ζε­ται αυ­τά τα οι­κο­δο­μι­κά υ­λι­κά για να οι­κο­δο­μή­σει. Και τό­τε α­να­γκά­ζε­ται να στρα­φεί στο πα­ρελ­θόν. Και εί­ναι τό­σο με­γά­λη η έ­φε­ση προς το πα­ρελ­θόν ό­σο εί­ναι η έ­φε­ση προς το μέλ­λον. Οι α­λη­θείς προ­ο­δευ­τι­κοί άν­θρω­ποι με­λε­τούν την ι­στο­ρί­α, ό­χι για να μά­θουν έ­να σω­ρό χρο­νο­λο­γί­ες, αλ­λά για να πά­ρουν γό­νι­μα κτε­ρί­σμα­τα…

Η Άν­να Δο­ντά εί­ναι δη­μο­σιο­γρά­φος

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*