Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 31, Περιοδικό Άρδην

Ύδωρ, Αύρα, Νερό

του Μανώλη Γλέζου

Ένα γλωσ­σο­λο­γι­κό τα­ξί­δι στους δρό­μους του νε­ρού και των Λε­κτι­κών του ση­μάν­σε­ων α­πο­δει­κνύ­ει τη ζεί­δω­ρο α­ξί­α του υ­γρού στοι­χεί­ου για μας τους Έλ­λη­νες. Α­πο­κα­λύ­πτει τους πο­λι­τι­σμι­κούς δε­σμούς που υ­φαί­νουν την ι­στο­ρί­α αυ­τού του τό­που και τους δρό­μους της ε­τυ­μο­λο­γί­ας των λε­κτι­κών συμ­βό­λων για το νε­ρό.
Πώς το ύ­δωρ έ­γι­νε νε­ρό και για­τί ξα­νάρ­θε στη ζω­ή μας ως υ­δρα­γω­γεί­ον και υ­δρο­φό­ρος ο­ρί­ζο­ντας και ως υ­δρα­γω­γός, για να μας ξε­δι­ψά­σει, ό­ταν κο­ρα­κιά­ζου­με α­πό τη δί­ψα και λέ­με το νε­ρό νε­ρά­κι;
Δια­σώ­ζο­νται οι θε­μα­τι­κές ρί­ζες του ύ­δα­τος σε ση­με­ρι­νές λέ­ξεις της νε­ο­ελ­λη­νι­κής;
Τι α­πέ­γι­ναν η “αύ­ρα”, ο “όμ­βρος”, το “φρέ­αρ”, ο “υε­τός”, η “πη­γή” και η “κρή­νη”;
Υ­πάρ­χουν ση­μά­δια α­πό τις στα­γό­νες τους μέ­σα στη φου­σκο­νε­ριά των ση­με­ρι­νών λε­κτι­κών ση­μά­των, ό­που το νε­ρό έ­χει 1.340 ε­πι­θε­τι­κούς προσ­διο­ρι­σμούς;

θεματικη καταταξη των αρχαιων ελληνικων λεξεων για το νερο
Η θε­μα­τι­κή κα­τά­τα­ξη των λέ­ξε­ων γί­νε­ται με βά­ση τη θε­ώ­ρη­ση του ύ­δα­τος α­πό τους αρ­χαί­ους Έλ­λη­νες. Οι λέ­ξεις χω­ρί­ζο­νται σε δύ­ο βα­σι­κά μέ­ρη: στο πρώ­το μέ­ρος κα­τα­τάσ­σο­νται οι λέ­ξεις για το νε­ρό ως φυ­σι­κό φαι­νό­με­νο αυ­τό κα­θαυ­τό και στο δεύ­τε­ρο μέ­ρος οι λέ­ξεις που σχε­τί­ζο­νται με τον άν­θρω­πο και το νε­ρό.
Πρώ­το μέ­ρος: Το νε­ρό ως φυ­σι­κό φαι­νό­με­νο
• Οι λέ­ξεις που χρη­σι­μο­ποιού­σαν οι αρ­χαί­οι Έλ­λη­νες για το νε­ρό ό­πως το έ­βλε­παν ά­με­σα:
1. ύδωρ, 3. αύρα, 4. νηρόν.
• Το νε­ρό των α­τμο­σφαι­ρι­κών κα­τα­κρη­μνί­σε­ων, εί­τε το στέλ­νει ο Δί­ας εί­τε τα νέ­φη, ο­νο­μά­ζε­ται:
2. υετός, 5. όμβρος, 6. βροχή.
•Έρ­χε­ται ό­μως α­πό τον ου­ρα­νό και με τη μορ­φή που εκ­φρά­ζε­ται με τις λέ­ξεις: 7. ψακάς, 8. ρανίς, 9. σταγών.
• Αλ­λά έρ­χε­ται και με άλ­λη μορ­φή, ως: 10. χιών, 11. νίφα, 12. χάλαζα, 13. κρύσταλλος.
• Έρ­χε­ται βέ­βαια με τον συ­νη­θι­σμέ­νο τρό­πο, κα­νο­νι­κά, αλ­λά αρ­κε­τές φο­ρές μπο­ρεί να έρ­θει και βί­αια, ως: 14. καταιγίς, 15. λαίλαψ, 16. θύελλα, 17. κατακλυσμός
• Ό­ταν το νε­ρό πέ­φτει α­πό τον ου­ρα­νό και αγ­γί­ζει τη γη, χύ­νε­ται, ρέ­ει, α­πορ­ρέ­ει, κυ­λά­ει, και γι’ αυ­τό εκ­φρά­ζε­ται α­πό τις λέ­ξεις:
18. χέω, 19. ρέω, 20. *εράω.
