Άρδην τ. 30-39, Άρδην τ. 33-34, Περιοδικό Άρδην

Οι ευθύνες για το ολοκαύτωμα

του Ι. Γκραϊλσάμερ
Στη διάρ­κεια των δέ­κα-δε­κα­πέ­ντε τε­λευ­ταί­ων ε­τών, το θέ­μα της σχέ­σης με­τα­ξύ Σο­ά (Ο­λο­καυ­τώ­μα­τος) και σύ­στα­σης του κρά­τους ε­πα­νήλ­θε ξαφ­νι­κά στο ε­πί­κε­ντρο της δη­μό­σιας δια­μά­χης και στην πρώ­τη θέ­ση της ι­στο­ρι­κής έ­ρευ­νας του Ισ­ρα­ήλ. Σή­με­ρα γί­νε­ται α­κό­μα λι­γό­τε­ρο πι­στευ­τό ό­τι, στα πύ­ρι­να αυ­τά χρό­νια, η σιω­νι­στι­κή η­γε­σί­α κα­τέ­βα­λε ό­λες της τις προ­σπά­θειες και έ­βα­λε ό­λες της τις δυ­νά­μεις για να προ­σπα­θή­σει να ε­μπο­δί­σει τον α­φα­νι­σμό των Ε­βραί­ων.

 

Η πε­ρί­πτω­ση του Σα­μπτά­ι Μπετ-Τσβι

Το 1977, έ­νας ε­ρα­σι­τέ­χνης αυ­το­δί­δα­κτος ι­στο­ρι­κός, ο Σα­μπτά­ι Μπετ-Τσβι, ε­ξέ­δω­σε έ­να βι­βλί­ο 490 σε­λί­δων, προ­ϊ­όν δε­κα­εν­νέ­α χρό­νων δου­λειάς, το ο­ποί­ο α­να­φε­ρό­ταν στα λά­θη του σιω­νι­στι­κού κι­νή­μα­τος κα­τά την πε­ρί­ο­δο 1938-1945 και προ­κά­λε­σε με­γά­λη δυ­σφο­ρί­α. Συ­νά­ντη­σε α­μέ­σως πο­λύ αρ­νη­τι­κές α­ντι­δρά­σεις, τό­σο α­πό την πλευ­ρά των πο­λι­τι­κών ό­σο και των πα­νε­πι­στη­μια­κών ι­στο­ρι­κών και των δη­μο­σιο­γρά­φων. Το βι­βλί­ο δεν εί­χε κα­μί­α ε­πι­τυ­χί­α.
Για τον ρε­βι­ζιο­νι­στή Μπετ-Τσβι, το έρ­γο αυ­τό ή­ταν ζή­τη­μα συ­νεί­δη­σης και εί­χε σκο­πό να το υ­λο­ποι­ή­σει α­πό το τέ­λος του πο­λέ­μου. Ε­κεί­νο που έ­πρε­πε να συ­γκρα­τή­σουν οι ε­περ­χό­με­νες γε­νε­ές ή­ταν η α­πο­τυ­χί­α του σιω­νι­σμού να σώ­σει τους Ε­βραί­ους της Ευ­ρώ­πης. (…)
Ο Μπετ-Τσβι εί­χε πα­ρα­τη­ρή­σει, στη διάρ­κεια της δί­κης του Ά­ιχ­μαν, στις αρ­χές της δε­κα­ε­τί­ας του ’60, ό­τι ό­λοι οι Ισ­ρα­η­λι­νοί σχο­λια­στές στον Τύ­πο και τα Μέ­σα Ε­νη­μέ­ρω­σης, ό­λοι οι μάρ­τυ­ρες και οι ι­στο­ρι­κοί α­πέ­φευ­γαν πα­ντε­λώς το θέ­μα της στά­σης των ιου­δα­ϊ­κών ορ­γα­νώ­σε­ων στις ε­λεύ­θε­ρες χώ­ρες κα­θώς και του σιω­νι­στι­κού κι­νή­μα­τος στη διάρ­κεια της Σο­ά. Ε­νώ οι ε­φη­με­ρί­δες ή­ταν γε­μά­τες α­πό ε­πι­θέ­σεις κα­τά των δυ­τι­κών κρα­τών που εί­χαν πα­ρα­μεί­νει α­πα­θή, δεν έ­κα­ναν κα­μιά α­να­φο­ρά σ’ αυ­τούς που πρώ­τοι ό­φει­λαν να κι­νη­το­ποι­η­θούν για να σώ­σουν τ’ α­δέρ­φια τους. Το θέ­μα ή­ταν τα­μπού και προ­κα­λού­σε α­μέ­σως τη γε­νι­κή κα­τα­κραυ­γή και την ορ­γή.
