Άρδην τ.6

Συνέντευξη του σκιτσογράφου «Στάθη»

Άρδην τ. 06

Το γελοίον του πράγματος;

Συνέντευξη του Φώτη Μαργαρίτη με το γελοιογράφο Στάθη

Η γελοιογραφία, το σκίτσο, που καθημερινά μέσα από τις σελίδες των εφημερίδων, αρθρώνει τον δικό του λόγο και με τον ένα ή άλλο τρόπο μας αγγίζει κάθε άλλο παρά «το γελοίον του πράγματος» είναι.

Είναι μια υποσημείωση στα κύρια άρθρα, τις αναλύσεις, τα ρεπορτάζ και πολύ συχνά όλα αυτά δίνοντας μας μια άλλη αφετηρία, ανοίγοντας μας ένα άλλο παράθυρο σον καθημερινό μας βίο.

Για αυτό το «βέβηλο» και «αιρετικό» -για πολλούς- είδος προσπαθήσαμε να μιλήσουμε με έναν απ’ τους πιο αξιόλογους εκπρόσωπους του… ίσως γιατί δεν μπορούμε να σκιτσάρουμε!

Οι σκιτσογράφοι όπως παρουσιάζονται και μέσα απ’ τα σκίτσα τους και τα βιογραφικά τους σημειώματα, μας δίνουν την εικόνα ενός σκανδαλιάρικου παιδιού που κάνει πλάκα. Τελικά ποιος είστε κύριε;

Κατ’ αρχήν νομίζω πως είναι απολύτως έτσι.

Και για να μιλήσω για τους συναδέλφους -που μου είναι πιο εύκολο απ’ ότι να μιλήσω για μένα- αυτό που κυρίως διαπιστώνει κανείς είναι μια τρυφερότητα που έχουν οι σκιτσογράφοι και μια αθωότητα παρ’ ότι -θα ‘λεγε κανείς, δεν είναι μια αθωότητα της αγοράς- είναι πολύ ενημερωμένοι, είναι μέσα στα πράγματα, ξέρουν τα dessous και τους μηχανισμούς που κινούν τα γεγονότα, όμως έχουν έναν πυρήνα προσωπικής αθωότητας -με μια αριστοκρατική με την αρχαιοελληνική έννοια, η οποία ακριβώς τους δίνει ο δικαίωμα ης κριτικής από θέση τέτοια, που να μην καθίσταται ποτέ χυδαίο το αποτέλεσμα.

Δηλαδή κάνετε ένα σκίτσο και…;

Κοίταξε. Η γελοιογραφία είναι ένα είδος περίεργο. Αν κάνεις κριτική για ισοπεδώσεις ή για να βγάλεις την γλώσσα ακυρώνεις το χιούμορ, το οποίο εμπεριέχεται στη γελοιογραφία και τότε ξεπέφτει στο επίπεδο της πλάκας ή στο επίπεδο του χιούμορ όπως νοείται στην TV. Το χιούμορ εκείνου -που πολλές φορές ασκείται απ’ τις εφημερίδες- του εξουσιαστή εναντίον των αδυνάτων και αδύναμων να αντισταθούν και αυτό το «φερόμενο» ως χιούμορ δεν είναι τίποτε άλλο παρά το άλλοθι και το πρόσωπο του κυνισμού.

Με δύο λόγια ακριβώς η αθωότητα του γελοιογράφου δεν του επιτρέπει ποτέ να καταντήσει κυνικός.

Που βρίσκεται η γελοιογραφία στην Ελλάδα; Με δεδομένο, βέβαια, ότι έχει μια συνεχή πορεία στο χρόνο 150 ετών σχεδόν.

Σε γενικές γραμμές -και το λέω κρίνοντας και με το τι γίνεται στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ- η ελληνική γελοιογραφία, η συνισταμένη της θα ‘λεγα ότι είναι στην 1η γραμμή σε όλες τις εκδοχές της.

Και η πολιτική γελοιογραφία χωρίς λόγια (που είναι δύσκολο και σπουδαίο είδος), αλλά και η κοινωνική λαϊκή γελοιογραφία, η οποία παρ’ όλο που δεν βρίσκεται στην ακμή της -όπως ήταν το ‘60- πάει καλά. Εδώ, έχουμε μετά την μεταπολίτευση μια στροφή στην πολιτική γελοιογραφία, με έναν τρόπο όμως, ο οποίος δεν είναι αποστειρωμένος, δεν είναι ξύλινος.

Η γελοιογραφία έχει πάντα μια φρεσκάδα.

