Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 33-34, Περιοδικό Άρδην

Σημειώσεις για τον λαϊκό πολιτισμό

του Μ. Μερακλής

1. Ο λό­γιος της Τουρ­κο­κρα­τί­ας


Η σκλα­βιά, η κα­θυ­στέ­ρη­ση του έ­θνους, σε μιαν ε­πο­χή ό­που έ­χουν αρ­χί­σει στην Ευ­ρώ­πη οι διερ­γα­σί­ες του Δια­φω­τι­σμού, φορ­τί­ζουν την ψυ­χή του και τη συ­νεί­δη­σή του (μι­λώ, ε­δώ, για τους λό­γιους του δεύ­τε­ρου μι­σού του 18ου και τις πρώ­τες δε­κα­ε­τί­ες του 19ου αιώ­να). Εί­ναι μο­νί­μως α­νή­συ­χος. Δεν μπο­ρεί να η­συ­χά­σει πο­τέ και που­θε­νά, ε­ξω­θού­με­νος α­πό τη συσ­σώ­ρευ­ση ε­σω­τε­ρι­κής δύ­να­μης που πρέ­πει να ε­κλυ­θεί. Γι’ αυ­τό βρί­σκε­ται σε συ­νε­χή κι­νη­τι­κό­τη­τα, εί­ναι α­ει­κί­νη­τος. Μια κύ­ρια έκ­φρα­ση της διά­θε­σης και κα­τά­στα­σης αυ­τής εί­ναι τα τα­ξί­δια του.
Δί­νω έ­να δύ­ο πα­ρα­δείγ­μα­τα (υ­πάρ­χουν σχε­δόν α­μέ­τρη­τα). Ο Άν­θι­μος Γα­ζής γεν­νή­θη­κε στις Μη­λιές του Πη­λί­ου το 1764. Το 1796, πη­γαί­νει στην Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, ό­που χει­ρο­το­νεί­ται διά­κο­νος. Τον ε­πό­με­νο χρό­νο πη­γαί­νει στη Βιέν­νη, ε­φη­μέ­ριος της εκ­κλη­σί­ας του Α­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου των Γραι­κών. Ε­κεί θ’ αρ­χί­σει (1810) την έκ­δο­ση του Λό­γιου Ερ­μή. Τα­ξι­δεύ­ει στην Ο­δησ­σό, να συ­γκε­ντρώ­σει χρή­μα­τα για το πε­ριο­δι­κό. Το 1816 ε­πι­στρέ­φει στην πα­τρί­δα του να βο­η­θή­σει στην ί­δρυ­ση σύγ­χρο­νου σχο­λεί­ου. Παίρ­νει μέ­ρος στην Ε­πα­νά­στα­ση. Πε­θαί­νει στη Σύ­ρο (1828).
Συ­μπα­τριώ­της του ή­ταν ο κα­τά μια δε­κα­ε­τί­α με­γα­λύ­τε­ρός του Γρη­γό­ριος Κων­στα­ντάς (συγ­γρα­φέ­ας, μα­ζί με τον Δα­νι­ήλ Φι­λιπ­πί­δη, της πραγ­μα­τι­κά Νε­ω­τε­ρι­κής Γε­ω­γρα­φί­ας). Με­τά τα πρώ­τα γράμ­μα­τα που έ­μα­θε στην πα­τρί­δα του και στη Ζα­γο­ρά, πη­γαί­νει στο Βου­κου­ρέ­στι, ύ­στε­ρα στη Βιέν­νη (1790), με­τά δυό χρό­νια στη γερ­μα­νι­κή Χάλ­λη, ύ­στε­ρα στο Πα­ταύ­ιον (Πά­δο­βα). Με ε­πι­σφα­λή υ­γεί­α και αι­μο­πτύ­σεις, έρ­χε­ται στην πα­τρί­δα του, “ό­που ο ζω­ο­γό­νος α­ήρ και η πε­ρί­θαλ­ψις της έ­τι ζώ­σης γη­ραιάς μη­τρός του ε­νήρ­γη­σαν θαυ­μα­σί­αν με­τα­βο­λήν εις την κα­χε­κτι­κήν του σώ­μα­τός του κα­τά­στα­σιν” (Α. Πα­πα­δό­που­λος-Βρε­τός, Νε­ο­ελ­λη­νι­κή Φι­λο­λο­γί­α, τ.Β΄, 1857). Μό­λις α­νέρ­ρω­σε, πή­γε να δι­δά­ξει στα Α­μπε­λά­κια. Το 1803 πη­γαί­νει στη Βιέν­νη ξα­νά. Σε συ­νεν­νό­η­ση με τον ε­κεί ευ­ρι­σκό­με­νο Γα­ζή, α­πο­φα­σί­ζει να ε­πι­στρέ­ψει στις Μη­λιές, να ορ­γα­νώ­σει το σχο­λεί­ο που με­λε­τούν. Στην αρ­χή της Ε­πα­νά­στα­σης πη­γαί­νει στα Ψα­ρά, να πεί­σει τους Ψα­ρια­νούς να στεί­λουν πλοί­α βο­η­θώ­ντας α­πό τη θά­λασ­σα το ξε­ση­κω­μέ­νο Πή­λιο. Πε­θαί­νει στην πα­τρί­δα του.
