Θέατρο, Μόνιμες Στήλες, Πολιτισμός - Βιβλία - Ιστορία - Θεωρία, Ρήξη φ. 117

Η χώρα ως χώρος

thelw-mia-xwra-new

«Θέλω Μια Χώρα», του Ανδρέα Φλουράκη

Του Κώστα Σαμάντη από τη Ρήξη φ. 117

Περί τους 140.000 Έλληνες νέους επιστήμονες έχουν μεταναστεύσει τα τελευταία τέσσερα έτη από την Ελλάδα των μνημονίων προς άλλες χώρες. Είναι ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα των μνημονιακών κυβερνήσεων καθώς η ελληνική πολιτεία έχει επενδύσει ώστε να καταρτίσει επιστήμονες στα πανεπιστήμια και αυτοί προσφέρουν σε άλλους τόπους τις υπηρεσίες τους! Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ (2014), στα χρόνια της κρίσης παρουσιάστηκε με ένταση ένα νέο φαινόμενο, αποκαλούμενο «διαρροή εγκεφάλων» (brain drain)…..
Στις 30 και 31 Ιουλίου, στο πλαίσιο των παραστάσεων του Φεστιβάλ Αθηνών, παρουσιάστηκε στη Σκηνή της Πειραιώς 260, το έργο του νεοέλληνα (όπως αυτοχαρακτηρίζεται) Ανδρέα Φλουράκη, «Θέλω Μία Χώρα». Το συγκεκριμένο θεατρικό γράφτηκε πριν τρια χρόνια, όταν και πρωτοπαρουσιάστηκε στη Βασιλική Αυλή (Royal Court) του Λονδίνου. Ο Φλουράκης, με σπουδές σκηνοθεσίας κινηματογράφου στην Αθήνα και θεατρικής γραφής στην Αγγλία, έχει διακριθεί σε διαγωνισμούς τόσο της χώρας μας όσο και στο εξωτερικό, με τον κύριο κορμό του έργου του να παρουσιάζεται κυρίως εκτός Ελλάδας.
Το «Θέλω μία Χώρα» είναι ένα κείμενο σε ασυνήθιστη θεατρική φόρμα. Ίσως γι’ αυτό παρουσιάζεται ως πρωτότυπο θεατρικό έργο. Το κείμενο διατρέχει η ανησυχία της νέας γενιάς, η οποία βρίσκεται σε προφανή αμηχανία εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, αλλά και γενικότερα της κοινωνικής δίνης στην οποία έχει περιέλθει τα τελευταία πέντε χρόνια η χώρα μας. Το έργο του δεν διαθέτει διαλόγους συγκεκριμένων χαρακτήρων, μιας και επιλογή του συγγραφέα είναι η συλλήβδην έκφραση των αγωνιών των νέων ανθρώπων. Ακροβατεί ανάμεσα στην έντιμη αγωνία της νέας γενιάς για το δικό της μέλλον όσο και της χώρας από τη μια πλευρά και μιας ατομικιστικής ανησυχίας, γέννημα θρέμμα μιας επί σειρά ετών απολίτικης στάσης, από την άλλη. Θεμιτόν! Εάν τις προηγούμενες δεκαετίες η νεολαία έδινε το παρών στους αγώνες αυτού του τόπου διεκδικώντας ένα καλύτερο αύριο, τώρα είναι εκκωφαντική η απουσία της στις διεκδικήσεις των μνημονιακών χρόνων. Ο Φλουράκης, ως σχοινοβάτης, προσπαθεί να δώσει μια ακτινογραφία αυτής της γενιάς. Αυτό όμως που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη, είναι ότι στο τριάντα τριών σελίδων κείμενο του έργου θα βρει πλείστες όσες φορές τη λέξη χώρα, καμία όμως τη λέξη πατρίδα. Χρόνια ηγεμονίας κοσμοπολιτισμού και μεταμοντερνισμού φαίνεται να έχουν κάνει καλά τη δουλειά τους. Ίσως γι’ αυτό το πιο προβεβλημένο απόσπασμα του έργου είναι το: «Η χώρα πέθανε. Να πάει στον αγύριστο. Μας έβγαλε τα συκώτια. Θεός ‘σχωρέσ’ την. Πάει, πέθανε. Ζήτω η νέα χώρα ! Ζήτω!»
