Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 31, Περιοδικό Άρδην

ο γλωσσικός αφελληνισμός

 

του Γιάννη Καλιόρη

H ελ­λη­νι­κή γλώσ­σα διέρ­χε­ται μια κρί­σι­μη πε­ρί­ο­δο κάμ­ψεως, ό­που οι πα­ρα­γω­γι­κές και α­φο­μοιω­τι­κές της ι­κα­νό­τη­τες αρ­γούν α­πελ­πι­στι­κά και οι εκ­φρα­στι­κές της δυ­να­τό­τη­τες λι­μνά­ζουν ε­πι­κιν­δύ­νως, ε­νώ ή φυ­σιο­γνω­μί­α της αλ­λοιώ­νε­ται ρα­γδαί­α και η αι­σθη­τι­κή της υ­φί­στα­ται κα­τα­στρο­φή πρω­το­φα­νή, και το κυ­ριώ­τε­ρο, πλήτ­τον­ται πλέ­ον οι βα­θύ­τε­ροι ρυθ­μοί και η ε­σω­τε­ρι­κή της διά­στα­ση.
Και δεν θα πρέ­πει να ξε­γε­λιό­μα­στε α­πό τους πέ­ντε, δέ­κα ή πε­νή­ντα τε­χνί­τες του λό­γου. Για­τί ε­κεί­νο το ο­ποίον έ­χει ση­μα­σί­α εί­ναι ο γε­νι­κό­τε­ρος μέ­σος ό­ρος που προ­κύ­πτει α­πό το σύ­νο­λο των φο­ρέ­ων του δη­μό­σιου γρα­πτού και προ­φο­ρι­κού λό­γου, κι αυ­τός ο μέ­σος ό­ρος χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται α­πό γλώσ­σα πτο­η­μέ­νη και ελ­λειμ­μα­τι­κή, με μειω­μέ­νες α­ντι­στά­σεις ε­σω­τε­ρι­κές και πε­ριο­ρι­σμέ­νο πλού­το α­πο­χρώ­σε­ων, ση­μα­δε­μέ­νη αφ’ ε­νός α­πό το κλί­μα μιας γε­νι­κό­τε­ρης α­γροι­κο­κουλ­τού­ρας και αφ’ ε­τέ­ρου, α­πό την πε­ρι­δί­νη­ση της σύγ­χρο­νης πα­ρα­γω­γι­κής και, κα­τα­να­λω­τι­κής κι­νη­τι­κό­τη­τας, που ε­πι­βάλ­λει χρο­νι­κό­τη­τες ε­ξου­θε­νω­τι­κές, σύ­στη­μα ση­μεί­ων υ­πε­ρε­θνι­κό και σκο­πι­μό­τη­τες ε­πεί­σα­κτες, και α­να­μο­χλεύ­ει βα­θύρ­ρι­ζα τις κλί­μα­κες των α­ξι­ών…
Πρέ­πει να ση­μειω­θεί πως έ­να α­πό τα ι­διαί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της συ­ντε­λού­με­νης σή­με­ρα γλωσ­σι­κής βα­ναυ­σουρ­γί­ας, εί­ναι ό­τι εκ­προ­σω­πεί­ται σ’ αυ­τήν ο­λό­κλη­ρο το φά­σμα των φο­ρέ­ων του δη­μό­σιου λό­γου, α­πό τους χει­ρι­στές των ρα­διο­τη­λε­ο­πτι­κών μέ­σων και τους ποι­κί­λους θε­ρά­πο­ντες του κα­λά­μου, ως τους πο­λι­τι­κούς, και φυ­σι­κά τους “πο­λι­τι­κο­ποι­η­μέ­νους” φοι­τη­τές και τους “προ­ο­δευ­τι­κούς” ή “ε­κτε­λω­νι­σμέ­νους” πα­νε­πι­στη­μια­κούς, πού ο κα­θέ­νας τους συ­νει­σφέ­ρει κα­τά δύ­να­μιν στην α­πο­ψί­λω­ση της γλώσ­σας και την ευ­τέ­λι­ση της έκ­φρα­σης.