Ο Κων­στα­ντί­νος Βαρ­δα­λά­χος, γεν­νη­μέ­νος το 1775 στο Κά­ι­ρο της Αι­γύ­πτου, έ­λα­βε την ε­γκύ­κλια μόρ­φω­ση στην Α­λε­ξάν­δρεια και τη Σύ­μη. Πή­γε στην Ι­τα­λί­α και σπού­δα­σε ια­τρι­κή στο Πα­νε­πι­στή­μιο του Πα­ταυ­ί­ου. Με­τά τις σπου­δές τον βρί­σκου­με στο Βου­κου­ρέ­στι, ό­που δι­δά­σκει μα­θη­μα­τι­κά στο ελ­λη­νι­κό λύ­κειο. Το 1815 εί­ναι σχο­λάρ­χης στη Χί­ο! Ύ­στε­ρα πά­λι στην Ο­δησ­σό, πά­λι στο Βου­κου­ρέ­στι. Με­τά την ε­ξέ­γερ­ση του Υ­ψη­λά­ντη, κα­τα­φεύ­γει στην Τραν­συλ­βα­νί­α, ύ­στε­ρα α­πό λί­γο θα ξα­να­βρε­θεί σχο­λάρ­χης στην Ο­δησ­σό. Αλ­λά “ε­πι­θυ­μών προ πολ­λού να πνεύ­ση εις τας ε­σχά­τας η­μέ­ρας της ζω­ής του τον α­έ­ρα της ε­λευ­θέ­ρας Ελ­λά­δος α­νε­χώ­ρη­σε πε­ρί τα τέ­λη του 1830 έ­τους α­πό Ο­δησ­σόν διά Σύ­ρον”. Α­πό κει πή­ρε άλ­λο πλοί­ο να πά­ει στην Αί­γι­να, ό­που βρι­σκό­ταν και ο συμ­μα­θη­τής του, κυ­βερ­νή­της τώ­ρα της Ελ­λά­δας, Ιω­άν­νης Κα­πο­δί­στριας, αλ­λά το πλοί­ο ναυά­γη­σε και “ε­πνί­γη ο σχο­λάρ­χης Βαρ­δα­λά­χος μη η­ξεύ­ρων να κο­λυμ­βή­ση”. Ύ­στε­ρα α­πό έ­να χρό­νο θα πέ­θαι­νε δο­λο­φο­νη­μέ­νος και ο πο­λυ­τα­ξι­δε­μέ­νος ε­πί­σης ε­κεί­νος με­γά­λος λό­γιος και πο­λι­τι­κός.