Αυ­τό το γε­γο­νός εί­χε σπρώ­ξει τον Μπετ-Τσβι να ξε­κι­νή­σει σχο­λα­στι­κές έ­ρευ­νες στα βά­θη των αρ­χεί­ων και στις βι­βλιο­θή­κες. Με­τά α­πό χρό­νια δου­λειάς, τα συ­μπε­ρά­σμα­τά του δεν ά­φη­ναν κα­μιά αμ­φι­βο­λί­α: υ­πήρ­χε μια συν­δυα­σμέ­νη προ­σπά­θεια να α­πο­κρυ­φτεί και να α­πο­σιω­πη­θεί η στά­ση του σιω­νι­στι­κού κι­νή­μα­τος. Το ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα και το Γι­τσούβ (η ε­βρα­ϊ­κή κοι­νό­τη­τα της Πα­λαι­στί­νης) εί­χαν δια­πρά­ξει έ­να πο­λύ με­γά­λο σφάλ­μα α­πέ­να­ντι στους α­δερ­φούς της Ευ­ρώ­πης ό­χι μό­νο για­τί πα­ρα­μέ­λη­σαν ό,τι ή­ταν α­πα­ραί­τη­το για τη σω­τη­ρί­α τους αλ­λά για­τί συ­χνά τορ­πί­λι­ζαν τις α­πό­πει­ρες διά­σω­σης. (…) Ο Μπετ-Τσβι ι­σχυ­ρι­ζό­ταν ό­τι το σιω­νι­στι­κό-σο­σια­λι­στι­κό κί­νη­μα εί­χε προ­σπα­θή­σει να α­πο­κρύ­ψει το γε­γο­νός ό­τι, με­τα­ξύ 1939 και 1942, ε­νώ εί­χαν φτά­σει στην ΄Ε­ρετ­ς-Ισ­ρα­έλ α­κρι­βείς πλη­ρο­φο­ρί­ες για το τι συ­νέ­βαι­νε, ο Τύ­πος του Γι­τσούβ, κυ­ρί­ως η Davar του Μπερ­λ Κά­τσνελ­σον (ορ­γά­νου της Χι­στα­ντρούτ, της συν­δι­κα­λι­στι­κής ο­μο­σπον­δί­ας), αρ­νιό­ταν τη σο­βα­ρό­τη­τα των να­ζι­στι­κών ε­νερ­γειών και χα­ρα­κτή­ρι­ζε τις πλη­ρο­φο­ρί­ες “υ­περ­βο­λι­κές.”(…)
Ο Μπετ-Τσβι υ­πο­στη­ρί­ζει ό­τι, στη Σύ­νο­δο του Ε­βιάν, το 1938, που ορ­γα­νώ­θη­κε με πρω­το­βου­λί­α του Φρα­γκλί­νου Ρού­ζβελ­τ για να συ­ζη­τή­σει το θέ­μα της εν­σω­μά­τω­σης μέ­σα σε διά­φο­ρες χώ­ρες κά­που πε­ντα­κο­σί­ων χι­λιά­δων Ε­βραί­ων προ­σφύ­γων α­πό τη Γερ­μα­νί­α και την Αυ­στρί­α, οι σιω­νιστές α­πε­σταλ­μέ­νοι εί­χαν λά­βει α­πό τον Μπεν-Γκου­ριόν και τον Βά­ι­τσμαν ο­δη­γί­ες να τορ­πι­λί­σουν τη σύ­νο­δο. (…) Έ­πρε­πε, πά­ση θυ­σί­α να α­πο­φευ­χθεί ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός των Ε­βραί­ων ως “προ­σφύ­γων” που θα μπο­ρού­σαν να γί­νουν δε­κτοί ο­που­δή­πο­τε, για­τί κά­τι τέ­τοιο θα α­πο­δυ­νά­μω­νε το σιω­νι­στι­κό σχέ­διο. (…)
Για να στη­ρί­ξει τη θέ­ση του, ο Μπετ-Τσβι πα­ρα­θέ­τει έ­ναν με­γά­λο α­ριθ­μό δη­λώ­σε­ων και γρα­πτών των σιω­νι­στών η­γε­τών. Η πιο γνω­στή και χι­λιο­ει­πω­μέ­νη εί­ναι η δή­λω­ση του Ντα­βί­ντ Μπεν-Γκου­ριόν, που έ­κα­νε να χυ­θούν τό­νοι με­λά­νης στο Ισ­ρα­ήλ: Ό­ταν οι Βρε­τα­νοί πρό­τει­ναν, με­τά τη Νύ­χτα των Κρυ­στάλ­λων, να με­τα­φερ­θούν στην Αγ­γλί­α χι­λιά­δες παι­διά Γερ­μα­νών ή Αυ­στρια­κών (μια πρό­τα­ση ά­κρως ι­διο­τε­λής α­φού θα πε­ριό­ρι­ζε την ε­βρα­ϊ­κή με­τα­νά­στευ­ση στην Πα­λαι­στί­νη…), ο Μπεν-Γκου­ριόν α­ντέ­δρα­σε βί­αια: “Αν ή­ξε­ρα πως θα ή­ταν δυ­να­τόν να σώ­σω ό­λα τα παι­διά της Γερ­μα­νί­ας ε­γκα­θι­στώ­ντας τα στην Αγ­γλί­α, ή α­κρι­βώς τα μι­σά ε­γκα­θι­στώ­ντας τα στην Έ­ρετ­ς-Ισ­ρα­έλ, θα διά­λε­γα τη δεύ­τε­ρη λύ­ση. Για­τί πρέ­πει να λά­βου­με υ­πό­ψη ό­χι μό­νο τη ζω­ή των παι­διών αυ­τών αλ­λά και ο­λό­κλη­ρη την υ­πό­θε­ση του ε­βρα­ϊ­κού λα­ού”. (…)
Για­τί ό­μως οι σιω­νι­στές η­γέ­τες δεν έ­δει­ξαν πε­ρισ­σό­τε­ρη φρο­ντί­δα και συ­μπό­νια, δεν κί­νη­σαν γη και ου­ρα­νό;
Η στά­ση τους, τρα­γι­κή συ­νά­μα και πα­ρά­δο­ξη, εί­χε για μια α­κό­μα φο­ρά τις ρί­ζες της στην ι­δε­ο­λο­γί­α της “α­πόρ­ρι­ψης της Ε­ξο­ρί­ας” (chlilat hagola), που ο­δή­γη­σε τους Ε­βραί­ους της Πα­λαι­στί­νης στην ά­πο­ψη ό­τι, έ­τσι και αλ­λιώς, κά­θε δια­σπο­ρά συ­νε­πά­γε­ται και διωγ­μούς. Α­πό πρα­κτι­κή πλευ­ρά, δεν ή­θε­λαν να προ­βούν σε ε­πι­χει­ρή­σεις διά­σω­σης που μπο­ρεί να έ­βλα­πταν το σιω­νι­στι­κό σχέ­διο στην Πα­λαι­στί­νη. (…)
Ό­ταν ο Μπετ-Τσβι ε­ξέ­δω­σε το πρώ­το του βι­βλί­ο, το 1977, το κα­τε­στη­μέ­νο ό­χι μό­νο ε­ξέ­φρα­σε την ορ­γή του, αλ­λά και οι ι­στο­ρι­κοί χα­ρα­κτή­ρι­σαν το συγ­γρα­φέ­α ε­ρα­σι­τέ­χνη, χω­ρίς παι­δεί­α και ι­στο­ρι­κή μέ­θο­δο. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι α­πό τους Ισ­ρα­η­λι­νούς ει­δι­κούς της Σο­ά συμ­μά­χη­σαν ε­να­ντί­ον του. Το βι­βλί­ο δυ­σφη­μί­στη­κε ή, στην κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, α­γνο­ή­θη­κε (…). Λέ­γε­ται πως, κά­θε χρό­νο, μέ­χρι τον θά­να­τό του, ο Μπετ-Τσβι πή­γαι­νε στην Έκ­θε­ση Ε­βρα­ϊ­κού Βι­βλί­ου κου­βα­λώ­ντας έ­να κι­βώ­τιο με τα βι­βλί­α του, κα­θό­ταν πα­ρά­με­ρα, πού­λα­γε με­ρι­κά και ξα­νά­φευ­γε με το κι­βώ­τιο μέ­χρι την ε­πό­με­νη χρο­νιά. (…)

 

Η δια­μά­χη που ξε­σή­κω­σε το Έ­βδο­μο ε­κα­τομ­μύ­ριο

Το θέ­μα της στά­σης του Γι­τσούβ, που α­να­κι­νή­θη­κε χω­ρίς α­ντα­πό­κρι­ση το 1977, θα α­πο­τε­λέ­σει α­ντι­κεί­με­νο μιας τε­ρά­στιας δια­μά­χης στο Ισ­ρα­ήλ και σ’ ο­λό­κλη­ρο τον κό­σμο με­τά την έκ­δο­ση του Έ­βδο­μου ε­κα­τομ­μυ­ρί­ου του Τομ Σέ­γκεβ, το 1991. Με ό­ποιον τρό­πο κι αν κοι­τά­ξει κα­νείς τη μέ­θο­δό του, το έρ­γο του δη­μο­σιο­γρά­φου της Ha’aretz ε­γκα­λού­σε στην κυ­ριο­λε­ξί­α το ισ­ρα­η­λι­νό κοι­νό.
