Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 31, Περιοδικό Άρδην

σημειώσεις για τον Νεοελληνικό Λαϊκό Πολιτισμό

του Γ. Μερακλή
Ο Γιάν­νης Μό­τσιος (Ελ­λη­νι­κή πε­ζο­γρα­φί­α 1600-1821), μι­λώ­ντας για την πε­ζο­γρα­φί­α του 17ου αιώ­να, κά­νει μιαν α­δρο­με­ρή κα­τά­τα­ξη του πλού­σιου υ­λι­κού σε: α) έρ­γα ι­στο­ριο­γρα­φί­ας και χρο­νι­κών, β) έρ­γα ρη­το­ρι­κά γ) “πε­ρισ­σό­τε­ρο ή λι­γό­τε­ρο κα­θα­ρές μορ­φές καλ­λι­τε­χνι­κής πε­ζο­γρα­φί­ας”, στις ο­ποί­ες συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει “και έ­να μέ­ρος α­πό τη μα­κραί­ω­νη πο­ρεί­α και ε­ξέ­λι­ξη των συ­να­ξα­ρια­κών ει­δών” (σ. 3). Πρέ­πει να προ­σθέ­σου­με και την ε­πι­στο­λο­γρα­φί­α (πβ. σ. 52). Ως προς τη γλωσ­σι­κή έκ­φρα­σή τους, ση­μειώ­νει ό­τι εί­ναι γραμ­μέ­να στη λα­ϊ­κή προ­φο­ρι­κή γλώσ­σα.
Ως υ­πο­δο­μή, τρό­πον τι­νά, του πε­ριε­χο­μέ­νου ό­λων αυ­τών των κα­τη­γο­ριών υ­πάρ­χει α­φε­νός “το η­ρω­ι­κό πα­ρελ­θόν, με τις νί­κες ή και τις σο­φές σε δι­δάγ­μα­τα ήτ­τες των αρ­χαί­ων προ­γό­νων”, α­φε­τέ­ρου η “ορ­θό­δο­ξη χρι­στια­νι­κή πα­ρά­δο­ση”, που με μια ο­πωσ­δή­πο­τε μα­χό­με­νη Εκ­κλη­σί­α κρά­τη­σε ακ­μαί­o το θρη­σκευ­τι­κό συ­ναί­σθη­μα, τη χρι­στια­νι­κή πί­στη.
Εν­δια­φέ­ρου­σα εί­ναι η ά­πο­ψή του, ό­τι η ι­στο­ρί­α γραμ­μά­των στον αιώ­να αυ­τόν, ό­πως και στον ε­πό­με­νο, δεν έ­χει να ε­πι­δεί­ξει μορ­φές ό­πως τον Θερ­βά­ντες, αλ­λά συν­θέ­τει το πρό­σω­πο της λο­γο­τε­χνί­ας, θα έ­λε­γε κα­νείς, ο­μα­δι­κά· αλ­λά και το­πι­κά, και μά­λι­στα σε τό­πους της πε­ρι­φέ­ρειας, σε ε­στί­ες (οι­κο­νο­μι­κές, πο­λι­τι­στι­κές) που α­να­δει­κνύ­ο­νται σε “ε­θνι­κά σταυ­ρο­δρό­μια”, ό­που “α­φο­μοιώ­νο­νταν φω­νές, χρώ­μα­τα το­πι­κά, ι­διο­μορ­φί­ες, συγ­χω­νεύ­ο­νταν χρο­νι­κές και χω­ρι­κές α­πο­στά­σεις” (σ. 5).
Δεν ξέ­ρω πό­σο ευ­στα­θεί η συ­σχέ­τι­ση, που κά­νει, γλώσ­σας και ι­δε­ο­λο­γί­ας: “η δη­μο­τι­κή, γρά­φει, συμ­βα­δί­ζει με προ­ο­δευ­τι­κές στιγ­μές, η αρ­χαιό­μορ­φη και α­κα­τα­νό­η­τη (του­λά­χι­στον δυ­σνό­η­τη) γλώσ­σα με συ­ντη­ρη­τι­κές και α­ντι­δρα­στι­κές α­ντι­λή­ψεις” (σ. 6). Α­ναμ­φί­βο­λα το δεύ­τε­ρο συμ­βαί­νει συ­χνά ή και πο­λύ συ­χνά· ό­χι, ό­μως, πά­ντα. Αυ­τό το έ­δει­ξε και ο 19ος αιώ­νας, ό­που η αρ­χα­ΐ­ζου­σα γλώσ­σα έ­γι­νε και το ό­χη­μα μιας –προ­ο­δευ­τι­κής, στις προ­θέ­σεις της του­λά­χι­στον ε­ξά­πα­ντος- ε­πι­στρο­φής στην ελ­λη­νι­κή αρ­χαιό­τη­τα. Άλ­λω­στε και ο ί­διος (βλ. πιο πά­νω) θε­ω­ρεί βα­σι­κό θε­μέ­λιο της πε­ζο­γρα­φί­ας του 17ου αιώ­να την πα­ρά­δο­ση του η­ρω­ι­κού πα­ρελ­θό­ντος (ε­νώ στο 19ο αιώ­να θα ο­ξυν­θεί μια σύ­γκρου­ση -βέ­βαια ό­χι κα­θο­λι­κή, αλ­λ’ ο­πωσ­δή­πο­τε υ­παρ­κτή- της εκ­κλη­σί­ας με τις αρ­χαιό­φι­λες τά­σεις).
