Άρδην τ.8

Συνηγορία υπέρ του βολονταρισμού

Συγγραφέας: Φρ. Βεργκάρα

Άρδην τ. 08

Ένα από τα επιχειρήματα που πολύ συχνά προτάσσονται προς δικαιολόγηση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, οι οποίες εφαρμόζονται στις ευρωπαϊκές χώρες εδώ και δεκαπέντε χρόνια, είναι εκείνο που αφορά στην αυξανόμενη ενσωμάτωση των οικονομιών τους στην παγκόσμια αγορά. Κατά συνέπεια οι κυβερνήσεις δεν διαθέτουν πια τα ίδια περιθώρια χειρισμού που διέθεταν άλλοτε και εάν επιχειρούσαν να διαφύγουν από αυτή τη δυναμική, θα εστερούντο των πλεονεκτημάτων του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας και θα ακολουθούσαν το δρόμο της σχετικής -ή ακόμα και της απόλυτης- οικονομικής παρακμής.

Αυτή η παγκοσμιοποίηση, μας λένε, είναι ένα είδος αντικειμενικού ιστορικού νόμου, όπως συνέβη με την συρρίκνωση του ποσοστού της γεωργίας στο ακαθάριστο εθνικό προϊόν ή την οιονεί εξαφάνιση της βιοτεχνίας. Προς επίρρωση αυτής της άποψης ίσταται η θέση κατά την οποία οι τεχνολογικές καινοτομίες δεν εξασφαλίζουν άνοδο της παραγωγικότητας, παρά μόνο εάν η παραγωγή πραγματοποιείται μέσα σε διαρκώς μεγαλύτερες μονάδες παραγωγής. Στο όνομα αυτής της θεωρίας των οικονομιών κλίμακας, κάθε εμπόρευμα που προορίζεται για την παγκόσμια αγορά μπορεί κάλλιστα να έχει παρασκευασθεί το πολύ σε δύο ή τρία εργοστάσια όπως φαίνεται να είναι η περίπτωση των καθοδικών λυχνιών ή των μικροϋπολογιστών. Άρα η μόνη ορθολογική θέση θα συνίστατο στην «προσαρμογή» από την οποία εκπορεύονται όλες οι πολιτικές που τίθενται σε εφαρμογή: φορολογία και κρατήσεις το ίδιο περιορισμένες όσο και των ανταγωνιστριών χωρών, με στόχο την προσέλκυση ενδεχόμενων επενδυτών και τη μέγιστη «ελαστικότητα» της εργατικής δύναμης, για να μπορούν οι ηγήτορες των εθνικών βιομηχανιών να επιτύχουν καλύτερους χειρισμούς μέσα στον πλανητικό εμπορικό πόλεμο κλπ.

Η αλήθεια όμως είναι αισθητά διαφορετική: στις πιο σημαντικές βιομηχανικές χώρες, όπως και στην πλειοψηφία των αναπτυσσόμενων χωρών, ένα μέρος του ακαθαρίστου εθνικού προϊόντος, εξαγωγικού και εισαγωγικού παρέμεινε αμετάβλητο για είκοσι χρόνια και τείνει μάλιστα να μειωθεί ελαφρά για κάποιες από αυτές. Από το 1974 ως το 1993 έπεσε από το 30,5% στο 28,4% στο Ηνωμένο Βασίλειο, στη Βραζιλία από το 10,9% στο 5,9%, στη Γερμανία από το 34,2% στο 22,5% και στη Νότια Κορέα από το 33,4% στο 30,9%. Όλα πράγματι μας οδηγούν στη σκέψη ότι μετά από μια περίοδο ανοίγματος στην παγκόσμια αγορά αυτό το ποσοστό τείνει να σταθεροποιηθεί σε ένα επίπεδο που εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, από τους οποίους σε πρώτη θέση βρίσκεται το μέγεθος της εσωτερικής αγοράς…

Έτσι, ο βαθμός της οικονομικής διείσδυσης/ενσωμάτωσης (1) τοποθετείται, εδώ και δύο δεκαετίες, γύρω στο 36% για τα μικρά κράτη, όπως το Ισραήλ ή η Ελβετία, 22% για τα μεσαία κράτη όπως η Γαλλία ή η Ιταλία και 10 έως 12% για τα μεγάλα σύνολα όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες ή η Ευρωπαϊκή Ένωση στο σύνολό της.

Κυρίως στις χώρες που για πολύ καιρό έμειναν τεχνητά κλειστές στο διεθνές εμπόριο ( Κίνα, Ινδία, Ισπανία κλπ.) η ένταξη στη διεθνή αγορά γνώρισε ισχυρή ανάπτυξη μετά το 1974. Είναι πιθανό πως μετά από μερικά χρόνια το ποσοστό του εμπορικού τους ανοίγματος θα φθάσει στο σημείο ισορροπίας του. Όμως κάποιοι θα μπορούσαν να θεωρήσουν ότι αυτό το φαινόμενο δεν είναι παρά μία παραίσθηση, απότοκη της πολύ ισχυρής και γρήγορης αύξησης του ποσοστού των υπηρεσιών στο ακαθάριστο εθνικό προϊόν, το οποίο κινείται μεταξύ του 60% και 70% στις βιομηχανικές χώρες. Στην πραγματικότητα, η τάση προς σταθεροποίηση επαληθεύεται σε όλους τους τύπους των διεθνών ανταλλαγών, γεγονός που εξηγεί γιατί στις πιο ισχυρές οικονομίες (Ν. Κορέα, Τουρκία, Βραζιλία) το ποσοστό του εξωτερικού εμπορίου διατηρείται σχετικώς σταθερό, ακόμα και αν πάρουμε υπ’ όψη μας μόνο τα αγροτικά και βιομηχανικά προϊόντα.