Και βέ­βαια, η γλώσ­σα ού­τε αυ­το­δέ­σπο­τη εί­ναι ού­τε και αυ­το­τέ­λε­στη: η ευ­ρω­στί­α ή η λυμ­φα­τι­κό­τη­τά της συ­ναρ­τά­ται ορ­γα­νι­κά με την κα­τά­στα­ση του πνευ­μα­τι­κού πο­λι­τι­σμού και των ση­μα­σιών που εν­νο­η­μα­τώ­νουν τη ζω­ή ε­νός έ­θνους στε­ρε­ώ­νο­ντας το στη συ­νεί­δη­ση της ι­διο­προ­σω­πί­ας του και ο­δη­γώ­ντας το να βιώ­νει αύ­τη την ι­διο­προ­σω­πί­α ως αυ­το­σή­μα­ντη. Έ­τσι λ.χ., αν σή­με­ρα μι­λά­με άγ­γλο-γαλ­λο-ελ­λη­νι­κά, εί­ναι για­τί σκε­φτό­μα­στε έ­τσι, και σκε­φτό­μα­στε έ­τσι για­τί ε­γκολ­πω­νό­μα­στε α­νά­λο­γους σκο­πούς, πρό­τυ­πα και βιο­τρο­πί­α, που α­λώ­νουν τη γλώσ­σα κατ’ ευ­θεί­αν στα ε­σω­τε­ρι­κά της κέ­ντρα. Την α­λώ­νουν δη­λα­δή σε ό,τι την κά­νει να ταυ­τί­ζε­ται με έ­ναν λα­ό και να εί­ναι έκ­φρα­ση αυ­τού του λα­ού και ό­χι άλ­λου, α­πό­σταγ­μα στο ο­ποί­ο συ­γκε­φα­λαιώ­νε­ται κά­θε φο­ρά και συ­ναι­ρεί­ται η προ­η­γού­με­νη δια­δρο­μή του σαν κό­σμος ση­μα­σιών και ή­θος βα­θύ­τε­ρο, πα­ρέ­χο­ντάς του έ­τσι κά­ποια στέ­ρε­α ση­μεί­α α­να­γνω­ρί­σε­ως μέ­σα στον χρό­νο που τον βο­η­θούν να συ­νει­δη­το­ποιεί την ι­στο­ρι­κή του διάρ­κεια, να συ­γκρο­τεί το πρό­σω­πό του και να κα­θο­ρί­ζει το στίγ­μα του στον σύγ­χρο­νο κό­σμο.
Κα­θώς λοι­πόν η ε­πε­κτα­τι­κή δυ­να­μι­κή των βιο­μη­χα­νι­κών κοι­νω­νιών ε­γεί­ρει τον ι­σο­πε­δω­τι­κό τους πο­λι­τι­σμό σε terminus ad quem και ο­ρί­ζο­ντα οι­κου­με­νι­κό, α­να­δεύ­ει εκ θε­με­λί­ων και την ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νί­α, κα­τα­στρέ­φο­ντας τους ρυθ­μούς, τα μέ­τρα και τις πο­λι­τι­στι­κές της α­ξί­ες και με­τα­τρέ­πο­ντάς την σε πα­σχί­ζον πα­ρα­κο­λού­θη­μα ξέ­νου βη­μα­το­δό­τη και προ­τύ­πων αλ­λο­δο­τών, ε­νώ­πιον των ο­ποί­ων η ε­θνι­κή ι­διο­συ­στα­σί­α υ­πο­στέλ­λε­ται και γί­νε­ται ε­τε­ρο­σή­μα­ντη.
Aν η μορ­φι­κή φρον­τί­δα δεν μπο­ρεί α­πό μό­νη της να α­πο­σο­βή­σει τις βα­θύ­τε­ρες α­πο­συν­θε­τι­κές τά­σεις, ω­στό­σο η α­παί­τη­ση για δια­τή­ρη­ση και α­νέ­βα­σμα της εκ­φρα­στι­κής δυ­να­τό­τη­τας της γλώσ­σας, μπο­ρεί, ως συ­νε­χής διά­γνω­ση, α­ξί­ω­ση υ­περ­βά­σε­ως και θε­ρα­πεί­α συμ­πτω­μα­τι­κή, να συ­γκρα­τή­σει για ο­ρι­σμέ­νο και­ρό τα πρά­γμα­τα και να κρα­τή­σει κα­τάλ­λη­λο και δια­θέ­σι­μο τον γλωσ­σι­κό ι­στό για την ύ­φαν­ση των μελ­λο­ντι­κών ση­μα­σιών πού θα συν­θέ­σουν την αι­τιο­λο­γι­κή α­ντι­με­τώ­πι­ση.