2.  ΜΜΕ και o σύγ­χρο­νος πο­λι­τι­σμός

Αν πω, ό­τι ο σύγ­χρο­νος πο­λι­τι­σμός προσ­διο­ρί­ζε­ται σε πο­λύ με­γά­λο βαθ­μό α­πό τα ΜΜΕ και ό­τι, λέ­γο­ντας ΜΜΕ, εν­νο­ώ κα­τε­ξο­χήν την τη­λε­ό­ρα­ση, για­τί εί­ναι το α­σύ­γκρι­τα μα­ζι­κό­τε­ρο μέ­σο ε­πι­κοι­νω­νί­ας, κα­θώς ερ­γά­ζε­ται κυ­ρί­ως με την ει­κό­να και ό­χι με το λό­γο, που γί­νε­ται ο­λο­έ­να πιο α­τρο­φι­κός και α­νί­σχυ­ρος, α­σφα­λώς δεν θα εί­μαι διό­λου πρω­τό­τυ­πος. Αλ­λά συμ­βαί­νει πράγ­μα­τι αυ­τό, να μην μπο­ρεί να εί­ναι πρω­τό­τυ­πος, ό­ποιος μι­λά­ει για με­γά­λα και σο­βα­ρά προ­βλή­μα­τα της κοι­νω­νί­ας και του πο­λι­τι­σμού. Ί­σως μά­λι­στα και να μην πρέ­πει, να μην ε­πι­τρέ­πε­ται να α­να­ζη­τεί την πρω­το­τυ­πί­α, έ­στω και αν κιν­δυ­νεύ­ει να γί­νει μο­νό­το­νος και να θε­ω­ρη­θεί ό­τι ε­πα­να­λαμ­βά­νει τα ί­δια –σχε­δόν τε­τριμ­μέ­να– πράγ­μα­τα. Συ­χνά, πο­λύ συ­χνά με α­πα­σχό­λη­σε το φαι­νό­με­νο, να πλήτ­τουν, να κου­ρά­ζο­νται οι άν­θρω­ποι να δια­βά­ζουν και να α­κού­νε πράγ­μα­τα που εί­ναι α­πο­λύ­τως α­να­γκαί­ο να δια­βά­ζουν και να α­κού­νε.
Ο­πωσ­δή­πο­τε –ε­πα­να­λαμ­βά­νω–, α­να­φε­ρό­με­νος στα ΜΜΕ και τον πο­λι­τι­σμό, δεν μπο­ρώ πα­ρά να το­νί­σω και ε­γώ ό­τι τα πρώ­τα ε­πη­ρε­ά­ζουν σή­με­ρα αρ­νη­τι­κά τον δεύ­τε­ρο. Και κα­τε­ξο­χήν η τη­λε­ό­ρα­ση.
Θα την ο­νο­μά­σω, προ­σφεύ­γο­ντας στην αρ­χαί­α ελ­λη­νι­κή μυ­θο­λο­γί­α, κου­τί της Παν­δώ­ρας. Θυ­μί­ζω πως η Παν­δώ­ρα εί­ταν, κα­τά τη θε­ο­γο­νί­α του Η­σιό­δου, η πρώ­τη γυ­ναί­κα που έ­πλα­σαν οι θε­οί του Ο­λύ­μπου. Ο κα­θέ­νας απ’ αυ­τούς της δώ­ρι­σε κι α­πό κά­τι : ο­μορ­φιά, χά­ρη κ.λπ. Αλ­λά και αρ­νη­τι­κά δώ­ρα. Ο Ερ­μής της χά­ρι­σε τον δό­λο και την ψευ­τιά, ε­νώ ο Δί­ας την προ­ό­ρι­σε για την τι­μω­ρί­α των αν­θρώ­πων, για­τί δέ­χθη­καν α­πό τον Προ­μη­θέ­α (τον με­γά­λο αμ­φι­σβη­τί­α και α­ντί­πα­λό του) τη χρή­ση της φω­τιάς, που ε­κεί­νος έ­λε­γε ό­τι ε­φεύ­ρε. Ο Δί­ας πέ­τυ­χε να πα­ντρέ­ψει την Παν­δώ­ρα με τον Ε­πι­μη­θέ­α, α­δελ­φό του Προ­μη­θέ­α, α­φού της έ­δω­σε κι έ­να κου­τί, που πε­ριεί­χε τά­χα τα γα­μή­λια δώ­ρα των θε­ών, ε­νώ στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πε­ριεί­χε ό­λα τα δει­νά των αν­θρώ­πων, χω­ρίς να ξέ­ρει ού­τε η ί­δια το πε­ριε­χό­με­νό του. Μια μέ­ρα η Παν­δώ­ρα ά­νοι­ξε το κου­τί κι όρ­μη­σαν έ­ξω ό­λα τα δει­νά· έ­μει­νε μέ­σα μό­νο η ελ­πί­δα. Υ­πάρ­χει μια ταύ­τι­ση σχε­δόν του κου­τιού της Παν­δώ­ρας με το κου­τί της τη­λε­ό­ρα­σης, απ’ το ο­ποί­ο εκ­πο­ρεύ­ο­νται πολ­λά δει­νά. Ε­νώ πα­ρα­μέ­νει και η ελ­πί­δα, απ’ τις συ­γκρι­τι­κά ε­λά­χι­στες θε­τι­κές εκ­πο­μπές.