Άλλωστε, η διατήρηση της κλασικής διάκρισης μεταξύ αγαθών και υπηρεσιών είναι πλέον η προσήκουσα για την εκτίμηση των περιθωρίων αυτονόμησης που διαθέτει μία χώρα; Ένα CD-ROM της Μicrosoft, που στη Γαλλία πωλείται 2.000 φράγκα, καταγράφεται ως βιομηχανικό προϊόν από τις τελωνειακές υπηρεσίες. Όταν θα κυκλοφορεί μέσω του Ίντερνετ, τίποτα δεν θα αλλάζει ως προς το ποσοστό της εξωτερικής εξάρτησης της χώρας, αλλά η Τράπεζα της Γαλλίας θα το καταγράψει στις εισαγωγές υπηρεσιών. Η αυτάρκεια μιας χώρας ή μιας περιοχής είναι λοιπόν συνάρτηση του συνόλου των εισαγωγών και των εξαγωγών και όχι μόνο των υλικών αγαθών.

Αλλά εάν αναφερθούμε στην ανεξαρτησία μίας χώρας ή ενός πιο εκτεταμένου συνόλου με την πολιτική έννοια του όρου -την ικανότητα της δηλαδή να αντισταθεί στις εξωτερικές πιέσεις που της επιτάσσουν να πάρει αποφάσεις αντίθετες στα θεμελιώδη συμφέροντά της- ο αποφασιστικός παράγοντας θα είναι η ικανότητα για πρόσβαση σε προϊόντα, χωρίς τα οποία δεν μπορεί να επιβιώσει, ας πούμε πέραν του ενός χρόνου. Για τις περισσότερο κρίσιμα αγαθά (ενέργεια, προμήθεια τροφίμων) η εξάρτηση, αντί να αυξάνεται έχει, εντελώς αντιθέτως, κατά πολύ ελαττωθεί στην πλειοψηφία των χωρών και ιδιαιτέρως στην Ευρώπη.

Μόνο για την χρηματιστική σφαίρα μπορούμε να μιλήσουμε για αύξουσα ολοκλήρωση. Έτσι, κατά την τελευταία ετήσια αναφορά της Τράπεζας Διεθνών Συναλλαγών, η συνολική αξία των υπερεθνικών συναλλαγών, για μετοχές και ομόλογα για τους πολίτες των χωρών-μελών της ομάδας των επτά, πέρασε από το 35% του ΑΕΠ το 1985 κοντά στο 140% το 1995.

Εκεί που αρχίζει η φενάκη -ή, αν θέλουμε να είμαστε επιεικείς, η οκνηρία και η έλλειψη πνευματικής αυστηρότητας- είναι όταν ιδρύματα και σχολιαστές παντός είδους προεκτείνουν αυτές τις χρηματιστικές εξελίξεις στο σύνολο της οικονομικής σφαίρας για να συμπεράνουν μια «αύξουσα παγκοσμιοποίηση των συναλλαγών». Και δεν σταματούν μόνο εκεί αλλά διακηρύττουν, μέσα από αυτή την ολοκλήρωση της αγοράς των κεφαλαίων, πως βαδίζουμε προς ένα σύμπαν «περισσότερο ανταγωνιστικό» που συμβάλλει στο κοινό καλό μέσω της μείωσης των δαπανών των οικονομικών υπηρεσιών, τη διεύρυνση των επιλογών που προσφέρονται στον καταναλωτή, μια αποτελεσματική κατανομή των κεφαλαίων κλπ. Όμως αυτή εξέλιξη διαψεύδεται από την ίδια την Τράπεζα Διεθνών Συναλλαγών, που είναι βέβαια σε θέση να γνωρίζει αυτές τις εξελίξεις…

Ο υποτιθέμενος υγιής ανταγωνισμός διεξάγεται στην πραγματικότητα ανάμεσα σε είκοσι μόνο γιγαντιαίες τράπεζες από τις οποίες, μετά από ένα ανελέητο πόλεμο, θα ξεχωρίσουν τέσσερις ή πέντε που θα καταλάβουν τις κυρίαρχες θέσεις σε έναν τομέα όπου κανείς ακριβώς δεν θέλει αληθινό ανταγωνισμό και είναι, χωρίς αμφιβολία, τεχνικώς αδύνατος.

Ένα μοίρασμα του κόσμου ανάμεσα στα υπό διαμόρφωση γιγαντιαία γκρουπ θα μπορούσε να εμποδιστεί από αποφασιστικές εθνικές, πολιτικές και οικονομικές πρωτοβουλίες. Γι’ αυτό και οι γιγαντιαίοι μηχανισμοί προπαγάνδας του χρηματιστικού κεφαλαίου και οι πολυάριθμοι αναμεταδότες τους βάζουν στο επίκεντρο του στόχου τους κάθε στρατηγική ή κάθε σχέδιο που μπορεί να προχωρήσει προς μια τέτοια κατεύθυνση, εμφανίζοντάς το σαν άρνηση της ανάπτυξης αμοιβαία επωφελών ανταλλαγών.

  1. Ο βαθμός του οικονομικού «ανοίγματος» μιας χώρας υπολογίζεται διαιρώντας το σύνολο των εξαγωγών και εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών με το διπλάσιο του ΑΕΠ.

* Ο Φραντσίσκο Βεργκάρα είναι συγγραφέας του βιβλίου Εισαγωγή στα φιλοσοφικά θεμέλια του οικονομικού φιλελευθερισμού (Indroduction aux fondementsphilosophiques du libéralisme, La Découverte, Παρίσι 1992.)

Αφήστε το σχόλιό σας

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*