Η Μαριάννα Κάλμπαρη, καλλιτεχνική διευθύντρια του Θεάτρου Τέχνης, παραλαμβάνει το κείμενο του Φλουράκη και χτίζει πάνω σε αυτό τη δική της άποψη. Όσο και αν το έργο αυτό (όχι μόνο εξαιτίας του τίτλου) συνειρμικά μας παραπέμπει στο «Πεθαίνω σαν χώρα» του Δ. Δημητριάδη, απέχει παρασάγγας από την αγωνία που εξέπεμπε το σημαντικό αυτό κείμενο. Τροποποιώντας σε κάποια σημεία το πρωτότυπο θεατρικό, η Κάλμπαρη προσθέτει στην εισαγωγή της παράστασης τέσσερα πρόσωπα (μέτοικους και μετανάστες στην Ελλάδα από τις τέσσερις γωνιές του πλανήτη) παρουσιάζοντάς τα ως τα μόνα υπεύθυνα και θετικά σε σύγκριση με τους σαράντα τέσσερις απόφοιτους και μαθητές της δραματικής σχολής του Θεάτρου Τέχνης πάνω στους οποίους δομεί την παράσταση του έργου. Μεταχειρίζεται τη νέα γενιά σωρηδόν ως μάζα (κάτι ανάμεσα στο πλήθος και τον όχλο) και τους τοποθετεί συλλήβδην όλους να λιάζονται και να παίρνουν το μπάνιο τους σε μια παραλία που θυμίζει Ψαρρού στη Μύκονο. Την ίδια στιγμή που η ανεργία στους νέους και τις νέες ξεπερνά το 45%, που οι νέοι/ες απασχολούνται ανασφάλιστοι πέραν του οκταώρου και με αμοιβές συνήθως κάτω των 3 ευρώ την ώρα, που η μετανάστευση, και μάλιστα του ανθού, της νεολαίας, σε χώρες της Ευρώπης, της Αμερικής και της Αυστραλίας έχει ξεπεράσει σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα τις 200.000, αν μη τι άλλο η πρόσληψη αυτή είναι μονομερής και άδικη. Η κριτική αυτή θα μπορούσε να σταθεί ίσως τα χρόνια της σημιτικής παντοδυναμίας. Τα δεδομένα όμως των τελευταίων ετών έχουν αλλάξει δραματικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι το σύνολο των σαράντα τεσσάρων αυτών νέων ηθοποιών δείχνει να άγεται και να φέρεται σαν κύμα που σκάει πάνω στα βράχια, χωρίς να μπορεί να αρθρώσει ένα συγκεκριμένο και υπεύθυνο «θέλω» για τη χώρα. Ακόμη χειρότερα, οι ελάχιστοι (δύο – τρεις) νεολαίοι οι οποίοι προσεγγίζουν την κρίση με μια έντιμη αγωνία παρουσιάζονται ως ακροδεξιοί και υπερσυντηρητικοί. Σημεία των καιρών, ή μάλλον αποτελέσματα κοσμοπολιτισμού. Στα θετικά, η προσθήκη της Ρένης Πιττακή, η οποία διαβάζει αποσπάσματα Αναγνωστάκη και Ελύτη.
Η όλη παράσταση από δραματουργικής πλευράς δείχνει συγκροτημένη, μιας και η διαχείριση των σαράντα τεσσάρων νέων ηθοποιών δεν είναι εύκολη. Τα περισσότερα από αυτά τα παιδιά μάλιστα ξεπερνούν τις ικανότητές τους και ως ηθοποιοί προοιωνίζονται ένα θετικό μέλλον για το θέατρο. Όμως αν και η παράσταση από τεχνικής απόψεως θεωρείται επιτυχημένη, παραμένει το ερώτημα κατά πόσον το συγκεκριμένο εγχείρημα μπορεί να διεκπεραιωθεί από αποφοίτους και μαθητές μιας σχολής θεάτρου και όχι από ψημένους και κατασταλαγμένους ηθοποιούς. Πολύ περισσότερο όταν από τις 2 Οκτωβρίου ανεβαίνει η παράσταση ξανά και όχι ευκαιριακά στο Θέατρο Τέχνης. Συμπερασματικά, τολμούμε να πούμε ότι ακόμη το θέατρο, σε σημαντικό μέρος του, δεν έχει σταθεί αντάξιο των δύσκολων και μνημονιακών καιρών.