Μι­λώ­ντας με σύγ­χρο­νη γλώσ­σα πλέ­ον, γε­νι­κά θε­ω­ρώ την τη­λε­ό­ρα­ση τον κύ­ριο και ι­σχυ­ρό­τα­το α­γω­γό των μη­νυ­μά­των της δια­φή­μι­σης. Μέ­σω της τη­λε­ό­ρα­σης προ­σφέ­ρε­ται μια παν­δαι­σί­α δια­φη­μί­σε­ων, που εί­ναι οι πλα­τιές τοι­χο­γρα­φί­ες, η ε­ντυ­πω­σια­κή ει­κο­νο­γρά­φη­ση της μυ­θο­ποι­η­μέ­νης ευ­η­με­ρί­ας, σε μια κοι­νω­νί­α που υ­πο­τί­θε­ται ό­τι έ­χει να προ­σφέ­ρει τα πιο εκ­πλη­κτι­κά πράγ­μα­τα ευ­ζω­ί­ας σ’ έ­να συ­νε­χώς διε­γερ­μέ­νο κα­τα­να­λω­τι­κό κοι­νό. Πράγ­μα­τα. Μάρ­κες αυ­το­κι­νή­των, μάρ­κες καλ­λυ­ντι­κών, μάρ­κες πο­τών, μάρ­κες τσι­γά­ρων, μάρ­κες εν­δυ­μά­των, α­ξε­σουάρ, υ­πο­δη­μά­των, μα­γι­κά οι­κια­κά σκεύ­η, πράγ­μα­τα και θαύ­μα­τα σε α­νυ­πο­λό­γι­στον α­ριθ­μό, πολ­λα­πλα­σια­ζό­με­νο στο δι­η­νε­κές. Σαν έ­να πράγ­μα –έ­να δια­χει­ρι­στι­κό ρο­μπότ– α­νά­με­σά τους, και το αν­θρώ­πι­νο σώ­μα. Πρώ­τι­στα το γυ­ναι­κεί­ο, που δή­θεν α­πο­θε­ώ­νε­ται μέ­σα στην α­πα­στρά­πτου­σα καλ­λο­νή του, ε­νώ γί­νε­ται ο δού­λος των πραγ­μά­των, κα­τά κα­νό­να δί­χως λό­γο, δί­χως μι­λιά, μ’ έ­να πα­γω­μέ­νο χα­μό­γε­λο μό­νο, εί­τε εί­ναι όρ­θιο εί­τε ξα­πλω­μέ­νο, σε διά­φο­ρες στά­σεις, ως ε­πί το πλεί­στον ε­ρω­τι­κά δε­λε­α­στι­κές, με α­νά­λο­γα ση­μα­σιο­δο­τη­μέ­νες χει­ρο­νο­μί­ες, με α­νά­λο­γα πα­ρα­πε­μπτι­κές χρή­σεις του στό­μα­τος, των δα­κτύ­λων, που αγ­γί­ζουν ή φέρ­νουν στα χεί­λη στό­μια φια­λών, κου­τα­λά­κια με λει­χου­διές, κρα­γιό­νια, ε­δέ­σμα­τα, που κρα­τούν πι­νέ­λα και βά­φουν χεί­λη, βλε­φα­ρί­δες, νύ­χια, που εκ­πέ­μπουν έ­ναν α­έ­ρα, μια διά­χυ­ση σε­ξι­σμού, σώ­μα­τα, θα ξα­να­πώ δί­χως μι­λιά κα­τά κα­νό­να, μ’ έ­να πα­γω­μέ­νο χα­μό­γε­λο, η­μί­γυ­μνα, γυ­μνά, α­πο­κα­λυ­πτό­με­να ε­πι­με­λώς, με προ­κλη­τι­κά ε­σώ­ρου­χα, με προ­βαλ­λό­με­νες ε­ξαί­σιες γά­μπες, με προ­βαλ­λό­με­να προ­κλη­τι­κά ο­πί­σθια, με προ­βαλ­λό­με­να ε­μπρό­σθια, πο­μποί του σεξ. Τα ω­ραί­α, σπορ ή ό­χι, αυ­το­κί­νη­τα τρέ­χουν για να δε­λε­ά­σουν τη γυ­ναί­κα, τα πλυ­ντή­ρια δου­λεύ­ουν για να την κά­νουν πιο πα­στρι­κιά, τα τσι­γά­ρα κα­πνί­ζο­νται για να γί­νει πιο ά­ντρας ο κα­πνι­στής, τα πο­τά πί­νο­νται για να γί­νει πιο ά­ντρας ο ά­ντρας. Και φυ­σι­κά ό­λα αυ­τά, μέ­σα σε ω­ραί­α και ά­νε­τα σπί­τια, κύ­ρια και δεύ­τε­ρα, σε ε­ξαί­σιες ε­ξο­χές.