Ο Σέ­γκεβ, πε­νή­ντα χρό­νων τό­τε, εί­ναι έ­νας Ισ­ρα­η­λι­νός δη­μο­σιο­γρά­φος πρώ­της κα­τη­γο­ρί­ας και προι­κι­σμέ­νος ι­στο­ρι­κός. Α­πό τη στιγ­μή της έκ­δο­σής του, το βι­βλί­ο έ­γι­νε ε­πι­τυ­χί­α: πο­λύ κα­λο­γραμ­μέ­νο, εί­ναι α­λή­θεια, βρί­θει βι­βλιο­γρα­φι­κών ση­μειώ­σε­ων και στοι­χεί­ων α­πό αρ­χεί­α, αλ­λη­λο­γρα­φί­ες, α­πο­κόμ­μα­τα ε­φη­με­ρί­δων, συ­νο­μι­λί­ες, ό­λα α­φιε­ρω­μέ­να στη σχέ­ση των Ε­βραί­ων με τη Σο­ά, ό­χι μό­νο κα­τά τη διάρ­κεια του πο­λέ­μου, αλ­λά και πριν α­πό το 1940 και μέ­χρι σή­με­ρα. (…)
Ο Σέ­γκεβ θε­ω­ρεί ό­τι τα έ­ξι ε­κα­τομ­μύ­ρια νε­κρών Ε­βραί­ων στη διάρ­κεια του Ο­λο­καυ­τώ­μα­τος προ­σέ­δω­σαν στους Ισ­ρα­η­λι­νούς μια α­να­γκα­στι­κή ταυ­τό­τη­τα: “Εί­μα­στε το έ­βδο­μο ε­κα­τομ­μύ­ριο”. Η συλ­λο­γι­κή ταυ­τό­τη­τα των Ισ­ρα­η­λι­νών δια­μορ­φώ­θη­κε κά­τω α­πό την πα­ντα­χού πα­ρού­σα σκιά των έ­ξι ε­κα­τομ­μυ­ρί­ων θυ­μά­των. Το έρ­γο του ρί­χνει φως ό­χι ι­διαί­τε­ρα ευ­χά­ρι­στο πά­νω στη νο­ο­τρο­πί­α των Ισ­ρα­η­λι­νών και της η­γε­σί­ας τους. (…) Ο ί­διος ο Σέ­γκεβ ι­σχυ­ρί­ζε­ται πως δεν θα ή­ταν δυ­να­τόν να σω­θούν τα Ε­κα­τομ­μύ­ρια των Ε­βραί­ων, αλ­λά θα μπο­ρού­σαν να εί­χαν σώ­σει πολ­λούς, ε­άν οι σιω­νι­στές η­γέ­τες, με ε­πι­κε­φα­λής τον Μπεν-Γκου­ριόν, δεν εί­χαν συ­μπε­ρι­φερ­θεί με πο­τα­πό­τη­τα, χα­μέρ­πεια και χω­ρίς σθέ­νος. Ο Σέ­γκεβ, για πα­ρά­δειγ­μα, ση­μειώ­νει ό­τι τα θέ­μα­τα των διωγ­μών και του φο­νι­κού έ­πια­ναν ό­λο και λι­γό­τε­ρο χώ­ρο στον Τύ­πο του Γι­τσούβ. Α­να­φέ­ρει τον Μπερ­λ Κά­τσνελ­σον, εκ­δό­τη της Davar, ο ο­ποί­ος εί­χε α­να­ρω­τη­θεί πό­σον και­ρό α­κό­μα έ­πρε­πε να γρά­φει κα­νείς πά­νω σ’ αυ­τό το θέ­μα που δεν εν­διέ­φε­ρε τους α­να­γνώ­στες.(…) Κα­τά τον Σέ­γκεβ, τη Νύ­χτα των Κρυ­στάλ­λων, το 1938, η συ­γκί­νη­ση στην Πα­λαι­στί­νη έ­φτα­σε σε ό­ρια πα­ρο­ξυ­σμού και, κα­τό­πιν, το θέ­μα έ­πα­ψε σι­γά σι­γά να α­πα­σχο­λεί τον Τύ­πο και ό­λη την κοι­νω­νί­α.