• Τα όμ­βρια ύ­δα­τα, ό­ταν εί­ναι πολ­λά, κα­τα­κλύ­ζουν την ε­πι­φά­νεια της γης και σχη­μα­τί­ζουν υ­δα­το­ρεύ­μα­τα κα­τά την α­πορ­ρο­ή τους. Γι’ αυ­τό και οι λέ­ξεις: 21. χείμαρρος, 22. ποταμός.
• Το νε­ρό ε­πί­σης μπο­ρεί, α­νά­λο­γα με το γε­ω­μορ­φο­λο­γι­κό α­νά­γλυ­φο, α­ντί να ρέ­ει, να στερ­νιά­ζει και να σχη­μα­τί­ζει τα στε­κά­με­να νε­ρά, το “στάσιμον ύδωρ”, το “λιμνάζον ύδρω”, το “τελματιαίον ύδωρ” το “τεναγώδες ύδωρ”. Ο­πό­τε οι λέ­ξεις: 23. λάκκος, 24. *βρυξ, 25. τέλμα, 26. τέναγος, 27. έλος, 28. λίμνη, 29. λειμών.
• Ό­ταν τε­λι­κά το νε­ρό κα­τα­φέ­ρει και βρει διέ­ξο­δο, αρ­χί­ζει να ρέ­ει προς τα κά­τω και φτά­νει ε­πι­τέ­λους στη θά­λασ­σα. Πλή­θος τό­τε οι λέ­ξεις: 30. αλς-θάλασσα 31. πέλαγος, 32. πόντος, 33. ωκεανός, 34. κόλπος, 35. λιμήν, 36. όρμος, 37. μυχός.
• Το νε­ρό ό­μως δεν η­συ­χά­ζει, βρί­σκε­ται σε α­διά­κο­πη κί­νη­ση, εί­τε α­πό την ε­πί­δρα­ση της σε­λή­νης και του ή­λιου -“ήλιος έλκει το ύδωρ” (Η­ρό­δο­τος 2. 25)- εί­τε α­πό τον ά­νε­μο. Ο­πό­τε οι λέ­ξεις: 38. παλίρροια, 39. πλημμυρίς, 40. άμπωτις, 41. δίνη, 42. στρόβιλος, 43. κύμα, 44. αφρός, 45. φλοίσβος, 46. ρόχθος, 47. δύω.
• Τη δια­βρω­τι­κή ε­πε­νέρ­γεια του νε­ρού πά­νω στο έ­δα­φος εί­χαν αρ­χί­σει να την α­ντι­λαμ­βά­νο­νται, αλ­λού πε­ρισ­σό­τε­ρο κι αλ­λού λι­γό­τε­ρο, έ­στω και α­μυ­δρά. Γι’ αυ­τό υ­πο­χρε­ω­τι­κά πρέ­πει να ε­ρευ­νη­θούν οι λέ­ξεις: 48. άντρον, 49. σπέος 50. ρωχμός, 51. χάσμα, 52. χαράρδα, 53. βάραθρον, 54. φάργξ, 55. πόρος.
• Το νε­ρό, βέ­βαια, δεν έ­χει ε­πι­φα­νεια­κή μό­νον α­πορ­ρο­ή και δεν σχη­μα­τί­ζει τα ε­πι­φα­νεια­κά μο­νά­χα νε­ρά. Δι­η­θεί­ται, κα­τεισ­δύ­ει και α­πορ­ρο­φά­ται α­πό τη γη και, α­νά­λο­γα με τον κο­ρε­σμό των στρω­μά­των και τη λι­θο­λο­γι­κή τους υ­φή, δη­μιουρ­γεί την εν­δορ­ρο­ή του, σχη­μα­τί­ζει φλέ­βες νε­ρού και τε­λι­κά α­να­βρύ­ει στην ε­πι­φά­νεια. Γι’ αυ­τό και οι σχε­τι­κές λέ­ξεις: 56. διαίνω, 57. διήθησις, 58. ρόφησις, 59. φλεξ, 60. βρύω, 61. γαργάρα, 62. πηγή, 63. πίδαξ, 64. κρήνη.