Κείμενο: Ανδρέας Φλουράκης
Σκηνοθεσία: Μαριάννα Κάλμπαρη
Δραματολόγος παράστασης: Έλενα Τριανταφυλλοπούλου
Σκηνικά-κοστούμια: Κωνσταντίνος Ζαμάνης
Μουσική: Χαράλαμπος Γωγιός
Χορογραφία: Μαρίζα Τσίγκα
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
Βοηθός σκηνοθέτη: Κατερίνα Γεωργουδάκη
Φωτογραφίες: Μυρτώ Αποστολίδου
Πρωταγωνιστούν: Η Ρένη Πιττακή και οι απόφοιτοι Σελήνα Διαμαντοπούλου, Κωνσταντίνος Ευστρατίου, Βασίλης Ζήσης, Τάσος Κορκός, Γιώργος Κοσκορέλλος, Ειρήνη Κότσιφα, Ανέστης Κόττας, Λήδα Κουτσοδασκάλου, Νίκος Λεκάκης, Ιωάννα Μπιτούνη, Νόρα Πάντου, Γιώργος Σαββίδης, Δημήτρης Τσιγκριμάνης και μαθητές της Δραματικής Σχολής του Θέατρου Τέχνης Καρόλου Κουν.
Θέατρο Τέχνης Φρυνίχου
Φρυνίχου 14, Πλάκα
τηλέφωνα ταμείου: 2103222464 & 2103236732. Παραστάσεις:  Από 2 έως 25 Οκτωβρίου 2015. Παρασκευή, Σάββατο 21.15 &  Κυριακή 20.00.
15€ | 10€ (μειωμένο – φοιτητικό) | 5€ (άνεργοι, ΑΜΕΑ).

nanourhs_katerina

Η Πατρίδα ως αίτημα: «Πρώτη φορά», του Γ. Νανούρη

Τη χρονιά που μας πέρασε, στον Φιλοπρόοδο Όμιλο Υμηττού λειτούργησε η δεύτερη θεατρική ομάδα (για νέους και νέες η συγκεκριμένη) «ARTos», υπό την επίβλεψη και καθοδήγηση του ταλαντούχου σκηνοθέτη Γιώργου Νανούρη. Ως αποκορύφωμα της εντατικής, ψυχωμένης δουλειάς μηνών, αποφάσισαν να παρουσιάσουν στην αίθουσα εκδηλώσεων του Ομίλου το έργο τους. Επέλεξαν η παράσταση να μη βασισθεί σε κάποιο συγκεκριμένο κείμενο, αλλά να είναι η παρουσίαση του προβληματισμού που κουβαλά η ομάδα. Στις 6 και 7 Ιουνίου ανέβηκε το «Πρώτη φορά» σε σκηνοθεσία βεβαίως του εμψυχωτή της ομάδας Γιώργου Νανούρη. Τα κοινά σημεία (ερασιτέχνες ηθοποιοί, νέοι και νέες με αγάπη για το θέατρο, το απαύγασμα της μαθητείας αυτών) είναι πολλά. Με μια βασική διαφορά.
Η καθοδήγηση του σκηνοθέτη (ή μάλλον εξαιτίας αυτής) οδήγησε αυτή τη θεατρική ομάδα στο να εκφράσει μία αγωνία για το τι συμβαίνει στη χώρα μας, μία απογοήτευση για το πού έχει οδηγηθεί αυτή, αλλά ταυτόχρονα και μία αισιοδοξία, ένα αίτημα για αυτήν τη χώρα ως Πατρίδα. Η συμβολή του σκηνοθέτη, του κάθε σκηνοθέτη, είναι καθοριστική πάνω στο αποτέλεσμα το οποίο παρουσιάζεται, μιας και το πρόκριμα είναι το πρίσμα μέσω του οποίου βλέπει αυτός τα όσα συμβαίνουν στον τόπο μας. Γι’ αυτό και η συγκεκριμένη παράσταση, ασχέτως της μεγάλης επιτυχίας που είχε στην παρουσίασή της, διαφέρει πλήρως από την πρόταση της Μαριάννας Κάλμπαρη στο «Θέλω μία Χώρα». Αν και στην παρουσίαση της δουλειάς των παιδιών του ΦΟΥ τα θέλω ήταν εξίσου έντονα όσο και κυριαρχικά, το περιεχόμενό τους ήταν πολύ διαφορετικό. Και αυτό είναι που κάνει τη διαφορά.

Πληροφορίες
Φιλοπρόοδος Όμιλος Υμηττού
Ανδρέα Λεντάκη – Αμισσού – Σμύρνης,
Υμηττός, τηλ 2107625856

Ένα Σχόλιο

  1. Από μια παρόμοια οπτική δείτε και το «καγκουρό» του Κατσικονούρη, στο Εθνικό επί της Αγίου Κωνσταντίνου (αίθ. Κούρκουλος)

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*