Κα­τά την ά­πο­ψή του, η ά­νο­δος του να­ζι­σμού στη δε­κα­ε­τί­α του ‘30 ε­πι­βε­βαί­ω­σε τα προ­γνω­στι­κά της σιω­νι­στι­κής θε­ω­ρί­ας. Αν οι σιω­νι­στές η­γέ­τες δεν έ­κα­ναν σχε­δόν τί­πο­τα, εί­ναι για­τί η νί­κη του να­ζι­σμού θε­ω­ρή­θη­κε μια “γό­νι­μη δύ­να­μη” που θα προ­κα­λού­σε τη με­τα­νά­στευ­ση των Ε­βραί­ων της Ευ­ρώ­πης στην Πα­λαι­στί­νη. Αυ­τή εί­ναι η ερ­μη­νεί­α που δί­νει ο δη­μο­σιο­γρά­φος της Ha’aretz στις συμ­φω­νί­ες με­τα­φο­ράς που ε­πέ­τρε­ψαν τη με­τα­νά­στευ­ση κά­που εί­κο­σι χι­λιά­δων Γερ­μα­νο­ε­βραί­ων: οι Ε­βραί­οι της δια­σπο­ράς ή­ταν για τους σιω­νι­στές “αν­θρώ­πι­νο υ­λι­κό” και έ­πρε­πε να ε­πι­λε­γούν τα κα­λύ­τε­ρα στοι­χεί­α για με­τα­φο­ρά στην Έ­ρετ­ς-Ισ­ρα­έλ. Οι προ­σπά­θειες διά­σω­σης ή­ταν ε­ντε­λώς α­νε­παρ­κείς. Οι δρα­πέ­τες των στρα­το­πέ­δων έ­γι­ναν δε­κτοί στο Ισ­ρα­ήλ με σκλη­ρό­τη­τα. Ο σιω­νι­σμός και το κρά­τος του Ισ­ρα­ήλ “εκ­με­ταλ­λεύ­τη­καν” τη Σο­ά με­τά το 1948, κυ­ρί­ως για να πε­τύ­χουν τις γερ­μα­νι­κές α­πο­ζη­μιώ­σεις, βά­ζο­ντας στο ί­διο κα­ζά­νι τους ε­χθρούς Ά­ρα­βες και Γερ­μα­νούς, ε­ξο­μοιώ­νο­ντας τον Νά­σερ, τον Σα­ντάμ Χου­σε­ΐν και τον Α­ρα­φάτ με τον Χί­τλερ, κά­νο­ντας συ­νε­χή μνεί­α στην α­πει­λή α­φα­νι­σμού.