Ο ση­με­ρι­νός γλωσ­σο­πο­λι­τι­κός δογ­μα­τι­σμός, που εν ο­νό­μα­τι ε­νός α­νεύ­ρε­του λα­ού –και στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ε­ρή­μην και εις βά­ρος του– προ­σπα­θεί να ε­πι­βά­λει έ­να πε­νι­χρό ψευ­το­λα­ϊ­κό­τρο­πο ι­δί­ω­μα, ε­νερ­γεί συρ­ρι­κνω­τι­κά πά­νω στην ο­λό­τη­τα της νε­ο­ελ­λη­νι­κής, την ο­ποί­α προ­σπα­θεί να α­πο­κό­ψει α­πό τα πλού­σια κοι­τά­σμα­τα των λο­γί­ων κα­τα­βο­λών της και να την πλή­ξει πε­ρί­που με α­μνη­σί­α ι­στο­ρι­κή. Έ­τσι, κα­θώς ή γλώσ­σα πε­ρι­στέλ­λε­ται σε μί­α μό­νο συ­νι­στώ­σα της, την α­μι­γή και “κα­θα­ρό­γραμ­μη” δη­μο­τι­κή, παύ­ει πλέ­ον να εί­ναι αρ­τι­με­λής και α­μέ­ρι­στη, και ο πλού­τος των εκ­φρα­στι­κών της α­πο­χρώ­σε­ων πε­ρι­τέ­μνε­ται μοι­ραί­α, α­φού πολ­λοί δο­κι­μα­σμέ­νοι τρό­ποι της προ­γρά­φο­νται α­πη­νώς ως λο­γιο­σχη­μά­τι­στοι, και πά­μπολ­λες λέ­ξεις της πα­ρο­πλί­ζο­νται με το ί­διο σκε­πτι­κό. Και στον βαθ­μό πού η α­νε­πάρ­κεια αυ­τής της συ­νι­στώ­σας την υ­πο­χρε­ώ­νει να συ­μπράτ­τει με τη λο­γί­α εκ­δο­χή της νε­ο­ελ­λη­νι­κής, προ­σθέ­τει, μη­χα­νι­στι­κά ό­σο κι α­νυ­πο­χώ­ρη­τα, στους συ­ντα­κτι­κούς τρό­πους της τε­λευ­ταί­ας τη δι­κή της μορ­φο­λο­γί­α, πα­ρά­γο­ντας έ­τσι γλώσ­σα συ­νον­θυ­λευ­μα­τι­κή και α­κα­λαί­σθη­τη, συ­νε­στραμ­μέ­νη και πα­γε­ρή, δί­χως τη δη­μι­ουρ­γι­κό­τη­τα ε­κεί­νη πού θα την προί­κι­ζε με δύ­να­μη α­ντι­στά­σε­ως ορ­γα­νι­κή.
Για­τί ή πλα­στι­κό­τη­τα μιας γλώσ­σας, που της ε­πι­τρέ­πει να εί­ναι πο­ρώ­δης χω­ρίς να χά­νει τον χα­ρα­κτή­ρα της, και να α­ντι­στέ­κε­ται στην πί­ε­ση των ξέ­νων γλωσ­σών χω­ρίς να γί­νε­ται α­πο­λί­θω­μα του πα­ρελ­θό­ντος, εί­ναι συ­σχε­τι­κή προς την εν γέ­νει δη­μιουρ­γι­κή της ι­κα­νό­τη­τα. Και η τε­λευ­ταί­α, του­λά­χι­στον α­πό την στε­νώ­τε­ρη γλωσ­σι­κή ά­πο­ψη, συ­νί­στα­ται στην ά­φο­μοιω­τι­κή-συμ­μορ­φω­τι­κή της δύ­να­μη, που ό­μως εί­ναι συ­ναρ­τη­μέ­νη με την ι­κα­νό­τη­τα συν­θέ­σε­ως και πα­ρα­γω­γής. Αν, λοι­πόν, η