Αυτό έχει να κάνει με το «καινούριο» αίμα που μπήκε στη γελοιογραφία απ’ τη μεταπολίτευση και μετά;

Φυσικά. Ας πούμε στον κύκλο του κ. Μητρόπουλου και του ΚΥΡ και άλλων που ήταν απ’ την προηγούμενη γενιά -που παρέμειναν δραστήριοι και μετά τη μεταπολίτευση, μέχρι σήμερα με έναν τρόπο πλουσιότατο και ωραίο- αυτό ενισχύθηκε με την παρουσία του Γ. Ιωάννου το ’74 και ήταν ένα ερέθισμα για νεώτερους, όπως εγώ, ο Α. Πετρουλάκης και άλλοι συνάδελφοι. Τελικά νομίζω ότι έχει γίνει μια όσμωση και θα έλεγα ο εξής -είναι κάτι που σκέφτομαι ώρα -νομίζω ότι πριν πέντε χρόνια, οι διαφορές μεταξύ παλαιοτέρων και νεώτερων ήταν εντονότερες.

Τώρα η όσμωση αυτή έχει οδηγήσει σε λιγότερες διαφορές, εννοώ σε διαφορές σχολών, όχι σε ποιότητα και αισθητική. Αυτό σημαίνει, ότι συγκλίνει η τάση που στην αρχή της μεταπολιτευτικής περιόδου η γελοιογραφία ήταν στα δυο, η πιο γαλλική, πιο δυτική ήταν η καινούρια η πιο ελληνική, η πιο λαϊκή η παλαιότερη.

Τώρα αυτές οι δύο τάσεις συγκλίνουν έτσι ώστε οι διαφορές να είναι μικρές.

Η γελοιογραφία χαρακτηρίζεται και ως ανατρεπτικός λόγος. Είναι έτσι;

Νομίζω ότι είναι ανοησία να πει κανείς ότι η γελοιογραφία είναι απλώς αυτεξουσιαστική. Αυτό είναι ένας αφορισμός και μια γενίκευση ισοπεδωτική.

Η γελοιογραφία πολλές φορές μπορεί να κάνει συμπολίτευση, π.χ. σε μια λαϊκή κυβέρνηση.

Θέλω να πω δηλαδή, ότι η γελοιογραφία δεν είναι εξ ορισμού αντιεξουσιαστική, τι κάνει όμως; ακόμη και μια λαϊκή εξουσία θα την στηλιτεύσει αν παραβεί αυτό ο οποίο είχε υποσχεθεί.

Θυμάμαι την πρώτη περίοδο της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, οι γελοιογραφίες που έκανα παρ’ ότι αντιπολιτεύονταν ην κυβέρνηση, στην ουσία συμπολιτεύονταν αυτούς που την ψήφισαν.

Αυτό το πράγμα εμένα με δίδαξε ακριβώς τη φύση της γελοιογραφίας.

Η γελοιογραφία είναι ανατρεπτική επειδή αναζητά την αλήθεια. Αν η αλήθεια έχει ανατρεπτικές συνέπειες, η γελοιογραφία πειθαρχεί σ’ αυτές.

Διότι τελικά η γελοιογραφία είναι πολύ σοβαρό πράγμα. Η ανατρεπτικότητα και συνεπώς η επαναστατικότητά της είναι ακριβώς αυτή η προσπάθεια, να αποκαλύψει τους μηχανισμούς που παράγουν τα γεγονότα και από ‘κει και πέρα, αφού αποκαλύψει αυτό, προσπαθεί να τα παρουσιάσει με έναν εύθυμο ή ενίοτε και πικρό τρόπο, που όμως αυτή η πικρία προκαλεί ένα μειδίαμα, όχι απαραίτητα γέλιο. Βέβαια πολλές φορές προκαλεί γέλιο και μάλιστα γέλιο λυτρωτικό, ανακουφιστικό, όμως πρόκειται για άλλου τύπου γελοιογραφία.

Όταν φτιάχνεις ένα σκίτσο έχεις στο μυαλό σου το πως θα «διαβασθεί» απ’ τον αναγνώστη;

Νομίζω πως είναι λίγο ελκυστική και σνομπ η άποψη ότι είναι η γελοιογραφία προσωπική έκφραση και μόνο.

Όταν ο δημιουργός δουλεύει μπροστά στο λευκό χαρτί σίγουρα εκφράζεται, αλλά το ζήτημα είναι που στοχεύει. Δεν είμαι σίγουρος ότι στοχεύει τόσο να εκφραστεί ο ίδιος, όσο να εκφράσει τον αναγνώστη, να του στείλει ένα γράμμα, να επικοινωνήσει εκείνη τη στιγμή.