Ο Τομ Σέ­γκεβ προ­τεί­νει μια νέ­α θε­ώ­ρη­ση της σχέ­σης του Μπεν-Γκου­ριόν με τη Σο­ά, στο πλαί­σιο του δι­λήμ­μα­τος α­νά­με­σα στις αν­θρώ­πι­νες και τις ε­θνι­κές α­ξί­ες. Ο­ρι­σμέ­νοι έ­πα­ψαν να βλέ­πουν το ιου­δα­ϊ­κό κρά­τος ως μέ­σο διά­σω­σης των Ε­βραί­ων και άρ­χι­σαν να θε­ω­ρούν τους Ε­βραί­ους ως μέ­σο προ­ώ­θη­σης της ι­δέ­ας του κρά­τους. Για τους αν­θρώ­πους αυ­τούς, το κρά­τος έ­γι­νε α­ξί­α καθ’ ε­αυ­τήν. Έ­τσι, ο Μπεν-Γκου­ριόν δεν εί­δε στις σφα­γές των Ε­βραί­ων πά­νω απ’ ό­λα έ­να έ­γκλη­μα κα­τά της αν­θρω­πό­τη­τας και των Ε­βραί­ων, αλ­λά έ­να έ­γκλη­μα κα­τά του σιω­νι­σμού και του μελ­λο­ντι­κού κρά­τους. (…)

 

1994: έ­νας σταθ­μός στην έ­ρευ­να

Ο κα­θη­γη­τής Μο­σέ Ζί­μερ­μαν, δι­δά­κτωρ της έ­δρας Γερ­μα­νι­κών Σπου­δών του Ε­βρα­ϊ­κού Πα­νε­πι­στη­μί­ου, (υ­πο­στη­ρί­ζει) ό­τι ο σιω­νι­σμός συ­νερ­γά­στη­κε με τον να­ζι­σμό για την ε­πί­τευ­ξη του σχε­δί­ου με­τα­νά­στευ­σης στην Πα­λαι­στί­νη, αλ­λά α­κό­μα ό­τι α­πο­δεί­χτη­κε α­διά­φο­ρος προς τους μη σιω­νι­στές Ε­βραί­ους (το­πι­κι­στές, ο­πα­δούς της εν­σω­μά­τω­σης και άλ­λους). (…)
Οι Ε­βραί­οι της Γερ­μα­νί­ας α­πο­τε­λού­σαν λι­γό­τε­ρο του έ­να τοις ε­κα­τό του γερ­μα­νι­κού πλη­θυ­σμού ό­ταν ο Χί­τλερ α­νέ­βη­κε στην ε­ξου­σί­α, και η Σιω­νι­στι­κή Ορ­γά­νω­ση συ­γκέ­ντρω­νε το τρί­α τοις ε­κα­τό του ιου­δα­ϊ­κού πλη­θυ­σμού, ά­ρα δεν ή­ταν πα­ρά μια πε­ρι­θω­ρια­κή ορ­γά­νω­ση. Α­πό το 1933, ι­σχυ­ρί­ζε­ται ο Ζί­μερ­μαν, “συ­νερ­γά­ζε­ται” με το να­ζι­στι­κό κα­θε­στώς. Οι δυο συ­νερ­γά­τες δου­λεύ­ουν ο κα­θέ­νας για λο­γα­ρια­σμό του: οι σιω­νι­στές για να γί­νουν η άρ­χου­σα ορ­γά­νω­ση της ε­βρα­ϊ­κής κοι­νό­τη­τας και οι να­ζί για να τους χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν ως βο­λι­κό όρ­γα­νο δια­χω­ρι­σμού των Ε­βραί­ων α­πό τον υ­πό­λοι­πο πλη­θυ­σμό. Η ά­νο­δος του να­ζι­σμού βγά­ζει τη γερ­μα­νι­κή Σιω­νι­στι­κή Ορ­γά­νω­ση α­πό το πε­ρι­θώ­ριο και την α­πο­τυ­χί­α της (σε ό­λη τη διάρ­κεια της δη­μο­κρα­τί­ας της Βα­ϊ­μά­ρης δεν κα­τα­φέρ­νει να στεί­λει στην Πα­λαι­στί­νη πα­ρά δύ­ο χι­λιά­δες Ε­βραί­ους). Ό­ταν ήρ­θαν στα πράγ­μα­τα οι να­ζί, η μι­κρή αυ­τή ο­μά­δα α­πέ­δει­ξε την ορ­θό­τη­τα του προ­σα­να­το­λι­σμού της α­πέ­να­ντι στη με­γά­λη ορ­γά­νω­ση των Ε­βραί­ων της Γερ­μα­νί­ας, τον Κε­ντρι­κό Σύλ­λο­γο (που μα­χό­ταν για ί­σα δι­καιώ­μα­τα). Για να νι­κή­σουν τον α­ντί­πα­λό τους, τη με­γά­λη α­φο­μοιω­τι­κή ορ­γά­νω­ση των Γερ­μα­νο­ε­βραί­ων, οι σιω­νι­στές ή­ταν έ­τοι­μοι για ό­λα.
