Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 31, Περιοδικό Άρδην

απελευθέρωση – ανεξαρτησία

του Μανώλη Γλέζου

Ε­πα­νά­στα­ση του 1821 – Ε­θνι­κή Αντί­στα­ση 1940-1945. Δύ­ο κα­θορι­στι­κά ο­ρό­ση­μα, δύ­ο ση­μα­δια­κά γε­γο­νό­τα, δύο ξε­χω­ρι­στοί σταθ­μοί.
Με τον α­γώ­να της Πα­λιγ­γε­νε­σί­ας, το ό­νει­ρο ε­νός λα­ού για ελευθερία, θρεμ­μέ­νο και γα­λου­χη­μέ­νο στα τε­τρα­κό­σια χρό­νια σκλα­βιάς φρά­γκων και τούρ­κων, βρί­σκει την έκ­φρα­σή του. Συ­ντρί­βε­ται η τουρ­κο­κρα­τί­α, α­πε­λευ­θε­ρώ­νε­ται το έ­θνος, αλ­λά δεν κα­τα­κτά ο ελ­λη­νι­κός λα­ός την α­νε­ξαρ­τη­σί­α του.
Με την Ε­θνι­κή Α­ντί­στα­ση, ο Ελ­λη­νι­κός Λα­ός δια­δρα­μα­τί­ζει κα­θο­ρι­στι­κό ρό­λο στη συ­ντρι­βή του να­ζι­σμού, διώ­χνει τον κα­τα­κτη­τή, α­πε­λευ­θε­ρώ­νει την Ελ­λά­δα, αλ­λά δεν κα­τα­φέρ­νει και πά­λι να γί­νει κυ­ρί­αρ­χος του ε­θνι­κού οί­κου του.
Έ­νας αιώ­νας και έ­να τέ­ταρ­τό του, χω­ρί­ζει το έ­να γε­γο­νός α­πό το άλ­λο. Κι ε­νώ η ι­στο­ρί­α δεν ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται, τα δυο κο­σμο­ϊ­στο­ρι­κά γε­γο­νό­τα προ­σο­μοιά­ζουν τό­σο, ώ­στε να εμ­φα­νί­ζο­νται ως έ­να κοι­νό πρό­τυ­πο προ­σο­μοί­ω­σης.
Και στις δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις η α­νά­τα­ση του έ­θνους εί­ναι α­ξιο­θαύ­μα­στη. Το ’21, έ­να έ­θνος, που θε­ω­ρού­νταν α­πό χα­μέ­νο ως εκ­φυ­λι­σμέ­νο, α­να­σταί­νε­ται, συ­ντρί­βει την ιε­ρή συμ­μα­χί­α της δύ­σης, σπά­ει τα δε­σμά τεσ­σά­ρων αιώ­νων σκλα­βιάς και α­πε­λευ­θε­ρώ­νε­ται.
Στον Β΄ Π. Πό­λε­μο, κι ε­νώ ο Ά­ξο­νας νι­κού­σε σε ό­λα τα μέ­τω­πα, ο Ελ­λη­νι­κός Λα­ός, με την α­πό­κρου­ση της φα­σι­στι­κής ι­τα­λι­κής ει­σβο­λής, συ­ντρί­βει τον μύ­θο του α­ήτ­τη­του του Ά­ξο­να, α­να­πτε­ρώ­νει το η­θι­κό των σκλα­βω­μέ­νων λα­ών της Ευ­ρώ­πης, ενώ με τη μά­χη της Κρή­της και τον α­ξιο­θαύ­μα­στο α­γώ­να του στα χρό­νια της σκλα­βιάς, κα­θη­λώ­νει 13 με­ραρ­χί­ες του Χί­τλερ στο μέ­τω­πο της Α­ντί­στα­σης, α­να­τρέ­πει πολ­λά σχέ­διά του, συ­νει­σφέ­ρει τα μέ­γι­στα στη συ­ντρι­βή του να­ζι­σμού και α­πε­λευ­θε­ρώ­νει τη χώ­ρα α­πό τον ει­σβο­λέ­α και κα­τα­κτη­τή.