Η καλή γελοιογραφία είναι εκείνη που πιάνει το κοινό αίσθημα και σε σχέση με το θέμα που τρέχει, το θέμα της ημέρας, αλλά και σε σχέση με την άποψη για το θέμα.

Εδώ συμβαίνουν δύο πράγματα. Ή πιάνει την τρέχουσα άποψη με την οποία ο αναγνώστης συμφωνεί και λέει «α, τον μπαγάσα» ή πιάνει κάτι που ο αναγνώστης δεν το έχει υποψιαστεί και τότε λέει «για δες, εδώ είναι η αλήθεια». Και οι δυο περιπτώσεις είναι γελοιογραφία και στις δυο περιπτώσεις μπορούμε να έχουμε πικρό ή εύθυμο αποτέλεσμα.

Χρησιμοποιείται η γελοιογραφία ως γέφυρα;

Ακριβώς. Εκείνη η στιγμή, ο δημιουργός, ο σκιτσογράφος έχει μέσα στο μυαλό του το κρυφό διαβολάκι ή το κρυφό αγγελάκι που είναι η ψυχή του αναγνώστη.

Η όλη επαφή γίνεται και με τη δική του άποψη (ου αναγνώστη), αλλά όλο αυτό δεν έχει να κάνει με το καλλιτεχνικό δικαίωμα που έχει ένας ζωγράφος, να κάνει ένα έργο κι αυτό να δικαιούται να είναι ακατανόητο από πολλούς.

Ο γελοιογράφος είναι και δημοσιογράφος, συνεπώς η πρόθεση του είναι να επικοινωνήσει ακόμη και κάνοντας μια δύσκολη γελοιογραφία -εδώ ανοίγεται ένα μεγάλο κεφάλαιο για τη λεγόμενη εγκεφαλική γελοιογραφία- την σμιλεύει, την παλεύει, την προσπαθεί, να είναι τέτοια που να επικοινωνεί, αλλιώς για να πούμε ωμά δουλεύεις τον κόσμο.

Οι γελοιογραφίες έχουν ημερομηνία λήξης;

Μερικά σκίτσα έχουν, μερικά όχι. Συνήθως το σκίτσο είναι αιχμάλωτο της επικαιρότητας, ούτε καν ης επικαιρότητας, όμως το σκίτσο παρ’ ότι τελειώνει μαζί με την εφημερίδα, διατηρεί το ηχόχρωμα της στιγμής του γεγονότος.

Συνεπώς ο ιστορικός ή ο άνθρωπος που θα αναζητήσει το κλίμα μιας εποχής, αν δεν δει τις γελοιογραφίες αυτής της εποχής, δεν έχει δει τίποτε.

Όμως δεν είναι μόνο αυτό. Όταν εκδίδουμε ένα βιβλίο με γελοιογραφίες αυτό προσπαθούμε να πετύχουμε, την νίκη της γελοιογραφίας πάνω στο χρόνο.

Να διατυπώσουμε δηλαδή, μια αφήγηση, ένα συναξάρι, ένα χρονικό γελοιογραφικό. Προσπαθούμε να φτιάξουμε μια ιδιότυπη αφήγηση, η οποία τονίζει όχι τόσο τα γεγονότα, όσο ο κλίμα της εποχής.

Υπάρχουν, όμως, και οι γελοιογραφίες που κερδίζουν ο χρόνοι από μόνες ους. Αυτές είναι δύο ειδών. Είναι οι γελοιογραφίες χωρίς λόγια, που είναι πιο φιλοσοφημένες, πιο φευγάτες και γελοιογραφίες οι οποίες είναι τόσο έντονες σε σχέση με ένα γεγονός, που αυτό που μένει τελικά στον αναγνώστη είναι η γελοιογραφία. Καμιά φορά δεν τη θυμάται, ούτε ποιος την έκανε, αλλά θυμάται τη ξεχωριστή διάθεση, τη διάσταση που έδωσε στο γεγονός η γελοιογραφία. Αυτός είναι ένας επίσης τρόπος που η γελοιογραφία «μένει».

Δεν είναι πιο «δύσκολο» να φτιάχνει ο σκιτσογράφος τέτοιες γελοιογραφίες;

Βέβαια! Διότι αυτού του είδους η γελοιογραφία πρέπει να είναι ξεχωριστή.