Αλ­λά δια­φή­μι­ση, στην τη­λε­ό­ρα­ση, δεν εί­ναι μό­νο οι δια­φη­μί­σεις. Εί­ναι σχε­δόν ό­λες οι εκ­πο­μπές. Και πρώ­τα απ’ ό­λα τα α­τέ­λειω­τα σί­ριαλ, που δεν εί­ναι πα­ρά η πο­λυ­δια­φή­μι­ση ε­νός συ­γκε­κρι­μέ­νου τρό­που ζω­ής.
Το με­γά­λο ό­μως κα­κό της τη­λε­ό­ρα­σης εί­ναι άλ­λο: Ε­θί­ζει το ά­το­μο, τον πο­λί­τη, στον ρό­λο του θε­α­τή – και μά­λι­στα θε­α­τή ε­νός α­πα­τη­λού κό­σμου, ό­πως τον πλά­θουν οι πα­ντός εί­δους δια­φη­μί­σεις.
Το να θε­ά­σαι τα πράγ­μα­τα κα­ταρ­χήν δεν εί­ναι κα­κό. Ση­μαί­νει ή­δη μια σχέ­ση, και μά­λι­στα ά­με­ση, με τα πράγ­μα­τα, με τα δρώ­με­να. Η θέ­α­ση εί­ναι, κα­ταρ­χήν, έ­να σο­βα­ρό κί­νη­τρο για να πρά­ξεις και να δρά­σεις και ε­σύ. Αλ­λά αυ­τό ε­ξαρ­τά­ται και α­πό τον τρό­πο που θε­ά­σαι, κα­θώς ε­πί­σης και α­πό τον τρό­πο που σου προ­σφέ­ρο­νται για θέ­α­ση τα πρατ­τό­με­να, α­πό τον τρό­πο και α­πό την ου­σί­α τους. Αν ο τρό­πος και η ου­σί­α εί­ναι η­ρε­μι­στι­κά, υ­πνω­τι­κά, τό­τε και η θέ­α­ση εί­ναι μό­νο αυ­τό, μό­νο θέ­α­ση, εί­ναι το α και το ω, η αρ­χή και το τέ­λος, δεν εί­ναι μό­νο η αρ­χή, το κί­νη­τρο και για κά­τι άλ­λο, με­τά τη θέ­α­ση : κλεί­νεις το κου­τί της Παν­δώ­ρας και πη­γαί­νεις για ύ­πνο. Γι’ αυ­τό εί­πα ό­τι η τη­λε­ό­ρα­ση, έ­τσι που λει­τουρ­γεί, με­τα­βάλ­λει τον πο­λί­τη σε α­πα­θή και α­δρα­νή θε­α­τή, σε τη­λε­θε­α­τή κα­τά κυ­ριο­λε­ξί­α: σε άν­θρω­πο που βλέ­πει τα πράγ­μα­τα α­πό μα­κριά, α­πό α­πό­στα­ση. Πριν α­πό με­ρι­κά χρό­νια, μια εί­δη­ση στα ψι­λά πε­ρί­που των ε­φη­με­ρί­δων με εί­χε ε­ντυ­πω­σιά­σει για τον λό­γο, κυ­ρί­ως, ό­τι εί­χα πι­στέ­ψει πως ε­ξέ­φρα­ζε έ­να γε­νι­κευ­μέ­νο πλέ­ον κοι­νω­νι­κό φαι­νό­με­νο: της τη­λε­θέ­α­σης –της θέ­α­σης α­πό μα­κριά. Στο κέ­ντρο του Πει­ραιά εί­χε γί­νει, ξη­με­ρώ­νο­ντας, μια διάρ­ρη­ξη. Οι διαρ­ρή­κτες έ­κα­ναν τη δου­λειά τους α­νε­νό­χλη­τοι, υ­πό τα βλέμ­μα­τα ε­νοί­κων των γει­το­νι­κών πο­λυ­κα­τοι­κιών, οι ο­ποί­οι εί­χαν βγει στις βε­ρά­ντες των δια­με­ρι­σμά­των τους και πα­ρα­κο­λου­θού­σαν ή­συ­χα, ό­ταν μά­λι­στα βε­βαιώ­θη­καν ό­τι ο συ­να­γερ­μός που λει­τουρ­γού­σε στο κα­τά­στη­μα, στο ο­ποί­ο γι­νό­ταν η διάρ­ρη­ξη, δεν α­φο­ρού­σε κά­τι δι­κό τους. Θα έ­λε­γε κα­νείς πως αι­τί­α αυ­τής της α­δρά­νειας εί­ταν ο φό­βος. Οι κα­κο­ποιοί θα