Και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, ο ελ­λη­νι­κός λα­ός πέ­τυ­χε να κα­τα­κτή­σει τη λευ­τε­ριά του. Όμως δεν κα­τά­φε­ρε να κερ­δί­σει την Ε­θνι­κή Α­νε­ξαρ­τη­σί­α του. Και στις δυο πε­ρι­πτώ­σεις, μα­ταιώ­θη­κε ο α­γώ­νας του λα­ού για την λευ­τε­ριά και κα­τά κά­ποιο τρό­πο, φά­νη­κε και σχε­διά­στη­κε με εκ­πλη­κτι­κή δε­ξιο­τε­χνί­α και α­πα­ρά­μιλ­λη μα­ε­στρί­α το ε­ξαι­ρε­τι­κό γε­γο­νός: η α­πε­λευ­θέ­ρω­ση δεν υ­πήρ­ξε, δή­θεν, το α­πο­τέ­λε­σμα του α­γώ­να του λα­ού, αλ­λά της ε­πέμ­βα­σης των ξέ­νων και μά­λι­στα των ί­διων, των Άγ­γλων Ι­μπε­ρια­λι­στών. Το Ελ­λη­νι­κό Έ­θνος και στις δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις δέ­νε­ται στο άρ­μα της αγ­γλι­κής α­ποι­κιο­κρα­τί­ας. Ο Ελ­λη­νι­κός Λα­ός χά­νει τα κυ­ριαρ­χι­κά δι­καιώ­μα­τά του να αυ­το­διοι­κη­θεί και να χα­ρά­ζει την πο­ρεί­α του
Η τρα­γω­δί­α, η θυ­σί­α και το με­γα­λεί­ο. Ο Ελ­λη­νι­κός λα­ός πρώ­τος α­να­λο­γι­κά σε θυ­σί­ες, α­φού χά­νει στα πε­δί­α των μα­χών, στα α­πο­σπά­σμα­τα, στην ο­μη­ρί­α και α­πό την πεί­να και τις αρ­ρώ­στιες, το 15% του πλη­θυ­σμού του, χά­νει και στα πε­δί­α του δι­καί­ου: Η Γερ­μα­νί­α αρ­νεί­ται να εκ­πλη­ρώ­σει τις ο­φει­λές της(κα­το­χι­κό δά­νειο – ε­πα­νορ­θώ­σεις για τις κα­τα­στρο­φές – α­πο­ζη­μιώ­σεις στα θύ­μα­τα). Η Ελ­λά­δα δέ­νε­ται και πά­λι στο άρ­μα της αγ­γλι­κής αυ­το­κρα­το­ρί­ας.
Το βι­βλί­ο του Διο­νύ­ση Χα­ρι­τό­που­λου για τον Ά­ρη Βε­λου­χιώ­τη α­πο­τε­λεί κατ’ αρ­χήν μια προ­σφο­ρά στην Ε­θνι­κή Α­ντί­στα­ση και στην ι­στο­ρί­α μας. Πέ­ρα α­πό τα ι­στο­ρι­κά γε­γο­νό­τα και τον γλα­φυ­ρό και εύ­λη­πτο τρό­πο πα­ρου­σί­α­σής τους, μας δί­νει κύ­ρια το πνεύ­μα της α­ντί­στα­σης του λα­ού μας και χρω­μα­τί­ζει ε­ξαι­ρε­τι­κά το κλί­μα, τις συν­θή­κες, την πε­ριρ­ρέ­ου­σα α­τμό­σφαι­ρα, την ί­δια τη ζω­ή, το “χού­ι”, ε­κεί­νης της α­νε­πα­νά­λη­πτης ε­πο­χής.
Ό­σο για τον κύ­ριο στό­χο του, την πα­ρου­σί­α­ση της προ­σω­πι­κό­τη­τας του Ά­ρη, πέ­τυ­χε α­κρι­βώς να σκια­γρα­φή­σει και να φω­τί­σει τον πρω­το­κα­πε­τά­νιο του Ε­ΛΑΣ με ό­σο το δυ­να­τόν με­γα­λύ­τε­ρη α­κρί­βεια και α­ντι­κει­με­νι­κό­τη­τα. Τον πε­ρι­γρά­φει ως ε­άν να έ­ζη­σε μα­ζί του πά­νω στα βου­νά και τον κρί­νει, ό­σο μπο­ρεί, α­πο­στα­σιο­ποι­η­μέ­νος α­πό τον α­νυ­πό­κρι­το θαυ­μα­σμό που έ­χει για τον α­νταρ­το­κα­πε­τά­νιο του α­γώ­να.
Αλ­λά πέ­ρα απ’ αυ­τά, ο συγ­γρα­φέ­ας διεισ­δύ­ει στο βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα του χα­ρα­κτή­ρα της Α­ντί­στα­σης, ό­πως τον έ­νοιω­θε ο Ά­ρης Βε­λου­χιώ­της, ό­πως τον δια­κή­ρυσ­σε και ό­πως τον δη­μιουρ­γού­σε. Αλ­λά και ό­πως ή­ταν στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα: ε­θνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κός.