πρώ­τη α­φα­νί­ζε­ται κυ­ριο­λε­κτι­κά, εί­ναι για­τί και η δεύ­τε­ρη φυλ­λορ­ρο­εί. Κι αυ­τό συμ­βαί­νει διό­τι, εκτός α­πό τις γε­νι­κό­τε­ρες ι­στο­ρι­κές και πο­λι­τι­στι­κές ε­πι­λο­γές που κα­θι­στούν ό­λο και πιο ε­τε­ρό­φω­τη την ελ­λη­νι­κή ζω­ή και α­νή­μπο­ρη να στη­ρι­χτεί σε δι­κά της κέ­ντρα ση­μα­σιών, ε­νερ­γούν και οι στε­νά γλωσ­σι­κές πλευ­ρές του ζη­τή­μα­τος, και εν προ­κει­μέ­νω η υ­πέ­ρο­γκη α­ξί­ω­ση των συγ­χρό­νων δη­μο­τι­κι­στών να μο­νο­πω­λή­σουν το σύ­νο­λο της γλωσ­σι­κής εκ­φρά­σε­ως, συ­μπιέ­ζο­ντάς την μέ­χρις α­να­πη­ρί­ας σε γλωσ­σι­κά μο­νο­σύ­στα­τη εκ­δο­χή: ε­πι­διώ­κο­ντας να την α­πο­στει­ρώ­σουν α­πό τα λό­για στοι­χεί­α της, δεν κά­νουν τί­πο­τε άλ­λο πα­ρά να την στει­ρώ­νουν α­πελ­πι­στι­κά, κα­θώς την α­πορ­φα­νί­ζουν α­πό ε­κεί­νην α­κρι­βώς τη συ­νι­στώ­σα που δια­θέ­τει τις με­γα­λύ­τε­ρες πα­ρα­γω­γι­κές και α­φο­μοιω­τι­κές δυ­να­τό­τη­τες.
Η σύγ­χρο­νη δη­μο­τι­κή, υ­πο­νο­μευ­μέ­νη αφ’ ε­νός α­πό την τυ­φλά εκ­συγ­χρο­νι­στική ι­δε­ο­λο­γί­α με την ο­ποί­α, θέ­λει να συ­νυ­φαί­νε­ται, και η ο­ποί­α της ε­πι­βάλ­λει ε­ξω­γε­νείς τρό­πους και ρυθ­μούς που τη διαρ­ρη­γνύ­ουν ε­σω­τε­ρι­κά συ­ντο­νί­ζο­ντας την με “βη­μα­το­δό­τες ε­ξου­θε­νω­τι­κούς”, στε­ρη­μέ­νη αφ’ ε­τέ­ρου α­πό το δυ­να­μι­κό έ­ρει­σμα της λο­γί­ας συ­νι­στώ­σας, ε­να­ντί­ον της ο­ποί­ας στρέ­φει α­πο­κλει­στι­κά ό­ση α­φο­μοιω­τι­κή δύ­να­μη της έ­χει α­πο­μεί­νει· και ε­πω­μι­ζό­με­νη το α­δύ­να­το έρ­γο να εκ­φρά­σει αυ­το­δύ­να­μα το ό­λον ό­ντας μο­νά­χα υ­πο­σύ­νο­λό του – α­να­γκά­ζε­ται, για να κα­λύ­ψει την α­νε­πάρ­κεια της, να ε­κλι­πα­ρεί τις ξέ­νες γλώσ­σες, των ο­ποί­ων στοι­χεί­α με­τα­φυ­τεύ­ει πλέ­ον α­νε­ξέ­λε­γκτα και α­θρό­α, χω­ρίς ού­τε να τα ε­ξελ­λη­νί­ζει πλή­ρως πλά­θο­ντας τα ελ­λη­νο­λε­κτι­κά τους α­ντί­στοι­χα, ό­πως το έ­κα­νε άλ­λο­τε ή κα­θα­ρεύ­ου­σα, άλ­λ’ ού­τε καν να τα προ­σαρ­μό­ζει στο δι­κό της το τυ­πι­κό, ό­πως έ­κα­νε πα­λιό­τε­ρα η ί­δια.