• Το νε­ρό ο­πωσ­δή­πο­τε, εί­τε βρί­σκε­ται στην ε­πι­φά­νεια, ως “λιμναίον”, ως “θαλάσσιον”, ως “ποτάμιον ύδωρ”, εί­τε ως “αναβρύον ύδωρ” α­πό τις κρή­νες, εί­τε έ­χει δια­πο­τί­σει το έ­δα­φος, υ­φί­στα­ται ε­ξά­τμι­ση. Γι’ αυ­τό και “εξίκμασται” (Α­ρι­στοτ. Με­τε­ωρ. 385 b 9/Δ9) και “το περί αυτήν (εν­ν. τη γη) υγρόν υπό των ακτίνων και υπό της άλλης της άνωθεν θερμότητος ατμιδούμενον φέρεται άνω” (ό.π. 346 b 24-26/Α9) και μ’ αυ­τόν τον τρό­πο σχη­μα­τί­ζο­νται τα νέ­φη. Ο­πό­τε οι λέ­ξεις: 65. άχνη, 66. αχλύς, 67. έρση, 68. πάχνη, 69. ατμίς, 70. ικμάς, ­71. δρόσος, 72.ομίχλη, 73. νέφος.
• Το ύ­δωρ ό­μως οι αρ­χαί­οι Έλ­λη­νες γνώ­ρι­ζαν ό­τι ή­ταν υ­γρό α­πό την ε­πο­χή του Ο­μή­ρου και στην πο­ρεί­α α­να­κά­λυ­ψαν ό­τι “πήγνυσθαι το ύδωρ” (Α­ρι­στοτ. Με­τε­ωρ. 348 ά 18 / Α 12), υ­φί­στα­ται “ψύξιν” και γί­νε­ται “κρύσταλλος” και “πάγος”. Ε­πί­σης ο νο­τιάς λειώ­νει τα χιό­νια, ε­νώ η ξη­ρα­σί­α δη­μιουρ­γεί την “αυάνσιν”. Για ό­λες αυ­τές τις με­τα­βο­λές του νε­ρού, οι λέ­ξεις: 74. υγρός, 75. ψύξις, 76. πάγος, 77. νοτίη, 78. τήξις, 79. ξηρασία, 80. αύανσις.
Δεύ­τε­ρο μέ­ρος: Οι σχέ­σεις του αν­θρώ­που
με το νε­ρό
• Οι αρ­χαί­οι Έλ­λη­νες χρη­σι­μο­ποί­η­σαν το νε­ρό, ό­πως ή­ταν φυ­σι­κό και ό­πως έ­κα­ναν και κά­νουν ό­λοι οι λα­οί, για τις πο­λυ­ποί­κι­λες α­νά­γκες τους: δί­ψα, κα­θα­ριό­τη­τα, άρ­δευ­ση, συ­γκοι­νω­νί­α, ψυ­χα­γω­γί­α. Γι’ αυ­τό οι ά­με­σες πρω­ταρ­χι­κές λέ­ξεις: 81. δίψα, 82.βρυν  (και 22. πίνω).
• Αλ­λά δεν έ­παιρ­ναν νε­ρό μό­νον α­πό την κρή­νην, ε­δη­μιούρ­γη­σαν και φρέ­α­τα απ’ ό­που α­ντλού­σαν το νε­ρό ή έ­κα­ναν έρ­γα υ­δρα­γω­γί­ας. Γι’ αυ­τό εί­ναι α­να­γκαί­ο να με­λε­τη­θούν οι λέ­ξεις:
83. φρέαρ, 84. άντλος, 85. υδρία, 86. σίφων, 87. αύλαξ, 88.οχετός , 89.  υδραγωγία, 90. στραγξ, 91. σήραγξ.
• Πα­ράλ­λη­λα πό­τι­ζαν τα ζώ­α τους και άρ­δευαν τα χω­ρά­φια τους. Αυ­τό του­λά­χι­στον δη­λώ­νουν οι λέ­ξεις: 92. γρώνη, 93. άρδω 94. διώρυξ, 95. τάφρος, 96. υπόνομος.
• Με το νε­ρό έ­πλεναν και κα­θά­ρι­ζαν τα χέ­ρια και το πρό­σω­πο, έ­λου­ζαν το σώ­μα. Συ­νε­πώς οι λέ­ξεις: 97. νίζω, 98. πλύνω, 99. λουτρόν.
Πέ­ρα απ’ όλ’ αυ­τά, ας μην ξε­χνά­με ό­τι:
• Κο­λυ­μπού­σαν: 100. κολυμβάω, 101. νήχω.
• Έ­πλε­αν στις θά­λασ­σες με τα κα­ρά­βια τους: 102.πλόος.
• Ά­λε­θαν το σι­τά­ρι τους με τη δύ­να­μη του νε­ρού: 103. υδραλέτης
• Με­τρού­σαν με το νε­ρό το χρό­νο: 104. κλεψύδρα.
• Έ­παι­ζαν μου­σι­κή με το νε­ρό: 105.ύδραυλις.
Απόσπασμα από το βιβλίο του Μανώλη Γλέ­ζου Ύδωρ, Αύρα, Νερό, σελ. 472, εκ­δό­σεις Κα­στα­νιώ­της, Αθήνα 200, σελ. 37-40.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*