Για τον Ά­ρη Βε­λου­χιώ­τη ο χα­ρα­κτή­ρας της Ε­. Α­. υ­πήρ­ξε και ή­ταν ό­ντως α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κός. Α­πό την πρώ­τη κιό­λας ο­μι­λί­α του στη Δο­μνί­στα, στις 7 Ιου­νί­ου 1942, ως και σε ό­λες τις άλ­λες, που κα­τα­γρά­φει ο Δ. Χα­ρι­τό­που­λος στο βι­βλί­ο του, ο Ά­ρης δεν κου­ρά­ζε­ται να το ε­πα­να­λαμ­βά­νει: “Τού­τος ο α­γώ­νας εί­ναι ε­θνι­κός πα­τριω­τι­κός και πρέ­πει σ’ αυ­τόν να συ­να­γω­νι­στούν ό­λοι οι Έλ­λη­νες, μέ­χρι και οι βα­σι­λι­κοί” (σελ. 126).
Για να ε­πι­τευ­χθεί λοι­πόν αυ­τός ο στό­χος, α­παι­τεί­ται ε­θνι­κή ε­πι­στρά­τευ­ση. Γι’ αυ­τό δέ­χε­ται στον Ε­ΛΑΣ ό­λους, α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό ι­δε­ο­λο­γι­κές και πο­λι­τι­κές α­ντι­λή­ψεις. Ο α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κός α­γώ­νας “δεν εί­ναι α­γώ­νας ε­νός κόμ­μα­τος” το­νί­ζει με έμ­φα­ση (σ. 126).
Γι’ αυ­τό σε κά­θε εμ­φά­νι­σή του, σε ό­ποιο χω­ριό προ­βαί­νει με την ελ­λη­νι­κή ση­μαί­α μπρο­στά, ζη­τά­ει την ά­δεια του Προ­έ­δρου του Χω­ριού να μι­λή­σει, χαι­ρε­τά­ει στρα­τιω­τι­κά τον πα­πά και σκύ­βει και του φι­λά­ει το χέ­ρι.
Αυ­τός βέ­βαια εί­ναι ο κύ­ριος, ο βα­σι­κός στό­χος και σ’ αυ­τόν υ­πο­τάσ­σο­νταν ό­λα. Αλ­λά ε­πει­δή τα “πα­θή­μα­τα πρέ­πει να γί­νο­νται μα­θή­μα­τα”, ε­πει­δή δεν πρέ­πει να πά­θου­με ό,­τι το ’21 και να δια­ψευ­στούν τα ε­θνι­κά ο­ρά­μα­τα για Α­νε­ξαρ­τη­σί­α του Έ­θνους, γι’ αυ­τό πρέ­πει να έ­χου­με πα­ράλ­λη­λα και α­νοι­χτά τα μά­τια και να κά­νου­με ό­τι χρειά­ζε­ται για να κα­το­χυ­ρώ­σου­με την Ε­θνι­κή Α­νε­ξαρ­τη­σί­α. “Ταυ­τό­χρο­να πρέ­πει να προ­ει­δο­ποιού­με και να προ­φυ­λά­ξου­με τον κό­σμο να μη μας τη φέ­ρουν οι πρού­χο­ντες και οι ξέ­νοι, ό­πως μας την έ­φε­ραν το ’21” (σελ.126).
Πως ό­μως θα γί­νει αυ­τό; Μό­νον ό­ταν ο λα­ός αυ­το­διοι­κεί­ται, μό­νον ό­ταν ε­μπε­δω­θεί λα­ϊ­κή κυ­ριαρ­χί­α.
Ο Δ. Χα­ρι­τό­που­λος κα­θα­ρά και πα­ρα­στα­τι­κά α­να­δει­κνύ­ει κι αυ­τή την πλευ­ρά του έρ­γου και των α­πό­ψε­ων του Ά­ρη (σ.118-119). “Η πρώ­τη εμ­βρυώ­δης πρά­ξη Λα­ϊ­κής Αυ­το­διοί­κη­σης έ­γι­νε με προ­τρο­πή του Ά­ρη στη Βρά­χα Ευ­ρυ­τα­νί­ας”, γρά­φει ο συγ­γρα­φέ­ας (σ.148).