Και δεν μπορείς κάθε μέρα -όσο καλές γελοιογραφίες κι αν κάνεις- να φτιάχνεις τόσο ξεχωριστές γελοιογραφίες, ούτε και ο αναγνώστης μπορεί να θυμάται πολλές τέτοιες γελοιογραφίες.

Θα μπορούσες να δώσεις έναν ορισμό για την γελοιογραφία, την καρικατούρα και το σκίτσο; Γιατί έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά το κάθε ένα από αυτά.

Είναι τρία πράγματα που μοιάζουν μεταξύ τους, έχοντας απόσταση από άλλα, όπως το κόμικ, αλλά, όπως το κόμικ, αλλά που τα συνδέει κοινή σημειολογία.

Δηλαδή, πάντα στη γελοιογραφία, στην καρικατούρα και σο σκίτσο -όχι το ζωγραφικό, το σκίτσο όπως στη δημοσιογραφία- υπάρχει μήνυμα, υπάρχει λόγος, είναι ένα ιδεόγραμμα.

Αυτό είναι ο κοινός παρανομαστής. Οι διαφορές μπορεί να είναι στις εικόνες, αν θα ‘ναι αφαιρετικό, αν θα ‘ναι μπαρόκ, φουτουριστικό, ρεαλιστικό αν θα είναι ο,τιδήποτε, αλλά ο κοινός παρανομαστής είναι η απόπειρα, η προσπάθεια να εκπεμφθεί μήνυμα.

Η γελοιογραφία, το σκίτσο έχει μια ιδιότυπη λογική, θα μπορούσες να τις αφήσεις; Είναι κατά ένα μέρος η συσσώρευση εννοιών σ’ ένα εξ ορισμού περιορισμένο χώρο, είναι η αναστροφή ων νοημάτων γενικότερα;

Νομίζω, ότι κυρίως η αναστροφή που επιφέρει η γελοιογραφία προέρχεται από τη διάθεσή της να διερευνήσει «το μέσα» των πραγμάτων, την εσωτερική τους λογική.

Εκεί όταν βρίσκει μια λογική ψυχρή η ίδια (η γελοιογραφία) γίνεται τρελή, σουρεαλιστική και παράλογη και όταν βρίσκει κάτι τρελό, η ίδια γίνεται «λογική». Η ψυχή της γελοιογραφίας είναι το «σπάσιμο» της λογικής των πραγμάτων. Περπατάει κάποιος στο δρόμο, σκοντάφτει, πέφτει, γελάμε αντί να ανησυχούμε. Έσπασε η λογική του βαδίσματος.

Αυτό ακριβώς κάνει η γελοιογραφία, αυτή είναι η «λογική» της.

Περνώντας σε μια πιο προσωπική ερώτηση θα «δανειστώ» μια ατάκα απ’ την «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» του συνάδελφου σου Γ. Καλαϊντζή.

Πώς τα φτιάχνεις αυτά που φτιάχνεις;

Πώς τα φτιάχνω αυτά που φτιάχνω; (γέλια). Με δύο τρόπους. Ο ένας είναι ζωγραφίζοντας και ο άλλος παίζοντας με όλα, όσα κατά καιρούς συνεχίζω να μαθαίνω. Για μένα η γελοιογραφία -όπως η ζω- είναι μια συνεχής θητεία πρωτοετούς μαθητή, στρατιώτη, φοιτητή -πρωτοετούς πάντως- σε ένα πράγμα το οποίο προσπαθεί συνεχώς να σε πειθαρχεί σε έναν τρόπο που εσύ δεν έχεις.

Η γελοιογραφία είναι είδος επιγραμματικό. Περιέχει έναν λακωνισμό αναγκαστικό και υπέροχο ταυτόχρονα. Και μόνο αυτό το πράγμα σε κάνει να διοχετεύεις σ’ αυτήν όλα όσα σου συμβαίνουν. Απ’ το σινεμά που βλέπεις έως τις παρέες που κάνεις, από τα βιβλία που διαβάζεις έως τα ταξίδια σου. Όλα λοιπόν τα πράγματα που ζεις τα διοχετεύεις θες Δε θες εκεί, με έναν τρόπο που σβήνει και τη κλασική διάθεση ανάμεσα στο δημόσιο και στο ιδιωτικό, στο προσωπικό και στο συνολικό.