μπο­ρού­σαν, αν α­ντι­λαμ­βά­νο­νταν κά­ποιαν ύ­πο­πτη κί­νη­ση, να α­ντι­δρά­σουν ε­πι­κίν­δυ­να. Ε­ντού­τοις, οι θε­ώ­με­νοι τα συμ­βαί­νο­ντα μπο­ρού­σαν να τη­λε­φω­νή­σουν στην ά­με­ση δρά­ση, χω­ρίς να τους α­ντι­λη­φθούν οι κα­κο­ποιοί. Δεν εί­ταν λοι­πόν ο φό­βος που α­δρα­νο­ποιού­σε τους πα­ρα­τη­ρη­τές. Εί­ταν η α­δια­φο­ρί­α για το κοι­νό συμ­φέ­ρον. Και μά­λι­στα μια ι­διαί­τε­ρα κα­κο­ή­θης α­δια­φο­ρί­α, με­τα­βε­βλη­μέ­νη σε έ­να εί­δος ευ­χά­ρι­στης τη­λε­θέ­α­σης. Ο πο­λι­τι­σμός της τη­λε­ό­ρα­σης, α­φού εκ­παί­δευ­σε τον πο­λί­τη σε α­διά­φο­ρο θε­α­τή, τον με­τεκ­παι­δεύ­ει τώ­ρα σε φί­λο του θε­ά­μα­τος. Μέ­νει, ο πο­λίτης, θε­α­τής, δεν εν­δια­φέ­ρε­ται για ό,τι γί­νε­ται, σε βαθ­μό ώ­στε να ε­μπλέ­κε­ται στα γι­νό­με­να, α­πό τα ο­ποί­α λοι­πόν στε­ρεί την η­θι­κή διά­στα­ση, τα ου­δε­τε­ρο­ποιεί σαν σκη­νές α­πό τη­λε­ο­πτι­κά σί­ριαλ. Έ­τσι το κα­τά­στη­μα λε­η­λα­τεί­ται δύ­ο φο­ρές. Τη μια α­πό τους διαρ­ρή­κτες. Την άλ­λη –την πιο φαρ­μα­κε­ρή– α­πό τους θε­α­τές, που κά­θι­σαν και πα­ρα­κο­λού­θη­σαν τη διάρ­ρη­ξη μέ­σα στη νύ­χτα, μην πη­γαί­νο­ντας καν να κοι­μη­θού­νε.
Πρώ­τη α­κραί­α πε­ρί­πτω­ση του φαι­νο­μέ­νου α­πο­τέ­λε­σε ο δια­βό­η­τος πό­λε­μος του Κόλ­που. Εί­χα γρά­ψει τον Ια­νουά­ριο του 1991: “Ό­πως άλ­λο­τε κα­θό­ταν μπρο­στά στην τη­λε­ό­ρα­ση να δει τον Ά­γνω­στο Πό­λε­μο (σί­ριαλ στα χρό­νια της δι­κτα­το­ρί­ας των συ­νταγ­μα­ταρ­χών με πρω­το­φα­νή τό­τε ε­πι­τυ­χί­α), τους Ο­λυ­μπια­κούς α­γώ­νες ή το Μου­ντιάλ, τώ­ρα η Ελ­λά­δα κά­θε­ται να δει το CNN. Που δεί­χνει τον πό­λε­μο”. Και τον έ­δει­χνε με τρό­πο που δεν βο­η­θού­σε να μά­θου­με τί­πο­τα βα­θύ­τε­ρο γι’ αυ­τόν, για τις α­πώ­τε­ρες αι­τί­ες του, για τους α­πώ­τε­ρους στό­χους του, αλ­λά και για τις συμ­φο­ρές του. “Το CΝΝ, πα­ρα­τη­ρού­σα, δεν α­ρέ­σκε­ται να εί­ναι ι­διαί­τε­ρα ρε­α­λι­στι­κό και να­του­ρα­λι­στι­κό. Προ­τι­μά­ει να μας δί­νει ε­να­έ­ριες, σχε­δόν με­τα­φυ­σι­κές, φα­ντα­σμα­γο­ρί­ες. Οι τολ­μη­ροί δη­μο­σιο­γρά­φοι του α­νε­βαί­νουν στις τα­ρά­τσες των ξε­νο­δο­χεί­ων της Βα­γδά­της, της Ιε­ρου­σα­λήμ κ.λπ., βλέ­πουν και δεί­χνουν και σε μας τη μα­γεί­α των “πά­τριοτ” που ε­ξου­δε­τε­ρώ­νουν τους “σκου­ντ”, με­τα­βάλ­λο­ντας τον πό­λε­μο σε ‘α­φή (ά­ναμ­μα) πυ­ρο­τε­χνη­μά­των’”.