Ας μη λη­σμο­νού­με ε­ξάλ­λου, ό­τι ή­δη σε α­πώ­τε­ρο πα­ρελ­θόν και μά­λι­στα ε­πί μα­κρό διά­στη­μα –ό­σο δι­ήρ­κεσε η Α­να­γέν­νη­ση, του­λά­χι­στον– η ε­πι­στρο­φή στους Αρ­χαί­ους (και στη γλώσ­σα τους, με τον ορ­γα­σμό των εκ­δό­σε­ων) δεν σή­μαι­νε α­πλώς και μό­νο την α­να­γέν­νη­ση του αρ­χαί­ου κό­σμου αλ­λά, κυ­ρί­ως, αν ό­χι α­πο­κλει­στι­κά, την α­να­γέν­νη­ση στην Ευ­ρώ­πη ε­νός quasi πε­θα­μέ­νου κό­σμου (ό­πως πι­στευό­ταν, του­λά­χι­στον, ό­τι εί­ταν), του κό­σμου του Με­σαί­ω­να, μέ­σω του κό­σμου της Αρ­χαί­ας Ελ­λά­δας και Ρώ­μης.
Ας ση­μειώ­σω α­κό­μα, ό­τι δεν εί­ναι σπά­νιο το φαι­νό­με­νο, το ί­διο πρό­σω­πο να γρά­φει, κα­τά πε­ρί­πτω­ση, στη λα­ϊ­κή γλώσ­σα ή στην αρ­χα­ΐ­ζου­σα· αυ­τό δεν υ­πο­δη­λώ­νει κα­νέ­να δι­χα­σμό προ­σω­πι­κό­τη­τας, πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο φα­νε­ρώ­νει πως δεν υ­πήρ­χε στη συ­νεί­δη­σή τους κα­νέ­να α­γε­φύ­ρω­το χά­σμα α­νά­με­σα στις δύ­ο γλώσ­σες. (Ε­πί­σης η χρή­ση της λα­ϊ­κής γλώσ­σας α­πό την Propaganda Fide δεν ση­μαί­νει κατ’ α­νά­γκην προ­ο­δευ­τι­κή δι­δα­χή. Βλ. τι γρά­φει και ο ί­διος ο Μό­τσιος για τον Ευ­γέ­νιο Βούλ­γα­ρη, σ. 21).
Μπο­ρώ να α­να­φέ­ρω έ­να πα­ρά­δειγ­μα α­πό πά­ρα πολ­λά που υ­πάρ­χουν. Ο ιε­ρο­μό­να­χος Χί­κας (1550-1621 πε­ρί­που), που κή­ρυ­ξε α­πό τον άμ­βω­να του Α­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου στη Βε­νε­τί­α, εκ­φώ­νη­σε και “Μο­νω­δί­αν εις τον θά­να­τον του μη­τρο­πο­λί­του Γα­βρι­ήλ Σε­βή­ρου”. “Ο λό­γος αυ­τός, γραμ­μέ­νος στη δη­μο­τι­κή και κα­τά­φορ­τος α­πό ρη­το­ρι­κά σχή­μα­τα, α­πο­στρο­φές, πα­ρο­μοιώ­σεις, θε­ω­ρεί­ται σαν έ­να α­πό τα κα­λύ­τε­ρα δείγ­μα­τα εκ­κλη­σια­στι­κής ρη­το­ρι­κής των χρό­νων της Τουρ­κο­κρα­τί­ας” (Αθ. Κα­ρα­θα­νά­σης, Εκ­κλη­σια­στι­κή ρη­το­ρι­κή, σ. 150). Ό­μως ο ί­διος ιε­ρο­μό­να­χος, μιαν άλ­λη ο­μι­λί­α του για το μη­τρο­πο­λί­τη Φι­λα­δελ­φεί­ας Θε­ο­φά­νη Ξε­νά­κη την έ­γρα­ψε στην αρ­χα­ΐ­ζου­σα, κα­θώς χει­ρι­ζό­ταν και τις δύ­ο γλώσ­σες “θαυ­μά­σια” (ό.π.). Ο κρη­τι­κός λό­γιος κλη­ρι­κός Γε­ρά­σι­μος Βλά­χος (1607 πε­ρί­που- 1685) εί­ταν κι αυ­τός “κοι­νός δι­δά­σκα­λος κατ’ αμ­φο­τέ­ρας τας δια­λέ­κτους” (βλ. Κα­ρα­θα­νά­ση, σ. 178). Ξα­να­λέ­ω πως η “δι­γλωσ­σί­α” των αν­θρώ­πων αυ­τών εί­ναι κά­τι θε­τι­κό. Ε­νώ­νουν, μέ­σω της γλώσ­σας, δύ­ο κό­σμους του ελ­λη­νι­σμού, πα­ρόν και πα­ρελ­θόν, γί­νο­νται ζω­ντα­νοί με­σά­ζο­ντες, εν­διά­με­σοι, με την α­γω­νί­α των χρό­νων ε­κεί­νων να κρα­τη­θούν και οι δύ­ο κό­σμοι πα­ρό­ντες, πα­ρελ­θόν και πα­ρόν, ώ­στε να ευ­τυ­χή­σει η μελ­λο­ντι­κή α­φο­μοί­ω­ση, να υ­πάρ­ξει έ­να μέλ­λον με α­φο­μοιω­μέ­νο, κα­τά το δυ­να­τό, ό­λο το μα­κρό­τα­το χρο­νι­κό φά­σμα του έ­θνους.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*