Πάντα δουλεύεις με σκίτσο και ταυτόχρονα με λόγο σε κάποια στήλη. Πως καταφέρνεις να ισορροπήσεις αυτά τα δύο;

Τελικώς είναι δύο διαφορετικές δουλειές, αλλά είχα μια τάση από πιτσιρικάς -την οποία ίσως τότε να μην μπορούσα να τη διατυπώσω- απεχθανόμουν πάνα τα μονοσήμαντα πράγματα, ο τρόπος ο δικός μου ήταν αλλιώς. Μ’ αυτή την έννοια το γράψιμο και η σκιτσογραφία αλλά και η ζωγραφική -που είναι κάτι ο οποίο δεν ο δημοσιεύω- ή ίσως και άλλου τύπου γραφές που επίσης δεν δημοσιεύονται, όλα αυτά έχουν να κάνουν με μια προσπάθεια πολυμορφίας, είναι ένας τρόπος απλώς να είμαι πολυσήμαντος επειδή ο έχω ανάγκη. Μ’ αυτή ην έννοια συμβαίνει και να γράφω. Τώρα καλώς ή κακώς δεν ξέρω.

Κάτι που ίσως σε χαρακτηρίζει έντονα και σε διαφοροποιεί από άλλους συναδέλφους σου είναι ότι τα σκίτσα σου περιέχουν πολλούς συμβολισμούς, ιστορικές αναγωγές κ.λπ. Τι σημαίνει αυτό και τελικώς είναι συνειδητή αυτή η επιλογή;

Κατ’ αρχήν είναι αυτό που είπα πιο πριν, ότι όλα όσα μαθαίνεις μπαίνουν στη γελοιογραφία.

Βέβαια αυτό θέλει ένα μέτρο και μια προσοχή και πολλές φορές το παραπάνω.

Δεν μπορώ όμως να αποφύγω τον πειρασμό πράγματα που με διευκολύνουν να εκφραστώ, αλλά διευκολύνουν και τον αναγνώστη να καταλάβει και αυτά είναι κυρίως οι ιστορικές αναγωγές, οι αναγωγές όχι τόσο στην ίδια την ιστορία, όσο στο παραμύθι της ιστορίας. Είναι μια αναγωγή σε πράγματα που έχουν γίνει, που έχουν διδάξει που αποτελούν πια το παραμύθι ου καθημερινού ανθρώπου σε σχέση με την ιστορία.

Μπορούμε να πούμε ότι το σκίτσο κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει;

Κρατώντας μια μικρή επιφύλαξη, επειδή τα πράγματα έχουν αρχίσει να παίρνουν μια εκδοχή που ξεφεύγει απ’ την παιδευτική διάθεση ης γελοιογραφίας, θα το λέγαμε φυσικά.

Και έχει τύχει βέβαια, η γελοιογραφία να κάνει έναν πολιτικό π.χ. να σκεφθεί, να αναθεωρήσει κάποια πράγματα, δηλαδή το σκίτσο λειτούργησε όχι μόνο εκτονωτικά για ο κοινό αίσθημα, αλλά παίδεψε κιόλας αυτόν που τελικά αναφερόταν και κυρίως την πράξη του, γιατί το σκίτσο αναφέρεται στις πράξεις, όχι στους χαρακτήρες.

Τελειώνοντας, ποια είναι η θέση της γελοιογραφίας σήμερα, η πορεία της και ποια η θέση της ελληνικής γελοιογραφίας;

Α. Κοίταξε, οι Ευρωπαίοι έχουν πολύ καλή σχέση και παράδοση με το σκίτσο, αλλά υπάρχει ένα ξεθύμασμα, ειδικά στις χώρες που ήταν σε υψηλό επίπεδο π.χ. Γαλλία, Ιταλία, Βρετανία κι αυτό γιατί το «παρακάνανε» στον απόηχο της 10ετίας του ’70, τα «είπαν όλα» και τώρα είναι λίγο λαχανιασμένοι. Πιστεύω όμως ότι είναι θέμα συγκυρίας.

Αντιθέτως εκεί που υπάρχει τρομερή φλέβα, δυνατή και γενναία είναι στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Αυτές είναι σήμερα οι δυνάμεις. Βέβαια, στην κορυφή οι ΗΠΑ με πολύ δυνατή γελοιογραφία, μεγάλη σχολή, έξοχη η Λατινική Αμερική και βέβαια δεν έχουμε πρόσβαση λόγω γλώσσας κυρίως σε άλλες χώρες.

Στην Ελλάδα έχουμε πολλούς καλούς γελοιογράφους και μεγάλη παράδοση και πιστεύω ότι αν δεν ήταν αυτό το πρόβλημα ου «ανάδελφου» της γλώσσας η ελληνική γελοιογραφία θα κυκλοφορούσε περισσότερο στην Ευρώπη.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*