Η σχέ­ση, λοι­πόν, της νε­ο­ελ­λη­νι­κής γλώσ­σας με τις άλ­λες συ­νι­στά κατ’ ε­ξο­χήν το πε­δί­ον ό­που συ­να­ντώ­νται α­κρι­βώς και συ­νε­πι­δρούν και οι δύ­ο αυ­τές κα­τη­γο­ρί­ες αιτίων, οι στε­νώ­τε­ρα γλωσ­σι­κές και οι ευ­ρύ­τε­ρα ε­ξω­γλωσ­σι­κές, κά­νο­ντας έ­τσι την ά­λω­σή της ο­ρα­τή και μέ­σω αυ­τής πιο ε­ξώ­φθαλ­μη και τη δι­κή τους την ύ­παρ­ξη. Για­τί η σχέ­ση της γλώσ­σας μας με τις ξέ­νες α­πο­δει­κνύ­ε­ται συ­ντρι­πτι­κά ε­τε­ρο­βα­ρής, ξε­περ­νώ­ντας πλέ­ον κα­τά πο­λύ τις ι­σορ­ρο­πη­μέ­νες α­νταλ­λα­γές και αλ­λη­λε­πι­δρά­σεις πού προσ­πο­ρί­ζουν α­μοι­βαί­ο πλου­τι­σμό, και εν πά­ση πε­ρι­πτώ­σει α­πο­βαί­νει πο­λύ πιο ά­νι­ση σε βά­ρος μας συ­γκρι­τι­κά με το πα­ρελ­θόν. Κι αυ­τό εί­ναι με­στό δι­δαγ­μά­των α­πο­μυ­θευ­τι­κών, τα οποία κα­λούν σε ο­δυ­νη­ρές α­να­ψη­λα­φή­σεις του κλη­ρο­δο­τη­μέ­νου αυ­το­νό­η­του πολ­λών πραγ­μά­των και συ­σχε­τι­σμών, που με την κυ­ρω­τι­κή δύ­να­μη του δε­δι­κα­σμέ­νου τους με­τέ­τρε­παν την προ­βλη­μα­τι­κό­τη­τά τους σε πί­στεις α­ξιω­μα­τι­κές με χα­ρα­κτή­ρα ι­δε­ο­λο­γι­κό και λει­τουρ­γί­α πα­ρο­χε­τευ­τι­κή ή συ­γκα­λυ­πτι­κή.
Τώ­ρα που η κα­θα­ρεύ­ου­σα κα­θαι­ρέ­θη­κε και ε­πι­σή­μως, το διά­δο­χο σχή­μα, νο­μι­ζό­με­νος φο­ρέ­ας ε­νερ­γεί­ας και ζω­τι­κό­τη­τας, βρέ­θη­κε ξαφ­νι­κά με­τέ­ω­ρο και χω­ρίς α­ντι­κεί­με­νο, α­να­κα­λύ­πτο­ντας και α­πο­κα­λύ­πτο­ντας τη δι­κή του ι­σχνό­τη­τα θε­με­λί­ων και σκο­πών, που μέ­χρι τώ­ρα συ­σκό­τι­ζε ο α­γώ­νας κα­τά της κα­θα­ρεύ­ου­σας, και που άλ­λω­στε πα­ρα­πέ­μπει στο α­ντί­στοι­χο κε­νό ο­λό­κλη­ρης της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας. Την κε­νό­λο­γη σπου­δαιο­φά­νεια μιας ο­ρι­σμέ­νης κα­θα­ρεύ­ου­σας α­ντι­κα­τέ­στη­σε η σπου­δαιο­φα­νής κε­νο­λο­γί­α μιας α­προ­κά­λυ­πτα με­τα­πρα­τι­κής δη­μο­τι­κής κι ο δη­μα­γω­γι­κός πρω­το­γο­νι­σμός ε­νός οιο­νεί κου­τσα­βά­κι­κου ι­διώ­μα­τος, δεί­χνο­ντας ό­τι τε­λι­κά δεν υ­πάρ­χει τί­πο­τα το ου­σιώ­δες και ί­διον να εκ­φρα­στεί, κα­νέ­να ε­φαλ­τή­ριο για έρ­γα πνευ­μα­τι­κού πο­λι­τι­σμού και ποιό­τη­τες νέ­ες, καμ­μιά “φω­το­πά­ρο­χος ε­στί­α” που να δέ­σει σε πρά­ξεις δη­μιουρ­γι­κής αυ­το­γνω­σί­ας τα α­νέ­στια σκιρ­τή­μα­τα και τους α­νε­νέρ­γη­τους πυ­ρή­νες, και να στε­ρε­ώ­σει την ελ­λη­νι­κή ζω­ή στη δι­κή της ι­διο­ρυθ­μί­α και δη­μιουρ­γι­κό­τη­τα.