Αλ­λά και με τη συ­νερ­γα­σί­α και ε­νό­τη­τα ό­λων των α­νταρ­τι­κών δυ­νά­με­ων. Τους Άγ­γλους έ­βλε­πε πά­ντο­τε με κα­χυ­πο­ψί­α, τους Άγ­γλους φο­βό­τα­νε ό­τι με την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση θα α­ντι­κα­τα­στή­σουν τους Γερ­μα­νούς (σ. 155, 209, 376, 445, και αλ­λού).
Ό­σο για τις άλ­λες α­ντι­στα­σια­κές ορ­γα­νώ­σεις, οι α­πό­ψεις του Ά­ρη εί­ναι ο­λο­κά­θα­ρες. Στη συ­ζή­τη­ση που εί­χε με τον Κο­μνη­νό Πυ­ρο­μά­γλου, υ­παρ­χη­γό του Ε­ΔΕΣ, στο Περ­τού­λι, στις 16 Ιου­λί­ου 1943, το­νί­ζει ξε­κά­θα­ρα: “Κοι­νός ε­θνι­κός α­γώ­νας μέ­χρις τέ­λους και να συμ­φω­νή­σου­με α­πό τώ­ρα ό­τι ο ελ­λη­νι­κός λα­ός θα α­φε­θεί ε­λεύ­θε­ρος, με­τά την α­πε­λευ­θέ­ρω­ση, να α­πο­φα­σί­σει το πο­λί­τευ­μα που θέ­λει” (σ.467). Συμ­φώ­νη­σαν οι δύ­ο η­γέ­τες, το ί­διο ή­θε­λε κι ο μα­χό­με­νος λα­ός. Αλ­λά την πά­θα­με.
Για­τί ό­μως; Η α­να­ζή­τη­ση των αι­τί­ων δεν εί­ναι εύ­κο­λη δου­λειά για­τί τα μί­ση που προ­κά­λε­σαν και δη­μιουρ­γή­θη­καν α­πό τον εμ­φύ­λιο πό­λε­μο θα­μπώ­νουν με την α­χλύ τους τούς ε­ρευ­νη­τές και δεν α­φή­νουν να δια­φα­νούν ό­λα τα στοι­χεί­α.
Παρ’ ό­λα αυ­τά, α­παι­τεί­ται η ό­ποια προ­σπά­θεια προ­σέγ­γι­σης στο θέ­μα να α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται με προ­σο­χή.
Ο Δ. Χα­ρι­τό­που­λος κα­τα­θέ­τει τις δι­κές α­πό­ψεις: θε­ω­ρεί πως ό­λα τα κόμ­μα­τα στην Ελ­λά­δα εί­ναι ε­ξαρ­τη­μέ­να (σ. 46). Και εφ’ ό­σον εί­ναι ε­ξαρ­τη­μέ­να α­πό ξέ­νες δυ­νά­μεις, εί­ναι α­δύ­να­τον η χώ­ρα ν’ α­πο­κτή­σει α­νε­ξαρ­τη­σί­α.
Α­βί­α­στα ό­μως προ­κύ­πτει το ε­ρώ­τη­μα: για­τί τα ελ­λη­νι­κά πο­λι­τι­κά κόμ­μα­τα να εί­ναι ε­ξαρ­τη­μέ­να; Για­τί ό­λοι ε­κεί­νοι οι ο­ποί­οι, ό­πως ο Ά­ρης Βε­λου­χιώ­της, εί­χαν δια­φο­ρε­τι­κή γνώ­μη, να χά­νο­νται ή να μη μπο­ρούν να πεί­σουν τους άλ­λους;
Το πρό­βλη­μα δεν εί­ναι μό­νον ι­στο­ρι­κό, αλ­λά και ε­πί­και­ρο. Η ση­με­ρι­νή, ό­χι μό­νον τά­ση, αλ­λά και πρα­κτι­κή, συ­γκέ­ντρω­ση και συ­γκε­ντρο­ποί­η­ση της ε­ξου­σί­ας στα χέ­ρια ό­λο και λι­γό­τε­ρων αν­θρώ­πων και η δη­μιουρ­γί­α της Πα­γκο­σμιο­κρα­τί­ας, δη­μιουρ­γεί υ­πο­χρε­ω­τι­κά α­φαί­ρε­ση κυ­ριαρ­χι­κών δι­καιω­μά­των των Ε­θνών, των λα­ών, των πο­λι­τών.
Συ­νε­πώς, οι καιροί ου μενετοί. Χρειά­ζε­ται και η έ­ρευ­να στο ι­στο­ρι­κό πα­ρελ­θόν και η α­πά­ντη­ση στην κραυ­γή της α­γω­νί­ας του πα­ρό­ντος.
4-9-2001

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*