Πέ­ρα­σαν α­πό τό­τε δέ­κα χρό­νια. Στο με­τα­ξύ η τη­λε­ό­ρα­ση μας έ­δει­ξε πολ­λά. Τώ­ρα μας δεί­χνει –με ε­ντυ­πω­σια­κά πο­σο­στά τη­λε­θέ­α­σης– τον “Με­γά­λο Α­δελ­φό”. Η κα­θή­λω­ση γι­γα­ντώ­νε­ται.


3. Α­ει­κι­νη­σί­α-α­κι­νη­σί­α

Συ­σχε­τί­ζο­ντας το πε­ριε­χό­με­νο των δύ­ο προ­η­γού­με­νων ση­μειώ­σε­ων, θα πα­ρα­τη­ρού­σα ό­τι, εκ πρώ­της ό­ψε­ως, μπο­ρεί κα­νείς να βά­λει δί­πλα στην α­­ει­­κι­νη­σί­α του διανοούμενουτης Τουρ­κο­κρατίας την αεικινησία του αν­θρώ­που (γε­νι­κά πλέ­ον, ό­χι κατ’ α­νά­γκην του δια­νο­ού­με­νου) των ση­με­ρι­νών α­να­πτυγ­μέ­νων χω­ρών, ά­ρα και της Ελ­λά­δας (οι α­νά τον κό­σμο με­τα­κι­νή­σεις των οι­κο­νο­μι­κών με­τα­να­στών εί­ναι άλ­λο πράγ­μα). Ό­μως δεν εί­ναι έ­τσι.
Ο τό­τε δια­νο­ού­με­νος, τα­ξι­δεύ­ο­ντας, έ­βλε­πε ο­λο­έ­να δια­φο­ρε­τι­κά πράγ­μα­τα. Σή­με­ρα, ό­που και να τα­ξι­δέ­ψεις, στο βά­θος, βλέ­πεις πράγ­μα­τα και πε­ρι­βάλ­λο­ντα που ο­λο­έ­να τεί­νουν να γί­νουν ί­δια: ως πα­ρά­γω­γα ε­νός πο­λι­τι­σμού που τεί­νει να γί­νει πα­ντού ο ί­διος. Έ­τσι η α­ει­κι­νη­σί­α κατ’ ου­σί­αν κα­τα­λή­γει να εί­ναι μια αλ­λό­κο­τη μορ­φή α­κι­νη­σί­ας.
Στο βά­θος η α­κι­νη­σί­α, ό­χι του σώ­μα­τος, αλ­λά της σκέ­ψης, της ψυ­χής, του πνεύ­μα­τος, –που εί­ναι και οι κα­θο­ρι­στι­κοί πα­ρά­γο­ντες για την προ­α­γω­γή του πο­λι­τι­σμού,– τεί­νει να γί­νει βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό γνώ­ρι­σμα του σύγ­χρο­νου αν­θρώ­που. Και του Έλ­λη­να. Ε­ξάλ­λου αυ­τή η α­κι­νη­σί­α ε­πη­ρε­ά­ζει και την κί­νη­ση του σώ­μα­τος, το ω­θεί προς την α­κι­νη­σί­α. Το πράγ­μα βρί­σκει την α­κραί­α μορ­φή του στη (νε­κρι­κή σχε­δόν, σε ο­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις) κα­θή­λω­ση μπρο­στά στην τη­λε­ό­ρα­ση.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*