Το α­πο­τέ­λε­σμα, ως γλώσ­σα και ως γε­νι­κό­τε­ρη στά­ση ζω­ής, εί­ναι έ­νας ψευ­το­λα­ϊ­κό­τρο­πος κα­θα­ρευου­σιά­νι­κος δη­μο­τι­κι­σμός ο ο­ποί­ος, κό­βο­ντας μί­α προς μί­α τις γέ­φυ­ρες με τις βα­θύ­τε­ρες κα­τα­γω­γι­κές α­ξί­ες, α­γκι­στρώ­νε­ται α­πε­γνω­σμέ­να σε μια τυ­φλή ι­δε­ο­λο­γί­α κα­πι­τα­λι­στι­κής προ­ό­δου και εκ­συγ­χρο­νι­σμού –φυ­γής α­χα­λί­νω­της προς τα ε­μπρός και προς τα έ­ξω, που α­να­στέλ­λει συ­νε­χώς την εγ­γε­νή κρί­ση του ό­λου συ­στή­μα­τος, κα­τα­νέ­μο­ντας μέ­σα στον χρό­νο κι ε­ξα­κτι­νώ­νο­ντας μέ­σα στον χώ­ρο την α­βά­στα­χτη έ­ντα­ση του συ­γκρου­σια­κού του πυ­ρή­να και α­πο­σο­βώ­ντας κά­θε φο­ρά την ει­σβο­λή των και­ρί­ων ε­ρω­τη­μά­των στη συ­νεί­δη­ση.
Αυ­τός ο κα­θα­ρευου­σιά­νι­κος δη­μο­τι­κι­σμός, που ως φρό­νη­μα και ή­θος συ­γκρο­τεί­ται α­πό τα κοι­νά ι­δε­ο­λο­γι­κά στοι­χεί­α των δύ­ο ρευ­μά­των και ως γλώσ­σα α­πό τα μειο­νε­κτή­μα­τα των α­ντί­στοι­χων γλωσ­σι­κών τους μορ­φών, στο μεν πε­δί­ο των ευ­ρύ­τε­ρων κοι­νω­νι­κών διερ­γα­σιών (οι ο­ποίες πλέ­ον νο­η­μα­το­δο­τού­νται α­πό τον νό­μο της οι­κο­νο­μι­κής αξίας και τις σκο­πι­μό­τη­τες της α­γο­ράς), συ­νυ­φαί­νε­ται με λο­γι­κή συ­στή­μα­τος ι­σο­δυ­να­μιών και συ­νε­χούς α­πλώ­μα­τος πο­σο­τή­των, πού α­περ­γά­ζε­ται σκυ­βα­λο­κρα­τι­κό πο­λι­τι­σμό ζυ­μώ­δους μα­ζο­ποι­ή­σε­ως με κυ­ρί­αρ­χο αί­τη­μα το “δι­καί­ω­μα στην α­γραμ­μα­τω­σύ­νη”· στο δε ε­πί­πε­δο της ά­με­σης κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, δια­θλά­ται “εκ­συγ­χρο­νι­σμέ­να” και χυ­δαιο­πρε­πώς σε ι­δε­ο­λο­γί­α ρε­μπε­το­μα­γκιάς και “οι­κο­νο­μη­σιάς”, ό­που η μο­νο­γε­νε­τι­κό­τη­τα μιας “πλέ­ριας” δη­μο­τι­κής κι ο ε­πι­τη­δευ­μέ­νος πρω­το­γο­νι­σμός ε­νός λι­πα­ρού λα­ϊ­κι­σμού τε­ρα­τουρ­γούν γλωσ­σι­κόν “ντερ­μπε­ντε­ρι­σμό”, που πα­σχί­ζει να προσ­δώ­σει ε­πί­φα­ση λα­ϊ­κό­τρο­πης ελ­λη­νι­κό­τη­τας στην κο­σμο­πο­λί­τι­κη παρ­δα­λο­γέ­νεια.
Τέ­λος, στο πε­δί­ο των στε­νά γλωσ­σι­κών διερ­γα­σιών, φέ­ρε­ται α­πό αι­τή­μα­τα κα­θα­ρι­σμού εν ό­ψει μορ­φο­λο­γι­κής ο­μοιο­γε­νεί­ας και κα­θα­ρό­τη­τας λε­ξι­λο­γι­κής, και συ­νε­χί­ζει να πα­λεύ­ει με τα φα­ντά­σμα­τα του πα­ρελ­θό­ντος –ύ­στα­το άλ­λο­θι της α­καρ­πί­ας–, μο­χθώ­ντας να σφα­λί­σει την κερ­κό­πορ­τα στη λο­γί­α γλωσ­σι­κή πα­ρά­δο­ση, ε­νώ ταυ­τό­χρο­να α­νοί­γει διά­πλα­τα την πύ­λη στην ξε­νό­γλωσ­ση προ­στα­σί­α, στην ο­ποί­α και πα­ρα­δί­δει το πνεύ­μα και το γράμ­μα, α­δυ­να­τώ­ντας ν’ α­ντε­πε­ξέλ­θει με τις δι­κές του δυ­νά­μεις.