(…) (Για τον Ζί­μερ­μαν), η συμ­μα­χί­α των σιω­νι­στών με τους να­ζί εί­χε προ­ε­τοι­μα­στεί πριν α­κό­μα και α­πό την ά­νο­δο των να­ζι­στών στην ε­ξου­σί­α. Με­ρι­κοί σιω­νι­στές έ­βρι­σκαν κοι­νά ση­μεί­α α­νά­με­σα στον λα­ϊ­κό ε­θνι­κι­σμό των να­ζί και τον δι­κό τους ε­θνι­κι­σμό και ο­ρι­σμέ­νοι εί­χαν θε­λή­σει, α­πό το 1930, να συ­ζη­τή­σουν α­νοι­χτά με τους να­ζί. Το 1933, οι σιω­νι­στές πρό­σφε­ραν α­μέ­σως τις υ­πη­ρε­σί­ες τους στο Ρά­ιχ, που τους α­γνο­ού­σε –τό­σο α­σή­μα­ντη ή­ταν η ορ­γά­νω­σή τους. Ο Μπλού­μεν­φελ­ντ, αρ­χη­γός των Γερ­μα­νών σιω­νι­στών, εκ­θεί­α­σε στο νέ­ο κα­θε­στώς το εν­δια­φέ­ρον που πα­ρου­σί­α­ζε η ά­νο­δος της σιω­νι­στι­κής ορ­γά­νω­σης. Αυ­τή ή­ταν και η αρ­χή της συ­νερ­γα­σί­ας. Ο Μπλού­μεν­φελ­ντ συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ό­τι ο ε­θνι­κι­σμός των να­ζι­στών ή­ταν σχε­τι­κός με τον προ­σα­να­το­λι­σμό του κι­νή­μα­τός του και θέ­λη­σε να εν­σω­μα­τώ­σει την ορ­γά­νω­σή του μέ­σα στη νέ­α κοι­νω­νί­α. Ο Ζί­μερ­μαν α­να­φέ­ρει το μνη­μό­νιο που προ­ο­ρι­ζό­ταν για τον Χί­τλερ, και το ο­ποί­ο εί­χαν στεί­λει τον Ιού­νιο του 1933 ο Μπλού­μεν­φελ­ντ κι έ­νας άλ­λος σιω­νι­στής η­γέ­της. Σε αυ­τό κά­νουν “προ­τά­σεις” πά­νω στη βά­ση της “ταύ­τι­σης ι­δε­ών” α­νά­με­σα στον σιω­νι­στι­κό ε­θνι­κι­σμό και τον να­ζι­σμό…
Ό­ταν, το 1935, εκ­δό­θη­καν τα δια­τάγ­μα­τα της Νυ­ρεμ­βέρ­γης, μια ε­φη­με­ρί­δα των Ες-Ες έ­γρα­ψε ό­τι α­ντα­πο­κρί­νο­νταν μια χα­ρά στις θέ­σεις του ση­μα­ντι­κό­τε­ρου ιου­δα­ϊ­κού κι­νή­μα­τος της “Γερ­μα­νί­ας”, το σιω­νι­σμό.
Ο Ζί­μερ­μαν ση­μειώ­νει ό­τι οι ρε­βι­ζιο­νι­στές (Σημ. Άρ­δην, οι ο­πα­δοί του Ζα­μπο­τίν­σκυ, προ­δρό­μου του ση­με­ρι­νού Λι­κού­ντ) έ­κα­ναν χει­ρό­τε­ρο κα­κό α­πό τους σιω­νι­στές-σο­σια­λι­στές: συ­νέ­χι­σαν να ε­ξευ­τε­λί­ζουν τους Ε­βραί­ους α­ντι­πά­λους τους, κυ­ρί­ως την Χε­χα­λού­τζ, α­κό­μα και κά­τω α­πό το να­ζι­στι­κό κα­θε­στώς, τους κα­τέ­δι­δαν ως μαρ­ξι­στές και τους συ­κο­φα­ντού­σαν. Οι ρε­βι­ζιο­νι­στές πή­γαν α­κό­μα πα­ρα­πέ­ρα συ­νερ­γα­ζό­με­νοι με την Γκε­στά­πο, πο­λύ με­τά την έκ­δο­ση των δια­ταγ­μά­των της Νυ­ρεμ­βέρ­γης.

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*