Κύ­κλος συ­νε­πειών που α­να­τρο­φο­δο­τούν και κρα­ταιώ­νουν την πη­γή τους, το μόρ­φω­μα τού­το έ­χει μα­κρι­νό­τε­ρες ρί­ζες: κα­θώς σε μια δε­δο­μέ­νη στιγ­μή η ελ­λη­νι­κή κοι­νω­νί­α διά­λε­ξε, ή εκ των πραγ­μά­των υ­πο­χρε­ώ­θη­κε να α­κο­λου­θή­σει, έ­να κέ­ντρο προ­ο­πτι­κών ε­ξω­γε­νές, ο­δη­γή­θη­κε μοι­ραί­α να βιώ­νει τον ε­αυ­τό της σαν κά­τι το α­νό­μοιο και πε­ρι­φε­ρεια­κό α­πέ­να­ντί του, και ό­χι σαν ύ­παρ­ξη αυ­τάγ­γελ­τη και δια­φο­ρε­τι­κή, που έ­χο­ντας την αυ­το­πε­ποί­θη­ση των δι­κών της α­ξιών ζει χω­ρίς ντρο­πή και μειο­νε­ξί­α τη δι­κή της α­λή­θεια ως αυ­το­κα­τά­φα­ση.
Απ’ αυ­τή λοι­πόν την νο­ο­τρο­πί­α του α­νό­μοιου που πα­σχί­ζει να γί­νει ό­μοιο προς έ­να κέ­ντρο ε­ξω­τε­ρι­κό, απ’ αυ­τή την προ­σπά­θεια –που μό­νο με δά­νεια μέ­σα μπο­ρεί να α­να­λη­φθεί– να α­ναρ­ρι­χη­θεί σε μια πα­γκό­σμια ι­στο­ρι­κή κλί­μα­κα, υ­πο­τι­θέ­με­νη ε­νιαί­α (και στον βαθ­μό που βρί­σκε­ται στις χα­μη­λό­τε­ρες βαθ­μί­δες της αι­σθά­νε­ται κα­θυ­στέ­ρη­ση και ντρο­πή), πη­γά­ζει και η ψυ­χο­λο­γί­α της μειο­νε­ξί­ας και πε­ρι­φε­ρεια­κό­τη­τος –ή α­ντί­θε­τα, της πτω­χα­λα­ζο­νεί­ας– πού σή­με­ρα χα­ρα­κτη­ρί­ζει τη σύ­νο­λη φυ­σιο­γνω­μί­α της πο­λι­τι­στι­κής μας ζω­ής, ό­που σε κλί­μα α­νέ­στιου κο­σμο­πο­λι­τι­σμού με­σου­ρα­νούν η νε­ο­πλου­τι­στι­κή ξε­νο­μα­νί­α των δη­μο­σιο­γρά­φων, ο δου­λι­κός μι­μη­τι­σμός των δια­φη­μι­στών, ο α­κα­τέρ­γα­στος με­τα­πρα­τι­σμός των δια­νο­ου­μέ­νων και η φολ­κλο­ρι­κή ρε­μπε­το­φρο­σύ­νη των πά­ντων.
Ε­πει­δή, λοι­πόν, η σχέ­ση της γλώσ­σας μας με τις ξέ­νες α­πο­τε­λεί πε­δί­ο όπου δια­γρά­φο­νται κα­θα­ρά ο­ρι­σμέ­να βα­σι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της γε­νι­κό­τε­ρης πο­ρεί­ας και του στί­γμα­τός μας μέ­σα στον σύγ­χρο­νο κό­σμο, δεν θα ή­ταν χω­ρίς χρη­σι­μό­τη­τα και α­ξί­α δι­δα­κτι­κή αν προ­βαί­να­με σε μί­α πρό­χει­ρη έ­στω τα­ξι­νό­μη­ση της σχε­τι­κής πε­ρι­πτω­σιο­λο­γί­ας.
Η συ­γκε­φα­λαί­ω­ση της τε­λευ­ταί­ας σε έ­να πρώ­το σχε­δί­α­σμα τυ­πο­λο­γί­ας α­πο­κα­λύ­πτει ευ­θύς εξ αρ­χής δύ­ο τά­σεις ευ­κρι­νείς, με χα­ρα­κτή­ρα πα­ρα­πλη­ρω­μα­τι­κό και ο­μό­κε­ντρη κα­τεύ­θυν­ση, των ο­ποί­ων η ε­νερ­γός διά­πλε­ξη τις συ­ναι­ρεί σε ε­νιαί­α α­φε­τη­ρί­α για την πε­ραι­τέ­ρω κα­τά­τα­ξη των πε­ρι­πτώ­σε­ων. Πρό­κει­ται για τον βαθ­μιαί­ο γλωσ­σι­κό α­φελ­λη­νι­σμό των ελ­λη­νι­κών και των ή­δη ε­ξελ­λη­νι­σμέ­νων και για τον συ­στη­μα­τι­κό πλέ­ον μη ε­ξελ­λη­νι­σμό των νε­ο­ει­σα­γο­μέ­νων, με πρω­τερ­γά­τες ρα­διό­φω­νο και τη­λε­ό­ρα­ση –και άλ­λες πα­ρα­φυά­δες του κρα­τι­κού μη­χα­νι­σμού–, ε­φη­με­ρί­δες και πε­ριο­δι­κά, δια­φη­μι­στές και ε­μπό­ρους, κα­θώς και πα­ντοί­ους δια­νο­ου­μέ­νους και θε­ρά­πο­ντες του κα­λά­μου: άλ­λο­τε α­πό πλέγ­μα ε­θνι­κής μειο­νε­ξί­ας, που κά­νει ώ­στε η ξέ­νη λέ­ξη, η ξέ­νη προ­φο­ρά και η ξέ­νη γρα­φή να πα­ρα­ση­μαί­νο­νται ψυ­χο­λο­γι­κά α­πό την ί­δια τους την προ­έ­λευ­ση και να χα­ρί­ζουν με­γα­λύ­τε­ρη πε­ριω­πή στον χρή­στη και α­ξιο­πι­στί­α στα προ­ϊ­ό­ντα του· άλ­λο­τε α­πό πλέγ­μα μειο­νε­ξί­ας α­το­μι­κής και πνευ­μα­τι­κό νε­ο­πλου­τι­σμό ή σνο­μπι­σμό και μα­ταιό­δο­ξη διά­θε­ση προς ε­πί­δει­ξη γλωσ­σο­μα­θεί­ας (που συ­νη­θέ­στα­τα εί­ναι α­νύ­παρ­κτη έ­ως με­τριω­τά­τη), αλ­λά και α­πό ε­πι­πο­λαιό­τη­τα, νω­θρό­τη­τα δια­νο­η­τι­κή και α­βα­σά­νι­στη πα­ρά­δο­ση στη μό­δα, ή προ­χει­ρό­τη­τα και βια­σύ­νη δη­μο­σιο­γρα­φι­κή· άλ­λο­τε πά­λι α­πό πραγ­μα­τι­κή δυ­σκο­λί­α για ό­σους έ­ζη­σαν ε­πί μα­κρόν στο ε­ξω­τε­ρι­κό ν’ α­παλ­λα­γούν α­πό τις ξε­νο­τρο­πί­ες και να ε­ξελ­λη­νί­σουν την ο­πτι­κο­η­χη­τι­κή ει­κό­να της ξε­νό­γλωσ­σης λέ­ξης, τους ξε­νι­κούς ι­διω­μα­τι­σμούς και τη συ­ντα­κτι­κή δια­τύ­πω­ση· άλ­λο­τε, τέ­λος, α­πό υ­περ­βο­λική ό­σο και ά­το­πη μέ­ρι­μνα α­κρι­βεί­ας, κυ­ρί­ως στη γρα­φή και την προ­φο­ρά – για τους λό­γους λοι­πόν αυ­τούς, που ε­νερ­γούν δια­ζευ­κτι­κά ή κα­τά συρ­ρο­ήν, αλ­λά εν­δε­χο­μέ­νως και για άλ­λους που μέ­νει να ε­πι­ση­μαν­θούν, ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ροι θε­ρά­πο­ντες του λό­γου και της γρα­φί­δας θε­ω­ρού­νε πρέ­πον να διαν­θί­ζουν τη γλώσ­σα τους γε­λοιο­πρε­πώς με ποι­κί­λους ξε­νι­σμούς.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*